Ἡ ἀνάμνηση εὐχάριστων γεγονότων, πού ζήσαμε μέ ἀνθρώπους
πού τώρα δέν εἶναι πιά στή ζωή μας, προκαλεῖ λύπη.
Ὅμως, ἄν συνοδεύεται - ἡ ἀνάμνηση –
μέ εὐχαριστία στό Θεό πού μᾶς τά ἔδωσε ὡς δῶρα,
ἡ λύπη μετατρέπεται σέ χαρμολύπη,
πού πλέον δέν διαλύει τό πρόσωπο.
Εἶναι κι αὐτός ἕνας τρόπος ἐπιβίωσης…
π. Ανδρέα Αγαθοκλέους
Υπάρχουν ερωτήματα απλά, καθημερινά, όπως: τι θα φάω, τι θα πιω, πώς θα ντυθώ, τι πρόγραμμα θα έχω.
Υπάρχουν και ερωτήματα υπαρξιακά, που συγκλονίζουν το νου και την καρδιά, όπως: από πού ήρθα, πού πηγαίνω μετά θάνατο, τί είναι ο θάνατος, τι είναι ο άνθρωπος, τι είναι ο Θεός, υπάρχει άλλη ζωή;
Υπάρχουν, όμως, και ερωτήματα ουσιαστικά για την πορεία της ζωής μας της νυν και της μέλλουσας, όπως: ποιο είναι το θέλημα του Θεού για μένα, τι να κάνω για να σωθώ, πώς μπορώ να ζήσω με τον εαυτό μου, το συνάνθρωπό μου, τη φύση, ώστε να ζω αληθινά και να ενωθώ με τον Θεό;
Η ποιότητα των ερωτημάτων μας εξαρτάται από την ποιότητα που θέλουμε να έχει η ζωή μας. Δεν έχουμε όλοι τους ίδιους προβληματισμούς και ούτε πάντα τους ίδιους. Η εναλλαγή των ερωτημάτων και όχι η μόνιμη παρουσία τους στο μυαλό μας, είναι χαρακτηριστικό της ανθρώπινης φύσης. Κανένας δεν αντέχει να είναι συνεχώς σε ένταση, αν και υπάρχουν περίοδοι που παρατηρείται.
Στο Γεροντικό διαβάζουμε για κάποιο σπουδαίο άνθρωπο, ο οποίος θέλησε να επισκεφθεί τον αββά Ποιμένα, για τον οποίο άκουσε πολύ επαινετικά λόγια. «Κάνοντας μερικές μέρες πεζοπορίας στην έρημο έφτασε χαρούμενος στο κελλί του. Τον δέχτηκε με χαρά και αφού αλληλοασπάστηκαν, κάθισαν. Άρχισε τότε ο ξένος να τον ρωτά από τη Γραφή για πράγματα πνευματικά και ουράνια. Ο αββάς Ποιμήν, όμως, έστρεψε αλλού το πρόσωπό του και δεν του αποκρίθηκε. Αυτός, βλέποντας ότι δεν τον λάμβανεν υπόψη, λυπήθηκε. Βγήκε έξω και είπε στον υποταχτικό του:
Ο αδελφός πήγε μέσα στο αββά Ποιμένα και του είπε:
Ο Γέροντας του αποκρίθηκε:
Ο αδελφός βγήκε τότε και είπε στον επισκέπτη:
Εκείνος ένιωσε κατάνυξη και πήγε στον Γέροντα και του είπε:
Ο Γέροντας τον κοίταξε με χαρά και απάντησε:
Ο αναχωρητής ωφελήθηκε πολύ και είπε: πράγματι, αυτός είναι ο αληθινός δρόμος. Και επέστρεψε στον τόπο του ευχαριστώντας τον Θεό που αξιώθηκε να συναντήσει τέτοιο άγιο»[1].
Το πιο πάνω περιστατικό μας δείχνει την κρισιμότητα των ερωτημάτων που κάνουμε σε πνευματικούς πατέρες. Αν είναι θεωρητικά, ακόμα κι αν έχουν θεολογικό κάλυμμα, δεν μπορούν να ωφελήσουν την ψυχή που πασχίζει να ζήσει. Χρειάζεται να αγγίζουν την πραγματικότητα του εαυτού μας που βρίσκεται στην ουσιαστική άγνοια της όντως ζωής και στα πάθη που ζει όλος ο κόσμος. Η ειλικρίνεια και ο πόθος του «ακούσαι λόγον Κυρίου», καθώς θέτουμε κρίσιμα ερωτήματα ζωής σε πνευματικούς πατέρες και διδασκάλους, γίνεται η βάση ώστε, πέρα από τις δικές τους γνώσεις, να δώσουν απαντήσεις προερχόμενες από το άγιο Πνεύμα, γι’ αυτό και αναπαύουν, αποκαλύπτουν, σώζουν.
[1] Το Γεροντικό – Αποφθέγματα των αγίων Γερόντων, Τόμο; Α΄, εκδόσεις Το περιβόλι της Παναγίας, Θες/νίκη 2013, σ.σ. 243-244