Κείμενα Ορθόδοξης Θεολογίας

π. Ανδρέα Γκατζέλης

          Κάθε χρόνο, περίπου τέτοια εποχή, η Εκκλησία προβάλλει το ασκητικό φρόνημα του Χριστιανού και μας καλεί σε αγώνα εναντίον των παθών μας. Σε απέκδυση του παλαιού ανθρώπου ή του κακού μας εαυτού και σε προσπάθεια (συν)ταυτίσεως μας με τον τρόπο ύπαρξης του Αγίου Θεού.

          Πολλές φορές, όμως, αυτή η ευλογημένη περίοδος του χρόνου παρουσιάζεται με έναν πολύ αρνητικό τρόπο. Σε πολλά σχετικά κείμενα διαβάζουμε για τα πολλά πρέπει που οφείλουμε να επιβάλουμε στον εαυτό μας, έτσι ώστε να συμπορευθούμε με το Χριστό στο Γολγοθά, χωρίς να εκφράζεται η θετική απάντηση της αγάπης του Θεού. Αν όμως υπάρχει έμπνευση θεϊκή στην καρδιά του ανθρώπου, τότε αυτός εύκολα παραδίδεται σε όλες τις «στερήσεις» και τις ασκήσεις που προτείνει η Εκκλησία μας. Και η έμπνευση αυτή θα έρθει όταν κατανοήσουμε το βασικότερο σκοπό της άσκησης στη ζωή μας.

          Ο άνθρωπος έχει προικισθεί από το Θεό με δύο γνωστικά όργανα: τη διάνοια και την καρδιά. Με τη διάνοιά του ο άνθρωπος γνωρίζει τον κόσμο γύρω του, τις τέχνες, τις επιστήμες και τα γράμματα αλλά με την καρδιά του γνωρίζει τα πρόσωπα των άλλων ανθρώπων και κυρίως βλέπει Πρόσωπον Θεού. Λόγω όμως της αμαρτίας η καρδιά του ανθρώπου έγινε σκληρή σαν πέτρα, σαν γρανίτης και κατά συνέπεια ανίκανη να δοθεί στην ευαγγελική αγάπη. Έτσι, σκοπός της ποικιλόμορφης άσκησης είναι η ανακάλυψη και κατάκτηση της καρδιάς μας και στη συνέχεια το ολοκληρωτικό δόσιμό της στην αγάπη του Θεού, για το Θεό και δι’ Αυτού για όλο τον κόσμο.

          Στον αγώνα για να αποκτήσουμε καρδιά ευαίσθητη, τρυφερή, στοργική, ευσπλαχνική και όμοια με την καρδιά του Ιησού, οποιοδήποτε εμπόδιο παρουσιάζεται είναι αυτό που έχουμε μάθει να ονομάζουμε αμαρτία.Ο άνθρωπος, επειδή είναι εικόνα του Ζωντανού Θεού αλλά κι επειδή μετέχει στα Άγια Μυστήρια της Εκκλησίας, είναι ικανός να αγαπά με τον τρόπο που ο Θεός αγαπά. Να συμπεριφέρεται με τον τρόπο που ο Θεός συμπεριφέρεται. Είναι ικανός όχι μόνο να γνωρίσει το θεϊκό τρόπο ύπαρξης αλλά και να ζει αιωνίως με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που ζει ο Θεός. Αρκεί να μάθει να ζει τη ζωή της καρδιάς του.  Όποια πράξη, σκέψη, λόγος, θεωρία, ιδεολογία ή καρδιακή κίνηση δυσκολεύει την ευαισθητοποίηση και αφύπνιση της καρδιάς μας, πρέπει να αποφεύγεται ως δηλητήριο.

Η νηστεία και η προσευχή αποκτούν ξεχωριστό νόημα και θέλγουν γοητευτικά την ψυχή μας, όταν γευτούμε εμπειρικά πόσο μαλακώνουν και αφυπνίζουν την πεπωρωμένη από την πίκρα της ζωής καρδιά μας. Οι εντολές του Θεού, από νομικές επιταγές και ηθικές απαιτήσεις, κατανοούνται ως αποκαλυπτικοί οδοδείκτες στην πορεία για την κατάκτηση της ευαγγελικής αγάπης. Οι εντολές μάς δείχνουν άριστους τρόπους έκφρασης της αγάπης, της στοργής και της ευσπλαχνίας που ο Θεός Πατέρας εγκέντρισε στη φύση μας.

Ο αγώνας, λοιπόν, για την κάθαρση της καρδιάς έχει μια πολύ θετική οπτική προσέγγιση. Είναι αγώνας για να μάθουμε να αγαπάμε, να είμαστε ευσπλαχνικοί, να κατανοούμε τη θέση του άλλου. Ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός μάς παρέδωσε τον εαυτό Του με τη μορφή εντολών αλλά και στα Άγια Μυστήρια. Η ολόκαρδη συμμετοχή μας στη ζωή του Χριστού και της Εκκλησίας Του είναι το νόημα της Μεγάλης και Αγίας Τεσσαρακοστής.  

 

π. Κωνσταντίνου καλλιανού

Τὸ ἀπόβραδο εὐωδιάζει πρώιμη ἄνοιξη καὶ θυμίαμα. Μισοφωτισμένος ναός, διακοσμημένος μὲ κρέπια ἀπὸ τὶς στερνὲς τίς ἡλιαχτίδες νὰ κρέμονται στοὺς τοίχους, στὸ τέμπλο στὶς θύρες καὶ στὰ παράθυρα.

Ἔξω ἡ χαλαλοὴ τοῦ κόσμου καὶ τὸ ξεφάντωμα, ἀφοῦ σφραγίζει πιὰ τὶς θὐρες του τὸ λεγόμενο στὸν κόσμο Τριώδιο, μὲ τὴν Ἀποκριά, τοὺς μασκαράδες, τὰ κοσμικὰ δρὠμενα τῶν ἡμερῶν μὲ τοὺς χορούς, τὰ γλέντια, τὶς  ὅποιες γιορταστικὲς ἐκδηλώσεις. Πράγματα τοῦ κόσμου δηλαδή, ἐφήμερα μέν, ἀλλὰ καὶ ἀναγκαῖα, γιὰ νὰ καταλάβει ὅποιος  τὸ ἐπιθυμεῖ, τὸ πόση διάκριση ἀπαιτεῖται, ὥστε νὰ βιωθεῖ μὲ κάθε ἀκρίβεια «τὸ θεῖον  στάδιον, τῆς ἀμώμου Νηστείας», ποὺ ἤδη ἀχνοφάινεται. Διότι ναί μέν, «Τὸ στάδιον τῶν ἀρετῶν ἠνέωκται..», γιὰ νὰ εἰσέλθουν εἰς αὐτὸ «οἱ βουλόμενοι ἀθλῆσαι» κι ὄχι ὁ κάθενας. Κι ὅπως καταλαβαίνει ὁ κάθε συνειδητὸς πιστός, Μάθημα μέγιστο εἶναι κι αὐτό,  ἐλευθερίας μάθημα  ἀπὸ τὴ Μητέρα Ἐκκλησία, πού, δυστυχῶς, λίγοι τὸ προσέχουν, ἀκόμα λίγότεροι τὸ καταννοοῦν καὶ ἐλάχιστοι τὸ μαθαίνουν. 

Μέγα Προκέιμενον. « Μὴ ἀποστρέψῃς, ψάλλουμε, τὸ πρόσωπόν Σου ἀπὸ τοῦ παιδός Σου,  ὅτι θλίβομαι». Κι ὕστερα ἀνοίγουμε σιωπηλὰ τὴ θύρα τῆς Σαρακοστῆς.

«Μὴ ἀποστέψῃς τὸ πρόσωπόν Σου ἀπὸ τοῦ παιδός Σου...», Τὸν ἰκετεύουμε. Ἴσως καὶ μὲ κάποιο παράπονο ὅτι δὲν μᾶς προσέχει, δὲ μᾶς δίνει σημασία. Ὅμως εἶναι, ἄραγε, ἔτσι τὰ πράγματα;

Μὲ λίγα λόγια, ὅποιος ἔχει ἀνάγκη τὸ Θεὸ καὶ κάπου νοιώθει ὅτι δὲν τὸν προσέχει-σὰν τὸ παιδὶ ποὺ δὲν τοῦ πολυδίνει σημασία ὁ γονιός- εἶναι φυσικὸ νὰ παραπονιεται μὲ τὸν τρόπο αὐτό. Ἴσως γιατὶ στὸ βάθος τῆς ψυχῆς του νὰ καταλαβαίνει, πὼς  ὁ Θεὸς Πατέρας δὲ συνερίζεται, τὸ ξέρουμε δά κι ἀπὸ τὴν Παραβολὴ τοῦ σπλαχνικοῦ πατερα (Λκ. 15,13-32) κανένα, μόνο περιμένει τὴν ἐπιστροφή, τὴ μετάνοια, τὴν εἰλικρινῆ φιλοτιμία μας.

Γιατὶ ὅταν ἐμεῖς Τοῦ λέμε «μὴ ἀποστρέψῃς τὸ πρόσωπόν Σου ἀπὸ τοῦ παιδός Σου, ὅτι θλίβομαι, Ἐκεῖνος μᾶς ἀπαντᾶ τίμια καὶ δίχως καμμιὰ ἀμφισβήτηση: «Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, καγὼ ἀναπαυσω ὐμᾶς» ( Μτθ. 11, 28).

Ἀλήθεια, τί ἄλλο θέλουμε; Καλὴ κι εὐλογημένη Σαρακοστή ῍

Κυριακὴ τῆς Τυρινῆς 2017 

 

Πρωτ. Μιχαὴλ Βοσκοῦ

          Ἡ ἀληθινὴ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, δηλαδὴ ἡ ἁγία μας Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, εἶναι, ὅπως λέμε στὴ γλώσσα τῆς θεολογίας, ἕνας θεανθρώπινος ὀργανισμός. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι δὲν εἶναι οὔτε μόνο θεῖος οὔτε μόνο ἀνθρώπινος ὀργανισμός, ἀλλὰ τὸ συναμφότερον, ὅπως ἀκριβῶς καὶ ὁ Kύριος μας Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι Θεάνθρωπος, εἶναι δηλαδὴ τέλειος Θεὸς καὶ ταυτοχρόνως τέλειος ἄνθρωπος. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἕνας θεῖος ὀργανισμός, γιατὶ ἀποτελεῖ τὸ Σῶμα τοῦ ζῶντος Χριστοῦ, ἔχει κεφαλή της τὸν Θεάνθρωπο Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ ζεῖ μὲ τὰ χαρίσματα καὶ τὴν ἐπενέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὸ Ὁποῖο ἀποτελεῖ τὴν ψυχή της. Εἶναι ὅμως ταυτοχρόνως καὶ ἕνας ἀνθρώπινος ὀργανισμός, γιατὶ ἀποτελεῖ μιὰ συγκεκριμένη ἱστορικὴ κοινότητα ἀποτελούμενη ἀπὸ ἀνθρώπους ἁμαρτωλούς, οἱ ὁποῖοι ἀγωνίζονται μὲ τὰ μέσα ποὺ αὐτὴ τοὺς παρέχει γιὰ τὴν ἐν Χριστῷ σωτηρία τους. Ὡς ἀνθρώπινος ὀργανισμὸς καὶ ὡς ἱστορικὴ κοινότητα ἡ Ἐκκλησία ἔχει θεσμικὸ χαρακτήρα καὶ διαθέτει τὴ δική της ἱεραρχικὴ δομή. Αὐτὴ ἡ ἱεραρχικὴ δομὴ συνδέεται μὲ τὸ μυστήριο τῆς ἱερωσύνης, ἕνα ἀπὸ τὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας, καὶ μὲ τὸν θεσμὸ τῶν ἐπισκόπων.

          Ἐνῶ κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας εἶναι, ὅπως ἀναφέραμε, ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς Χριστός, ὁρατὴ κεφαλὴ τῆς κάθε τοπικῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ οἰκεῖος Ἐπίσκοπος, ὁ ὁποῖος εἶναι “εἰς τόπον” Χριστοῦ, ἀλλὰ καὶ “εἰς τύπον” Χριστοῦ. Τὸ ἐπισκοπικὸ ἀξίωμα εἶναι τόσο ἀναγκαῖο στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, “ὥστε χωρὶς αὐτοῦ μὴ δύνασθαι μήτε Ἐκκλησίαν μήτε χριστιανόν τινα ἢ εἶναι ἢ ὅλως λέγεσθαι” (Ὁμολογία Πίστεως Δοσιθέου Ἱεροσολύμων). Ὁ ἐπίσκοπος εἶναι ὁ κατ’ ἐξοχὴν πνευματικὸς πατέρας καὶ ποιμένας τῆς ἐπισκοπῆς του κατὰ τὸ πρότυπο τοῦ καλοῦ ποιμένος Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ καὶ ὁ κατ’ ἐξοχὴν διδάσκαλος τοῦ ποιμνίου του, ὁ ὁποῖος ὀφείλει νὰ ὀρθοτομεῖ “τὸν λόγον τῆς ἀληθείας”. Ὅλοι οἱ πιστοί, κλῆρος καὶ λαός, ἔχουν ἢ πρέπει νὰ ἔχουν τὴν ἀναφορά τους στὸν ἐπίσκοπό τους. Ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος Ἀντιοχείας, κατὰ ταῦτα, προτρέπει τοὺς Χριστιανοὺς νὰ μὴν πράττουν τίποτε χωρὶς τὴν εὐλογία τοῦ ἐπισκόπου τους· “ἀναγκαῖον οὖν ἐστίν, … ἄνευ τοῦ ἐπισκόπου μηδὲν πράσσειν ὑμᾶς” (Τραλλ. 2,2). Ὁ Ἅγιος Κυπριανὸς Καρχηδόνος, ἐξάλλου, διατυπώνει τὸ ἀξίωμα: “ὅπου ὁ ἐπίσκοπος ἐκεῖ καὶ ἡ ἐκκλησία”, καὶ προσθέτει ὅτι ἐὰν κάποιος δὲν τελεῖ ἐν κοινωνίᾳ μὲ τὸν ἐπίσκοπό του, αὐτὸς δὲν εὑρίσκεται ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ.

Παράλληλα μὲ τὸν τόσο σημαντικὸ θεσμὸ τοῦ ἐπισκόπου, ὑπάρχουν στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἄλλοι δύο βαθμοὶ ἱερωσύνης: ὁ τοῦ πρεσβυτέρου καὶ ὁ τοῦ διακόνου. Ὁ πρεσβύτερος, ὁ ἱερέας δηλαδή, ἐπιτελεῖ κατ’ ἐντολὴν τοῦ ἐπισκόπου του καὶ ἐξ ὀνόματός του ὅλα τὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, ἐκτὸς τῆς χειροτονίας. Χειροτονία μπορεῖ νὰ κάνει μόνο ὁ ἐπίσκοπος. Ὁ ἱερέας ἐπίσης δὲν μπορεῖ νὰ κάνει ἐγκαίνια ναοῦ καὶ νὰ καθαγιάσει ἅγιο μύρο. Εἶναι παράλληλα ὁ πνευματικὸς πατέρας καὶ ποιμένας τῆς ἐνορίας του. Νὰ σημειώσουμε, ὡστόσο, ἐν προκειμένῳ ὅτι τὸ μυστήριο τῆς μετανοίας καὶ ἐξομολογήσεως δὲν μπορεῖ νὰ γίνει ἀπὸ ὅλους τοὺς ἱερεῖς, παρὰ μόνο ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἔχουν εἰδικὴ ἄδεια καὶ εἰδικὴ εὐλογία ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπό τους. Ὁ διάκονος εἶναι βοηθὸς τοῦ ἐπισκόπου ἢ τοῦ πρεσβυτέρου κατὰ τὴν τέλεση τῶν ἐκκλησιαστικῶν μυστηρίων καὶ τῶν λοιπῶν ἐκκλησιαστικῶν ἀκολουθιῶν, καθὼς ἐπίσης καὶ βοηθὸς στὸ κοινωνικὸ ἔργο τῆς Ἐκκλησίας.

          Ἡ ἱερωσύνη εἶναι ἕνα μέγα καὶ φοβερὸ μυστήριο. ερέας, ὅπως τονίζει γιος ωάννης Χρυσόστομος, ναλαμβάνει διακονία μεγαλύτερη πκείνη τν ἁγίων γγέλων, λαμβάνει ξουσία, “ν οτε γγέλοις, οτε ρχαγγέλοις δωκεν Θεός”. Ἡ ἱερωσύνη, κατὰ τὸν ἴδιο ἐκκλησιαστικὸ Πατέρα, “τελεται μν π τς γς, τάξιν δπουρανίων χει ταγμάτων”. Κι ὅλ’ αὐτὰ ὀφείλονται ὄχι στὴν προσωπικὴ ἀξία τοῦ ἱερέα, ἀλλὰ στὴ θεία χάρη, ἡ ὁποία, σύμφωνα μὲ τοὺς λόγους τῆς εὐχῆς τῆς χειροτονίας, θεραπεύει τσθεν καναπληρο τλλείποντα. Ὁ ἱερέας ἀξιώνεται νπικαλεται τ χάρη το Παναγίου κα Τελεταρχικο Πνεύματος, γι νὰ τελεῖ τερ μυστήρια τς κκλησίας μας. Ἀξιώνεται νὰ ἀναγεννᾶ τοὺς ἀνθρώπους στὴ νέα ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας διὰ τοῦ μυστηρίου τοῦ βαπτίσματος. Ἀξιώνεται νὰ ἐπιτελεῖ τὸ φοβερὸ μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας, τὴν ἀναίμακτη θυσία, δίνοντας στοὺς πιστοὺς τὴ δυνατότητα νὰ γίνονται σύσσωμοι καὶ σύναιμοι Χριστοῦ καὶ νὰ παραμένουν ζωντανὰ μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ. Ἀξιώνεται ἀκόμη ν κηρύσσει τ Εαγγέλιο τς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, νὰ διαποιμαίνει τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ, νὰ γίνεται πνευματικὸς ὁδηγὸς καὶ θεραπευτὴς ψυχῶν διὰ τοῦ μυστηρίου τῆς μετανοίας καὶ τῆς ἐξομολογήσεως καὶ νὰ προετοιμάζει πολίτες γιὰ τὴν αἰώνια Βασιλεία τῶν οὐρανῶν.

          Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μας εἶναι κοινωνία δυνάμει ἁγίων, γιατὶ ὅλοι μας ἀγωνιζόμαστε νὰ καταστοῦμε ἅγιοι μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Ποτὲ ὅμως δὲν κινήθηκε ἡ Ἐκκλησία μας στὴ λογικὴ ὅτι ἀποτελεῖ ἕναν σύλλογο δεδικαιωμένων ἢ σεσωσμένων ἀνθρώπων. Ἀντιθέτως, πάντοτε εἶχε σαφὴ συνείδηση ὅτι ἀποτελεῖται ἀπὸ ἀνθρώπους ἁμαρτωλοὺς ποὺ ἀγωνίζονται ἐν μετανοίᾳ γιὰ τὴ σωτηρία τους. Ἐξάλλου, κατὰ τὴ διδασκαλία τῶν Ἁγίων Πατέρων, ἡ Ἐκκλησία εἶναι κατ’ οὐσίαν ἕνα θεραπευτήριο ψυχῶν, ἕνα πνευματικὸ νοσοκομεῖο, στὸ ὁποῖο εἰσέρχεται ὁ τετραυματισμένος ἀπὸ τὴν ἁμαρτία ἄνθρωπος γιὰ νὰ θεραπευθεῖ. Ὅπως ὅλα τὰ  μέλη τῆς Ἐκκλησίας, ἔτσι ἀκριβῶς καὶ οἱ κληρικοὶ (ἐπίσκοποι, πρεσβύτεροι, διάκονοι) εἶναι ἄνθρωποι ἁμαρτωλοὶ ποὺ ἀγωνίζονται ἐν μετανοίᾳ γιὰ τὴ σωτηρία τους. Ἀσφαλῶς καὶ ὀφείλουν οἱ κληρικοὶ ν’ ἀποτελοῦν, κατὰ τὸ μέτρο τοῦ δυνατοῦ, πρότυπο γιὰ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, ἀσφαλῶς καὶ ἀπαιτεῖται οἱ κληρικοὶ νὰ εἶναι καθαροὶ ἀπὸ σοβαρὲς θανάσιμες ἁμαρτίες, δὲν παύουν ὅμως νὰ εἶναι ἄνθρωποι ἀδύναμοι καὶ ἁμαρτωλοί, ποὺ ἀγωνίζονται γιὰ τὴ σωτηρία τους. Σ’ αὐτούς, ὡστόσο, ὁ Πανάγαθος Θεὸς ἐνεπιστεύθη τὸ φοβερὸ ἔργο τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων.

          Δὲν πρέπει λοιπὸν οἱ πιστοὶ νὰ σκανδαλίζονται ὅταν διαπιστώνουν ὅτι καὶ οἱ ἱερεῖς καὶ οἱ ἐπίσκοποι ἔχουν τὶς ἀδυναμίες τους καὶ τὰ ἐλαττώματά τους, οὔτε ἀκόμη καὶ ὅταν λόγῳ σοβαρῶν παρεκτροπῶν κάποιοι κληρικοὶ καθαιροῦνται. Ἀντιθέτως, πρέπει νὰ διακρίνουν τὴν Ἐκκλησία ὡς τὸ Σῶμα τοῦ ζῶντος Χριστοῦ ἀπὸ τὰ πρόσωπα ποὺ διακονοῦν στὸ ἔργο της. Ἐκκλησία δὲν εἶναι μόνο οἱ ἐπίσκοποι καὶ οἱ ἱερεῖς, ἀλλὰ ὁ Κύριός μας Ἰησοὺς Χριστὸς καὶ ὅλος ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ στὴν κοινωνία του μὲ τὸν Θεάνθρωπο Ἰησοῦ Χριστό. Γιὰ νὰ μὴ δημιουργοῦνται δὲ ἀμφιβολίες στοὺς πιστοὺς λόγῳ αὐτῆς τῆς πραγματικότητας, ἡ Ἐκκλησία μας μὲ πολλὴ σοφία κατέστησε σαφές, ὅτι τὰ ἱερὰ μυστήρια ἐνεργοῦνται βάσει τοῦ χαρίσματος τῆς ἱερωσύνης μὲ τὴ θεία χάρη καὶ ὄχι ἀνάλογα μὲ τὸν βαθμὸ καθαρότητος ἢ ἁγιότητος τοῦ κάθε λειτουργοῦ. Ὅταν λοιπὸν κοινωνοῦμε ἀπὸ τὰ χέρια ἑνὸς ἱερέα, κοινωνοῦμε τὸν ἴδιο Χριστό, εἴτε ὁ ἱερέας εἶναι σὲ μέτρα ἁγιότητος εἴτε εἶναι ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς καὶ ἀδύναμος. Τὸ ἴδιο δὲ συμβαίνει μὲ ὅλα τὰ ἐκκλησιαστικὰ μυστήρια καὶ ὅλες τὶς ἁγιαστικὲς πράξεις τῆς Ἐκκλησίας.

          Δημοσιεύθηκε στὸ περιοδικὸ “Παράκληση. Διμηνιαία Ἔκδοσιςερς Μητροπόλεως Λεμεσο, τεῦχος 75.

 

π. Κωνσταντίνου Καλλιανού

Εἶναι ἀλήθεια πὼς ὁ κάθε ἐφημέριος γίνεται δέκτης πολλῶν καὶ ποικίλων βιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἀναδύονται σὲ στιγμὲς ποὺ δὲν τὶς περιμένει. Εἶναι, θὰ μποροῦσε νὰ πεῖ κανείς,  φιλέματα θείας εὐλογίας, ποὺ τὰ στέλνει ὁ Θεὸς νὰ καταρτίσουν,  παραμυθήσουν καὶ χάρίσουν στὴν ψυχὴ ἐμπειρίες μοναδικές κι ἀλανθαστες. Ἐμπειρίες, ποὺ στὴ συνέχεια γίνονται πυξίδες   πορείας πρὸς τὸν Οὐρανό. Καὶ εἶναι τέτοια ἡ συγκίνηση ποὺ καταλαμβάνει τὸν κάθε ἱερέα-δέκτη αὐτῶν τῶν ἁγιασμένων δωρεῶν, ποὺ πραγματικὰ συνταράσσουν τὸ εἶναι. Γιατὶ ὄντως εἶναι συγκλονιστικό, ὅταν στὸ πίσω μέρος τῆς Πρόθεσης βρεθοῦν παλιὰ ὀνόματα ζωντων καὶ κεκοιμημένων, τὰ ὁποῖα ξεχάστηκαν ἐκεῖ, ἀφοῦ προηγουμένως μνημονεύτηκαν-ἀλήθεια, πρὶν ἀπὸ πόσο καιρό;- καὶ βγῆκε γιὰ τὸ καθένα ἡ μερίδα του στὸ Ἱ. Δισκάριο.

Ὅμως τὸ μέγα μάθημα καὶ ἡ ἔκπληξη ποὺ παρέχουν στὸν ἐφημέριο αὐτὰ τὰ λησμονημένα ὀνόματα εἶναι ἡ ἐμβίωση ἀπὸ μέρους του τοῦ προσκαίρου τῆς παρούσης ζωῆς. Γιατί, καθὼς τὰ παρατηρεῖ παρατηρεῖ πὼς κάποια ὀνόματα ποὺ εἶναι γραμμένα στὰ ζῶντα, τώρα πιά, καὶ μετὰ τὴν ἀναχώρησή τους γιὰ τὸν κόσμο τὸν ἀληθινό, τὸν κόσμο τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν Ἁγίων, τώρα πρέπει νὰ σβυστοῦν ἀπὸ ἐκεῖ καὶ νὰ γραφοῦν στὰ κεκοιμημένα. Αὐτὴ ἡ «μετάθεση» ἴσως νὰ φαίνεται κάτι τὸ ἁπλὸ καὶ σύνηθες, ὅμως μέσα της κρύβει ἕνα ἐκρηκτικὸ περιεχόμενο, ἐπειδὴ ἐμφανίζει τὶς  δύο ὄψεις  τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως: τὴν πεπερασμένη καὶ αἰώνιο.

Γιατὶ ἡ πεπερασμένη ἀντιστοιχεῖ μὲ τὴν ἐπίγειο διαδρομὴ καὶ θητεία τοῦ καθενὸς μας κι ἡ αἰώνια μὲ τὸν θεῖο του προορισμό, ὥστε «μετὰ τῶν ἁγίων» νὰ συγκαταλεγεῖ.  Καὶ τὸ κυριώτερο, οἱ δύο αὐτὲς διαδρομὲς ἐμφανίζουν καὶ τὸ σταυρώσιμο χαρακτήρα  τοῦ ἀνθρώπινου βίου. Βίου,  ποὺ ἔχει δύο διαστάσεις: Τὴ φυσική, ποὺ εἶναι ἡ κίνηση τοῦ ἀνθρώπου μέσα στὸν χρόνο, ἀπὸ τὴ γέννησή του δηλαδή, ἴσαμε τὸ τέλος του, τὴν κοίμησή του καὶ τὴ μεταφυσική, αὐτὴ δηλαδή, ποὺ φανερώνεται ὡς τομὴ μέσα στὸ χρόνο καὶ τὴν ἱστορία,  μὲ τὴ συνάντηση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸ Θεό.

Μιὰ δὲ  ἀπὸ τὶς κορυφαῖες στιγμὲς αὐτῆς τῆς συνάντησης εἶναι κι ἐκείνη τῆς μνημόνευσης τοῦ ὀνόματος τοῦ κάθε πιστοῦ κατὰ τὴν ὥρα τῆς ἱ. Προσκομιδῆς. Γιατὶ ἐκεῖνο τὸ ταπεινὸ ψιχίο ποὺ κατατίθεται πάνω στὸ ἱ. Δισκάριο καὶ ἀντιπροσωπεύει ἕνα ὄνομα, θὰ ἐμβαπτιστεῖ στὴ συνέχεια στὸ Ἅγιο Ποτήριο, ὅπου ὑπάρχει τὸ ζωηρὸ καὶ πανακήρατο Αἷμα τοῦ Κυρίου, τὸ Αἷμα δηλαδή, μὲ τὸ ὁποῖο «περιποιήσατο τὴν Ἐκκλησίαν» Του ( Πρξ. 20, 28). Τὴν Ἐκκλησία τῆς ὁποίας ἀναπόσπαστο μέλλος εἶναι ὁ κάθε πιστός, ἀφοῦ Σῶμα Χριστοῦ τυγχάνει. (βλ. Α΄ Κορ. 12,27 ἑξ. ).

Πολλὰ καὶ ποικίλα, λοιπόν, τὰ ὅσα διδάσκουν τὰ ξεχασμένα ὀνόματα, τὰ ὁποῖα ἡ Χάρη Του  ξαφνικὰ παρουσιάζει «πρὸς καταρτισμόν»( Ἐφ. 4, 12) , ἀλλὰ καὶ νουθεσίαν. Γιατὶ καὶ ἀπὸ  κάτι τέτοιες μικρές, ἀσήμαντες καὶ ταπεινὲς λεπτομέρειες πολλὰ ὠφελεῖται ὁ κάθένας μας, πόσο μᾶλλον ὁ κάθε ποιμένας.

 

π. Ἠλία Κουτραφούρη

Γιὰ τὴ θεραπεία τῆς ἐκκοσμικευμένης κατάστασής μας εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναζητήσουμε νὰ θεμελιώσουμε τὴν ζωή μας στο ὀρθόδοξο δόγμα. Σε μια χριστιανικὴ κατασκήνωση ἕνας ἔφηβος κάποτε εἶπε στὸν ὁμαδάρχη του τὸ ἑξῆς ἀξιοπρόσεκτο: «Μᾶς λέτε νὰ ἐφαρμόζουμε τις ἐντολές τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ εἶμαστε καλοὶ χριστιανοί ἀλλὰ δὲν μᾶς μιλᾶτε γιὰ τὸ ποιός εἶναι ὁ Χριστός! Βοηθεῖστε με νά μάθω τί εἶναι ὁ Χριστός!» Κι ὅμως αὐτὴ ἡ τραγικὴ διαπιστωση τοῦ νεαροῦ κατασκηνωτή ἀπηχεῖ τὴ βαθειά ἔλλειψη ἀληθινῆς δογματικῆς κατήχησης.

Κάποτε μιλοῦμε καὶ ζοῦμε σὰν να μπορεῖ νὰ ὑπάρξει Χριστιανισμός χωρὶς τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, γάμος χωρὶς Νυμφίο καὶ Βασιλεία χωρὶς Βασιλέα… Τὰ θεμελιώδη δόγματα τοῦ Εὐαγγελίου ἀπὸ τὰ ὁποῖα πηγάζει ἡ ἐκκλησιαστική ζωή, ὅπως γιὰ παράδειγμα τὸ ὅτι ὁ Χριστός εἶναι  ἀληθινός Θεός καὶ ἀληθινός ἄνθρωπος, ἤ ὅτι ο Χριστός ἀναστήθηκε ἀπὸ τοὺς νεκρούς καὶ ὅτι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι θὰ ἀναστηθοῦμε, ἢ ὅτι ἡ θεία κοινωνία εἶναι ἀληθινὰ τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ  ἄραγε σέ τί βαθμό εἶναι ξεκάθαρα στὸ κυριακάτικο ἐκκλησίασμα μιᾶς ἐνορίας καὶ πολύ περισσότερο σὲ τὶ βαθμό εἶναι σημαντικά γιὰ τὴν προσωπική μας ζωή;

 

π. Κωνσταντίνου Καλλιανού

Ἑσπερίζουμε, μὲ ἑόρτιο διάθεση. Γιὰ νὰ φτάσει καὶ ἡ ἐπιβεβλημένη προετοιμασία...Κατὰ τὸ κέλευσμα τῶν Τυπικῶν «..πρὸ τῆς ἐναρξεως τοῦ ἑσπερινοῦ τίθεται ὑπὸ τὴν ἐν τῷ τέμπλῳ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ ἐπὶ ηὐτρεπισμένου σκίμποδος τὸ λειτουργικὸν βιβλίον τοῦ Τριῳδίου, ἔνθα μεταβαίνει ὁ Πρωτοψάλτης (ἐκπροσωπῶν τοὺς ἐν τοῖς ἀναλογίοις ὑπηρετοῦντας), βάλλει πρὸ τῆς εἰκόνος μετανοίας 3, ἀσπάζεται αὐτήν, λαμβάνει μετὰ χεῖρας τὸ Τριῳδιον καὶ ἀπάζεται αὐτό, ποιεῖ πάλιν μετανοίας μικρὰς 3 καὶ ἀπέρχεται μετὰ τοῦ Τριῳδίου είς τὴν οἰκείαν θέσιν αὐτοῦ».

Ἔχω τὴν πεποίθηση, πὼς γιὰ κανένα ἄλλο λειτουργικὸ βιβλίο δὲν γίνεται αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἡ κατανυκτικὴ τελέτὴ τῆς παραδόσεώς του. Ἴσως γίνεται αὐτό,   ἐπειδὴ εἰσοδεύουμε ἀπόψε στὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων καὶ ἐφετεινοῦ χρόνου, ποὺ τὰ σκέπει, ἐνισχύει καὶ προβάλλει αὐτὸ τὸ ἱερὸ βιβλιο: «Τὸ Τρδιον, τὸ Κατανυκτικόν».

Ἀλήθεια, γιατὶ  συμβαίνει αὐτό;

Ἤδη παρῆλθεν ὁ καιρὸς τῶν ἑορτῶν τοῦ Ἁγίου Δωδεκαήμέρου, μὲ τὴν Μητρόπολιν τῶν ἑορτῶν, τὰ Χριστούγεννα νὰ ἐπισημαίνουν τό, «Θεὸς ἐφανερώθη ἐν σαρκί» ( πρβλ.Α΄ Τιμ. 3, 6) Τὸ βασικό, λοιπόν, ἐρώτημα εἶναι: Πῶς προσεγγίζουμε, συναντοῦμε καὶ βιώνουμε τὴν παρουσία Του; Μά, μὲ τὴν ἄσκηση, ποὺ γεννᾶται μέσα ἀπὸ τὴν ἔγκοπο πορεία στὴν ἔρημο τοῦ κόσμου γιὰ συνάντηση μὲ τὸν Ἰησοῦ Χριστό, καὶ δή τὸν Ἀναστάντα. Γιατὶ αὐτὸ εἶναι ἡ προσδοκία τοῦ καθενὸς καὶ τὸ πανάρχαιο διερώτημά του, ποὺ συμπυκνώνεται στὴν Ὁμολόγία τῆς Πίστεως μὲ κεῖνο τό, «Προσδοκῶ ἀναστασιν νεκρῶν...».

Αὐτό, λοιπόν, τὸ νόημα μᾶς κομίζει καὶ ἐφέτος τὸ ἱερὸ
Τριῴδιο, ποὺ ἀνοίγει τὴν Ὡραία Του Πύλη ἀπόψε μέσα σὲ κλίμα κατανύξεως, ἄφατης συγκινήσεως καὶ ἐγνωσμένης χαρμολύπης. Εἰσοδεύουμε,  οἱ ὅσοι πιστοί,  μὲ σκοπὸ τὴ συνάντηση αὐτή, ποὺ προϋποθέτει, ὡστόσο, ἀδιάλειπτο πνευματικὸ ἀγώνα, πορεία μὲ στημένες πολλὲς παγίδες τοῦ μισοκάλου καὶ ἀταλάντευτη πίστη, ποὺ τὴ θεμελιώνει ἡ βασικὴ ἀρετὴ τῆς ταπεινοφροσύνης. Τῆς ταπεινοφροσύνης ποὺ ἀνοίγει τὸ Τριῴδιο ἀλλὰ καὶ τὸ δρόμο τῆς ἀσκήσεως, τέλος τοῦ ὁποίου εἶναι ἡ ἀνεκλάλητος χαρὰ τῆς Ἀναστάσεως.

Προετοιαζόμαστε, λοιπόν, γιὰ τὴν πορεία αὐτή...Ἀπὸ ἀπόψε, δίχως ἀναβολή, μὲ μόνη ἔγνοια, «Πρὸς ζῆλον ἔλθωμεν..., κατορθοῦντες τὸ πρᾷον, ταπεινώσει συζῶντες, ἐκ καρδίας στεναγμῷ, κλαυθμῷ τε καὶ προσευχῇ, ὅπως σχῶμεν ἐκ Θεοῦ συγχώρησιν». Ἀμήν, εὐλογημένο Τριώδιο, λοιπόν, μὲ σταυροαναστάσιμο προοπτική .

Καθὼς ξημερώνει ἡ Κυριακὴ τοῦ Τελώνου καὶ Φαρισαίου ( 4/5-2-2017)

 

π. Θεμιστοκλή Μουρτζανού

 

 

Οι άνθρωποι φοβόμαστε την θλίψη, τη δοκιμασία, τον πόνο, το κακό. Μας θυμίζουν την ήττα και τον θάνατο. Έτσι, όταν νιώθουμε ότι μας περιμένει μία δυσάρεστη αλλαγή στη ζωή μας είτε καταφεύγουμε στον Θεό είτε αισθανόμαστε ότι υπάρχει μπροστά μας η οδός της απελπισίας.
Η πίστη όμως δε βλέπει έτσι την πραγματικότητα. Όπως χαρακτηριστικά γράφει ο απόστολος Παύλος στους Ρωμαίους: «Ξέρουμε καλά πως οι δοκιμασίες οδηγούν στην υπομονή, η υπομονή στο δοκιμασμένο χαρακτήρα, κι ο δοκιμασμένος χαρακτήρας στην ελπίδα. Κι η ελπίδα τελικά δεν απογοητεύει. Μαρτυρεί γι’ αυτό η αγάπη του Θεού, με την οποία το Άγιο Πνεύμα που μας δόθηκε, γέμισε και ξεχείλισε τις καρδιές μας».
Πρόκειται για μία εντελώς διαφορετική θέαση της ζωής. Αντί να μιλά για την υπομονή ως φάρμακο στις δοκιμασίες, μιλά για τις δοκιμασίες που οδηγούν στην υπομονή. Δε θεωρεί τις δοκιμασίες απορριπτέες στη ζωή, αλλά ως την οδό που οδηγεί στην υπομονή. Η υπομονή χτίζεται με τις δοκιμασίες, δεν είναι έτοιμη κατάσταση. Και χρειάζεται η υπομονή στη ζωή μας, διότι γεννά χαρακτήρα δοκιμασμένο, δηλαδή χαλυβδωμένο και δυνατό, όχι ηττημένο, αλλά ανθεκτικό στην ήττα και τον πόνο και τον θάνατο. Αυτό βεβαίως δε συνεπάγεται αποδοχή τους, δηλαδή μοιρολατρία, αλλά επίγνωση των ορίων μας. Ότι δεν είμαστε αυτοί που ελέγχουμε τον κόσμο και τη ζωή, αλλά ο Θεός, ο οποίος επιτρέπει, για λόγους που Εκείνος γνωρίζει, συνήθως για τις αμαρτίες μας, να περνάμε δυσκολίες, να χάνουμε, να αισθανόμαστε ότι δεν είμαστε εμείς που ελέγχουμε και κυβερνάμε την οδό μας, αλλά όλα ανήκουν αλλού. Ακόμη και εκείνοι που ζούνε με την ψευδαίσθηση ότι είναι πανίσχυροι, συνειδητοποιούν το εφήμερο της δυναστείας τους. Και μόνο έτσι ο δοκιμασμένος χαρακτήρας μπορεί να σταθεί στα πόδια του. Να βρει την ελπίδα, δηλαδή την επίγνωση ότι τα πάντα είναι στον Θεό και Εκείνος θα βάλει το τελικό όριο τόσο στη δοκιμασία όσο και στην ήττα μας. Γιατί ακόμη και αυτά δείχνουν την αγάπη του Θεού, η οποία πλούσια έχει δοθεί στον καθέναν μας, δια του Αγίου Πνεύματος, και γεμίζει και ξεχειλίζει με περίσσεια ζωής τις καρδιές μας.
Οι άνθρωποι σκεπτόμαστε διαφορετικά. Παρασυρμένοι από τον πονηρό και από το κοσμικό πνεύμα θεωρούμε ότι δικαιούμαστε μία αμέριμνη ζωή ή μία ζωή στην οποία τα πάντα θα έρχονται όπως μας αξίζουν. Το αντίθετο είναι αδικία. Και αυτό το μεταφέρουμε και στη σχέση μας με τον Θεό. Ζητούμε από Εκείνον την εκπλήρωση των ονείρων μας για ευτυχία. Θεωρούμε ότι είναι Δίκαιος όταν μας δίνει αυτό που μας αρέσει. Και αναρωτιόμαστε συνεχώς γιατί να συμβαίνει το αντίθετο. Δε θέλουμε έναν Θεό που δε μας ευχαριστεί, που δεν επιτρέπει στη ζωή να πορεύεται σύμφωνα με τις επιθυμίες μας. Δε θέλουμε έναν Θεό που αφήνει να φαίνεται ένας τρόπος προβληματισμού για το εφήμερο και υπέρβασής του. Θέλουμε έναν Θεό που να καταφάσκει στο εδώ και τώρα μας, ώστε να μπορούμε να βλέπουμε τα πάντα στην προοπτική της στιγμής, της ευχάριστης στιγμής. Και γι’ αυτό είτε λησμονούμε τον Θεό, είτε Τον απορρίπτουμε, είτε Τον θυμόμαστε στις δοκιμασίες μας, όχι για να μας βοηθήσει να αντέξουμε, αλλά για να τις πάρει από μας.
Δεν είναι όμως αυτό το νόημα της χριστιανικής πίστης και γι’ αυτό οι πολλοί στέκουν αδιάφοροι έναντί της. Η πίστη που γεννιέται στην καρδιά αυτού που θέλει να αγαπήσει αληθινά τον Θεό δεν κοιτά το αποτέλεσμα, την ωφέλεια, το ευχάριστο, αλλά τη σχέση καθαυτή με Αυτόν που μας αγαπά. Η πίστη πηγάζει από την εμπιστοσύνη και είναι εμπιστοσύνη. Εμπιστεύομαι σημαίνει ότι αφήνω κατά μέρος κάθε προσανατολισμό προς τα έξω ή προς τον εαυτό μου και εργάζομαι σε ό,τι έχω κληθεί να παλέψω, υλικό, πνευματικό, κοινωνικό, με κριτήριο και έκβαση το θέλημα του Θεού.
«Χαρά και λύπη ένα, ένα κι εγώ μαζί Σου» (Σταμάτης Σπανουδάκης), λέμε στον Θεό. Αν οι ανθρώπινες σχέσεις, υπό την προϋπόθεση ότι τις παίρνουμε στα σοβαρά, γίνονται αφορμή περάσματος από την δοκιμασία στην υπομονή, από την υπομονή στον δυνατό χαρακτήρα, από τον δυνατό χαρακτήρα στην ελπίδα ότι η σχέση και η αγάπη θα κρατήσουν για πάντα ή για όσο περισσότερο γίνεται, πόσο μάλλον η σχέση του ανθρώπου με τον Θεό περνά από αυτόν τον δρόμο. Αν μέσα από την πείρα των ανθρώπινων σχέσεων, βρίσκουμε νόημα και αξία στη ζωή μας, διότι υπερβαίνουμε την μοναξιά μας, πόσο μάλλον μέσα από την πείρα της σχέσης με τον Θεό βρίσκουμε νόημα και αξία αιωνιότητας, καθώς υπερβαίνουμε ακόμη και τις ήττες μας και τους φόβους μας και αγκαλιάζουμε Αυτόν που δε θα μας αφήσει ποτέ.
Η πίστη χτίζεται. Ο δρόμος που περιγράφει ο Παύλος είναι ο τρόπος της. Οι πολλοί δεν τη θέλουν. Τη φοβούνται ή τη θεωρούν ξεπερασμένη. Υποταγμένοι στο εφήμερο βλέπουν στο υλικό, στις επιθυμίες, στα μέσα της ζωής τις απαντήσεις στους φόβους και τις δοκιμασίες ή υποτάσσονται στα μεγάλα και αναπάντητα γιατί. Η Εκκλησία δια του Αγίου Πνεύματος και της εμπειρίας της μάς δείχνει την οδό της αποδοχής του θελήματος του Θεού, της αποδοχής των ορίων μας, της αποδοχής της αγάπης του Θεού που χτίζει επιπλέον πίστη, μας κάνει να νικούμε τα άγχη μας ή να τα διαχειριζόμαστε και τελικά να μην νικιόμαστε, καθώς έχουμε αιωνιότητα εντός μας και μπορούμε να χαρούμε ό,τι ωραίο μας δίδεται στη ζωή, χωρίς να το υποτάσσουμε στη δύναμη της αμαρτίας, του κακού, της εφήμερης απόλαυσης. Κι εδώ τελικά βρίσκεται η αληθινή δύναμη!

 

 

Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος πρακτικά μας δείχνει πέντε δρόμους της μετανοίας. Μας λέγει:

Πρώτος δρόμος μετανοίας είναι ν' αυτοκαταδικάζεσαι για τις αμαρτίες σου. Ο Κύριος εκτιμά ιδιαίτερα αυτή σου την πράξη. Αυτός που μόνος του καταδίκασε τ' αμαρτήματά του πολύ δύσκολα θα τα επαναλάβει. Η έγκαιρη εξέγερση της συνειδήσεως σου διά της αυτοκατηγορίας δεν θα έχει κατήγορο στο ουράνιο κριτήριο.

Δεύτερος αξιόλογος δρόμος μετανοίας είναι να μη βαστάς κακία για κανένα, ακόμα και γι' αυτούς τους εχθρούς σου. Να συγκρατείς πάντοτε την οργή σου, να συγχωρείς τ' αμαρτήματα των άλλων, γιατί έτσι θα εξαλείψει και τα δικά σου ο Κύριος. Είναι αυτό ένα αποτελεσματικό καθαρτικό, αφού μας το υπέδειξε ο ίδιος ο Κύριος λέγοντας: Αν συγχωρέσετε τους χρεώστες σας, τότε θα σας συγχωρήσει σίγουρα και ο ουράνιος πατέρας μας (Ματθ. 6. I).

Τρίτος ασφαλής δρόμος μετανοίας είναι η ορθή, θερμή και εκ βαθέων καρδιακή προσευχή. Μη λησμονάμε την ευαγγελική χήρα που επέμενε στο αίτημα της στον δύστροπο δικαστή και τελικά έλαβε το ποθούμενο (Λουκ. 18, 1-8). Αν εκείνη έλαβε για την επιμονή της από τον αδιάντροπο δικαστή, πόσο μάλλον εμείς που έχουμε ουράνιο πατέρα ήμερο, φιλικό και φιλάνθρωπο και οπωσδήποτε θα μας δωρίσει τα προς τη σωτηρία μας αιτήματα.

Τέταρτος σίγουρος δρόμος μετανοίας είναι της ελεημοσύνης, που η δύναμή της είναι ανέκφραστα μεγάλη. Ο προφήτης Δανιήλ είπε στον βασιλέα Ναβουχοδονόσορα να ξεπλύνει τις πολλές αμαρτίες του μ' ελεημοσύνη και τ' ανομήματά του με το να ευσπλαγχνισθεί τους φτωχούς. Η αγάπη είναι ικανή να εξαλείψει αμαρτήματα. Ο μετανοημένος παραβάτης με τη φιλανθρωπία επανορθώνει τα πάντα με τον αγώνα του και τη χάρη του Θεού.

Πέμπτος δρόμος σταθερός ο συνδυασμός πηγαίας μετριοφροσύνης κι εγκάρδιας ταπεινοφροσύνης. Μάρτυρας προς τούτο ο τελώνης της ευαγγελικής παραβολής. Η γνήσια ταπεινοφροσύνη του αποτίναξε όλο το βαρύ φορτίο των αμαρτημάτων του.

Καταλήγει λοιπόν, αγαπητοί μου αδελφοί, ο ιερός Χρυσόστομος: Να καταδικάζουμε τις αμαρτίες μας, να συγχωρούμε τις αμαρτίες των αδελφών μας, να 'χουμε κερδοφόρα προσευχή, καρπούς ελεημοσύνης και ταπεινοφροσύνης, δίχως να καθυστερούμε, δίχως να χάνουμε ούτε μία μέρα και ώρα βαδίζοντας τους πέντε αυτούς σωτήριους δρόμους καθημερινά.

 

Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ιεροθέου

 

Μπορείτε να δείτε, το τι δημιουργεί η θρησκεία στη σημερινή εποχή. Για παράδειγμα στην Ανατολή, στη Μέση Ανατολή, αλλά όπου υπάρχει και λειτουργεί ο Μουσουλμανισμός, ο Ισλαμισμός, βλέπουμε εκεί καθαρά την αρρώστια της θρησκείας. Εν ονόματι της θρησκείας δημιουργούνται μάχες, αντιπαραθέσεις, αποκεφαλισμοί, βιασμοί, βιαιότητες, και είναι χαρακτηριστικό ότι ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, σε μια συνάντηση που είχε κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας του με κάποιον ο οποίος ήταν υπεύθυνος για τον ενταφιασμό των Μουσουλμάνων, έναν τασιμάνη, μεταξύ των άλλων του είπε ότι ο Μουσουλμανισμός διαδόθηκε σε όλο τον κόσμο με την βία και την ηδονή. Προσέφερε ο Μωάμεθ τη βία και την ηδονή στους ανθρώπους και δημιουργούνται τέτοιες καταστάσεις αρρωστημένες με τρομοκρατικές εκδηλώσεις, με αποκεφαλισμούς, με βιαιότητες και νοοτροπίες πολεμικές.
Αυτή είναι η αρρώστια της θρησκείας εναντίον της οποίας πάλεψαν και αγωνίστηκαν οι προφήτες, και μας απάλλαξε ο Χριστός και δημιούργησε την Εκκλησία Του. Αλλά προφήτες δεν υπήρχαν μόνο στην Παλαιά Διαθήκη, προφήτες υπάρχουν και στην Καινή Διαθήκη. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς θα κάνει αυτή την επισήμανση και τη διάκριση: Οι προφήτες στην Παλαιά Διαθήκη έβλεπαν τον άσαρκο Λόγο και συγχρόνως προέβλεπαν και προεφήτευαν την ενανθρώπιση και έβλεπαν τον σεσαρκωμένο Λόγο που θα γεννιόταν στον κατάλληλο καιρό. Οι προφήτες της Καινής Διαθήκης είναι εκείνοι που έχουν κοινωνία με τον σεσαρκωμένο Λόγο, τον ενανθρωπίσαντα Χριστό και ομιλούν και ζουν για την δευτέρα έλευση του σεσαρκωμένου Λόγου, οπότε θα γίνει και η ανάσταση των νεκρών και θα έλθει η Βασιλεία του Θεού.
Το προφητικό χάρισμα δεν εξέλειπε από την Εκκλησία, παραμένει και σήμερα. Ο επίσκοπος δεν είναι μόνον ο προεστός της ευχαριστιακής συνάξεως είναι και ο προφήτης ο οποίος κηρύττει το Λόγο του Θεού. Είναι ο προφήτης ο οποίος στρέφεται εναντίον κάθε λατρείας ψεύτικης, κάθε θρησκευτικής πίστης η οποία είναι ξένη από τον ζωντανό Θεό, και ομιλεί για το πώς ο άνθρωπος θα αποκτήσει κοινωνία με τον ζώντα Θεό. Κι έτσι δεν είναι μόνο προεστός ευχαριστιακής συνάξεως, αλλά είναι και προφήτης που διδάσκει και καθοδηγεί τον λαό. Είναι το προφητικό χάρισμα που έχει ο επίσκοπος, όπως έχει και το βασιλικό χάρισμα και το αρχιερατικό χάρισμα και την ευλογία του Θεού.

 

Πρωτ. Μιχαὴλ Βοσκοῦ

Ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστιανοῦ εἶναι πρῶτ᾿ ἀπ᾿ ὅλα μίμηση τῆς ἄπειρης ἀγάπης τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ καὶ μίμηση τῆς ἀγάπης τοῦ σαρκωθέντος Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀγάπη χωρὶς πέρας, χωρὶς ὅρια. Κι ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστιανοῦ, γιὰ νὰ εἶναι πραγματικὴ χριστιανικὴ ἀγάπη, πρέπει ἐπίσης νὰ καταστεῖ ἄπειρη καὶ ἀπεριόριστη. Δὲν μπορεῖ νά ᾿ναι ἀληθινὴ ἀγάπη μιὰ ἀγάπη ποὺ ἀπευθύνεται μόνο πρὸς ἐκείνους ποὺ μᾶς ἀγαποῦν ἢ πρὸς ἐκείνους, ἀπὸ τοὺς ὁποίους περιμένουμε ἀνταπόδοση. Δὲν μπορεῖ νά ᾿ναι ἀληθινὴ ἀγάπη μιὰ ἀγάπη ποὺ περιορίζεται στὴ δική μας οἰκογένεια, στοὺς δικούς μας φίλους καὶ γνωστούς, στὴ δική μας κοινωνικὴ ὁμάδα, στὸ δικό μας ἔθνος. Ἡ γνήσια χριστιανικὴ ἀγάπη ἀπευθύνεται πρὸς ὅλους χωρὶς καμιὰ διάκριση, πρὸς φίλους καὶ ἐχθρούς, πρὸς φτωχοὺς καὶ πλουσίους, πρὸς ἰσχυροὺς καὶ ἀδυνάτους. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Κύριος νομοθετεῖ στὴν Ἐπὶ τοῦ ὄρους ὁμιλία Του: “Ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ἡμῶν, εὐλογεῖτε τοὺς καταρωμένους ὑμᾶς, καλῶς ποιεῖτε τοῖς μισοῦσιν ὑμᾶς ... ὅπως γένησθαι υἱοὶ τοῦ πατρὸς ὑμῶν τοῦ ἐν οὐρανοῖς” (Ματθ. ε’ 44-45). Ὡς “καῦσις καρδίας ὑπὲρ πάσης τῆς κτίσεως”, κατὰ τὸν Ἅγιο Ἰσαὰκ τὸν Σύρο, ἡ χριστιανικὴ ἀγάπη ἀπευθύνεται ἀκόμη καὶ πρὸς τοὺς δαίμονες. Εἶναι ἀρκετὰ τὰ παραδείγματα τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας, ποὺ προσεύχονταν στὸν Πανάγαθο Θεὸ ἀκόμη καὶ γιὰ τὸν ἀρχέκακο διάβολο, ἔστω κι ἂν γνώριζαν ὅτι αὐτὸς δὲν εἶναι δεκτικὸς σωτηρίας.

          Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ Χριστοῦ εἶναι ἀγάπη κενωτικὴ καὶ θυσιαστική. Κι ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστιανοῦ, γιὰ νὰ εἶναι πραγματικὴ χριστιανικὴ ἀγάπη, πρέπει νὰ συνοδεύεται ἀπὸ τὴν κένωσή μας ἀπὸ κάθε πάθος καὶ κάθε ἁμαρτία, ὥστε νὰ μείνει χῶρος μέσα μας γιὰ τὴν ἀπόκτηση τῆς θείας χάριτος. Πρέπει νὰ συνοδεύεται ἀπὸ τὴν κένωσή μας ἀπὸ τὸ ἴδιον θέλημα, ὥστε νὰ μπορέσουμε νὰ κάνουμε πράξη στὴν ζωή  μας τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἡ γνήσια χριστιανικὴ ἀγάπη σημαίνει πραγματικὴ κένωση, ἀλλὰ σημαίνει καὶ ἑτοιμότητα γιὰ θυσία. Θυσία τῆς καλοπέρασης καὶ τοῦ βολέματός μας, θυσία τῶν ποικίλων ἐπιθυμιῶν μας, θυσία τῶν ἐγωϊσμοῦ μας καὶ τοῦ δικοῦ μας θελήματος, θυσία ἀκόμη καὶ τῆς ἰδίας μας τῆς ζωῆς, ἂν τοῦτο κάποια στιγμὴ μᾶς ζητηθεῖ. Χωρὶς αὐτὴν τὴν ἑτοιμότητα γιὰ θυσία, οὔτε τὸν συνάνθρωπό μας μποροῦμε ν᾿ἀγαπήσουμε ἀληθινά, οὔτε φυσικὰ καὶ τὸν Θεό. Γιατὶ ἡ ἀγάπη τότε “ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς”, εἶναι ἀγάπη ὄχι χριστιανική, ἀλλὰ ἀγάπη τοῦ κόσμου τούτου.

          Σίγουρα γιὰ ἕναν ἄνθρωπο, ποὺ ἐπιθυμεῖ νὰ ζήσει κοσμικά, αὐτὴ ἡ ἀγάπη εἶναι ἀσύμφορη, γιατὶ ἀνατρέπει ὅλα τὰ δεδομένα μιᾶς βολεμένης καὶ εὐχάριστης ζωῆς. Γιὰ ἕναν ἄνθρωπο ὅμως, γιὰ τὸν ὁποῖο ἡ ζωὴ δὲν τελειώνει μὲ τὸ βιολογικὸ θάνατο, γιὰ ἕναν ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος “προσδοκεῖ ἀνάστασιν νεκρῶν καὶ ζωὴν τοῦ μέλλοντος αἰώνος”, αὐτὴ ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ μοναδικὴ ὁδός, ποὺ ὁδηγεῖ μὲ βεβαιότητα στὴν αἰώνια ζωή.

 

π. Ιωάννου Ρωμανίδη

Τώρα το ερώτημα που ακολουθεί είναι: Που σταματάει η δεισιδαιμονία και που αρχίζει η αληθινή πίστις;

Σ’ αυτά τα θέματα οι Πατέρες έχουν σαφείς θέσεις και διδασκαλία. Ένας άνθρωπος, ο οποίος ακολουθεί ή μάλλον νομίζει ότι ακολουθεί την διδασκαλία του Χριστού και απλώς πηγαίνει στην Εκκλησία κάθε Κυριακή, που κοινωνεί κατά τακτά διαστήματα, που χρησιμοποιεί τους παπάδες για να του κάνουν αγιασμούς , ευχέλαια κλπ, χωρίς να εμβαθύνη σ’ αυτά, παραμένοντας στο γράμμα του νόμου και όχι στο πνεύμα του νόμου, αυτός ωφελείται ιδιαίτερα από την Ορθοδοξία; Μετά ένας άλλος, ο οποίος προσεύχεται αποκλειστικά για την μέλλουσα ζωή για τον εαυτό του και για τους άλλους και αδιαφορεί τελείως γι’ αυτήν την ζωή, αυτός πάλι ωφελείται ιδιαίτερα από την Ορθοδοξία; Η μία τάσις εκπροσωπείται από τον παπά της ενορίας και όσους μαζεύονται γύρω του με το παραπάνω πνεύμα και η άλλη εκπροσωπείται από έναν Γέροντα σε μοναστήρι, συνήθως κάποιον αρχιμανδρίτη, που βρίσκεται σε σύνταξι και περιμένει να πεθάνη, με μερικούς μοναχούς γύρω του.

Εφ’ όσον οι δύο αυτές τάσεις δεν είναι επικεντρωμένες γύρω από την κάθαρσι και τον φωτισμό, από πατερικής απόψεως, είναι λανθασμένες ως προς εκείνο που επιδιώκουν. Όσο όμως είναι επικεντρωμένες γύρω από την κάθαρσι και τον φωτισμό και εφαρμόζουν την Ορθόδοξη Πατερική ασκητική αγωγή για την απόκτησι της νοεράς προσευχής, τότε μόνον τα πράγματα τίθενται πάνω σε ορθή βάσι. Αυτές οι δύο τάσεις είναι υπερβολές προς τα δύο άκρα. Δεν έχουν αυτές οι τάσεις κοινόν άξονα. Ο κοινός άξονας που διακρατεί την Ορθοδοξία και διατηρεί την συνοχή της, ο ένας και μοναδικός της άξονας επάνω σε όλα τα θέματα που την απασχολούν και ο οποίος τοποθετεί τα πράγματα πάνω σε ορθή βάσι, όταν λαμβάνεται υπ’ όψιν, είναι ο άξονας: Κάθαρσις – φωτισμός – θέωσις.

Οι Πατέρες δεν ενδιαφέρονται για το τι θα συμβή στον άνθρωπο μετά θάνατον αποκλειστικά, αλλά εκείνο κυρίως που τους ενδιαφέρει είναι το τι θα γίνη ο άνθρωπος σ’ αυτήν τη ζωή. Μετά θάνατον δεν υπάρχει θεραπεία του νοός, οπότε πρέπει σ’ αυτήν τη ζωή να αρχίση η θεραπεία, διότι «εν τω Άδη ουκ εστι μετάνοια». Γι’ αυτό η Ορθόδοξη Θεολογία δεν είναι υπερκοσμική ούτε μελλοντολογική ούτε εσχατολογική, αλλ’ είναι καθαρά ενδοκοσμική. Διότι το ενδιαφέρον της Ορθοδοξίας είναι για τον άνθρωπο σ’ αυτόν τον κόσμο, σ’ αυτήν την ζωή, όχι μετά θάνατον.

Τώρα η κάθαρσις και ο φωτισμός για ποιον λόγο χρειάζονται; Για να πάη ο άνθρωπος στον Παράδεισο και να αποφύγη την Κόλασι; Γι’ αυτό χρειάζονται; Εις τι συνίσταται η κάθαρσις και ο φωτισμός και για ποιον λόγο επιδιώκονται από τους Ορθοδόξους; Για να βρη κανείς τον λόγο και να δώση απάντησι στην ερώτησι αυτή, πρέπει να κατέχη το βασικό κλειδί, το οποίο είναι τούτο: Όλοι οι άνθρωποι επάνω στην γη έχουν το ίδιο τέλος από Ορθόδοξη θεολογική άποψη. Είτε είναι κανείς Ορθόδοξος είτε είναι Βουδδιστής είτε Ινδουϊστής είτε αγνωστικιστής είτε άθεος, ο,τιδήποτε και αν είναι, δηλαδή κάθε άνθρωπος επάνω στην γη, είναι προωρισμένος να δη την δόξα του Θεού. Θα δη την δόξα του Θεού κατά το κοινό τέλος της ανθρωπότητος κατά την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού. Όλοι οι άνθρωποι θα δουν την δόξα του Θεού, και από αυτής της απόψεως έχουν το ίδιο τέλος. Όλοι βέβαια θα δουν τη δόξα του Θεού, αλλά με μία διαφορά: Οι μεν σεσωσμένοι θα δουν την δόξα του Θεού ως Φως γλυκύτατον και ανέσπερον, οι δε κολασμένοι, θα δουν την ίδια δόξα του Θεού ως πυρ καταναλίσκον, σαν φωτιά που θα τους καίη. Αυτό, το ότι όλοι θα δούμε την δόξα του Θεού, είναι ένα αληθινό και αναμενόμενο γεγονός. Το να δη κανείς τον Θεό, δηλαδή την δόξα Του, το Φως Του, αυτό είναι κάτι που θα γίνη είτε το θέλομε είτε όχι. Η βίωσις όμως αυτού του Φωτός θα είναι διαφορετική στους μεν από τους δε.

Οπότε το έργο της Εκκλησίας και των παπάδων δεν είναι να μας βοηθήσουν να δούμε αυτήν την δόξα, διότι αυτό θα γίνη οπωσδήποτε. Το έργο της Εκκλησίας εστιάζεται στο πώς θα δη ο κάθε άνθρωπος τον Θεόν. Όχι στο αν θα δη τον Θεόν. Δηλαδή το έργο της Εκκλησίας είναι να κηρύττη στους ανθρώπους ότι υπάρχει Θεός αληθινός, ότι ο Θεός αποκαλύπτεται είτε ως Φως είτε ως πυρ καταναλίσκον, ότι όλοι οι άνθρωποι κατά την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού θα δούμε τον Θεόν, και να προετοιμάζη τα μέλη της, ώστε να δουν τον Θεόν όχι σαν φωτιά, αλλά σαν Φως.

Αυτή η προετοιμασία των μελών της Εκκλησίας, καθώς και όλων των ανθρώπων, που θέλουν να δουν τον Θεόν ως Φως, είναι στην ουσία της μία θεραπευτική αγωγή, η οποία πρέπει να αρχίση και να τελειώση σ’ αυτήν τη ζωή. Πρέπει σ’ αυτήν τη ζωή να γίνη η θεραπεία και να περατωθή. Διότι μετά θάνατον ουκ εστι μετάνοια. Αυτή η θεραπευτική αγωγή είναι η ουσία και το κύριο περιεχόμενο της Ορθοδόξου Παραδόσεως ως και η κύρια μέριμνα της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Συνίσταται δε και αποτελείται από τα ακόλουθα τρία στάδια πνευματικής αναβάσεως: Την κάθαρσι από τα πάθη, τον φωτισμό από την Χάρι του Αγίου Πνεύματος, και την θέωσι, πάλι από την Χάρι του Αγίου Πνεύματος. Συμβαίνει δε και τούτο: Αν δεν φθάση κανείς τουλάχιστον σε κατάστασι μερικού φωτισμού, σ’ αυτήν την ζωή, δεν μπορεί να δη τον Θεόν σαν Φως ούτε σ’ αυτήν την ζωή, αλλά ούτε και στην άλλη ζωή.

Έτσι είναι φανερό ότι οι Πατέρες της Εκκλησίας ενδιαφέρονται για τον άνθρωπο όπως είναι σήμερα, αυτήν την στιγμή. Και εκείνος, που χρειάζεται θεραπεία, είναι ο κάθε άνθρωπος, ο οποίος έχει και την ευθύνη ενώπιον του Θεού να αρχίση αυτό το έργο σήμερα, σ’ αυτήν την ζωή, διότι σ’ αυτήν την ζωή μπορεί. Όχι μετά θάνατον. Και αυτός ο ίδιος ο άνθρωπος είναι εκείνος, που θα αποφασίση για το αν θα ακολουθήση αυτόν τον δρόμο της θεραπείας ή όχι.

Ο Χριστός είπε: «Εγώ ειμί η οδός». Η οδός προς τι; Όχι μόνον προς την άλλη ζωή. Ο Χριστός είναι πρώτα η οδός σ’ αυτήν την ζωή. Ο Χριστός είναι η οδός προς τον Πατέρα Του και Πατέρα μας. Ο Χριστός αποκαλύπτεται στον άνθρωπο πρώτα σ’ αυτήν την ζωή και του δείχνει τον δρόμο προς τον Πατέρα. Αυτός ο δρόμος είναι ο ίδιος ο Χριστός. Αν ο άνθρωπος δεν δη τον Χριστόν σ’ αυτήν την ζωή τουλάχιστον με την νοερά αίσθηση, δεν θα δη τον Πατέρα, δηλαδή το Φως του Θεού ούτε στην άλλη ζωή.

 

(ἤ, Πῶς βιώνει ἕνας ἱερέας τὴν ἱστορικὴ διαδρομὴ τῆς ἐνορίας του)

Μνημόσυνο Ἀρχιμ. Παγκρατίου Μπρούσαλη, τοῦ ἀγαθοῦ πνευματικοῦ.

π. Κωνσταντίνου Ν. Καλλιανού

Ἔχω τὴν ταπεινὴ γνώμη, ὅτι αὐτὸ ποὺ θὰ πρέπει νὰ συγκινεῖ  ἕνα ἐφημέριο εἶναι, σὺν τοὶς ἄλλοις,  καὶ ἡ ἱστορία τὴν ὁποία ἀποδέχεται, μόλις ἀναλάβει τὰ καθήκοντά του σὲ μιὰ ἐνοριακὴ κοινότητα. Καὶ δὲν εἶναι σχῆμα λόγου αὐτὰ ποὺ ἀναφέρονται, ἀλλὰ μιὰ πραγματικότητα,  τὴν ὁποία ὀφείλει νὰ ἐπεξεργαστεῖ ὁ κάθε νέος ἐφημέριος, γιατὶ ἕνα εἶναι σίγουρο νὰ γευτεῖ ἀπ᾿  αὐτὴ τὴ συνάντηση: τὸ βάρος μιᾶς πραγματικότητας ποὺ πέρασε μέν, ὡστόσο ἔχει ἀφήσει τὴ σφραγίδα της ἀνεξαλειπτη.

Ὅμως ἄς δοῦμε τὰ πράγματα ἀπὸ τὴν ἀρχή.  

Τί εἶ­ναι, ἄ­ρα­γε, ἡ ἱ­στο­ρί­α; Τό ἐ­ρώ­τη­μα πλη­γώ­νει ὅ­ταν θε­λή­σου­με νά τό ἀ­παν­τή­σου­με κυ­ρι­ο­λε­κτι­κά. Για­τί ἡ λέ­ξη ἱ­στο­ρί­α, "ἡ ὁ­πο­ί­α πα­ρά­γε­ται ἀ­πό τό ρῆ­μα οἶ­δα ση­μα­ί­νει τήν γνῶ­σιν τῶν πά­σης φύ­σε­ως συμ­βάν­των καί φυ­σι­κά τήν ἔκ­θε­σιν αὐ­τῶν πρός το­ύς με­τα­γε­νε­στέ­ρους" (Τάσος Ἀ.Γρι­τσό­που­λος). Κι ἐδῶ εἶναι ποὺ χρειάζεται νὰ σταθεῖ κι ὁ κάθε ἐφημέριος ποὺ καλεῖται νὰ διακονήσει μιὰ ἐνορικαὴ κοινότητα μὲ ἱστορία αἰώνων ἤ ἔστω καὶ μὲ πρόσφατο, ὀλιγόχρονο παρελθόν. Γιατὶ ἡ κάθε περίπτωση ἔχει τὴ γοητεία της, ἐπειδὴ καὶ στὶς δύο συνυπάρχει τὸ ρίγος τῆς μνήμης: Μιᾶς μνήμης μὲ ἀρκετὴ ἤ κι ἐλάχιστη πατίνα τοῦ χρόνου. Μιὰ χρονικὴ διάρκεια μὲ πολλὰ ἤ καὶ λιγοστὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα καὶ συνθέτουν τὴν ἱστορικὴ μαρτυρία τῆς κοινότητας αὐτῆς.

Ὡστόσο, αὐτὸ ποὺ ἀπαιτεῖται νὰ συνειδητοποιήσει ὁ κάθε ἐφημέριος,  εἶναι τὰ τεκμήρια ποὺ ἔχει στὴ διαθεσή του. Τεκμήρια ποὺ πιστοποιοῦν αὐτὴ τὴν ἱστορία καὶ συνάμα ἀποτελοῦν τοὺς κρίκους μιᾶς ἁλυσίδας, ποὺ ἀρχίζει ἀπὸ τὸ χθὲς καὶ φθάνει ἴσαμε  σήμερα καὶ συνεχίζει...Γιατὶ τὰ ἔσχατα κάθε ἐνοριακῆς κοινότητας εἶναι θέλημα Ἄλλου, ὁ ὁποῖος ἄλλωστε καὶ ρυθμίζει τὰ ὅσα συντελοῦνται καὶ συμβάινουν. Κι αὐτὰ ποὺ συμβαίνουν εἶναι ποὺ κληρονομοῦνται στοὺς μεταγενέστρους, ὡς πολυτιμα περιουσιακὰ στοιχεῖα.

Στ᾿ ἀλήθεια τὶ εἴδους μπορεῖ νὰ εἶναι αὐτὰ τὰ κληροδοτήματα;

Ἀναμφίβολα τὰ ὅσα κληρονομεῖ κάποιος  εἶναι καὶ ἀποτελοῦν τὰ πιστοποιητικὰ παρουσίας ἀνθρώπων καὶ γεγονότων. Ἔτσι καὶ μέσα στὴν ἐνοριακὴ κοινότητα αὐτὰ ποὺ κληρονομεῖ ὁ κάθε ἐφημέριος εἶναι τὰ τεκμήρια ὅσων κατὰ καιροὺς ἔχουν συναχθεῖ καὶ ἀρχειοθετηθεῖ. Μπορεῖ δηλαδή, νὰ εἶναι αὐτά, φωτογραφίες, ἐπιστολὲς, ἐνδύματα, ἱερὰ σκεύη καὶ βιβλία καὶ διάφορα σημειώματα, ποὺ ἀνήκανε σὲ παλιότερους ἐφημερίους, ἀλλὰ καὶ ἐνορίτες ποὺ τὰ ἀφιέρωσαν.

Ὡστόσο, ἐκεῖ ποὺ πληγώνεται περισσότερο ἡ ψυχὴ καὶ δακρύζει, εἶναι  γι᾿ αὐτὰ ποὺ ἀπόμειναν στὶς ἀρχαῖες τὶς ἐνορίες, κάποιες ἀπὸ τὶς ὁποῖες μπορεῖ σήμερα νὰ ψυχορραγοῦν ἤ ἄλλες νὰ εἶναι ἔρημες καὶ σιωπηλές ( βλ. ἐνορία τοῦ Χριστοῦ στὸ Κάστρο τῆς Σκιάθου).  Ὡστόσο, θὰ πρέπει νὰ γνωρίζουμε, πὼς σὲ ὅλες αὐτὲς ὑπάρχει ἀκόμα ἡ παλαιὰ αἴγλη καὶ ἡ νοσταλγία ποὺ ἀνεβαίνει ἀπό τὸ βάθος τοῦ  χρόνου μέσα σὲ μιὰ ὀμίχλη, σ᾿ ἕνα σύθαμπο-λές κι εἶναι βαρὺ χειμωνιάτικο πρωϊνό-μέσα στὸ ὁποῖο δυσδιάκριτα ἀναδύονται πρόσωπα καὶ γεγονότα. Πρόσωπα ποὺ τὰ φωτίζουν ἰσχνὰ ἁγιοκέρια καὶ γεγονότα μὲ τὴ σφραγίδα τῆς χαρμολύπης πάνω τους. Κι ὅλ᾿ αὐτὰ μπορεῖ νὰ μὴν ἔχουν ἀποτυπωθεῖ σὲ φωτογραφίες, ἀκόμα καὶ σὲ σκίτσα. Ὅμως ἔχουν σημαδευτεῖ ἀπὸ μιὰ παρουσία ὁλόφωτη καὶ  περίεργα ζωντανή. Παρουσία, ποὺ τὴ συναντᾶς σὲ κηροσταγμένα παλαίτυπα Εὐαγγέλια ἤ Εὐχολόγια, σὲ παλιωμένα ἄμφια, σὲ Ἀντιμήνσια μὲ τὸ ἐκτύπωμα τῶν χεριῶν πάνω τους σὲ ἱδρωμένες ἄκρες, ἀλλὰ καὶ σὲ κεῖνα τὰ πολύχρονα σφραγισμένα σεντούκια, ποὺ ὅταν τὰ ἀνοίγεις αἰσθάνεσαι νὰ ὁσμίζεσαι κλεισμένες ἀνάσες, οἱ ὁποῖες ἀσφαλῶς  συγκινοῦν, ἀλλὰ καὶ διδάσκουν. Μάλιστα, ἄν κοιτάξεις μὲ προσοχὴ καὶ φαντασία πίσω ἀπὸ τὰ σκουριασμένα κηροστάγματα καὶ τὰ μαυρισμένα ἄμφια, θὰ δεῖς λαμπροφωτισμένους Χριστουγεννιάτικους Ὄρθρους καὶ μυρωμένες Πασχαλιές. Συνάμα θὰ καταλάβεις,  γιατὶ σὲ κάποιες εὐαγγελικὲς περικοπὲς ἔχουν πυκνώσει οἱ κηλίδες ἀπὸ  κηροστάγματα. Καὶ τότε θὰ προσέξεις πὼς ἀπὸ αὐτὲς τὶς σελίδες ἀνασταίνονται χαρὲς περίσιες, ἀλλὰ καὶ φαρμακωμένα περιστατικά, καθὼς στὶς σελίδες αὐτὲς  ἀφοροῦν  εὐαγγελικὲς περικοπὲς ποὺ λέγονται  στὸ Γάμο, στὴ Βάπτιση ἤ  στὴν Κηδεία, ἀλλὰ καὶ στὸ Μνημόσυνο  Γιατὶ ὅλ᾿ αὐτὰ  φανερώνουν καὶ θυμίζουν ἕναν ἄλλο κόσμο, ταπεινὸ καὶ  συνάμα εὐαίσθητο κόσμο, ἀνθρώπινο, μὲ τὸ μεγαλο προνόμιο τῆς πτωχείας ὡς οἰκόσημο. Γι᾿ αὐτὸ καὶ τὰ ἔργα τους  εἶναι ὅλα ἔργα στολισμένα μὲ ἀπεριττη ὁμορφιά, δίχως ἔπαρση καὶ ξιπασμό, χωρὶς ἐντυπωσιασμὸ καὶ αὐτοπροβολή. Ἔγνοια τους, βλέπεις, δὲν ἦταν νὰ διασώσει ὁ καθένας τὴν ὅποια του στιγμὴ διακονίας-πρὸς τί, ἄλλωστε;-ἀλλὰ νὰ παραδώσει στοὺς μεταγενέστερους μαθήματα  νοικοκυροσύνης καὶ ἁγνῆς ἀρχοντιᾶς. Ἔστω καὶ μέσα στοὺς μισοφωτισμένους,  ὑγροὺς  καὶ ταπεινοὺς ἐκείνους ναούς, πού, ὡστόσο,  εὐωδίαζαν ἁγιοσύνη καὶ ἱεροπρέπεια, ἀλλὰ καὶ στὰ μικροκαμωμένα ἐκεῖνα σπιτια,  ποὺ ἐπίσης εὐωδίαζαν ἀπὸ τὰ φυλαγμένα γιὰ τὸ χειμώνα κυδώνια καὶ τὰ μῆλα, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὰ καμμένα τὰ ξύλα τῆς παραστιᾶς.

Μ᾿ αὐτὲς τὶς ἀρχὲς καὶ τὶς ἀποδείξεις γράφεται, λοιπόν, ἡ ἱστορία. Προπάντων ἡ ἱστορία τῶν ἐνοριῶν, ποὺ καλεῖται, ὄχι μονάχα νὰ σεβαστεῖ,  ἀλλὰ καὶ νὰ βιώσει ὁ κάθε ἐφημέριος. Κυρίως νὰ βιώσει, γιατὶ μέσα ἀπὸ αὐτὴν τὴν λειτουργία τῆς ψυχῆς εἶναι δυνατὸ νὰ καταλάβει τοὺς κόπους  καὶ τὶς θυσίες τῶν προκατόχων του καὶ νὰ διδαχτεῖ ἀπ᾿αὐτές. Διαφορετικὰ θὰ περάσει ὁ καιρὸς καὶ μαζὶ μὲ αὐτὸν κάθε τί,  ποὺ μποροῦσε νὰ εἶναι γιὰ τὶς ἑπόμενες γενιὲς ἕνα ἐφαλτήριο προόδου καὶ πνευματικῆς ἀνάτασης. Γιατὶ πάνω ἀπ᾿ὅλα,  ἡ ἱστορία εἶναι μάθημα, τὸ πρῶτο, μάλιστα, μάθημα ποὺ καλεῖται ὁ κάθε ἐφημέριος νὰ διδαχτεῖ, ἀφοῦ μέσα του εἶναι ταμιευμένη ἡ Πίστη τῶν πατέρων του, ἀλλὰ καὶ δικιά του πίστη, ποὺ καλεῖται νὰ διακονήσει καὶ νὰ προβάλλει μὲ εὐθύνη καὶ ἀψευδῆ παρρησία.

Ξημερώνοντας τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Ἐπισκόπου Νύσσης.

 

Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου κ. Ἱεροθέου

Τό πρόσωπο πού ἔπαιξε σπουδαῖο ρόλο στή Βάπτιση τοῦ Χριστοῦ εἶναι ὁ Τίμιος Πρόδρομος, ὁ Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής. Πρόκειται γιά μιά μεγάλη φυσιογνωμία, ἕνα μεγάλο προφήτη, πού βρίσκεται στό μεταίχμιο μεταξύ τῆς Παλαιᾶς καί τῆς Καινῆς Διαθήκης, πού εἶναι ὁ τελευταῖος τῶν προφητῶν τῆς Παλαιᾶς καί ὁ πρῶτος τῶν προφητῶν τῆς Καινῆς Διαθήκης. 

Ὁ τρόπος τῆς συλλήψεώς του ἦταν θαυματουργικός, δηλαδή ἔγινε μέ τήν παρέμβαση τοῦ Θεοῦ, διά τοῦ σπέρματος τοῦ πατέρα του Ζαχαρία, καί ὄχι ἐκ Πνεύματος ἁγίου. Ἡ γέννησή του συνδέεται μέ θαυματουργικά γεγονότα. Ἡ διαμονή του ἀπό τριῶν ἐτῶν στήν ἔρημο δείχνει τήν ἀγγελική του πολιτεία. Τό κήρυγμα τῆς μετανοίας ἦταν προετοιμασία τοῦ λαοῦ γιά τήν ὑποδοχή τοῦ Μεσσίου. Ἡ ταπείνωσή του μεγαλειώδης. Ἀλλά καί ὁ τρόπος τῆς τελειώσεώς του δείχνει ὅτι ἔφθασε σέ μεγάλα ὕψη χάριτος. 

Ὁ Τίμιος Πρόδρομος ἦταν συγγενής τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ ἡ Μητέρα Του (Παναγία) ἦταν συγγενής μέ τή μητέρα τοῦ Προδρόμου, Ἐλισάβετ. Ὅταν ὁ Τίμιος Πρόδρομος ἦταν ἔμβρυο ἕξι μηνῶν στήν κοιλία τῆς μητέρας του, τότε ἔγινε ὁ Εὐαγγελισμός τῆς Θεοτόκου, ὁπότε καταλαβαίνουμε ὅτι ὁ Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής ἦταν ἕξι μῆνες μεγαλύτερος ἀπό τόν Χριστό. 

Ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος ἔλαβε τό ἅγιο Πνεῦμα, τό ὁποῖο τόν ἀνέδειξε προφήτη, ἐνῶ βρισκόταν στήν κοιλία τῆς μητέρας του, ἕξι μηνῶν ἔμβρυο. Γιατί, ὅταν ἡ Παναγία, πού μόλις εἶχε συλλάβει μέ τή δύναμη τοῦ ἁγίου Πνεύματος, χαιρέτισε τή μητέρα του Ἐλισάβετ, τότε «ἐσκίρτησε τὸ βρέφος ἐν τῇ κοιλίᾳ αὐτῆς» (Λκ. α', 41). Ἔτσι, ἔγινε προφήτης καί μετέδωσε τό προφητικό του χάρισμα στή μητέρα του, ἀφοῦ καί ἐκείνη δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου ἀνεγνώρισε τή μητέρα τοῦ Κυρίου (ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς). 

Πολλοί εἶναι οἱ χαρακτηρισμοί πού δόθηκαν στόν Ἰωάννη τόν Πρόδρομο. Ἡ λέξη Ἰωάννης θά πῆ δῶρο Θεοῦ. Πρόδρομος σημαίνει αὐτόν πού προηγεῖται τοῦ δρόμου, δηλαδή τόν προάγγελο τοῦ Μεσσίου. Λέγεται Βαπτιστής, γιατί βάπτισε τόν Χριστό. Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ ποιητής, ἐπίσκοπος Μαϊουμᾶ, στόν κανόνα τῶν Θεοφανείων τόν χαρακτηρίζει μέ τρεῖς ἐκφράσεις, ἤτοι, «φωνή τοῦ Λόγου, λύχνο τοῦ Φωτός, ἑωσφόρο τοῦ Ἡλίου». Ἀφοῦ ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ ἐνυπόστατος Λόγος τοῦ Πατρός, ὁ Ἰωάννης εἶναι ἡ φωνή τοῦ Λόγου· ἀφοῦ ὁ Χριστός ὡς Θεός εἶναι τό ἀΐδιο καί ἄκτιστο φῶς, ὁ Πρόδρομος εἶναι τό λυχνάρι, καί ἀφοῦ ὁ Χριστός εἶναι ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, ὁ λαμπρός ἥλιος τῆς θεότητος, ὁ Ἰωάννης εἶναι ὁ ἑωσφόρος, δηλαδή ὁ αὐγερινός, πού προμηνύει τόν ἐρχομό τοῦ ἡλίου. Ἔτσι, ὅλα τά ὀνόματα, τά ἐπίθετα καί οἱ φράσεις συνδέονται μέ τό βασικό του ἔργο, πού εἶναι νά προαναγγείλη τόν ἐρχομό τοῦ Μεσσίου.

 

Ἀπό το περιοδικό τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Λεμεσοῦ ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ

 

 

Γέροντος Ἰωσήφ Βατοπαιδινοῦ

Δέν πέρασαν πολλές μέρες ἀπό τότε πού ἀκούσαμε πλῆθος στρατιᾶς οὐρανίου ν’ἀνυμνεῖ τόν Θεό καί νά ψάλλει: «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία», καί νά, νεώτερη κοσμοχαρμόσυνη ἀγγελία ἀκούεται πάλι, στόν Ἰορδάνη αὐτή τή φορά: «Ἐπεφάνη ὁ Σωτήρ, ἡ χάρις, ἡ ἀλήθεια». Χθές, τόν ἐκ Θεοῦ Πατρός Λόγο ὑποδεχθήκαμε σάν νήπιο καί διδαχθήκαμε ἀπόρρητα καί ἀπόκρυφα. Ἄς μελετήσουμε τώρα τή σημασία τῆς παρούσης ἑορτῆς τῶν Θεοφανείων, ὥστε κι ἐδῶ, ἔκπληκτοι γιά τό βάθος τῆς ἀνέκφραστης τοῦ Θεοῦ Λόγου κενώσεως, νά φωνάξουμε μέ θαυμασμό· «τίς Θεὸς μέγας, ὡς ὁ Θεὸς ἡμῶν! Σὺ εἶ ὁ Θεὸς ὁ ποιῶν θαυμάσια μόνος». Γράφει ὁ εὐαγγελιστής σχετικά: «Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις παραγίνεται Ἰωάννης ὁ Βαπτιστὴς κηρύσσων ἐν τῇ ἐρήμῳ τῆς Ἰουδαίας καὶ λέγων· μετανοεῖτε· ἤγγικε γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Προσδοκῶντος δὲ τοῦ λαοῦ καὶ διαλογιζομένων πάντων ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν περὶ τοῦ Ἰωάννου, μήποτε αὐτὸς εἴη ὁ Χριστός, ἀπεκρίνατο ὁ Ἰωάννης ἅπασι λέγων· (οὔκ εἰμι ἐγώ· ἐγὼ ἀπεσταλμένος εἰμὶ ἔμπροσθεν ἐκείνου)· ἐγὼ μὲν ὕδατι βαπτίζω ὑμᾶς... Αὐτὸς δὲ ὑμᾶς βαπτίσει ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ καὶ πυρί» (Μτ. γ', 1-2, Λκ. γ', 15-16). Κάτω ἀπό τίς συνθῆκες αὐτές, «παραγίνεται» ὁ Κύριός μας ἐπί τόν Ἰορδάνη πρός τόν Ἰωάννη, γιά νά βαπτισθεῖ. Αὐτός, πού ἄφησε τά 99 πρόβατα καί ἐπορεύθη ἀναζητώντας τό «ἀπολωλός» παρίσταται πρός τόν κήρυκα τῆς μετανοίας· Αὐτός, πού δέν περιφρόνησε τήν «ἀπολλυμένην δραχμήν» περιέρχεται καί μέ ἐπιμέλεια τήν ἀναζητᾶ· Αὐτός, πού βεβαίωσε μέ ὅρκο ὅτι «οὐ θέλω τὸν θάνατον τοῦ ἁμαρτωλοῦ, ὡς τὸ ἐπιστρέψαι αὐτὸν καὶ ζῆσαι», παρευρίσκεται ἀνάμεσά μας καί κατεργάζεται τή σωτηρία ὅλων μας· Αὐτός, πού ἑτοίμασε τό μέγα δεῖπνο ἐξέρχεται «εἰς τὰς πλατείας καὶ τὰς ρύμας», γιά νά καλέσει τούς πάντες, γιά νά μή μείνει κανένας ἔξω. Ὁ καλός Ποιμήν παρί­σταται προσωπικῶς γιά νά ἀνεύρει καί νά βα­στάσει στούς ὤμους του τό πλανηθέν· ὁ πιστός φίλος ἔρχεται, γιά νά θυσιάσει τή ζωή του ὑπέρ τῶν φίλων αὐτοῦ. Ὁ οἰκοδεσπότης ἐπισκέπτε­ται τούς οἰκείους του, ὁ ἰατρός τούς ἀσθενεῖς, ὁ Κτίστης καί Δημιουργός τό καταπεσμένο καί συντριμμένο κτίσμα του, γιά νά τό ἀναπλάσει. Ὁ Κύριος καί Δεσπότης κατέρχεται σ’ αὐτούς πού βρίσκονται στά δεσμά καί τή φυλακή τοῦ Ἅδη, γιά νά ἐξοφλήσει τήν ὀφειλή τους καί νά «ἐξαλείψει» τό χειρόγραφο τῶν ἁμαρτιῶν τους· ὁ Ζωοδότης γιά νά χαρίσει ζωή καί ἐλευθε­ρία στούς πάντες.

Βλέποντάς τον ὁ θεῖος Πρόδρομος νά ἔρχεται πρός αὐτόν ἔλεγε στόν ἐκεῖ λαό, «Ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου... κἀγὼ ἑώρακα καὶ μεμαρτήρηκα ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ». Σήμερα ὑποδεχόμαστε στόν Ἰορδάνη τόν Λυ­τρωτή ὄχι σάν νήπιο, ἀλλά σάν τέλειο ἄνδρα. Σήμερα τόν βλέπουμε νά παρίσταται στόν Ἰορδάνη σάν τέλειος ἄνθρωπος, μαρτυρού­μενος ἀπό τόν Πατέρα καί βεβαιούμενος ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα. Σήμερα ὁ ἀληθινός Θεός ἀποκαλύπτεται κατά τρόπο αἰσθητό. Ὁ Πα­τήρ μαρτυρεῖ ἀπό τόν οὐρανό: «Οὗτός ἐστι ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα». Ὁ Υἱός κάτω δακτυλοδεικτεῖται ἀπό τόν Πρόδρομο: «Ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου». Τό Πανάγιο Πνεῦμα «σωματικῷ εἴδει ὡσεὶ περιστερά» ἐπικάθεται καί μένει πάνω σ᾽ Αὐτόν, γιά νά μή νομίσει κανείς ὅτι ἡ φωνή ἄλλον ἀφοροῦσε. Πραγματικά «Τριά­δος ἡ φανέρωσις ἐν Ἰορδάνῃ γέγονε» κατά τόν θεῖο ὑμνωδό. «Ὁ λαὸς ὁ καθήμενος ἐν σκότει εἶδε φῶς μέγα, καὶ τοῖς καθημένοις ἐν χώρᾳ καὶ σκιᾷ θανάτου φῶς ἀνέτειλεν αὐτοῖς». Σή­μερα καταργεῖται τό σκιῶδες τοῦ νόμου καί ἀρχίζει ἡ περίοδος τῆς χάριτος καί συμβολίζε­ται ἡ Ἐκκλησία. Ὁ Πρόδρομος, κατά τή μαρ­τυρία τοῦ Κυρίου μας, ἀφοῦ συμπλήρωσε τήν προφητική του ἀπο­στολή μέ τό νά δείξει τόν προφητευόμενο καί ἀναμενόμενο ἀπό τῶν αἰώνων Σωτήρα καί Λυτρωτή, ἀρχίζει ἀμέσως σάν πρωτα­πόστολος τή νέα πε­ρίοδο τῆς χάριτος καί ὁδηγεῖ στό πρῶτο ἀπό τά μυστήρια, τό Βά­πτισμα. Θέλοντας ὁ Κύριός μας «νά πλη­ρώσῃ πᾶσαν δικαιο­σύνην» προσέρχεται ὁ ἴδιος στόν κήρυκα τῆς μετανοίας καί δέ­χεται τό βάπτισμα, «καίπερ καθαρσίων μὴ δεόμενος», γιά νά συνθάψει μέσα στά νερά τήν παγκόσμια ἁμαρτία.

Μέ τή φανέρωσή του αὐτή στόν Ἰορ­δάνη, ὁ Κύριός μας, μαρτυροῦσε τήν ἔλευ­ση τοῦ πληρώματος τῶν καιρῶν, ὅπου σάν νέος Νῶε, θά ἔσωζε τή νοητή κιβωτό (τήν Ἐκκλησία) καί τήν ἀνθρώπινη φύση ἀπό τόν παγκόσμιο τῆς ἁμαρτίας κατακλυσμό. Φανερώνεται ἡ μέγιστη ἀλήθεια τῆς πίστεως διά τῆς ἀποκαλύψεως τῆς ἁγίας Τριάδος· πα­ραδίδει τό πρῶτο καί βασικό τῆς νέας χάρι­τος μυστήριο, τό Βάπτισμα, καί ἀνεβαίνοντας ἀπό τά νερά, συνανυψώνει καί ἐμᾶς, ὥστε τὰ ἄνω πλέον νὰ φρονῶμεν καὶ μὴ τὰ ἐπὶ τῆς γῆς».

Τό ζωντανό δόγμα τῆς ἀληθείας, πού εἰδικά ἡ σημερινή ἑορτή τῶν Θεοφανείων μᾶς διδάσκει, εἶναι τό δόγμα τῆς ἁγίας Τριάδος. Τό δέ πρακτικό βίωμα τό ὁποῖο μᾶς παρα­δόθηκε στή συνέχεια ἀπό τόν Κύριό μας Ἰη­σοῦ Χριστό, εἶναι τά ἁγιαστικά καί σωστικά μέσα, τά ὁποῖα μᾶς ἀνεβάζουν καί μᾶς τελειο­ποιοῦν στήν «καινή» ζωή τῆς χάριτος. Ὁ θεάνθρωπος Κύριός μας, μέ τήν ἀσύγχυ­τη στό πρόσωπό Του ἕνωση τῆς θείας καί τῆς ἀνθρώπινης φύ­σης, ἔγινε καί τέλειος ἄνθρωπος, καί σάν τέτοιος πολέμησε καί νίκησε χάριν τοῦ ἀνθρώπου κάθε τι τό ἀντίθετο, τό ἄθεο, τήν ἀπάτη τῆς ἁμαρ­τίας καί τόν διάβο­λο καί ἀνύψωσε τόν ἄνθρωπο ὑπεράνω τῶν οὐρανῶν μέχρι καί αὐτῆς τῆς Τρια­δικῆς Θεότητος.

Μετά ἀπό τό δικό Του παράδειγ­μα ἀκολουθοῦν τά παραδείγματα καί οἱ βίοι τῶν ἁγίων μας, πού ἀποτελοῦν ἐπα­νάληψη τοῦ βίου τοῦ Χριστοῦ, τή συνεχι­ζόμενη ἁγία παράδο­ση, ἡ ὁποία καθορί­ζει καί σταθεροποιεῖ τήν κατεύθυνσή μας πρός τόν ἕνα καί ἀπόλυτο σκοπό, τόν ἁγιασμό καί τή θέω­ση. Ὁ βίος τῶν ἁγίων ἀποτελεῖ τήν ἀκριβῆ ἀντιγραφή τῶν ὅσων ὁ γλυκύς μας Ἰησοῦς «ἤρξατο ποιεῖν τε καὶ διδάσκειν», ἀλλά καί τήν ἀπόδειξη τῆς ἐκχύσεως τῆς παναγίας Του χάριτος στόν καθένα καί σ’ ὅλους μαζί, καί ἡ ὁποία χάρις ἐπεσκίαζεν αὐτούς, καθ’ ὅν χρόνον ἀγωνίζονταν, τούς ἐνδυνάμωνε, τούς φώτιζε καί τούς ὁδηγοῦσε.

 

π. Κωνσταντίνου Καλλιανοῦ

Πρωτοχρονιὰ τῆς μοναξιᾶς, ἀλλὰ καὶ τοῦ στοχασμοῦ ή ἐφετεινή. Μὲ τὴ σιωπὴ νὰ συμμαζεύει γύρω μας σκιὲς καὶ ἤχους ξεχασμένους: ἀπ᾿ τὸ χθὲς ἔρχονται ὅλα᾿ αὐτὰ τὴν περιούσια αὐτὴ νύχτα νὰ σταθοῦν σιμά μας νὰ μᾶς παρηγορήσουν, νὰ μᾶς κρατήσουν συντροφιά. Γιατὶ ἄν ἔξω ὀ κόσμος ξιπάζεται, ἄν ἀκούγονται μουσικὲς καὶ κροτίδες ἑορταστικὲς, αὐτὰ συμβαίνουν γιατὶ ὅλοι αὐτοὶ ἐπιμένουν στὸ νὰ ξυπνήσουν τὸ διαφορετικό μέσα τους, τὴν ἐλπίδα δηλαδή,  ποὺ δὲν ἔχει χαντακωθεῖ. Τὸ φῶς ποὺ δὲν ἔσβυσε καὶ τὴ φωτιὰ ποὺ ζεῖ ἀκόμα μέσα στὶς  στάχτεςποὺ σωρεύουν στὴ ζωή μας τὰ γεγονότα τῆς σκληρῆς καθημερινότητας. Ὡστόσο, κάποια στιγμή, περιούσια κι εὐλογημένη στιγμή, ἔρχεται ἡ εὐλογία τῆς γιορτῆς καὶ σκορπάει γύρω μας καὶ μέσα μας τὰ εὔοσμα τὰ ἄνθη τῆς παραμυθίας καὶ τῆς εἰρήνης. Γιὰ νὰ ὐψωθεῖ λίγο ἡ ψυχή, νὰ μὴν ἀποκάμει δηλαδή, ἀπὸ τὸν φριχτὸ καὶ ἀπαίσιο βασανισμό τῆς καθημερινότητας. Βασανισμό, τὸν ὁποῖο ὐφίσταται μὲ τὴν ὐπομονή θεμελιο, ἀλλὰ καὶ τὴν καρτερία: καρτερία νὰ ἔλθουν οἱ Γιορτάδες, ὄπως λέει κι ὁ ποιητής, νὰ συμμαζευτεῖ τὸ εἶναι, νὰ χαρεῖ κι  αὐτὸ τὸ διάλειμμα ποὺ τοῦ δόθηκε.

Ἀπομένουμε, λοιπόν,  μόνος τούτη τὴν περιούσια Νύχτα κι ἀφουγραζόμαστε εὐεγερτικοὺς  ἤχους,  παλιοὺς ἤχους καὶ φωνές, μαζὶ καὶ  βηματισμοὺς ἀπό τὸ χθὲς κι ὕστερα ἀναγαλλιάζουμε. Γιατὶ γνωριζουμε πολύ καλὰ ὅτι μᾶς συμπονοῦν, σκέφτονται κι ἔχουν τὴν ἔγνοια μας οἱ δικοί μας ἄνθρωποι. Ἐστω κι ἄν σήμερα εἶναι μέσα στὸ χῶμα καὶ ὑπνοῦν περιμένοντας τὴ σάλπιγγα τὴν Ἀρχαγγελικὴ γιὰ νὰ ἐγερθοῦν Ὅπως δηλαδή, ἐμεῖς περιμένουμε τὸ χτύπημα τοῦ ρολογιοῦ νὰ ἐγερθοῦμε ἀπὸ τὸν ὕπνο καὶ νὰ πορευθοῦμε γιὰ τὸ ἔργο μας.  

Πρωτοχρονιὰ τοῦ στοχασμοῦ καὶ τῆς ἰκεσίας ἡ ἐφετεινή, λοιπόν. Ἄς εἶναι δοξασμένο τὸ Ὄνομά Του, ποὺ μᾶς βοήθησε ν᾿ ἀνεβοῦμε κι αὐτὸ τὸ σκαλοπάτι τοῦ Χρόνου, ἐλπίζοντας πὼς θὰ κατορθώσουμε νὰ σιμώσουμε τὸν Οὐρανὸ, μὴ λησμονώντας, ὡστοσο, ὅτι τοῦ Κυρίου ἡ γῆ, ἀλλὰ καὶ δικιά μας

Σκόπελος, Πρωτοχρονιὰ 2017

 

Μοναχού Μωυσή Αγιορείτη

Είναι αλήθεια πως στα χείλη του κάθε πο­νεμένου συχνά ανεβαίνει εκείνο το γνωστό και βαθύ «γιατί σ’ εμένα Θεέ μου»; Στο ανθρώπινο αυτό «γιατί» δεν νομίζουμε ότι υπάρχει μία εύκολη και γρήγορη α­πάντηση. Η απάντηση θάλθει πιο αργά από τον ίδιο τον Εσταυρωμένο Θεάνθρωπο. Ο άνθρωπος αξιώνε­ται να συμμετέχει στον σταυρό του Κυρίου. Μη νομί­ζετε ότι είναι κάτι μικρό αυτό.

Μέσα από τον πόνο οι προσευχές είναι σίγουρα πιο κατανυκτικές, πιο θερμές, πιο ευπρόσδεκτες. Δί­νουν κατ’ αρχάς τη γαλήνη της υπομονής στη δοκιμα­σία, λιγοστεύουν την απαιτητικότητα, ταπεινώνουν α­ληθινά, χαρίζουν τη χαρά της ελπίδος και την υγεία της ψυχής. Μέσα μας θα βρούμε τον Θεό. Όσο πιο γρήγορα τον συναντήσουμε τόσο πιο γρήγορα θ’ απελευθερωθούμε και θα χαρούμε αληθινά.

Είπαν ωραία πως πριν μας στείλει ο Θεός τον σταυρό που σηκώνουμε, τον ζύγισε, τον είδε καλά, τον εξέτασε προσεκτικά με την πανσοφία, την αγάπη και τη δικαιοσύνη Του. Το αγαθό βλέμμα Του τον πα­ρακολούθησε και η μεγάλη Του καρδιά τον θέρμανε, αφού τον ξαναζύγισε με την άπειρη στοργή Του. Νο­μίζεις πως είναι πιο βαρύς απ’ ότι μπορείς να σηκώ­σεις, ενώ έχεις άγνωστες και ανακάλυπτες δυνάμεις μέσα σου. Μη χάνεις το θάρρος σου, μη τα βάζεις με τον Θεό, γνωρίζει πολύ καλά τι κάνει. Τον ευλόγησε πριν τον θέσει τον σταυρό στους ώμους σου. Σίγουρα μπορείς να τον σηκώσεις. Μη λησμονάς πως πάντα πριν το Κενό Μνημείο είναι ο Γολγοθάς. Η Ανάστα­ση έπεται της Σταύρωσης.

Είναι γεγονός πως η ζωή μας είναι ζυμωμένη με δάκρυα που προέρχονται από τον πόνο της ασθένειας, των θλίψεων, των βασάνων, της εγκατάλειψης και της μοναξιάς. Έχουν γίνει αχώριστοι σύντροφοι. Ο λό­γος του Θεού, η Αγία Γραφή, μας πληροφορεί πειστι­κά πως η ασθένεια, ο πόνος, η θλίψη, ο θάνατος δεν υπήρχαν από την αρχή της δημιουργίας. Πρόκειται για μεταπτωτικά φαινόμενα. Η φθαρτότητα, η ασθέ­νεια, ο πόνος είναι αποτέλεσμα της παρακοής των πρωτοπλάστων στον Δημιουργό τους και η υπακοή τους στον δαίμονα. Ο αποχωρισμός του ανθρώπου α­πό τον Θεό έχει οικτρές συνέπειες. Η απελευθέρωση του πιστού από τα δαιμονικά δεσμά μπορεί να τον κά­νει να βρει το πνευματικό περιεχόμενο της δοκιμα­σίας του και τότε η δοκιμασία να γίνει σημαντική ευ­καιρία, όπως είπαμε, βαθύτερης γνώσης του Θεού και συναντήσεώς του με Αυτόν.

 

Προσκυνοῦμεν Σου τὴν Γένναν, Χριστέ...

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, [25-12) Μνήμη τῶν θεασαμένων Ποιμένων τὸν Κύριον.
Στίχοι
Ποίμνην ἀφέντες τὴν ἑαυτῶν Ποιμένες,
Ἰδεῖν καλὸν σπεύδουσι Χριστὸν ποιμένα

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Ἡ προσκύνησις τῶν Μάγων.
Στίχοι
Σὲ προσκυνοῦσα τάξις ἐθνική, Λόγε,
Τὸ πρὸς σὲ δηλοῖ τῶν Ἐθνῶν μέλλον σέβας.

π. Κωνσταντίνου καλλιανού

 Δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ βίωση τοῦ Μυστηρίου τῆς θείας Οἰκονομίας δίχως τὴν παραίτησή μας ἀπὸ τὴν καθημερινότητα, τὴν ἀναζήτηση ἑνὸς προφίλ ποὺ θὰ μᾶς προβάλλει, τὴν ἀγχωτικὴ πορεία γιὰ κατάληψη ἀξιωμάτων μέσα στὸν κόσμο, ὥστε νὰ ὑπολογιζόμαστε ὡς κυριάρχοι ἑνὸς παιχνιδιοῦ ποὺ ἀρχίσαμε, μὲ σκοπὸ νὰ πετύχουμε, νὰ φαννοῦμε τοῖς ἀνθρώποις. ( πρβλ. Μτθ. 6, 11) Γιατὶ ἡ εἴσοδός μας στὴ Γιορτή, ἄρα καὶ στὸ Σπήλαιο τῆς Βηθλεέμ, προϋποθέτει νὰ σκύψουμε πολύ, νὰ ταπεινώσουμε τὸν ἑαυτό μας, ἀφήνοντας πίσω τὸν Κόσμο καὶ τὰ τοῦ κόσμου: ἀξιώματα, προβολή, διαφήμιση, περιττά ὑλικὰ ἀγαθά, ἀναζήτηση τρυφηλότητας καὶ  συμπεριφορὲς ἀπανθρωπίας. Ἐδῶ πρέπει νὰ ἔχεις τὴν ἀθωότητα καὶ τὸν ἔνθεο ἐνθουσιασμὸ τῶν ἁπλῶν ποιμένων, ποὺ ἦταν οἱ πρῶτοι ποὺ ἄφησαν τὰ πάντα ( βλ.τὴν παράλληλη καὶ πιὸ μεταγενέστερη περίπτωση τῶν μαθητῶν, οἱ ὁποῖοι « ἀφέντες πάντα ἠκολούθησαν αὐτῷ» (Λκ. 5, 11 ) καὶ σπεύδουν νὰ προσκυνήσουν τὸν πραγματικὸ Ποιμένα.

Τὰ Χριστούγεννα ἔφτασαν καὶ φέτος. Μὲ πολύχρωμα φῶτα, δῶρα καὶ ἕνα ψεύτικο ( διά) κοσμο νὰ τὰ κυκλώνει. Καὶ εἶναι ἀλήθεια, πὼς ἐντυπωσιαζεται ὁ σύγχρονος  ἄνθρωπος -ἰδίως τὰ παιδιὰ ἀπὸ αὐτὸν τὸ σκηνικό, γιατὶ ἀκτινοβολεῖ μιὰ λάμψη περίεργη, ὅπως λάμψη ἀκτινοβολεῖ καὶ τὸ ἐπιχρυσωμένο μέταλλο. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἡ διάθεση τῶν περισσότερων φαίνεται ὅτι εἶναι γιορταστική ( πόσο θαυμάσια ἀναλύει τὸ σύμπτωμα αὐτὸ ὁ π. Σταυρος Κοφινᾶς στὸ βιβλιο του,  Χριστουγεννιάτικη θλίψη, Ἁρμός, Ἀθ. 2010) ἐνῶ στὴν οὐσία συμβαίνει τὸ ὅλως ἀντίθετο. Γιατί, τάχα;

Ἡ ἀπάντηση εἶναι εὔκολη νὰ εἰπωθεῖ καὶ πάρα πολὺ δύσκολη νὰ βιωθεῖ. Κι ἀκόμα, ἡ ἀπαντηση βρίσκεται στὴν ἀντίθετη ὄψη τῶν ἐνεργειῶν τοῦ σύγχρονου (καταναλωτικοῦ) ἀνθρώπου. Μὲ λιγα λόγια, τὸ γεγονὸς τῆς Γιορτῆς βιώνεται περίφημα ἄν ὁ καθένας τιμήσει τὴ Γέννα τοῦ Χριστοῦ προσκυνώντας Την, δηλαδή, παραιτηθεῖ, ὅπως οἱ ποιμένες ἀπὸ τὰ βιοτικά, ἔστω  γιὰ λίγο, κι ὕστερα  προσέλθει, ὅπως ἐκεῖνοι νὰ ἀναγνωρίσει «Χριστὸν Ποιμένα». Μόνο ποὺ ἀπαιτεῖται ἀπόφαση νὰ κοιτάξει κανεὶς τὴν ἄλλη ὄψη, γιατὶ οἱ πειρασμοὶ τὸν κυκλώνουν. Μήπως τυχαῖα κάνει λογο ὁ λαὸς γιὰ τοὺς Καλλικάτζαρους, ποὺ προσπαθοῦν νὰ «χαλάσουν» τὴ Γιορτή, ὅπως ἐπίσης ἄστοχη εἶναι ἡ παρουσία στὴν εἰκόνα τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ τοῦ πειρασμοῦ ποὺ πασχίζει νὰ δημιουργήσει σύγχυση στὸ νοῦ τοῦ Ἰωσήφ, ὅ ὁποῖος ἄν καὶ «σώφρων ἐταράχθη»;

Κάθε χρόνο τέτοιες μέρες ἡ Ἐκκλησία παραγγέλει: «Σπήλαιον εὐπρεπίζου..Βηθλεἐμ ἑτοιμάζου...». Ἀλήθεια, γιατί, θὰ ρωτήσει ὁ κάθε σώφρων καὶ μὲ πνεῦμα ἐρεύνης καὶ μαθητείας ἐμφορούμενος: Μά, γιὰ νὰ προσκυνήσουμε τὴ θεία Γέννα τοῦ Χριστοῦ, παναπεῖ γιὰ νὰ κάνουμε Χριστούγεννα, δηλαδή νὰ τὰ νοιώσουμε, νὰ τὰ χαροῦμε. ἄν ὄχι ὁπως οἱ ποιμένες, τοὐλαχιστον ὅπως οἱ Μάγοι ποὺ ἀναζήτησαν καί, μετὰ ἀπὸ ἔγκοπο πορεία ἰκανῶν ἡμερῶν ἤ καὶ μηνῶν,«Χριστὸν Βασιλέα ἐτεκμήραντο». Ἀλήθεια, δὲν εἶναι καιρὸς νὰ τὸ καταλάβουμε; 

 

            Χριστούγεννα,  καὶ κάθε χρόνο τὸ ἴδιο μάθημα: τῆς θείας Πτωχείας

                  «Δεῦτε λάβετε τὰ τοῦ Παραδείσου ἔνδον Σπηλαίου»

                «Μάγους κατέπληττεν, οὐ σκῆπτρα καὶ θρόνοι, ἀλλ᾿ ἐσχάτη πτωχεία».

π. Κωνσταντίνου Καλλιανού

Ἄν δὲν καταλάβουμε, πὼς ὁ  πλουτισμὸς θεολογίας  ξεκινᾶ ἀπὸ τὸ φτωχικό, ἀπέριττο καὶ ἁπλὸ μοναχικὸ κελλί, τότε δὲν θὰ μπορέσουμε ποτὲ νὰ βιώσουμε καὶ νὰ αἰσθανθοῦμε τὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ στὸν κόσμο. Γιατὶ τὸ καλογερικὸ  κελλί, ποὺ εἶναι ἀναμφισβήτητα χῶρος προσευχῆς, ἀσκήσεως καὶ ἁγιασμοῦ, βρίσκεται σὲ πλήρη συντονισμό, ἀλλὰ ἔχει καὶ τόση μεγαλη συγγένεια μὲ τὸ Σπήλαιο τῆς Βηθλεέμ, ὥστε νὰ ἀλληλοπεριχωρεῖται τὸ ἕνα στὸ ἄλλο. Μὲ λίγα λόγια, καὶ τὰ δύο ἔχουν ἕνα κοινό, συγγενικὸ στοιχεῖο: τὴν πτωχεία. Αὐτὴ ποὺ κατέπληξε τοὺς Μάγους, αὐτὴ ποὺ καταπλήσσει τὸν κάθε μεγαλόφρονα, ὁ ὁποῖος διακρίνει   στὸ φτωχικὸ κελλὶ  καὶ στὸ  τσαλακωμένο ἔνδυμα τοῦ κάθε μοναχοῦ,  τὴν εἰρήνη τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν εὐλογία Του. Καὶ ἀναφερόμαστε στὸν ἀληθινὸ μοναχό, ὁ  ὁποῖος «τὸν τόπον φυλάττει», ἀλλὰ παράλληλα καθίσταται καθημερινὰ  καὶ   «κοινωνὸς θείας χάριτος». Γιατὶ εὑρισκόμενος «ἐνώπιος ἐνωπίῳ», αὐτὸς, δηλαδή, κι ὁ Θεός,  καταννοεῖ πλήρως  πώς «ὅλον τὸ καθ᾿ ἡμᾶς  πτωχεύσας, καὶ χοϊκόν ἐξ αὐτῆς ἑνώσεως, καὶ κοινωνίας ἐθεούργησας».

Εἶναι, πιστεύω, ἀδύνατο νὰ συλλάβει ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος, ὁ συγκυλιδούμενος ταῖς ἡδοναῖς καὶ μερίμναις  τοῦ βίου αὐτὸ  τὸ μέγα μυστήριο τῆς πτωχείας, ποὺ δὲν ξεκινᾶ τόσο ἀπὸ τὴν ἀπουσία ὑλικῶν κ. λ.π ἄλλων ἀγαθῶν, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν πτωχεία τῆς φύσεώς μας, ἡ ὁποία δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ πλουτίσει μὲ τὴν πρόσληψη τῆς παρουσίας Του.  Καὶ τοῦτο, γιατὶ ἐπιμένει στὴν ἀποθήκευση πολλῶν καὶ περιττῶν ἀγαθῶν, ὅπως γνώσεις, θέσεις καὶ ἀκαδημαϊκοὺς τίτλους, ποὺ ἐξασφαλίζουν μὲν μιὰ κοινωνικὴ θέση καὶ δικαίωση, ὅμως  ἀπομακρύνουν τὴν ψυχὴ στὸ νὰ ἐννοήσει τὴν  πτωχεία της  σὲ  ἀληθινὴ γνώση,  ἀνόθευτηη ἁγιοπνευματικὴ ζωή, καὶ πάνω ἀπ᾿ ὅλα τῆς   βιώσεως τοῦ μεγαλου γεγονότος τῆς «κενώσεως Ἐκείνου, ὁ ὁποῖος μορφὴν δούλου ἔλαβε».  Ἄν, μὲ λίγα λόγια, δὲν καταστεῖ ἡ ψυχὴ Σπήλαιο ἀπέριττο, πενιχρό, δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ ἐπισκεψη τοῦ Σωτήρα, ὥστε νὰ γίνει ὁ λόγος τοῦ ἱ. ὑμνογραφου πραγματικότητα: «Ἐπεσκέψατο ἡμᾶς, ἐξ ὕψους ὁ Σωτὴρ ἡμῶν, ἀνατολὴ ἀνατολῶν, καὶ οἱ ἐν σκότει καὶ σκιᾷ, εὕρομεν τὴν ἀλήθειαν...».

Ἄν, λοιπόν, τοὺς σοφοὺς Μάγους, αὐτοὺς τοὺς γνήσιους ἐρευνητές,  ποὺ μὲ ὑπομονή, ἐπιμονή, ἴσως καὶ μὲ  κινδύνους, ἀπογοητεύσεις καὶ κοπους πολλοὺς ἀναζητοῦσαν «τίς ὁ τεχθείς Βασιλεύς» κι ἄν ἐπίσης  αὐτὸ ποὺ τοὺς κατέπληξε δὲν ἦταν τίποτε τὸ ἐπιφανειακό, ἐφήμερο καὶ τετριμμένο, ἀλλὰ ἡ πτωχεία Του, τότε ὁ κάθε πιστὸς  ποὺ ἑτοιμαζεται νὰ εὐπρεπίσει τὸ Σπήλαιό του, ὀφείλει πρωτίστως αὐτὴν τὴν πτωχεία νὰ προβάλλει, νὰ καταθέσει, νὰ διαμηνύσει. Κατὰ τὸ ψαλμικό, «ἐγὼ δὲ πτωχός εἰμι καὶ πένης· ὁ Θεός, βοήθησόν μοι. βοηθός μου καὶ ρύστης μου εἶ σύ· Κύριε, μὴ χρονίσῃς.» ( βλ. Ψαλμ.  69,6). Αμήν.

Ἀρχιμ.Παύλου Ἐγγλεζάκη

Ἄν ἡ πρώτη ἐντολή τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ ἀγάπη πρός τόν Θεό, ἡ κεφαλαία ὅμως ἀποκάλυψή Του εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιά τόν ἄνθρωπο. Φαίνεται πτωχό καί λίγο ἴσως. Ἀλλά ὁ ἄνθρωπος ἀρχίζει πάντα ἕτοιμος ν’ ἀγαπήσει καί αὐτό πού τόν κάνει κάποτε, ἴσως συνήθως, ἀνίκανο ν’ ἀγαπήσει εἶναι τό αἴσθημα, ἤ ἡ πλάνη, ὅτι κανείς δέν τόν ἀγαπᾶ αὐτόν. «Ἀγαπᾶσαι, ὁ Θεός σου σέ ἀγαπᾶ, σέ ἀγαπᾶ πάντα, ἀδιάλειπτα, ἀκόρεστα παρά τήν ἁμαρτία σου, μέσα στό λάθος σου, ἕνεκα τῆς πτωχείας σου» - αὐτή εἶναι ἡ εὐφρόσυνη ἀγγελία, τό εὐαγγέλιον, τοῦ Ἰησοῦ. Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιά τόν ἁμαρτωλό καί ἀπολωλότα, τόν πτωχό καί τό νήπιο, τήν πόρνη καί τόν τελώνη. Μία ἀγάπη ἀπρόσμενη, ἀνέλπιδη, παράλογη, ἕνας «ἔρως μανικός» (κατά τήν ἔκφραση τοῦ μεγάλου βυζαντινοῦ Νικολάου Καβάσιλα) πού δέν ἔπαψε ποτέ νά σκανδαλίζει τούς δικαιωμένους καί αὐτό-ἱκανοποιημένους φαρισαίους. Γιατί γι’ αὐτούς ὁ Θεός μποροῦσε, καί μπορεῖ, νά ἀγαπᾶ τόν μετανοημένο ἁμαρτωλό, μά γιά κανένα λόγο καί ποτέ τόν ἁμαρτωλό ἔτσι ἁπλῶς.

Στή φάτνη, ἐκεῖ ὅπου θρησκευτικό δόγμα καί ποιητική ἀλήθεια ἀγκαλιάζονται, αὐτό εἶναι τό νόημα καί τό μήνυμα, τό μέγα καί αἰώνιο εὐαγγέλιον: ὅτι ὁ Θεός τόσο ἀγαπᾶ τόν κόσμο, ὥστε ἔρχεται νά πεθάνει γι’ αὐτόν· καί ὅτι τίποτα δέν χωρίζει τόσο τελειωτικά τόν ἄνθρωπο ἀπό τόν Θεό ὅσο ἡ αὐτοεγγυημένη θρησκευτικότης. Τά «Δόξα» τῶν οὐρανῶν δέν εἶναι παρά ἡ σωτηριολογική χαρά τοῦ Θεοῦ γιά τήν ἀνατολή τοῦ καιροῦ τῆς ἀφέσεως, τῆς καταλλαγῆς καί τῆς εἰρήνης. Ἡ ταραχή τοῦ Ἡρώδη, τίποτα παρά ὁ τρόμος τῆς ἐγκόσμιας βασιλείας μπρός στήν ἐρχομένη βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἡ ὑποψία τῶν ἀρχιερέων καί γραμματέων τοῦ λαοῦ, τίποτα παρά ἡ δικαία ἀνησυχία τῶν δικαίων καί συνετῶν γιά τήν ἄδικη ὑπερβολή καί σπατάλη τοῦ Δεσπότου.

Τό φῶς τή φάτνης εἶναι ἔτσι τό φῶς τῆς λυκαυγῆς. Τό νόημα τῶν Χριστουγέννων τό ἐννοοῦμε ἀρχίζοντας ἀπό τόν Γολγοθά καί πηγαίνοντας πρός τά πίσω. Γιατί τό ἄφωνο βρέφος πού γεννιέται σήμερα γεννιέται γιά νά πεθάνει γιά μένα, μαζί μέ μένα, ἀπό ἀγάπη σέ μένα, ἀντί γιά μένα. Γι’ αὐτό σαρκώνεται ὁ Θεός, γιά νά πεθάνει γιά τόν ἄνθρωπο, ἄνθρωπος αὐτός τέλειος, καί νά λυτρώσει τόν ἄνθρωπο ἀπό τόν θάνατο, τή φθορά, καί τόν διάβολο. Γι’ αὐτό σήμερα ὁ Λόγος ἄφωνο βρέφος καί νήπιο ἀδύναμο ὁ Δυνατός, γιά νά χαρίσει σ’ ὅσους ἀδύνατους (πού ξέρουν ὅτι εἶναι ἀδύναμοι καί ἀνήμποροι) τό θαῦμα τῆς ἐκ νεκρῶν Ἀναστάσεως. Γιά τοῦτο, οἱ ὕψιστοι οὐρανοί δοξάζουν καί οἱ ὅσοι ταπεινοί γήϊνοι ἀγαλλιάζονται σήμερα. «Ὅτι ἐτέχθη ἡμῖν σήμερον Σωτήρ».

 

Ο άνθρωπος, το εξαίρετο όν,

ως «κατ’εικόναν» και «καθ’ὁμοίωσιν» Θεού

Αρχιμανδρίτη Εμμανουήλ

Ομοιώνεται ο Θεός Λόγος με τον άνθρωπο, προσλαμβάνει ανθρώπινη φύση, παρεκτός αμαρτίας, και έτσι τον θεραπεύει και τον ανυψώνει από την πτώση. Ανεβάζει ο Θεός τον άνθρωπο από το παρά φύση στο κατά φύση και τον κάνει όμοιό Του· «ὁμοίῳ γάρ τό ὅμοιον καλέσας ὡς Θεός» (Άκάθιστος Ὕμνος, εκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας, Ἀθήνα³ 2001, σ.100) . Ο ομοούσιος, κατά τον Πατέρα, «ἀμήτωρ ἐκ Πατρός», γίνεται και ομοούσιος κατά τη μητέρα, «ἀπάτωρ ἐκ μητρός», ενώνει «τάς διεστώσας φύσεις», για να γίνει ο άνθρωπος όμοιος με τον Θεό. Η ένωση του κτιστού με το άκτιστο, του θνητού με το αθάνατο, του φθαρτού με το άφθαρτο, του ανθρώπου με τον Θεό, είναι και ο σκοπός της δημιουργίας αλλά και ο σκοπός της ενανθρώπησης του Χριστού. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς λέει για το αρχέτυπο του ανθρώπου, τον Χριστό, ότι «…το φως της θεότητας δεν ευρισκόταν στο σώμα του Χριστού σαν σκεύος, το φως Του είναι προάναρχο της ενσαρκώσεως, η πρόσληψη της ανθρωπότητος από τον Θεό Λόγο, τον Χριστό, έγινε για χάρη του ανθρώπου ύστερα, και οπότε πήρε μέσα του το πλήρωμα της θεότητος»(Γρηγορίου Παλαμά, 35η Ομιλία, Εἰς τήν αὐτήν τοῦ Κυρίου Μεταμόρφωσιν, PG 151, 440Α.), και αυτός που έχει κοινωνία με τον Χριστό καταξιώνεται στο φως Του και γίνεται όμοιός Του.

Ο Χριστός είναι μιμητής του Πατρός, αλλά και «εἰκών [αυτού] τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀοράτου, πρωτότοκος πάσης κτίσεως»( Κολασσαείς 1,15). Ο άνθρωπος καλείται να γίνει μιμητής του Χριστού, για να γίνει όμοιος και στο θείο επίπεδο («… ὅστις ἐξομοιοῦται πρός τόν Χριστόν κατά τάς ἐπιγείους ἐκδηλώσεις, αὐτοῦ, οὗτος φυσικῷ τῷ τρόπῳ ἐξομοιοῦται πρός Αὐτόν καί ἐπί τοῦ θείου ἐπιπέδου» Σωφρονίου Ζαχάρωφ, Ὀψόμεθα τόν Θεόν καθώς ἐστί, Ιερά Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας 1992, σ.138.)

Η δυναμική αποστολή του ανθρώπου να γίνει «ζῶον θεούμενον» υποδηλώνει ότι ο άνθρωπος υπάρχει σε σχέση με τον Τριαδικό Θεό, τον οποίο εικονίζει και στον οποίο αναφέρεται(Γεωργίου Μαντζαρίδη, Χριστιανική Ἠθική ΙΙ, σ.23.) και σ’ Αυτόν κινείται και πράττει, κατά το θέλημά Του.

Ο άνθρωπος, πράττοντας το θέλημα του Θεού, αγαθοποιείται. Μετέχει στη θεία αγαθότητα και μπορεί να μετέχει στις ενέργειες του Θεού. Για να μπορέσει ο άνθρωπος να είναι «θείας φύσεως κοινωνός» ( Β Πέτρου. 1,4.), ζει τον Χριστό, βιώνει το πάθος, ομολογεί την Ανάσταση, αφού «σταυρώσει» την σάρκα του και τις επιθυμίες του, ζει τη μεταμόρφωσή του ( Ιουστίνου Πόποβιτς, Άνθρωπος και Θεάνθρωπος, εκδ. «ΑΣΤΗΡ», Αθήνα 2001, σ.164.), διά του Αγίου Πνεύματος (Ό.π. σ.165.), και αναλαμβάνεται στη δόξα της δεξιάς του Θεού Πατέρα. Γίνεται ο άνθρωπος κατά χάρη, ό,τι είναι ο Θεός κατά φύση, και κατ’ εξοχή σκοπός της ενανθρωπήσεως του Χριστού αυτός είναι, η θεανθρωποποίηση -θέωση του ανθρώπου μέσα από τη συνέργεια του Θεού και του ανθρώπου (Ό.π. «Είς τήν καθολικήν αύτήν θεανθρωποποίησιν τοῦ ἀνθρώπου ἔγκειται ἀκριβῶς ἡ σωτηρία καί ὁ ἀγιασμός του»).

Η κίνηση του Θεού να πλάσει τον άνθρωπο και να τον τάξει διαχειριστή στο σφαιρικό πλαίσιο της γης, αλλά και στην εξουσία της γειτνιάζουσας περιοχής της γης είναι ένα ενδεικτικό σημείο του προορισμού του ανθρώπου στη ζωή. Το εξαίρετο της δημιουργίας του ανθρώπου κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση, όπως δηλώνει ο Άγιος Γρηγόριος, έκανε και τους Αγγέλους, που έβλεπαν την κατασκευή του, να εκπλήσσονται, αφού επλάθετο «κατά Θεοῦ χάριν μεταμορφούμενος ἄνθρωπος» και «θεόν ἄλλον, ἑώρων»( Γρηγορίου του Παλαμά, Περί της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος, Β΄, 9,Π.Κ.Χρήστου, τομ.Α΄σ.85.).

Η δημιουργία του ανθρώπου κατ’ εικόνα Θεού και καθ’ ομοίωση με όλα τα συνοδευτικά της θέωσης, καθιστά τον άνθρωπο εξαίρετο σε σχέση με τα υπόλοιπα όντα, γιατί είναι αυτός ο οποίος κέκτηται την εικόνα του Θεού και δύναται να κινείται προς τον Θεό και να υποστασιάζει τις θείες ενέργειες μέσα του (Γρηγορίου Παλαμά, Ὑπέρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων, 3,1,29 Π.Κ.Χρήστου, τομ.Α΄σ.640.).

 

π. Επιφανίου Θεοδωρόπουλου

 Όλοι οι μεγάλοι άπιστοι της ιστορίας εκεί σκάλωσαν. Το ψαροκόκκαλο που τους κάθησε στο λαιμό και δεν μπορούσαν να το καταπιούν, αυτό ακριβώς ήταν. Το ότι ο Χριστός είναι και Θεός. Πολλοί απ’ αυτούς ήσαν διατεθειμένοι να πουν στον Κύριο: Μη λες ότι είσαι Θεός ενανθρωπήσας. Πες ότι είσαι απλός άνθρωπος και ’μεις είμαστε έτοιμοι να σε θεοποιήσουμε. Γιατί θέλεις να είσαι Θεός ενανθρωπήσας και όχι άνθρωπος αποθεωθείς; Εμείς δεχόμαστε να σε αποθεώσουμε, να σε ανακηρύξουμε τον μέγιστο των ανθρώπων, τον αγιώτατο, τον ηθικώτατο, τον ευγενέστατο, τον ανυπέρβλητο, τον μοναδικό, τον ανεπανάληπτο. Δεν σου αρκούν όλα αυτά;

Ο κορυφαίος του χορού των αρνητών, ο Ερνέστος Ρενάν, βροντοφωνεί περί του Χριστού: «Για δεκάδες χιλιάδες χρόνια ο κόσμος θα ανυψώνεται δια σου», είσαι ο ακρογωνιαίος λίθος της ανθρωπότητος ώστε το να αποσπάση κάποιος το όνομά σου από τον κόσμο τούτο θα ήταν ίσο με τον εκ θεμελίων κλονισμό του. Οι αιώνες θα διακηρύσσουν ότι μεταξύ των υιών των ανθρώπων δεν γεννήθηκε κανένας υπέρτερός σου». Εδώ, όμως, σταματούν και αυτός και οι όμοιοί του. Η επόμενη φράση τους; «Θεός, όμως, δεν είσαι!».

Και δεν αντιλαμβάνονται οι ταλαίπωροι ότι όλα αυτά συνιστούν για την ψυχή τους μια ανέκφραστη τραγωδία! Το δίλημμα αναπόφευκτα είναι αμείλικτο: Ή είναι Θεός ενανθρωπήσας ο Χριστός, οπότε πράγματι, και μόνο τότε, αποτελεί την ηθικωτέρα, την αγιωτέρα και την ευγενεστέρα μορφή της ανθρωπότητος, ή δεν είναι Θεός ενανθρωπήσας, οπότε, όμως, δεν είναι δυνατόν να είναι τίποτε από όλα αυτά. Αντιθέτως, αν ο Χριστός δεν είναι Θεός, τότε πρόκειται για την απαισιωτέρα, τη φρικτοτέρα και την απεχθεστέρα ύπαρξι της ανθρωπίνης ιστορίας.

-Τι είπατε;

- Αυτό που άκουσες! Βαρύς ο λόγος, απολύτως, όμως, αληθής. Και ιδού γιατί: Τι είπαν για τον εαυτό τους, ή ποια ιδέα είχαν για τον εαυτό τους όλοι οι πράγματι μεγάλοι άνδρες της ανθρωπότητος; Ο ανδρών απάντων σοφώτατος Σωκράτης διεκήρυσσε το: Εν οίδα, ότι ουδέν οίδα.

Όλοι οι σπουδαίοι άνδρες της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, από τον Αβραάμ και τον Μωυσή μέχρι τον Ιωάννη τον Πρόδρομο και τον Παύλο, αυτοχαρακτηρίζονται «γη και σποδός», «ταλαίπωροι», «εκτρώματα» κ. τ. τ.

Η συμπεριφορά, αντιθέτως, του Ιησού είναι παραδόξως διαφορετική! Και λέω παραδόξως διαφορετική, διότι το φυσικό και το λογικό θα ήταν να είναι παρόμοια η συμπεριφορά Του. Αυτός μάλιστα, ως ανώτερος και υπέρτερος από όλους τους άλλους, θα έπρεπε να έχη ακόμα κατώτερη και ταπεινότερη ιδέα για τον εαυτό Του. Ηθικώς τελειότερος από κάθε άλλον έπρεπε να υπερακοντίζη σε αυτομεμψία και ταπεινό φρόνημα όλους τους παραπάνω και οποιονδήποτε άλλον, από τη δημιουργία του κόσμου μέχρι τη συντέλεια των αιώνων. Συμβαίνει, όμως, το ακριβώς αντίθετο!

Πρώτα-πρώτα διακηρύσσει ότι είναι αναμάρτητος: «Τις εξ υμών ελέγχει με περί αμαρτίας;». «Έρχεται ο του κόσμου τούτου άρχων και εν εμοί ουκ έχει ουδέν». Εκφράζει επίσης πολύ υψηλές ιδέες περί Εαυτού: «Εγώ ειμί το φως του κόσμου», «Εγώ ειμί η οδός και η αλήθεια και η ζωή».

Εκτός, όμως, αυτών προβάλλει και αξιώσεις απολύτου αφιερώσεως στο πρόσωπό Του. Εισχωρεί ακόμα και στις ιερώτερες σχέσεις των ανθρώπων και λέει: «Ο φιλών πατέρα ή μητέρα υπέρ εμέ ουκ έστι μου άξιος, και ο φιλών υιόν ή θυγατέρα υπέρ εμέ ουκ έστι μου άξιος». «Ήλθον διχάσαι άνθρωπον κατά του πατρός αυτού και θυγατέρα κατά της μητρός αυτής και νύμφην κατά της πενθεράς αυτής». Απαιτεί ακόμα και μαρτυρική ζωή και θάνατο από τους μαθητές Του: «Παραδώσουσιν υμάς εις συνέδρια και εν ταις συναγωγαίς αυτών μαστιγώσουσιν υμάς και επί ηγεμόνας δε και βασιλείς αχθήσεσθε ένεκεν εμού. . . Παραδώσει δε αδελφός αδελφόν εις θάνατον και πατήρ τέκνον, και επαναστήσονται τέκνα επί γονείς και θανατώσουσιν αυτούς• και έσεσθε μισούμενοι υπό πάντων δια το όνομα μου, ο δε υπομείνας εις τέλος ούτος σωθήσεται. . . Μη φοβηθήτε από των αποκτεννόντων το σώμα. . . Όστις αν αρνήσηταί με έμπροσθεν των ανθρώπων, αρνήσομαι αυτόν καγώ. . . Ο απολέσας την ψυχήν αυτού ένεκεν εμού ευρήσει αυτήν».

»Και τώρα σε ρωτώ: Τόλμησε ποτέ κανείς να διεκδικήση υπέρ αυτού την αγάπη των ανθρώπων πάνω κι απ’ την ίδια τους τη ζωή; Τόλμησε ποτέ κανείς να διακηρύξη την απόλυτη αναμαρτησία του; Τόλμησε ποτέ κανείς να εκστομίσει το: «Εγώ ειμί η αλήθεια»; Κανείς και πουθενά! Μόνο ένας Θεός θα μπορούσε να τα κάνη αυτά. . . (Οποιονδήποτε άλλον) θα τον περνούσαν για τρελλό και δεν θα βρισκόταν κανείς να τον ακολουθήση.

Για σκέψου τώρα πόσα εκατομμύρια άνθρωποι θυσίασαν τα πάντα για χάρι του Χριστού, ακόμα και αυτή τη ζωή τους, πιστεύοντας στην περί εαυτού αλήθεια των λόγων Του! Εάν οι περί εαυτού διακηρύξεις Του ήσαν ψευδείς, ο Ιησούς θα ήταν η απαισιοτέρα μορφή της ιστορίας οδηγώντας τόσους πολλούς σε τόσο βαρεία θυσία. Ποιος άνθρωπος, όσο μεγάλος, όσο σπουδαίος, όσο σοφός κι αν είναι, θα άξιζε αυτή τη μεγάλη προσφορά και θυσία; Ποιος; Κανένας! Μόνο εάν ήταν Θεός.

Μ’ άλλα λόγια: Όποιος άνθρωπος απαιτούσε αυτή τη θυσία από τους οπαδούς του, θα ήταν η απαισιοτέρα μορφή της ιστορίας. Ο Χριστός, όμως, και την απαίτησε και την πέτυχε. Παρά ταύτα από τους αρνητές της θεότητάς Του αναγορεύθηκε η ευγενεστέρα και αγιωτέρα μορφή της ιστορίας. Οπότε: Ή παραλογίζονται οι αρνητές ονομάζοντας αγιώτερο τον απαισιώτερο, ή, για να μην υπάρχει παραλογισμός, αλλά να έχη λογική η συνύπαρξι απαιτήσεων του Χριστού και αγιότητός Του, θα πρέπει αναγκαστικά να δεχθούν ότι ο Χριστός εξακολουθεί να παραμένη η ευγενεστέρα και αγιωτέρα μορφή της ανθρωπότητος μόνο, όμως, υπό την προϋπόθεσι ότι είναι και Θεός! Αλλιώς είναι, όπως είπαμε, όχι η αγιωτέρα, αλλά η φρικτοτέρα μορφή της ιστορίας, ως αιτία της μεγαλύτερος θυσίας των αιώνων, εν ονόματι ενός ψεύδους! Έτσι η θεότητα του Χριστού αποδεικνύεται με βάσι αυτούς τους ίδιους τους περί Αυτού χαρακτηρισμούς των αρνητών Του!

Από το βιβλίο “Υποθήκες Ζωής” 

Κυριακὴ τῶν Προπατόρων

            ἤ

       Τοῦ Οἰκοδεσπότη ἡ προσβολή  

π. Κωνσταντίνου Καλλιανού

Κάθε χρόνο αὐτὴ τὴν Κυριακή, τὴν Κυριακὴ τῶν Προπατόρων τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅπως τὴν ὀνομαζει  ἡ Ἐκκλησία, ἡ Εὐαγγελικὴ περικοπὴ ποὺ διαβάζεται στὴ Θεία Λειτουργία  μᾶς θυμίζει, γι᾿ ἄλλη μιὰ φορά,  τὴν προσβολὴ ποὺ κάνουμε στὸν ἴδιο τὸν φιλότιμο οἰκοδεσπότη, ὁ ὁποῖος μᾶς καλεῖ στὸ Μεγάλο Δεῖπνο ὡς ἐπίσημους συνδαιτημόνες. Γιατὶ τὸ νὰ σέ καλέσουν σὲ ἐπίσημο τραπέζι δὲν εἶναι καὶ μικρὴ ὑπόθεση. Προαπαιτεῖ τὴν ἐκτίμηση ποὺ ἔχει ὁ οἰκοδεσπότης στὸ πρόσωπό σου μαζὶ καὶ τὴν τιμή: λιθάρια ἀκρογωνιαῖα ὁπωσδήποτε, μὲ τὰ ὁποῖα κτίζεται τὸ οἰκοδόμημα τῆς σχέσης, τῆς ἐπικοινωνίας, τῆς συνάντησης. Κι αὐτό,  ἐπειδὴ στὴν Ἀνατολή, ἀλλὰ καὶ σ᾿ ὁλόκληρο τὸν κόσμο,  τὸ τραπέζι εἶναι ἀναμφίβολα ὁ χῶρος ποὺ συνάζει τοὺς συνανθρώπους καὶ τοὺς συμφιλιώνει. Ἐπειδὴ εἶναι ἀδύνατο νὰ παρευρεθεῖς κάπου, ἄν προηγουμένως δὲν  εἶσαι πλήρως συντονισμένος μὲ τὸν ψυχισμὸ τῶν συνδαιτημόνων σου, γιατὶ διαφορετικὰ ἡ σύναξη γύρω ἀπὸ  τὸ τραπέζι αὐτὸ καθίσταται ἐνοχλητικὴ καὶ συναμα βαρετή.

Μέσα στὸ ἱερό, λοιπόν, κλίμα τοῦ φωτεινοῦ Σαρανταημέρου καὶ λίγες μέρες πρὶν ἀπὸ τὴ μεγαλη τῶν Χριστουγέννων Πανήγυρι, ξαναδιαβαζουνε αὐτὴ τὴν κορυφαία Κυριακὴ παραβολὴ, προσέχοντας ἕνα-ἕνα τὰ νοήματα ποὺ στεκονται πίσω ἀπὸ τὶς λέξεις, πίσω ἀπὸ τὶς φράσεις καὶ σ᾿ ὁλόκληρο τὸν κορμὸ τῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς. Τὰ ὁποῖα καὶ  ἐπισκεπτόμαστε,   πασχίζοντας νὰ ἐρευνήσουμε ὁλόκληρο τὸ πεδίο μέσα στὸ ὁποῖο ἐκτείνεται ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, μὲ σκοπὸ νὰ βροῦμε τὸν «πολύτιμο μαργαρίτη»( πρβλ. Μτθ 13, 45-46 ) ποὺ περιέχει, ὥστε νὰ ὤφεληθοῦμε καὶ συνάμα νὰ καταννοήσουμε ποιὰ θὰ πρέπει νὰ εἶναι ἡ συμπεριφορά μας στὸ γεγονὸς τῆς Γιορτῆς ποὺ ἀνοίγεται μπροστά μας. Γιατὶ ἀποκρυπτογραφώντας τὴ συμπεριφορὰ τῶν ὁμάδων τῶν ὅσων κάλεσε ὁ οἰκοδεσπότης, ὁδηγούμαστε στὸ συμπέρασμα ὅτι ἐμεῖς τουλάχιστον δὲν θὰ πρέπει νὰ τὴν ἐπαναλάβουμε. Ὄχι ἀπὸ ἀγένεια ἤ τὸ λεγόμενο «τάκτ», ἀλλὰ ἀπὸ εὐγνωμοσύνη καὶ βαθειὰ συναίσθηση τῆς τιμῆς ποὺ μᾶς γίνεται. Γιατὶ ἄν στὸν κόσμο τὸ θεωροῦμε πάρα πολὺ μεγαλη τιμὴ νὰ μᾶς καλέσουν σ᾿ ἕνα τραπέζι, πόσο μᾶλλον ὅταν ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς μᾶς προσκαλεῖ νὰ κυκλώσουμε τὸ Τραπέζι Του κὰι νὰ καταστοῦμε, τὶς μέρες αὐτὲς τὶς ἱερές, ἀλλὰ καὶ πάντοτε,  φιλότιμοι συνδαιτημόνες ;

Ἀλήθεια, οἱ δικαιολογίες γιὰ τὴν ὅποια ἀπουσία μας τί χρειάζονται; Καὶ γιατὶ προβάλλονται, ὅταν πρῶτοι ἐμεῖς γνωρίζουμε  ὅτι τὰ ἐπιχειρήματά μας  καὶ ἕωλα εἶναι, ἀλλὰ καὶ φαιδρά;

 

Δρ. Δημήτρη Καραγιάννη

Ὁ Θεός τῆς Ὀρθοδοξίας δέν εἶναι μιά ἰδέα, ἀλλά μιά συγκεκριμένη ὀντότητα, μέ τήν ὁποία μπορεῖ νά ὑφίσταται μιά προσωπική σχέση. Μιά ὀντότητα πού δέν θά κατανοηθεῖ ποτέ πλήρως. Ἡ ἀνθρωπότητα ὅμως στό διάβα τῶν αἰώνων καί μέ τήν αὔξηση τῶν ἐπιστημονικῶν γνώσεων θά καταγράφει μέ ἔκπληξη τήν παρουσία τῆς ἄπειρης σοφίας Του, ἐνῶ μέσα ἀπό τίς βιωμένες προσωπικές ἐμπειρίες θά γίνεται κοινωνός τοῦ ζωοποιοῦ ἐνδιαφέροντός Του.

Ὁ ἄνθρωπος πού πιστεύει, ἕλκεται ἀπό τήν ὀμορφιά καί τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Νιώθει ἔκθαμβος μέ τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ, πού τοῦ ἀποκαλύπτεται, εἴτε στήν ὀμορφιά τῆς φύσης, εἴτε στήν ὕπαρξη τῶν ἄλλων ἀνθρώπων, εἴτε κάποιες στιγμές καί στόν ἴδιο προσωπικά.

Ὁ ἄνθρωπος τῆς πίστης ζεῖ οὐσιαστικά καί γνήσια τήν ἐμπιστοσύνη του πρός τήν ἄπειρη καί ἀνέκφραστη μ’ ἀνθρώπινους χαρακτηρισμούς ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Βιώνει τό ζωοποιό ἔλεος τοῦ Θεοῦ, Δημιουργοῦ τῶν πάντων, πού ἀναζωογονεῖ διαρκῶς τήν πεπτωκυῖα φύση. Ἐπιζητεῖ τή δικαιοσύνη καί τήν κρίση τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ τήν ταυτίζει μέ τό ἀσύλληπτο γιά τούς ἀνθρώπους ἔλεός Του, πού ἀναζητᾶ λόγους ὄχι γιά νά τιμωρήσει, ἀλλά γιά νά καταξιώσει, σώσει, ἀναδείξει τό ἀνθρώπινο πρόσωπο.

Ὁ ἄνθρωπος πού βιώνει τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ στή ζωή του, δέν περιμένει τή μετά θάνα­το ζωή γιά νά δικαιωθεῖ. Δέν στειρεῖται κάτι, ὥστε νά περιμένει τήν ἀνταπόδοση. Ἀντίθετα, νιώθει ὑπόχρεος γιά τή χάρη πού τοῦ ἔχει προ­σφερθεῖ. Αὐτή τή χάρη πού ἐξα­φανίζεται ὅπο­τε τήν θεωρεῖ ὡς ἀτομική του κατάκτηση καί πού πολλαπλα­σιάζεται ὅποτε τήν μοιράζε­ται μέ τούς ἄλλους.

Ὁ ἄνθρω­πος πού πι­στεύει καί κοι­νωνεῖ μέ τόν Θεό, γνωρίζει ὅτι τό κακό δέν ἔχει ὀντότητα. Εἶναι τό σκότος, δηλαδή ἡ ἀπουσία φωτός. Ἑπομένως δέν ἔχει καμιά δύ­ναμη καί καμιά τύχη ἀπέναντι σ’ Αὐτόν πού εἶπε «Ἐγὼ εἰμὶ τὸ φῶς», γιατί ἡ παρουσία τοῦ φωτός «βγάζει ἔξω τό σκότος». Δέν κατακρίνει τούς ἄλλους ἀνθρώπους, γιατί ζεῖ τό «μνήσθητι τῶν ἁμαρτωλῶν ὧν πρῶτός εἰμι ἐγώ».

Ὁ ἄνθρωπος τῆς πίστης γνωρίζει τήν ἀνε­πάρκειά του. Βιώνει τήν ἀπιστία του ὡς στέ­ρηση, ὡς ἀποσυντονισμό. Ὡς ἀποπροσανα­τολισμό. Προσπαθώντας νά εἶναι αὐθεντικός καταγράφει τήν ἀνεπάρκειά του, ἀλλά χαίρεται γνήσια καί πλήρως τήν κάθε στιγμή, ὅταν ξα­ναβρίσκοντας τόν προσανατολισμό του, μπο­ρεῖ νά ξαναζεῖ τήν ὀμορφιά τῆς ζωῆς. Ὁ Θεός γιά τόν ἄνθρωπο τῆς πίστης εἶναι ἡ ἀστείρευτη πηγή τοῦ ἀνεφοδιασμοῦ του, «ὁ θησαυρὸς τῶν ἀγαθῶν καὶ ζωῆς χορηγός» πού εἶναι πάντα ἐκεῖ γιά ὅποιον Τόν θελήσει.

Ἀπό το περιοδικό τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Λεμεσοῦ ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ

 

π. Κωνσταντίνου Καλλιανού

Διάβηκε καὶ πάλι ὁ καιρὸς κι ἔφτασε ὁ μῆνας τῆς τρυφερότητας καὶ τῆς στοργῆς, τῆς νοσταλγίας καὶ τῆς εὐαισθησίας. Ὁ Δεκέμβριος. Ὁ μήνας ποὺ στολίζεται μὲ τόσες γιορτές, μὲ τὶς θαυμασιες ἐκεῖνες τοῦ Δωδεκαημέρου Γιορτές, ὅπου ἡ χαρμολύπη σεφανώνει τὴν ψυχή. Γιατὶ τὶς μέρες αὐτὲς τὶς ζεῖ κανεὶς μέσα ἀπὸ κορυφαῖα Γεγονότα, ὅπως ἐκεῖνο τῆς τοῦ Χριστοῦ Γεννήσεως: μιᾶς γιορτῆς ποὺ ἐνέχει στὸν πυρήνα της δύο τινα. Τὸ πρῶτο τὴ συνάντηση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸ Θεό, τὸν Ἥλιο τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως θὰ εἰπωθεῖ παρακάτω, καὶ τὸ δεύτερο τὴν πρόσπάθεια ὅλων μας νὰ ἐπιστρέψουμε: στὴν παιδική μας ἡλικία, ὄχι γιατὶ ἐπιθυμοῦμε νὰ ξαναγίνουμε παιδιά, ἀλλ᾿ ἐπειδὴ μᾶς συγκινεῖ τόσο ἐκείνη ἡ ἀθωότητα ποὺ χάσαμε στὴ διαδρομή. Ἀπὸ τὰ παιδικά μας τὰ χρόνια,  ἴσαμε τὰ χρόνια τῆς ἐνηλικίωσης καὶ τῶν γερατειῶν.

Δεκέμβριος πιά. Εἰσόδευσε κι αὐτὸς, ὥστε νὰ μᾶς προετοιμάσει γιὰ τὶς Γιορτάδες ποὺ ἔρχονται. Κι αὐτό,  γιὰ ν᾿ ἀνασάνει ἡ ψυχὴ εὐωδία θεϊκή, νὰ χαμογελάσει τὸ σπίτι τὸ στολισμένο καὶ φρεσκοσυγυρισμένο, ὥστε νὰ πεῖ ὁ ποιητής,

«Κοιτάχτε, ὅπου ἔβοσκε ἀνοστιά, χοροπηδάει μιὰ πλάση

ζωντανεμένη στὶς χαρὲς γιορταστικῆς βλαστήσεως» (Τ.Κ. Παπατσώνης)

Ὅμως ὁ Δεκέμβριος, ποὺ ἀρχίζει μὲ Γιορτὲς χαρισματικές, ὅπως τοῦ Ἁγίου Νικολάου, ποὺ μᾶς διδάσκει τὴν πραότητα, τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος, ὁ ὁποῖος «ἀγγέλους εἶχε συλλειτουργούντας», οἱ Τρεῖς Παῖδες μὲ τὴν ἀταλάντευτο Πίστη τους, οἱ Προπάτορες τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, ποὺ φωτίζουν τὸ δρόμο μας, ὅπως οἱ δικοί μας προπάτορες, ὅλοι αὐτοὶ καὶ ὅσοι ἄλλοι προετοιμαζουν τὴν πνευματικὴ τὴν Τράπεζα τῶν τοῦ Χριστοῦ Γεννῶν. Στὴν ὁποία ὅλοι μας εἴμαστε κεκλημένοι, ὅμως...Αὐτὸ τὸ  ζήτημα ὅμως εἶναι ποὺ μᾶς ἀπωθεῖ, ὥστε νὰ ἐμβιώσουμε τὸ ὑπέροχο Γεγονὸς τῆς Γιορτῆς, γιατὶ παρασυρόμενοι ἀπὸ ποικίλους περισπασμοὺς κι ἀπὸ τὸ πνεῦμα τοῦ Κόσμου τούτου, ἀπεμπολοῦμε τὸ ἀληθινὸ τὸ νόημα τῶν ἠμερῶν καὶ προσπαθοῦμε νὰ συντονιστοῦμε μὲ τὸ τὶ θὰ μᾶς προσφέρει ἡ ἀγορὰ κι ἡ κατανάλωση, ὥστε νὰ ἐξασφαλίσουμε ἕνα πρόχειρο γιορταστικὸ κλίμα, στολισμένο μὲ πολύχρωμα φῶτα, μὲ διάκοσμο ἐξαιρετικό, ὅμως δίχως τὴ θαλπωρὴ ἐκείνη, ἡ ὁποία θὰ καταφέρει νὰ καταθέσει στὴν ψυχὴ τὴν εἰρήνη, ποὺ δαψιλῶς προσφέρει ὁ Θεὸς τῆς Εἰρήνης καὶ Πατὴρ οἰκτιρμῶν. Γιατὶ ὅταν τὰ χρόνια ποὺ διαβαίνουν δὲν ἐπενδυθοῦν σωστὰ μὲ γνήσιο Ἁγιοπνευματικὸ εἰσόδημα, δηλαδὴ μὲ τὴν εἰρήνη τοῦ Θεοῦ  ποὺ ὁδηγεῖ στὴν Ἁγιότητα καὶ τὴ Χάρη, τότε τίποτε δὲν ὠφελεῖ καί, κυρίως, δὲν ψυχωφελεῖ.

Δεκέμβριος πιά...Μὲ τὰ Νικολοβάρβαρα, μὲ τὸ προέορτιο κλίμα ποὺ θωπευει τρυφερὰ τὴν ψυχή, μὲ τὴ συνέχεια τοῦ Σαρανταημέρου, ἀλλὰ καὶ μὲ τὸ στολισμό, σπιτιῶν δρόμων καταστηματων, ἀκόμα καὶ τῶν πλατειῶν κάποιων ναῶν. Στολίδια, φῶτα καὶ διάκοσμος, ποὺ συγκινοῦν τέρπουν ἀλλὰ καὶ συνάμα διδάσκουν. Ναί, διδάσκουν ὅταν ὅλ᾿ αὐτὰ τὰ δεῖς ἀπὸ τὴν ἄλλη τους ὄψη: τὴ σωτηριολογική. Ἐπειδὴ χρειάζεται πάντα νὰ ἐρευνοῦμε τὰ πράγματα, γιὰ νὰ κερδίζουμε κάτι ἀπὸ τὴν παρουσία τους. Ἔτσι εἶναι πολὺ εὔκολο πίσω ἀπὸ τὸ στολισμὸ καὶ τὸν διάκοσμο νὰ ἀναζητήσουμε τὸν δικό μας στόλισμό, ἐκῖνο δηλα. τό, «λάμπρυνόν μου τὴν στολὴ τῆς ψυχῆς...». Ἄν, λοιπόν, τὰ ἄψυχα πράγματα στολίζονται μὲ τόση ἐπιμέλεια καὶ χάρη, ποιός ὁ λόγος νὰ μὴ στολιστεῖ ἡ ψυχή μας;

Τὸ ἴδιο μποροῦμε νὰ προσέξουμε καὶ στὸ φωτισμό ποὺ κυριαρχεῖ ἔντονος αὐτὲς τὶς μέρες. Πάντοῦ φῶτα, μικρὰ καὶ μεγάλα, κάθε εἴδους καὶ χρωματισμοῦ. Καὶ μονάχα ἐκεῖνο «τὸ φῶς τὸ τῆς γνώσεως»δὲν ἀναζητοῦμε, ποὺ ἀνέτειλε μὲ τὴ Γέννησή Του.   Ἴσως, μαθημένοι ἀπὸ ἄλλα φῶτα, φῶτα τοῦ συρμοῦ καὶ τοῦ κόσμου, παρασυρόμαστε κι ἀδιαφοροῦμε,  γιὰ μιὰν ἀκόμη χρονιά, γιὰ τὸ «φῶς τὸ τῆς γνώσεως», ποὺ δαψιλῶς μᾶς προσφέρει ἡ Ἐκκλησία. Φῶς, ποὺ πρόλαβαν κι ἔλαβαν «Μαγοι καὶ ποιμένες»,ποὺ «ἦλθον προσκυνῆσαι, Χριστὸν τὸν γεννηθέντα ἐν Βηθλεὲμ τῇ πόλει» .

Καὶ τὸ ἐρώτημα ἀπομένει μετέωρο πάνω μας: Μήπως, γιὰ μιὰν ἀκόμα χρονιὰ Τὸν ἐμπάιξουμε, πότε μὲ τὴν ἀπουσία μας ἀπό τὸ Μ. Δεῖπνο πότε  μὲ ἀδιαφορία μας;  

Μοναχού Μωυσή Αγιορείτη

Η νοσταλγία του απολεσθέντος παραδείσου δη­μιουργεί δάκρυα πικρά, πόνο δυνατό, πόνο που μπο­ρεί όμως να θεραπεύσει τον αμαρτωλό. Και τότε να έχουμε το παράδοξο, αντιφατικό και οξύμωρο: Υγεία στην ασθένεια! Με την κατάφαση του πόνου, όχι μα­ζοχιστικά, όχι παθητικά, όχι μοιρολατρικά, αλλά με βεβαία πίστη, μ’ επίγνωση, με υπομονή, ως θεϊκή δο­κιμασία και παιδαγωγία, και όχι ως τιμωρία, που επε­ξεργάζεται λύτρωση και σωτηρία. Γεννιέται έτσι ένας άλλος πόνος. Αγαπάς και πονάς, ταπεινώνεσαι και πονάς, υποχωρείς και πονάς. Πονάς όμως διαφορετι­κά, γλυκά, κερδοφόρα. Το ν’ αγαπάς αληθινά σημαί­νει να θυσιάζεσαι. Αποτελεί μία ιδιαίτερα φιλόπονη εργασία, όπως και να ταπεινώνεσαι. Αγαπώντας ενδυναμώνεσαι και χαίρεσαι. Έχεις μια βαθειά ικανοποί­ηση. Μιλώντας για «χαρμολύπη» και «χαροποιόν πένθος», κατά τις ωραίες εκφράσεις των νηπτικών κει­μένων της Εκκλησίας μας, δεν παραδοξολογούμε. Ο πόνος και η συνειδητή κατάφαση σε αυτόν προσφέρει πολύτιμη γνώση, μεγάλη εμπειρία. Η εγνωσμένη παραδοχή της παθολογίας μας θα μας δώσει την υπέροχη και απαραίτητη για την πνευματική ανάβαση αυ­τογνωσία. Η γνήσια πνευματική ζωή είναι μία ηθελη­μένη απόσπαση από τον ψεύτικο εφησυχασμό της κα­λοπέρασης και η είσοδος σε μία καλή αγωνία και ή­ρεμη ανησυχία, όπως έλεγε ο μακαριστός Γέροντας Παΐσιος Αγιορείτης, από την επανάπαυση και τη νωχέλεια σε μία ζωή όλο ωραίες αλλαγές. Μία πορεία προς συνάντηση του πλησίον, που κι εκείνος αγωνιά, άγχεται, δυσκολεύεται, προβληματίζεται, βασανίζεται και πονά.

Ο πόνος λιχνίζει και τελειοποιεί τον άνθρωπο. Ο πόνος από τους άλλους, διά πικρών λόγων και σκοτει­νών έργων, συχνά είναι πιο σκληρός και από της α­σθένειας και του πένθους. Πονά πολύ ο αταπείνωτος άνθρωπος όταν τον υποτιμούν, τον παρεξηγούν, τον μειώνουν, τον ειρωνεύονται, τον κουτσομπολεύουν, κατακρίνουν και συκοφαντούν. Οι συνεχώς κρίνοντες και κατακρίνοντες ασύστολα τους πάντες και τα πά­ντα, δίχως καμιά περίσκεψη κι αιδώ, καταδικάζοντάς τους αναπολόγητα, αμαρτάνουν φοβερά και θέτουν μεγάλο βάρος πάνω τους. Πονούμε τους άλλους, αλλά πονάμε κι εμείς.

Η συνεχής εξουσιαστικότητα στη ζωή δημιουργεί έντονη εχθρότητα, αντιπαλότητα και αντίδραση. Οι ε­ξουσιαστές συνήθως είναι άσπλαχνοι εγωιστές, με υ­περβολική εσωτερική ένδεια, που προσπαθούν να την καλύψουν με πράξεις ισχύος. Ο ανόητος άνθρωπος θέ­λει να γίνει μεγάλος, κάνοντας τους άλλους μικρούς. Ο μεγάλος χριστιανός συγγραφέας Ντοστογιέφσκυ ορθά λέει πως υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχουν δια­πράξει ποτέ τους έγκλημα και όμως είναι χειρότεροι α­πό εγκληματίες. Μερικοί πεθαίνουν χωρίς να ζήσουν. Λησμονούν ότι είναι άνθρωποι, εικόνες Θεού.

Ο ψυχικός πόνος είναι μια κραυγή της ψυχής για βοήθεια. Μας καλεί να εντείνουμε την πνευματική ό­ραση και ακοή εντός μας. Δεν πρέπει απρόσεκτα να προσπεράσουμε αυτό το κάλεσμα και να παραβλέψου­με το μήνυμα. Όπως ένας πόνος του σώματος μας δη­λώνει ότι κάτι συμβαίνει στον οργανισμό μας και ο­δηγούμεθα στον ιατρό και τις σχετικές εξετάσεις, έτσι καλούμεθα ν’ αποκρυπτογραφήσουμε το σήμα του ψυ­χικού πόνου με τη συνδρομή μάλιστα της κατάλλη­λης μελέτης, της προσευχής και της βοήθειας του έ­μπειρου πνευματικού.

 

Πρωτ. Δημήτριου Θεοφίλου, M.D, PhD Student ΕΚΠΑ

Αν ανατρέξει κάποιος στην ακολουθία του γάμου, θα διαπιστώσει πως ο σημαντικότερος λόγος που δύο άνθρωποι νυμφεύονται δεν είναι άλλος από την κατά Χάρη θέωσή τους.

 Ο γάμος αποτελεί ασκητικό μονοπάτι διαρκούς αυταπάρνησης του εγώ και θυσιών για το εσύ. Το ζήτημα της τεκνοποιίας δεν είναι το βασικό, αλλά το αποτέλεσμα της συζυγικής αγάπης, αλληλοπεριχώρησης και αλτρουιστικής αυταπάρνησης, που καλούνται να επιδεικνύουν οι δύο σύζυγοι.

Ο γάμος δεν είναι χώρος αυτο-δικαιωτισμού και απαιτητικών «θέλω», αλλά προσφοράς και θυσίας. Δυστυχώς, η υποτίμηση και η διαστρέβλωση του νοήματός του δεν προέρχεται μόνο από τον «κόσμο» αλλά και από την ίδια τη γήινη συστημική Εκκλησία.

Τη σημερινή εποχή κανείς δεν είναι διατεθειμένος, ούτε προετοιμασμένος από την πατρική του οικογένεια, για θυσίες και προσφορά. Έτσι αρχίζουν οι ανταγωνισμοί και οι διεκδικήσεις, ξεκινούν λίστες δικαιωμάτων και απαιτήσεων, που συχνά-πυκνά οδηγούν με μαθηματικό τρόπο σε ναυάγια. Η Εκκλησία ευλογεί, μεν, τον γάμο, αλλά τον αντιμετωπίζει μονοδιάστατα, θεωρώντας τον σαφώς κατώτερο από την άγαμη επιλογή ζωής και, ούτε λίγο ούτε πολύ, μια κατ’ οικονομία παραχώρηση, για να μην πορνεύουν οι άνθρωποι. Αυτή είναι μια ξεκάθαρα σωματική αντιμετώπιση του γάμου, όπου με βιολογικές προϋποθέσεις ιεραρχείται αξιακά η σχέση του ανθρώπου με την Εκκλησία και, πέρα απ’ αυτό, δημιουργείται μια ταξική πυραμιδοειδής Εκκλησία με όρους σωματικών σχέσεων.

Ο γάμος θαρρώ πως είναι ίσως το πιο παρεξηγημένο μυστήριο της Εκκλησίας, γι’ αυτό και δεν μπορεί να διασωθεί από επαγγελματικές ακατανόητες ερμηνευτικά ιερολογήσεις, ούτε από παγανιστικά ξόρκια, που έχουν αφεθεί να υπάρχουν και να δρουν ανεξέλεγκτα, προερχόμενα από το ειδωλολατρικό παρελθόν.

Η τεκνογονία ποτέ δεν υπήρξε αυτοσκοπός του γάμου, κατά την ίδια έννοια ούτε η πολυτεκνία, γι’ αυτό και οι ευχές της ακολουθίας του επικεντρώνουν στο νόημα της καλλιτεκνίας και της ευτεκνίας. Παρόλο που και σήμερα υπάρχουν πολλοί που επικεντρώνουν, με στρεβλό τρόπο, σε λάθος στόχο.

Η πελώρια αποτυχία του θρησκευτικού γάμου δεν απασχολεί κανέναν, αφού όλοι ασχολούνται με τα σύμφωνα συμβίωσης, με τον πολιτικό γάμο, την ελεύθερη συμβίωση και διάφορες υπεκφυγές, για να μην κοιταχθεί κατάματα μια τραγική πραγματικότητα. Ακόμα στην ελληνική κοινωνία ο θρησκευτικός γάμος ποσοστιαία κυριαρχεί, αυτό όμως δεν συγκινεί κανέναν ώστε να σκύψει επάνω από τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει και να φροντίσει για την πνευματική και ποιοτική αναβάθμισή του. Τα διαζύγια στατιστικά σε ετήσια βάση έχουν αρχίσει να ξεπερνούν τους γάμους, που είναι πλέον λιγοστοί, ιδίως στις επαρχιακές μητροπόλεις.

Συχνά αρκετοί επίσκοποι, με την άνεση που υπογράφουν απρόσωπα τις άδειες γάμου, υπογράφουν εξίσου απρόσωπα και τα διαζευκτήρια, εκτός κάποιων λιγοστών φωτεινών εξαιρέσεων, που δυστυχώς επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Αρκετοί ιερείς το ίδιο απρόσωπα παντρεύουν ζευγάρια με μια χυδαία προχειρότητα και έναν στυγνό επαγγελματισμό, ακόμα και σε επίπεδο ιερολογίας του μυστηρίου, σε ένα πλαίσιο ανυπαρξίας πνευματικών προϋποθέσεων και σχεσιακών δομών.

Ο γάμος σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μια αναπαραγωγική διαδικασία, τίποτε από όλα αυτά δεν αναφέρεται στα Ευαγγέλια, ο μηχανισμός παραγωγής σεξουαλικών ενοχών στήθηκε μετά.

Ο Αυγουστίνος προτού ασπαστεί τον Χριστιανισμό ζούσε έκλυτο βίο, και όμως έγινε ο πρώτος μεγάλος «θεολόγος» που διατύπωσε την άποψη ότι το σεξ αποτελεί «θεϊκή κατάρα» ακόμα και μεταξύ συζύγων! Αυτή η θέση, η οποία αποτελεί μεταχρονολογημένο μανιχαϊκό παραλήρημα, επικράτησε τόσο την ανατολική όσο και τη δυτική χριστιανική ζωή και έγινε αφορμή να στοιχειώσουν οι σχέσεις εκατομμυρίων βαπτισμένων Χριστιανών με τις Εκκλησίες τους. Δημιουργήθηκε πληθώρα ποινικών καταλόγων γενετήσιων σωματικών παρεκτροπών, όπου κλήθηκε κάθε ιερωμένος υψηλόβαθμος ή χαμηλόβαθμος να επιβάλλει στους ανθρώπους ποικίλες ποινές και επιτίμια, με αποτέλεσμα να προκύψει πλήθος ψυχικών αναπηριών και πνευματικών καταστροφών. Ο π. Thomas Hopko (γαμπρός από κόρη του μακαριστού π. Α. Schmemann) ομολογεί πως το πρόβλημα της ανθρώπινης σεξουαλικότητας αποτελεί καίριο ζήτημα που επηρεάζει αποφασιστικά τη σύγχρονη θεώρηση όλων των μεγάλων θεολογικών θεμάτων.

Η ερωτική λειτουργία είναι μια από τις βασικότερες λειτουργίες του ανθρώπου, είναι μια από τις μεγάλες δωρεές που έχει χαρίσει ο Θεός στον άνθρωπο, αλλά χρειάζεται διάκριση και προσοχή, ώστε να μη μαραθεί, διαστραφεί ή στοιχειώσει και καταστραφεί. Το ότι η εξομολογητική μέχρι τώρα είχε επικεντρώσει το ενδιαφέρον της στη σεξουαλικότητα του γάμου και στις όποιες παρεκτροπές της πρέπει να μας ανησυχεί, αφού ο ίδιος ο Χριστός αναφώνησε το περίφημο «ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθο βαλέτω».

 

π. Ιωάννου Ρωμανίδη

Σε πολλούς επικρατεί η αντίληψις ότι η Ορθοδοξία είναι μία από τις πολλές θρησκείες, που έχει σαν κύρια μέριμνά Της την προετοιμασία των μελών της Εκκλησίας για την ζωή μετά θάνατον, να εξασφάλιση δηλαδή μία θέση στον Παράδεισο για κάθε Ορθόδοξο Χριστιανό.

Έτσι θεωρείται ότι το Ορθόδοξο δόγμα προσφέρει μία επί πλέον εξασφάλισι, επειδή είναι Ορθόδοξο, και ότι, αν κανείς δεν πιστεύη στο Ορθόδοξο δόγμα, αυτό είναι ένας επί πλέον λόγος για να πάη στην Κόλασι ο άνθρωπος αυτός, εκτός δηλαδή από το ότι ενδεχομένως θα τον στείλουν εκεί τα προσωπικά του αμαρτήματα.

Όσοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί πιστεύουν ότι αυτό το πράγμα είναι η Ορθοδοξία, αυτοί έχουν συσχετίσει την Ορθοδοξία αποκλειστικά με την μέλλουσα ζωή. Και αυτοί δεν κάνουν και πολλά πράγματα σ’ αυτήν την ζωή, αλλά περιμένουν να πεθάνουν, για να πάνε στον Παράδεισο, επειδή, όταν ζούσαν, ήταν Ορθόδοξοι Χριστιανοί!

Μια άλλη μερίδα Ορθοδόξων δραστηριοποιείται μέσα στον χώρο της Εκκλησίας ενδιαφερομένη όχι για την άλλη ζωή, αλλά κυρίως γι’ αυτήν εδώ την ζωή. Δηλαδή για το πως θα τους βοηθήση η Ορθοδοξία να ζήσουν καλά σ’ αυτήν την ζωή. Τέτοιοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί προσεύχονται στον Θεό, βάζουν τους παπάδες να κάνουν προσευχές, κάνουν αγιασμούς, παρακλήσεις ευχέλαια κλπ., για να τους βοηθάη ο Θεός να περνάνε καλά σ’ αυτήν την ζωή, να μην αρρωσταίνουν, να αποκαθίστανται τα παιδιά τους, να εξασφαλίσουν στα κορίτσια τους μία καλή προίκα και έναν καλό γαμπρό, τα αγόρια τους να βρουν καλές κοπέλλες με καλή προίκα για να παντρευτούν, οι δουλειές τους να πηγαίνουν καλά, το εμπόριο, με το οποίο ασχολούνται, να πηγαίνει καλά, ακόμη και το χρηματιστήριο ή η βιομηχανία τους, κλπ. Οπότε βλέπομε ότι αυτοί οι Χριστιανοί δεν διαφέρουν κατά πολύ από τους πιστούς των άλλων θρησκειών, που κάνουν και εκείνοι τα ίδια περίπου πράγματα.

Δηλαδή βλέπει κανείς από τα παραπάνω την Ορθοδοξία να έχη αυτά τα δύο κοινά σημεία με όλα τα άλλα θρησκεύματα: Πρώτον, το να προπαρασκευάζη τους πιστούς για την ζωή μετά θάνατον, ώστε να πάνε στον Παράδεισο, όπως ο καθένας τον φαντάζεται, και δεύτερον, το να φροντίζη, ώστε οι Χριστιανοί να μην περνούν θλίψεις, στενοχώριες, καταστροφές, αρρώστιες, πολέμους κλπ. σ’ αυτήν εδώ τη ζωή, δηλαδή ο Θεός να τα τακτοποιή όλα κατά τις ανάγκες ή τις επιθυμίες τους. Έτσι γι’ αυτούς τους δεύτερους, η θρησκεία παίζει μεγάλο ρόλο σ’ αυτήν την ζωή και μάλιστα σ’ αυτήν την καθημερινή τους ζωή.

Κατά βάθος όμως απ’ όλους τους παραπάνω Χριστιανούς ποιος ενδιαφέρεται αν υπάρχη ή δεν υπάρχη Θεός; Ποιος Τον αναζητά; Γι’ αυτούς δεν τίθεται θέμα αν υπάρχη Θεός ή όχι, εφ’ όσον καλύτερα θα ήταν να υπήρχε Θεός για να μπορούμε να τον επικαλούμεθα και να του ζητούμε να ικανοποιή τις ανάγκες μας, ώστε να πηγαίνουν καλά οι δουλειές μας και να έχωμε κάποια ευτυχία σ’ αυτή την ζωή.

Οπότε βλέπομε ότι ο άνθρωπος έχει μια ισχυρότατη τάσι να θέλη να υπάρχη Θεός, να πιστεύη ότι υπάρχει Θεός, διότι είναι μία ανάγκη για τον άνθρωπο να υπάρχη Θεός, για να εξασφαλίζη τα όσα είπαμε. Ε, και εφ’ όσον είναι λοιπόν μία ανάγκη για τον άνθρωπο το να υπάρχη Θεός, άρα Θεός υπάρχει!

Αν ο άνθρωπος δεν είχε την ανάγκη ενός Θεού και αν μπορούσε να εξασφαλίση αυτάρκεια των προς το ζην σ’ αυτήν την ζωή με κάποιον άλλο τρόπο, τότε δεν ξέρει κανείς πόσοι άνθρωποι θα πίστευαν στον Θεό. Αυτό, γίνεται, εν πολλοίς στην Ελλάδα.

Έτσι βλέπομε, πολλοί άνθρωποι, ενώ πριν ήταν αδιάφοροι ως προς την θρησκεία, προς το τέλος της ζωής τους να θρησκεύουν, μετά ίσως από κάποιο γεγονός που τους φόβισε. Διότι πλέον δεν μπορούν να ζήσουν χωρίς να επικαλούνται να τους βοηθήση κάποιος Θεός, από δεισιδαιμονική δηλαδή πρόληψη. Γι’ αυτούς τους λόγους η φύσις του ανθρώπου βοηθά στο να θρησκεύη ο άνθρωπος. Αυτό δεν ισχύει μόνο για τους Ορθοδόξους Χριστιανούς, ισχύει για τους πιστούς όλων των θρησκειών. Παντού η φύσις του ανθρώπου είναι η ίδια. Έτσι ο άνθρωπος μετά την πτώση του – εσκοτισμένος όπως είναι κατά φύσιν – μάλλον, παρά φύσιν – ρέπει προς την δεισιδαιμονία.

Πηγή: http://o-nekros.blogspot.com.cy/

 

Μητροπολίτη Ἐδέσσης Ἰωήλ

Ὅπως μέσα στήν εὐχαριστία παίρνει ὁ ἄνθρωπος τά στοιχεῖα τοῦ κόσμου, δηλαδή τόν ἄρτο καί τόν οἶνο, πού εἶναι καρποί τῆς γῆς, καί τά προσφέρει στόν Θεό, καί Ἐκεῖνος πάλι τά ἐπιστρέφει τά ἴδια, ἀλλά μεταμορφωμένα σέ σῶμα καί αἷμα του, ἔτσι καί ὁ Χριστός σκέπασε τήν ἁμαρτωλή σάρκα τοῦ κόσμου μέ τή θεότητά του, τήν ἁγίασε καί τή μεταμόρφωσε σέ σῶμα του, στό δικό του σῶμα, πού εἶναι ἡ Ἐκκλησία.

Ἡ Παναγία ἀγάπησε τόν κόσμο καί ἔγινε σκέπη τοῦ κόσμου, γιατί ὁ Χριστός ἔγινε ἡ σωτηρία τοῦ κόσμου. Ὁ Χρίστος εἶναι «ὁ αἴρων τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου». Ἐνῶ, λοιπόν, ὁ κόσμος εἶναι δημιούργημα τοῦ Θεοῦ καί ὁ Θεός ἔχυσε τό αἷμα Του γι’ αὐτόν, ὁ ἴδιος ἀρνεῖται νά τόν ἀναγνωρίσει σωτήρα του. Μισεῖ ὁ κόσμος τόν Χριστό καί τούς ἀνθρώπους τοῦ Χριστοῦ. «Ὅτι δέ ἐκ τοῦ κόσμου οὐκ ἔστε, ἀλλ’ ἐγώ ἐξελεξάμην ὑμᾶς ἐκ τοῦ κόσμου διά τοῦτο μισεῖ ὑμᾶς ὁ κόσμος», εἶπε ὁ Ἰησοῦς στούς μαθητές Του.

Μποροῦμε νά ζήσουμε μέσα σέ ἕναν τέτοιο κόσμο, ὄχι ἀπαρνούμενοι τόν κόσμο καί μισώντας τον, ἀλλά μεταμορφώνοντάς τον. Οἱ Χριστιανοί δέ μισοῦν τόν κόσμο, ἀλλά τήν ἁμαρτία καί τόν πονηρό. Ἀπεχθάνονται τό φρόνημα τοῦ κόσμου, πού ἔχει μέσα του τόν θάνατο. Ὅπως ὁ Χριστός ἀγάπησε τόν κόσμο καί οἱ ἅγιοι ἔκλαιγαν γιά τόν κόσμο, ἔτσι καί ἐμεῖς νά ἀλλάξουμε μέ τήν ἄσκηση, τή μετάνοια, τή συντριβή τόν κόσμο μας, γιά νά γίνει κόσμος τοῦ Θεοῦ. Ὄχι κάτω ἀπό τά εἴδωλα τοῦ κόσμου, ἀλλά κάτω ἀπό τήν σκέπη τῆς Παναγίας μας.

Παλαιότερα κοντά σέ κάποιο μοναστήρι ἔπιασε μία πυρκαϊά ἡ ὁποία ἀπειλοῦσε νά κατακαύσει τόν τόπο τοῦ Θεοῦ. Καί ἐνῶ ὅλοι ἦταν ἀπελπισμένοι, μία εὐλαβής ψυχή ἀπό τήν πόλη ἔβλεπε τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο νά ἔχει ἁπλώσει τά χέρια της σάν φτεροῦγες, τή σκεπή της πάνω ἀπό τό μοναστήρι. Ἀμέσως ἄρχισε μία βροχή πού ἔσβησε τή φωτιά. Ὅλα κάηκαν ἐκτός ἀπό τή μονή. Ἡ Παναγία σκέπασε τόν τόπο.

Αὐτό τό πραγματικό γεγονός ἄς γίνει σημάδι καί γιά μᾶς. Μπορεῖ νά μαίνεται ἡ φωτιά τοῦ κόσμου καί τῆς ψυχῆς μας. Ἡ δική μας φροντίδα εἶναι νά βρεθοῦμε κάτω ἀπό τή σκέπη τῆς Παναγίας, νά τῆς λέμε συνεχῶς: «Χαῖρε σκέπη τοῦ κόσμου πλατυτέρα νεφέλης».

 

Μοναχού Μωυσή Αγιορείτη

Είναι αλήθεια πως σήμερα υπάρχει άφθονος σω­ματικός και ψυχικός πόνος. Άλλοτε ευθύνεται γι’ αυ­τόν ο άνθρωπος και άλλοτε όχι. Σημασία έχει την ώρα του πόνου κάποιος να τον συνδράμει. Να μη τον α­φήσει ν’ απογοητευθεί, να πνιγεί στη μοναξιά, να πο­νέσει ακόμη πιο πολύ.

Με αυτή την προοπτική γράφθηκε και το κείμενο που ακολουθεί, από ένα άνθρωπο που πόνεσε πολύ. Γνωρίζω πως ο πόνος σ’ έφερε στο κρεβάτι του πόνου ή σ’ έκλεισε στο σπίτι σου. Η επίσκεψη του πόνου στη ζωή σου δεν είναι ασφαλώς κάτι δίχως σημασία και σκοπό. Δεν είναι καθόλου ένα τυχαίο γεγονός. Δεν πιστεύουμε στην τύχη. Το Ευαγγέλιο λέει πως κάτω από τη ματιά του Θεού είναι και το πέσιμο του κάθε φύλλου από το δένδρο. Πόσο μάλλον από τα προβλήματα των παιδιών Του. Ο Θεός δεν παύει ποτέ να ενδιαφέρεται για τα μετάνοια και τη σωτηρία μας και προσφέρει μύριες ευκαιρίες και ανοίγει διάφο­ρους δρόμους.

Αν την υγεία μας, αγαπητοί μου, τη σπαταλήσαμε σε ανώφελα έργα, καλούμεθα τώρα, να μελετήσουμε το παρελθόν, να δούμε βαθύτερα τον όχι και τόσο γνωστό εαυτό μας. Είναι μία μεγάλη ακόμη ευκαιρία που μας δίνει ο Πανάγαθος Θεός, για να σκύψουμε μέσα μας, να μετανοήσουμε ειλικρινά, να προσευχηθού­με θερμά, να γνωρίσουμε την ακένωτη χάρη των ιε­ρών μυστηρίων της αγίας μητέρας μας Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Η ασθένεια δεν προέρχεται, αδελφοί μου, από την τιμωρία ενός εκδικητή Θεού. Η αντίληψη αυτή είναι ανορθόδοξη, πέρα για πέρα λαθεμένη. Ο Θεός μας μόνο αγαπά και δεν τιμωρεί τα πλάσματά Του. Ο Θεός είναι μακρόθυμος, πολυέλεος, πολυεύσπλαχνος, πανάγαθος και αληθινός. Τ’ όνομα του Θεού είναι α­γάπη, λέει ο αγαπημένος του μαθητής Ιωάννης ο Θε­ολόγος. Παραχωρεί, επιτρέπει παιδαγωγικά προς βοή­θεια την ασθένεια, για να μας φρονηματίσει, να μας διορθώσει, να μας προσγειώσει και ταπεινώσει. Ο πό­νος έτσι μπορεί να γίνει αφορμή, για μία πιο ουσια­στική και βαθειά γνωριμία μας με τον Θεό, και όχι να τα βάλουμε μαζί του. Ο πόνος μπορεί να μας συνδράμει να γίνουμε πιο ανεκτικοί και συμπονετικοί με τους αδελφούς μας και να γνωρίσουμε τον άγνωστο ε­αυτό μας. Είπαν ορθά πως όποιος έχει υποφέρει πολύ μοιάζει μ’ εκείνον που γνωρίζει πολλές γλώσσες κι έ­τσι μπορεί να καταλάβει πολλούς και να τον καταλά­βουν πολλοί.

Αν εκμεταλλευθούμε την πράγματι σημαντική ευ­καιρία, μπορεί ο σωματικός πόνος να γίνει θεραπευ­τής της αθάνατης ψυχής μας. Ο πόνος τότε θα γίνει ευλογία. Δεν ζητάμε βεβαίως εμείς οι πιστοί τον πόνο νοσηρά στη ζωή μας. Η Εκκλησία μας πάντοτε εύχε­ται υπέρ υγείας και διαφωτίσεως των τέκνων της. Εάν έλθει όμως ο πόνος να τον υπομείνουμε καρτερικά κι ελπιδοφόρα και θα έχουμε, αλήθεια, μεγάλο κέρδος. Με τον τρόπο αυτό ο σκοπός της δοκιμασίας μας θα έχει επιτευχθεί, αφού θα έχει μαλακώσει η καρδιά μας και θα έχουμε βοηθηθεί στο να γνωρίσουμε τον πραγ­ματικό εαυτό μας και τον Θεό μας.

Είναι επίσης αλήθεια, αγαπητοί μου, πως οι πονε­μένοι λειαίνονται, και αυτοί τελικά έχουν κάτι σημα­ντικό να πουν, ως εμπειρικό και βιωματικό. Πίσω από κάθε ανθρώπινο πόνο κρύβεται το χέρι του Θεού που ευλογεί. Μακάριοι οι πονεμένοι ως πλούσια ευλογη­μένοι.

 

Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ιεροθέου

 

Όταν διαβάσει κανείς την Παλαιά Διαθήκη και ιδιαιτέρως την ζωή των προφητών, θα διαπιστώσει εκεί ότι οι προφήτες δεν ήταν απλώς μερικοί στοχαστές, δεν ήταν απλώς μερικοί θεολόγοι, όπως εμείς σήμερα τους ονομάζουμε, δεν ήταν φιλόσοφοι. Γιατί υπάρχει τεράστια διαφορά μεταξύ προφητών και φιλοσόφων. Οι φιλόσοφοι στοχάζονται και προσπαθούν να ανακαλύψουν τον Θεό, ενώ οι προφήτες είχαν εμπειρία του Θεού και ο Θεός αποκαλυπτόταν σ’ αυτούς. Οι προφήτες, κι αυτό έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία, είχαν συναντήσει τον Ζωντανό Θεό, τον άσαρκο Λόγο στην Παλαιά Διαθήκη, δηλαδή το Δεύτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, τον Γιαχβέ, ασάρκως. Αυτόν είχαν δει και με Αυτόν είχαν επικοινωνία. Είχαν αποκτήσει μέθεξη του ασάρκου Λόγου και δι’ Αυτού γενικότερα με τον άγιο Τριαδικό Θεό.
Εάν διαβάσουμε τα βιβλία των προφητών και ιδιαιτέρως αν προσέξουμε το πρώτο κεφάλαιο, το πώς αρχίζουν αυτές οι προφητείες, αυτά τα προφητικά βιβλία, θα δούμε αυτή την πραγματικότητα. Διαβάζοντας το βιβλίο του προφήτου Ησαΐου βλέπουμε ότι αρχίζει: «Όρασις ήν είδε ο Ησαΐας». Πρόκειται για μια όραση, για μια θεοπτία, όραση, θέα του Δευτέρου Προσώπου της Αγίας Τριάδος ασάρκως. Σε άλλα προφητικά βιβλία βλέπουμε πάλι το ίδιο πράγμα. Για παράδειγμα στο βιβλίο του προφήτου Ναούμ βλέπουμε ότι αρχίζει: «Βίβλος οράσεως» και περιγράφει εκεί το τι είδε ο προφήτης Ναούμ. Στο βιβλίο του προφήτου Ιωήλ, όπως και σε άλλα βιβλία, βλέπουμε ότι αρχίζουν με ένα διαφορετικό τρόπο. Λέγεται εκεί: «Λόγος Κυρίου, ός εγεννήθη προς Ιωήλ». Εδώ δεν αναφέρεται η όραση, αλλά γίνεται λόγος για «Λόγο Κυρίου». Τον Λόγο του Θεού άκουσαν οι προφήτες όπως ο Ιωήλ. Και όχι απλώς τον άκουσαν, γιατί αν προσέξουμε τη φράση θα δούμε ότι λέγεται: «Λόγος Κυρίου, ός εγεννήθη προς Ιωήλ». Ο Λόγος του Κυρίου γεννάται μέσα στην καρδιά του ανθρώπου ο οποίος έχει φθάσει στην κατά χάρη θέωση. Γι’ αυτό στην Παλαιά Διαθήκη ο προφήτης ήταν ο άνθρωπος εκείνος ο οποίος είχε προσευχή, και μάλιστα νοερά καρδιακή προσευχή, όπως το βλέπουμε στους Ψαλμούς του Δαβίδ. Και γύρω από τον προφήτη συγκεντρώνονταν οι μαθητές, διάφοροι μαθητές οι οποίοι ζούσαν αυτή την μέθεξη του Θεού. Γι’ αυτό και ονομάζονταν «ο χορός των προφητών» οι οποίοι προσεύχονταν και αξιώνονταν μερικές φορές να δούνε και την δόξα του Θεού.
Άλλα όπως λέει ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος αυτή η όραση του Θεού, την οποία είχαν οι προφήτες, και αυτή η ακοή του Λόγου του Θεού που άκουγαν και εγεννάτο αυτός ο Λόγος μέσα στην καρδιά των προφητών, δεν ήταν ανθρώπινα κατασκευάσματα και δεν ήταν διαφορετικές απλώς εμπειρίες. Γιατί λέει ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος: «Και η όραση των προφητών ήταν ακοή του Λόγου, και η ακοή του Λόγου του Κυρίου από τους προφήτες ήταν όραση». Όραση και ακοή και γεύση και αίσθηση, γιατί στην εμπειρία της θεώσεως όλες οι αισθήσεις γίνονται μία. Το βλέπουμε αυτό ακόμη και επάνω στο όρος Θαβώρ, είδαν την δόξα του Κυρίου, τη δόξα του Θεού, και μετά οι τρεις μαθηταί άκουσαν τη φωνή του Πατρός: «Ούτος εστίν ο Υιός Μου ο αγαπητός». Κατά τη διάρκεια της εμπειρίας του Θεού όλες οι αισθήσεις του ανθρώπου ενοποιούνται, το σώμα μετασκευάζεται, αλλοιώνεται και βλέπει ολόκληρος ο άνθρωπος και ακούει τον Θεό, έχει μέθεξη του Θεού, μέθεξη της αιωνίου ζωής. Άρα όλοι οι προφήτες, όπως κι ο προφήτης Ιωήλ είχαν μέθεξη του Θεού και μάλιστα του Τριαδικού Θεού, γιατί δεν υπάρχει ποτέ ο Χριστός, είτε ως άσαρκος, είτε ως σεσαρκωμένος Λόγος, χωρισμένος από τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα.
Το δεύτερο σημείο, που είναι συνέχεια του προηγουμένου, είναι ότι οι προφήτες επειδή είχαν εμπειρία του Ζώντος Θεού, Ζωντανό Θεό κι όχι τον Θεό της φιλοσοφίας και των στοχαστών, γι’ αυτό ακριβώς κι έκαναν έναν μεγάλο πόλεμοεναντίον των θρησκειώντης εποχής εκείνης, οι οποίεςθρησκείεςπίστευαν και λάτρευαν έναν ψεύτικο Θεό, τα είδωλα. Ο αγώνας τον οποίο έκανε ο προφήτης Ιωήλ ήταν ένας αγώναςεναντίον της θρησκείαςκαι υπέρ του Ζώντος Θεού, ήταν ένας αγώνας εναντίον των ειδώλων και ουσιαστικά κήρυττε τον Ζωντανό Θεό τον Ζώντα Θεό, «τον Θεό των πατέρων ημών, του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ» και με αυτή την έννοια καταδίκαζε άλλους Θεούς ψεύτικους και αλλοτρίους. Και αυτό έχει πολύ μεγάλη σημασία:Οι προφήτες όλοι, όπως και ο προφήτης Ιωήλ αγωνίζονταν εναντίον της θρησκείας.

 

Ἐπισκόπου Λήδρας Ἐπιφανίου, Καθηγουμένου Ἱ. Μ. Μαχαιρᾶ

«Ὁ Θεὸς τῆς δόξης ἐβρόντησε καὶ ἐκάλεσε τὴν γῆν». Πῶς ἐκάλεσε τὴν γῆν; Ἐκάλεσε τὴν γῆν καὶ τοὺς κατοικοῦντας ἐν αὐτῇ λέγοντας· «ἅγιοι γίνεσθε ὅτι ἐγὼ ἅγιός εἰμι».

Ὁ ἴδιος ὁ Θεός, ὁ ποιητὴς καὶ συνοχεὺς τοῦ σύμπαντος κόσμου, καλεῖ τὰ πλασματά του στὴν δόξαν Του καὶ στὴν ἁγιότητά Του. Καὶ μᾶς ἐκπλήττει τὸ γεγονὸς τῆς κλήσεως, διότι μᾶς καλεῖ στὸ μέτρο τῆς δικῆς Του καταστάσεως. Πῶς ὁ ἀόρατος καλεῖ ἐμᾶς τοὺς ὁρατούς; Πῶς ὁ ἄκτιστος καλεῖ ἐμᾶς τοὺς κτιστούς; Πῶς ὁ πλάστης καλεῖ τὸ πλάσμα; Πῶς ὁ κεραμεὺς συμπεριφέρεται στὸν πηλό; Πραγματικά! ὑπερβαίνει πάντα νοῦν καὶ διάνοιαν τὸ μυστήριον αὐτό, διότι καλύπτεται ἀπὸ τὸν ὑπέρφωτον γνόφον τῆς ἐξαστράπτουσας αἴγλης δύο λέξεων· τῆς ταπεινώσεως καὶ τῆς ἀγάπης. Αὐτὲς οἱ δύο λέξεις περιγράφουν τὸ περιεχόμενο τῆς καρδίας τοῦ Θεοῦ, τὸ ἀπύθμενον βάθος τῆς ταπείνωσής Του καὶ τὸ ὑπέρμετρον ὕψος τῆς ἀγάπης Του.

Καὶ γιὰ νὰ μὴν βρίσκεται ὁ Θεὸς στὴν ἀπρόσιτή του ὑπόσταση, καὶ γιὰ νὰ μὴν κοινωνεῖ μερικῶς μὲ τὸ πλάσμα του, τὸν ἄνθρωπο, ἀλλ᾽ ὁλικῶς, «ἐκένωσεν ἑαυτὸν μορφὴν δούλου λαβών, ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων γενόμενος καὶ σχήματι εὑρεθεὶς ὡς ἄνθρωπος», ἔζησε, περιεπάτησεν, ὡμίλησεν, ἐκάλεσεν καὶ παρέδωκεν ἑαυτόν, εἰς βρῶσίν τε καὶ πόσιν διὰ τὴν αἰώνιον ζωὴν μετὰ τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ τὸ ἔκαμε διότι, πλάθοντας τὸν ἄνθρωπον ἀπ᾽ ἀρχῆς, τὸν ἔπλασεν κατὰ τὴν εἰκόνα Του καὶ κατὰ τὴν ὁμοίωσίν Του, τὸν ἐνέδυσεν μὲ τὴν χάριν Του καὶ τὸν ἐτοποθέτησε στὸν οἶκον Του.

Δυστυχῶς γιὰ τὸν ἄνθρωπον, ἀντὶ τοῦ οἴκου τοῦ Θεοῦ Πατρός, ἐπέλεξεν τὴν αἰχμαλωσίαν ὑπὸ τὸν τύραννον διάβολον κάνοντας ὑπακοὴ σὲ αὐτόν, ἀντὶ νὰ παραμείνει ὑπήκοος στὸν Θεὸν Πατέρα. Αὐτὴ ἡ πρᾶξις τοῦ ἀνθρώπου, τοῦ στέρησε τὴν ὡραιότητα τῆς εἰκόνας καὶ τῆς ὁμοιώσεως μὲ τὸν Θεὸν διότι ἀμαυρώθηκε, τὸν ἐγύμνωσεν ἀπὸ τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν ἐξέβαλε ἔξω τοῦ οἴκου τοῦ Θεοῦ.

Ὁ δὲ Θεός, σπλαγχνισθεὶς τὸ πλάσμα του καὶ ἐφαρμόζοντας τὸ κατ᾽ εὐδοκίαν θέλημά του, ἐξαπέστειλε τὸν ἀγαπημένον Του Υἱὸν στὸν κόσμον γιὰ νὰ γίνει ἄνθρωπος. Αὐτὸ τὸ ἔκαμε γιὰ χάρι μας καὶ μόνον, ὥστε νὰ μᾶς ἐλευθερώσει ἀπὸ τὴν αἰχμαλωσίαν τῆς τυραννίας, νὰ ἀνακαινίσει τὴν εἰκόνα τοῦ προσώπου μας καὶ τὴν ὁμοίωσίν μας μὲ τὸν Θεόν, νὰ μᾶς ἐνδύσει καὶ πάλιν τὴν πρώτην στολὴν τῆς χάριτος καὶ νὰ μᾶς εἰσαγάγει ἐκ νέου στὸν παραδεισένιον οἶκον τοῦ Θεοῦ.

Καὶ ὅλα αὐτὰ νὰ τὰ κάνει, ὄχι ὡς τὰ ἔπλασεν στὸν πρῶτον Ἀδάμ, ἀλλὰ ὑπὲρ ἐκ περισσοῦ ὡραιότερα, ἐνδοξότερα, οὐράνια. Καὶ κάνοντας αὐτὰ δὲν ἀφίσταται τοῦ χαρακτῆρα του, δὲν συμπεριφέρεται μετ᾽ ἐξουσίας, δὲν διατάζει, ἀλλὰ κινούμενος μέσα στὸ περιεχόμενο τῆς καρδίας του μᾶς προσκαλεῖ, μᾶς παρακαλεῖ, μᾶς προτρέπει, «ὅστις θέλει», μᾶς καλεῖ· «ἅγιοι γίνεσθε ὅτι ἐγὼ ἅγιός εἰμι». Μᾶς καλεῖ ὡς ἴσος πρὸς ἴσους· μᾶς καλεῖ στὸ μέτρο τῆς δικῆς Του καταστάσεως· μᾶς καλεῖ νὰ γίνουμε ἅγιοι. Ἡ εἰκόνα αὐτὴ τοῦ Θεοῦ ποὺ εἶναι ὁ ἄνθρωπος, νὰ γίνει θεὸς κατὰ χάριν· νὰ τελειοποιηθεῖ αὐτὴ ἡ εἰκόνα στὸ μέτρο τοῦ πληρώματος τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ.

Αὐτὸ δὲν εἶναι οὐτοπία, δὲν εἶναι φαντασία, δὲν εἶναι ἀνεκπλήρωτοι ὀνειροπόλοι στόχοι. Ἡ πραγματικότητά της κατατίθεται ὡς ἀπόδειξις καὶ διαγράφεται μέσα στὶς ἐκκλησίες. Πάνω στὸ τέμπλο, στὸ εἰκονοστάσι καὶ πάνω στοὺς τοίχους, ἁγιογραφοῦνται οἱ εἰκόνες τοῦ Θεοῦ, οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐπέτυχαν τὸν στόχο καὶ ἐκπλήρωσαν τὴν ἐντολήν· «ἅγιοι γίνεσθε ὅτι ἐγὼ ἅγιός εἰμι». Τί τιμή! τί δόξα! τί ἔπαινος γιὰ τὸ ἀνθρώπινον γένος!

Γι᾽ αὐτὸ λοιπόν, ἂς ἀγωνιστοῦμε καὶ ἐμεῖς, διότι καὶ ἐμεῖς εἴμαστε εἰκόνες Θεοῦ, μάλιστα δέ, εἴμαστε καὶ ἄνθρωποι ὁμοιοπαθεῖς μὲ τοὺς Ἁγίους, ὥστε νὰ ἀξιωθοῦμε νὰ ἐκπληρώσουμε καὶ ἐμεῖς τὴν ἐντολὴν καὶ νὰ πετύχουμε τὸν στόχον αὐτόν, τοῦ ἁγιασμοῦ καὶ τῆς δόξας, νὰ συγκαταλεχθοῦμε μὲ τοὺς ἀνθρώπους τοῦ Θεοῦ καὶ συνεισέλθουμε μὲ αὐτοὺς εἰς τὰς οὐρανίους ἐπαύλεις, μὲ τὴν χάριν καὶ τὸ ἔλεος τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ εἰς τὸν ὁποῖον ἀνήκει καὶ πρέπει πᾶσα δόξα, τιμὴ καὶ προσκύνησις, σὺν τῷ ἀνάρχῳ αὐτοῦ Πατρὶ καὶ τῷ παναγίῳ καὶ ἀγαθῷ καὶ ζωοποιῷ αὐτοῦ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

 

Μοναχού Μωυσή Αγιορείτη

Πάθος σημαίνει πάθημα, πτώση, υποδούλωση, ο­δύνη, άλγος. Ο πιο πονεμένος και δυστυχισμένος εί­ναι ο εμπαθής άνθρωπος. Νοσεί, αφού αγαπά τα πάθη, τα λατρεύει, τα προσκυνά, δεν τ’ αφήνει παρότι τον ταλαιπωρούν. Πρόκειται για ένα φοβερό και παθογό­νο διχασμό. Ενώ του δίνονται ευκαιρίες ν’ απεγκλωβισθεί τις απορρίπτει. Οι εμπαθείς επιλογές όμως του ανθρώπου του κοστίζουν. Οι άνθρωποι μαθαίνουν να ζουν μία μέτρια, χλιαρή και χαλαρή, μονότονη, ανια­ρή, ανολοκλήρωτη, μίζερη, κακόμοιρη, ρηχή, άχαρη ζωή. Η βίωση της άρνησης και της αποτίναξης αυτού του τρόπου ζωής αποτελεί οδυνηρή εμπειρία. Αφαι­ρείται από τον ίδιο τον άνθρωπο η δυνατότητα βιώσεως μιας αυθεντικής, καθαρής, ανυπόκριτης, τίμιας και ειλικρινούς ζωής. Είναι λυπηρό να πλανάται και να αιχμαλωτίζεται ο άνθρωπος σε αυτή την ανόητη ζωή. Να σκηνοθετεί μία αμεταμόρφωτη ζωή μέσα στην ε­μπάθεια. Σίγουρα κύριος υποκινητής είναι ο δαίμο­νας, αφού κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά όλα τα πάθη είναι δαιμονοκίνητα. Ο άνθρωπος βέβαια ε­πιλέγει μόνος του τον τρόπο αυτό ζωής. Ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα ν’ αντισταθεί, ν’ αντικρούσει τα πάθη, ν’ απελευθερωθεί. Μα δυστυχώς συχνά δεν το κάνει.

Ο πόνος φαίνεται να έχει μία κυρίαρχη θέση στη ζωή. Έφθασαν οι φιλόσοφοι να πουν πονώ άρα υ­πάρχω. Ο Κίκεργκωρ λέει: «Δεν είμαι αυτός που σκέ­φτεται πως δεν πρέπει να πονούμε ποτέ. Περιφρονώ αυτήν την ποταπή σκέψη κι αν μπορώ να επιλέξω προτιμώ να υπομείνω μέχρι τέλους τον πόνο. Είναι καλό να υποφέρουμε και μέσα στα δάκρυα υπάρχει δύ­ναμη, αλλά δεν είναι να υποφέρουμε δίχως ελπίδα». Κρύβεται ένα βαθύ νόημα, αδελφοί μου, στην παρου­σία του πόνου στη ζωή μας. Για να το δούμε μαζί.

Ο πόνος αρχίζει στον κήπο της Εδέμ. Η παράλο­γη υπακοή στον δαίμονα και η υπερήφανη ανυπακοή στον Θεό είναι η αρχή του πόνου στη ζωή των ανθρώ­πων. Η τραγωδία εισέρχεται στον κόσμο. Συγκρούε­ται ο άνθρωπος με τον Θεό. Διακόπτεται ο άνετος διά­λογος Αδάμ και Θεού. Χάνεται ο παράδεισος. Αρχί­ζει ο κόπος, η λύπη, ο στεναγμός. Τη γυμνότητά του αισθάνθηκε ο Αδάμ μετά την αμαρτία της παρακοής και τη γεύση του κακού. Η αίσθηση της γυμνότητός του σημαίνει αντίληψη της τρεπτότητος και τρωτότητος, έλλειψη προστασίας, κατανόηση του πόνου της αποδεσμεύσεώς του από τον Θεό. Μπορούσαν να θε­ραπευθούν οι πρωτόπλαστοι διά της μετανοίας. Δεν το έπραξαν όμως. Γιατί; Θέλησαν να δικαιολογηθούν, ν’ ακολουθήσουν δικό τους δρόμο, πιο σύντομο, πιο εύκολο, δίχως Θεό. Παγιδεύτηκαν οικτρά στον δρα­ματικό πόνο της μοναξιάς, της θεώσεως δίχως Θεό, της παράλογης αυτοθεώσεως. Η θεοδώρητη επιθυμία θεώσεως των πρωτοπλάστων εκμεταλλεύθηκε από τον πανούργο δαίμονα, που θέλησε να τους προσφέρει μία δική του ταχύρρυθμη ισοθεΐα κι έτσι τους απάτησε και τους θανάτωσε.

 

π. Κωνσταντίνου Καλλιανού

Πολλὰ πράγματα τὰ μαθαίνει κανένας ἀπὸ τὰ πρώιμα τὰ χρόνια, τὰ χρόνια τῆς ἡλικίας ἐκείνης ποὺ ἀρέσκεται, ὡς παιδἰ,  ν᾿ ἀκούει καὶ νὰ διδάσκεται. Γιατὶ μέσα στὴν τρυφερὴ ἐπιφάνεια τῆς ἄσπιλης ψυχῆς, ἐγγράφονται τὰ πλέον πολύτιμα βιώματα. Βιώματα ποὺ σοῦ χρησιμεύουν κάποτε, σὲ ἀνυποπτο χρόνο στὸ μέλλον ὡς δεῖκτες μιᾶς γνήσιας πνευματικῆς πορείας καὶ  προσφορᾶς.

Πᾶνε πολλὰ χρόνια ἀπὸ τότε. Δὲν τὰ μέτρησες ποτέ, ἀλλὰ καταλαβαίνεις πιὰ ὅτι ἔχουν περάσει τὶς ἕξι δεκαετίες. Χρόνια σὲ ἕνα μικρὸ χωριό, ὀρεινό καὶ φυτεμένο ἀνάμεσα σὲ πεῦκα, ἐλιές κι ἀμυδαλιές. Μὲ μιὰ κοινωνία ἁπλῶν, πονεμένων καὶ κουρασμένων ἀνθρώπων. Ὡστόσο, τὶς ἐλπίδες τους καὶ τὴν ὅλη τους βιοτὴ τὴν εἶχαν τάξει στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ στὴν Μητρικὴ μέριμνα τῆς Παναγίας. Καὶ δὲν εἶναι σχῆμα λόγου αὐτό, γιατὶ στὴ μνήμη φτάνουν κάποιες ἰκεσίες-ξεχασμένες σήμερα ἤ καὶ περιφρονημένες-ἀπὸ ἐκεῖνες τὶς ἀγράμματες κι ἁπλοϊκὲς γιαγιάδες, ποὺ ὅταν σήκωνε τρικυμία καὶ τὸ νησὶ ὁλάκερο σείονταν ἀπὸ τὰ θέμελιά του, αὐτές, λοιπὸν, κοιτάζοντας ψηλά, κατὰ τὸν Οὐρανὸ δέονταν: «Παναϊά μου στὸ πέλαγο», ποὺ σήμαινε νὰ προφτάσει ἡ Χάρη Της νὰ σκεπάσει μὲ τὴ στοργή, τὴν προστασία καὶ τὴν Μητρική Της βοήθεια αὐτοὺς ποὺ κινδύνευαν μέσα στὴ μανιασμένη θάλασσα.  Μὲ λίγα λόγια παρακαλοῦσαν νὰ σταθεῖ σιμά τους ἡ Χάρη Της καὶ ὡς ὁλόφωτη σκέπη νὰ τοὺς φυλάξει ἀπὸ παντὸς κακοῦ».

Δὲν ἤξεραν τίποτε αὐτὲς οἱ γυναῖκες ἀπὸ τὸ θαῦμα ποὺ ἀντίκρυσαν ὁ ὅσιος Ἀνδρέας ὁ διὰ Χριστὸν Σαλός, μαζί μὲ τὸν μαθητή του, τὸν Ἐπιφάνιο στὴν ἀγρυπνία ἐκείνη, ποὺ γίνονταν στὴν Παναγία τῶν Βλαχερνῶν, ὅπου ἡ Θεοτόκος, ἀφοῦ πῆρε στὰ ἄχραντα χερια Της τὸ μαφόριό Της, τὸ ὁποῖο φυλάσσονταν στὸν ναὸ ἐκεῖνο, τὸ ἅπλωσε πάνω στοὺς πιστοὺς γιὰ νὰ δείξει ὅτι τοὺς σκέπει καὶ ἔχει ὑπὸ τῆς προστασία καὶ ἀνύστακτο συνδρομή Της.  Ναί, δὲν ἤξεραν...Μήτε εἶχαν ἀκούσει - ἀπὸ ποῦ ἄραγε, ἀφοῦ μήτε μαζικὰ μέσα ἐπικοινωνίας ὑπῆρχαν, μήτε καὶ μορφωμένοι κήρυκες ἔφταναν στὸ χωριό, μήτε κι ὁ παπάς εἶχε σπουδάσει τὰ θεολογικὰ γράμματα. Ὅμως διαισθάνονταν, ὡς μανάδες  κι οἱ ἴδιες, πὼς ἡ Παναΐτσα-ἔτσι, χαΐδευτικὰ τὴν ἀποκαλοῦσαν- Μάνα κι ἡ ἴδια ὅλου τοῦ ἀνθρώπινου γένους θὰ ἔσπευδε καὶ μὲ τὸ μαφόριό Της θὰ ἔσκεπε, θὰ φύλαττε τὸν κάθε κινδυνεύοντα καὶ δεόμενο: «ἐν τῇ σκέπη Σου φύλαξον ἄτρωτον». Ὅπως τὸν κάθε πιστὸ ποὺ μέσα στὴ κάμινο τῆς στυγνῆς καθημερινότητας ἀνεβαίνει τὸν προσωπικό του Γολγοθᾶ μὲ τὴν ἰκεσία στὰ χείλη καὶ στὴν ψυχή: «Διάσωσον, Θεοτόκε...».  

Ἤξεραν λοιπόν ἐκεῖνες οἱ φτωχὲς τῷ πνεύματι γυναῖκες πὼς Ἐκείνη θὰ γινόταν σὲ κάθε περίσταση νεφέλη ποὺ σκέπει μὲ τὴ δροσιά του τοὺς κεκοπιάκότας ὁδοιπόρους τοῦ βίου καὶ  βοήθεια. Καὶ μήπως δὲν εἶναι, ὅπως καὶ δὲν θὰ παραμείνει νὰ εἶναι ἕως τῆς συντελείας «σκέπη καὶ βοήθεια κραταιά»;

Ἱερομ. Ἀντωνίου Ρωμαίου

Πολύ συχνά στό ἐξομολογητήριο συναντῶ εὐλαβεῖς ἀνθρώπους πού μέ ἁπλότητα δηλώνουν ὅτι ἐνδιαφέρονται «γιά τή σωτηρία τους».

Καθώς ἀναγκάζομαι νά τούς «πληροφορήσω» ὅτι εἶναι λάθος ὁ στόχος τους, παραξενεύονται καί καμιά φορά δυσανασχετοῦν. Γιά νά κατανοηθοῦν καί οἱ δυό πλευρές σκέφθηκα νά χρησιμοποιήσω λόγο ἀλληγορικό.

Ἕνας νεαρός πρίγκιπας, βγαίνοντας γιά κυνήγι μία μέρα, πέρασε ἀπό μία φτωχογειτονιά καί, καθώς τά φτωχαδάκια παίζανε ἀνέμελα, πρόσεξε μία ἔφηβη ἰδιαίτερα καί, κάτω ἀπό τά κουρελιασμένα ροῦχα της, κάτω ἀπό τό βρώμικο κορμί της καί τά ἀχτένιστα καί ἄπλυτα μαλλιά της καί τά τσιμπλιασμένα μάτια της, διέκρινε ὅτι τό κορίτσι ἐκεῖνο εἶχε ὅλα τά χαρακτηριστικά πού θά ἔπρεπε νά ἔχει καί ἡ γυναίκα πού ζητοῦσε γιά πριγκίπισσα.

Ἀθέτησε κάθε «πρωτόκολλο τῆς Αὐλῆς», τή ζήτησε ἀπό τούς γονεῖς της καί τήν ἔκανε «πριγκίπισσα».

Εἶναι αὐτονόητο ὅτι ἀπό κεῖ καί πέρα ὅ,τι κάνει αὐτή ἡ κοπέλα γιά τόν καθαρισμό της καί τήν ἐν γένει βελτίωσή της δέν τό κάνει γιά νά γίνει πριγκίπισσα, ἀλλά γιατί ἔχει ἤδη γίνει πριγκίπισσα. Τό κάνει ἀπό φιλότιμο, ὅπως ἔλεγε ὁ μακαριστός Γέροντας Παΐσιος. Γιά νά ζεῖ «πριγκιπικά» θά λέγαμε.

Μετά τό ἅγιο Βάπτισμα καί τό ἅγιο Χρίσμα, μέ τά ὁποῖα ἑνούμεθα ὑποστατικῶς, ἀσυγχύτως καί ἀδιαιρέτως μετά τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, δέν εἶναι σωστό νά βιώνουμε ὅτι ἀγωνιζόμαστε γιά τή σωτηρία μας. Παραβιάζουμε «θύρες ἀνοιχτές».

Τό ἐπιδιωκόμενο πλέον εἶναι, καί πρέπει νά εἶναι, ἡ χριστοειδής ζωή. Πάνω σ’ αὐτή τή βάση δημιουργοῦνται βιώματα εὐχαριστίας καί εὐγνωμοσύνης καί φιλότιμου καί καταλύεται ὁ ἐνοχικός ἐγωκεντρικός καί ὁ φορτισμένος ἀξιόμισθα ἠθικισμός. Βιώνεται μία φυσιολογική χαρμολύπη στηριγμένη στήν ἄπειρη ἀγάπη τοῦ ἐραστοῦ μας Ἰησοῦ καί στή συνειδητοποίηση τῆς δικῆς μας ἐλλειμματικότητας σέ χριστοείδεια, τῆς ὁποίας τά μεγέθη δέν εἶναι παρά δῶρα τοῦ Ἐραστοῦ μας καί κλιμακώνονται μέχρις ὅτου Ἐκεῖνος θά θελήσει νά μᾶς ὁδηγήσει καί στούς θαλάμους τῆς αἰώνιας Βασιλείας Του.

 

Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ιεροθέου

 

Η θρησκεία έχει μερικά ιδιώματα τα οποία την διαφοροποιούν από την Εκκλησία.

Η θρησκεία πρώτα-πρώτα συνδέεται με την μαγεία, ως εξιλέωση του Θεού. Οι θρησκευόμενοι προσπαθούν να εξιλεώσουν τον Θεό γιατί νομίζουν ότι ο Θεός είναι πάρα πολύ στεναχωρημένος και θυμωμένος μαζί τους, και κάμνουν μαγικές πράξεις και ενέργειες για να εξιλεώσουν το Θείον.

Το άλλο στοιχείο της θρησκείας είναι η δεισιδαιμονία, το ότι ταυτίζουν το άκτιστο με το κτιστό και σε όλα τα κτιστά πράγματα βλέπουν τον Θεό, αυτός ο λεγόμενος πανθεϊσμός. Αυτή είναι πράγματι μια δεισιδαιμονία που είναι το χαρακτηριστικό γνώρισμα της θρησκείας.

Και ακόμη ένα άλλο γνώρισμα της θρησκείας είναι ο μυστικισμός, όπως εκφραζόταν και από τον Πλάτωνα και τους Νεοπλατωνικούς φιλοσόφους. Γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι και αυτή η πλατωνική φιλοσοφία, δεν ήταν απλώς μια φιλοσοφία, αλλά στην πράξη της ήταν μια θρησκεία, γιατί πίστευε στο κατά φύσιν αθάνατο της ψυχής και το κατά φύσιν θνητό του σώματος και πίστευε ότι η αθάνατη ψυχή που ήταν κλεισμένη μέσα στη φυλακή του σώματος έπρεπε να ελευθερωθεί μ’ ένα μυστικό τρόπο και να επανέλθει στον αγέννητο κόσμο των ιδεών. Αυτός ο λεγόμενος μυστικισμός είναι το χαρακτηριστικό γνώρισμα της θρησκείας, και επομένως πολλές λατρευτικές τελετές, γίνονται με αυτή την προοπτική, μέσα σε αυτή τη νοοτροπία.

Οι προφήτες αγωνίστηκαν σκληρά εναντίον της θρησκείας, και ο Χριστός είναι Εκείνος ο Οποίος μας απελευθέρωσε από τη θρησκεία που υπήρχε την παλαιά εποχή και σήμερα ίσως υπάρχει, και βεβαίως υπάρχουν τέτοιες θρησκευτικές αντιλήψεις και θρησκείες, οι οποίες λατρεύουν έναν ψεύτικο Θεό. Και όπως λέγεται συνήθως, η θρησκεία που συνδέεται με τη μαγεία, τη δεισιδαιμονία και τον μυστικισμό είναι μια αρρώστια της ανθρώπινης προσωπικότητας, αρρωσταίνει τον άνθρωπο, και ο Χριστός μας ελευθέρωσε από αυτή την αρρώστια της θρησκείας κι έκανε την Εκκλησία. Η Εκκλησία είναι το Σώμα του Χριστού, η Εκκλησία είναι ο θεανθρώπινος οργανισμός, η Εκκλησία είναι η κοινωνία Θεού και ανθρώπου, κοινωνία ζώντων και κεκοιμημένων, είναι σύνοδος Ουρανού και Γης όπως θα μας πει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Η Εκκλησία είναι συνάντηση Θεού και ανθρώπων και ζώντας μέσα σε αυτό το ευλογημένο Σώμα του Χριστού θεραπευόμαστε και απαλλασσόμαστε από την αρρώστια κάθε θρησκείας.

Ἀρχιμ. Τύχωνα, Ἡγουμένου Ἱ. Μ. Σταυρονικήτα, Ἅγ. Ὄρος

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι Ἀποστολική Ἐκκλησία, γιατί ἡ πίστη της στηρίζεται στήν πίστη τῶν ἁγίων Ἀποστόλων καί ταυτίζεται μέ αὐτή. Ἡ σημερινή Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία προέρχεται, ὡς ἀδιάκοπη συνέχεια ἀπό τούς ἴδιους τούς ἁγίους Ἀποστόλους, καί ἰδιαίτερα οἱ ἀρχιερεῖς της εἶναι ἀπ’ εὐθείας διάδοχοί τους.

Τό ἴδιο βίωμα, ἡ ἴδια πίστη, τό ἴδιο Πνεῦμα, ὑπάρχει καί πολιτεύεται καί σήμερα στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ὅπως καί στήν ἐποχή τῶν ἁγίων Ἀποστόλων. Τό ἔχει παραλάβει ἡ κάθε μία γενιά ἀπό τήν προηγούμενη καί τό ἔχει διαφυλάξει ἀναλλοίωτο μέ τά μαρτύρια καί τούς ἀσκητικούς κόπους καί ἀγῶνες τῶν Ἁγίων κάθε ἐποχῆς.

Βέβαια ὑπάρχουν ὁρισμένες ἐξελίξεις, σέ ἐξωτερικά ὅμως καί δευτερεύοντα θέματα, ἀλλά ἡ πίστη στήν οὐσία καί στήν πληρότητά της παραμένει ἡ ἴδια μέ τήν πίστη τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων. Βλέπουμε π.χ. νά ἐξελίσσονται μέσα στήν ἱστορία ἡ ἀρχιτεκτονική τῶν ἱερῶν Ναῶν, ἡ εἰκονογραφία, τό τυπικό της Ἐκκλησίας κ.λ.π., ἀλλά ὅλες αὐτές οἱ νέες μορφές τονίζουν καί ἐκφράζουν τήν μία Ἀποστολική πίστη, πηγάζουν καί προέρχονται ἀπό τό ἕνα Πανάγιο Πνεῦμα καί καταλήγουν πάντοτε καί ἀποβλέπουν στή δοξολογία τοῦ ἐν Τριάδι ἀληθινοῦ Θεοῦ. Ἀκόμη καί οἱ δογματικές ἀποφάσεις τῶν ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά διατυπώσεις τῶν ἀληθειῶν πού ἀπό τήν ἀρχή πιστεύονταν καί ἀποτελοῦσαν βίωμα τῆς Ἐκκλησίας.

Ὅταν ἐμφανίζονταν δηλαδή κατά καιρούς κάποιοι αἱρετικοί, πού ἀμφισβητοῦσαν τήν ὀρθή πίστη ἤ κήρυτταν κάτι διαφορετικό ἀπό αὐτή, τότε ἡ Ἐκκλησία μέ τίς διδασκαλίες τῶν Ἁγίων καί τίς Οἰκουμενικές Συνόδους διατύπωνε καί διακήρυττε τήν Ἀλήθεια τῆς Πίστεώς της, πού ἀπό τήν ἀρχή τῆς παρέδωσε ὁ Κύριος καί ἀπό τήν ἀρχή συνεχῶς πίστευε καί ζοῦσε. Δέν ἔχουμε λοιπόν προσθέσεις καί ἀλλοιώσεις στήν πίστη τῆς Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά μόνο διάφορες ἐκφράσεις, ἀνάλογα μέ τίς ἀνάγκες κάθε ἐποχῆς, τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς, Ἀποστολικῆς καί Ὀρθοδόξου Πίστεως, τήν ὁποία, ἀπό τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς μέχρι σήμερα, μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ κρατᾶ ἀπαραχάρακτη ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας.

Οἱ Ρωμαιοκαθολικοί, κυρίως ἀπό τόν 11ο αἰώνα καί μετά, ἔχουν ἀλλοιώσει σέ πάρα πολλά σημεῖα τήν Ὀρθόδοξη Πίστη, τήν Ἀποστολική Πίστη, καθώς καί τήν πράξη τῆς Ἐκκλησίας. Ἐδῶ ἁπλῶς ἀναφέρουμε μερικά. Ἔχουν προσθέσει τό filioque (= καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ) στό Σύμβολο τῆς Πίστεως, αὐθαίρετα καί ἀθεολόγητα, ἀλλοιώνοντας τήν Ὀρθόδοξη διδασκαλία γιά τήν Ἁγία Τριάδα. Ἔχουν κάνει τήν Ἐκκλησία κράτος κοσμικό καί τόν Πάπα ἀρχηγό τοῦ κράτους (Βατικανό). Ἔχουν μεταβάλει τόν ἐπίσκοπο Ρώμης σέ ἐπίσκοπο ὁλόκληρης τῆς Ἐκκλησίας σέ ὅλο τόν κόσμο, καταστρέφοντας ἔτσι τό ἀρχαιότατο Συνοδικό σύστημα διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας. Ἔχουν κάνει δόγμα τῆς Ἐκκλησίας τους, τόν περασμένο αἰώνα, ὅτι ὁ Πάπας εἶναι ἀλάθητος στίς ἀποφάσεις του καί τίς διδασκαλίες του, μεταβιβάζοντας μέ αὐτό τόν τρόπο τήν ἰδιότητα πού πάντα εἶχε ἡ Ἐκκλησία, ὅταν μάλιστα ἐκφράζεται σέ Οἰκουμενικές Συνόδους, σέ ἕνα ἐπίσκοπο, τόν ἐπίσκοπο Ρώμης. Ἔτσι καταρρακώνεται κάθε ἔννοια Συνόδου, καί αὐτῆς ἀκόμη τῆς Οἰκουμενικῆς, ἐφ’ ὅσον ὁ Πάπας, μέ τό Πρωτεῖο του καί τό Ἀλάθητό του, εἶναι ἀνώτερός τους καί ἡ ἐξουσία του πάνω στήν Ἐκκλησία εἶναι ἀπεριόριστη καί ἀνεξέλεγκτη.

Προσπάθησαν ἀκόμη μέ τή σχολαστική θεολογία τους νά ἑρμηνεύσουν καί νά κατανοήσουν λογικά καί φιλοσοφικά τήν Ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας, πού ξεπερνᾶ κάθε ἀνθρώπινη σκέψη, μέ ἀποτέλεσμα νά παραχαράξουν τήν Ὀρθόδοξη Πίστη καί νά κατεβάσουν τήν Ἐκκλησία στό ἐπίπεδο ἀνθρώπινης ὀργανώσεως, πού ἀντιμάχεται ὡς ἀντιπάλους τούς πλανεμένους ἀδελφούς, φθάνοντας ἀκόμη καί σέ θανατικές ἐκτελέσεις (Ἱερά Ἐξέταση).

Καί ἄς μή νομίζει κανείς ὅτι αὐτά ἀποτελοῦν μία ἔκφραση φανατισμοῦ καί ἐχθρικῆς διαθέσεως πρός τούς Ρωμαιοκαθολικούς. Καί ἀπό τούς ἴδιους πολλοί, ἐρευνώντας εἰλικρινά τήν ἱστορία καί μελετώντας τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ἀναγνωρίζουν μόνοι τους τήν ἀπομάκρυνση τοῦ Ρωμαιοκαθολικισμοῦ ἀπό τήν πίστη τῆς πρώτης Ἐκκλησίας. Ἀρκετοί μάλιστα ἔχουν τό θάρρος καί τήν τόλμη νά ἐγκαταλείψουν τή Δυτική Ἐκκλησία καί νά γίνουν Ὀρθόδοξοι. Μερικοί ἀπό αὐτούς βρίσκονται στό Ἅγιον Ὄρος.

 

π. Ἀλέξανδρου Σμέμαν

Ὁ Χριστός κρεμόταν στόν Σταυρό, ἐγκαταλελειμμένος ἀπό τούς πάντες καί, ὄντας σέ τρομακτκή ἀγωνία, οἱ κατήγοροί Του τόν χλεύαζαν, ζητώντας ἀπ’ Αὐτόν ἀκριβῶς ἕνα θαῦμα: “…καταβάτω νῦν ἀπό τοῦ σταυροῦ, ἵνα ἴδωμεν καί πιστεύσωμεν”. Ἀλλά δέν κατέβηκε καί αὐτοί δέν πίστεψαν. Ἄλλοι, ὡστόσο, πίστεψαν ἀκριβῶς ἀπό τό γεγονός πώς ὁ Χριστός δέν κατέβηκε ἀπό τόν Σταυρό, ἐπειδή μπόρεσαν νά νιώσουν ὅλη τή θεότητα, τό ἀπεριόριστο ὕψος αὐτῆς τῆς ταπεινώσεως, αὐτῆς τῆς ὁλοκληρωτικῆς συγγνώμης ν’ ἀκτινοβολεῖ ἀπό τόν Σταυρό: “Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς· οὐ γάρ οἴδασιν τί ποιοῦσιν”.

Γι’ ἄλλη μία φορά, τά Εὐαγγέλια καί ἡ γνήσια Χριστιανική πίστη δέν θεωροῦν τά θαύματα ὡς ἀποδείξεις πού ἐπιβάλλουν τήν πίστη, ἀφοῦ αὐτό θά στεροῦσε ἀπό τόν ἄνθρωπο ὅ,τι ὁ Χριστιανισμός θεωρεῖ ὡς τό πολυτιμότερο ἀγαθό, τήν ἐλευθερία. Ὁ Χριστός θέλει τούς ἀνθρώπους νά Τόν πιστεύουν ἑκούσια, δίχως τόν ἐξαναγκασμό τοῦ θαύματος. “Ἐάν ἀγαπᾶτέ με”, λέγει ὁ Χριστός, “τάς ἐντολάς τάς ἐμάς τηρήσατε”. Καί ἀγαποῦμε τόν Χριστό- δυστυχῶς, τόσο λίγο – ὄχι λόγω τῶν θαυμάτων καί τῆς παντοδυναμίας Του, ἀλλά λόγω τῆς ἀγάπης καί τῆς ταπεινώσεώς Του, κι ἐπειδή, ὅπως αὐτοί πού τόν ἄκουαν, ἔλεγαν: “Οὐδέποτε ἐλάλησεν οὕτως ἄνθρωπος, ὡς οὗτος ὁ ἄνθρωπος”.

Ὁ Χριστός ὅμως ἐπιτέλεσε θαύματα: τό Εὐαγγέλιο εἶναι γεμάτο ἀπό ἱστορίες γιά θεραπεῖες ἀρρώστων, γιά ἀναστάσεις νεκρῶν, καί οὕτω καθεξῆς. Μποροῦμε, λοιπόν, νά ἐρωτήσουμε ποιό εἶναι τό νόημα αὐτῶν τῶν θαυμάτων, πού ἔτσι κι ἀλλιῶς ὁ Χριστός ἐπέλεξε ν’ ἀποκαλύψει στόν κόσμο; Ἄν, σύμφωνα μέ τό Εὐαγγέλιο, δέν ἐπιτελοῦσε θαύματα ἐκεῖ ὅπου οἱ ἄνθρωποι δέν Τόν πίστευαν, ἄν ἐπέπληττε τούς ἀνθρώπους πού ἀναζητοῦσαν καί προσδοκοῦσαν θαύματα ἀπ’ Αὐτόν, τότε γιατί τά ἔκανε;

Ὅλα τά θαύματα πού γνωρίζουμε ἀπό τό Εὐαγγέλιο, προκλήθηκαν ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. «Ἐσπλαχνίσθη περί αὐτῶν…», μᾶς λέει ὁ εὐαγγελιστής. Σπλαχνίστηκε τούς γονεῖς, τῶν ὁποίων ἡ νεαρή θυγατέρα εἶχε μόλις πεθάνει, τή χήρα πού εἶχε χάσει τό μονάκριβο παιδί της, αὐτούς πού διασκέδαζαν καί χαίρονταν στό γάμο καί δέν εἶχαν ἀρκετό κρασί, τόν τυφλό, τόν παράλυτο, αὐτούς πού ὑπέφεραν. Αὐτό σημαίνει πώς πηγή τῶν θαυμάτων εἶναι, ὁπωσδήποτε, ἡ ἀγάπη. Τά θαύματα, ὁ Χριστός δέν τά ἔκανε γιά τόν ἑαυτό Του – γιά νά δοξαστεῖ, γιά ν’ ἀποκαλύψει τή θεότητά Του ἤ γιά νά τήν ἀποδείξει στούς ἀνθρώπους – ἀλλά μόνο ἀπό ἀγάπη. Κι ἐπειδή ἀγαπᾶ, δέν ἀντέχει νά βλέπει τόν ἄνθρωπο φυλακισμένο ἀπό τό κακό νά ὑποφέρει.

 

Οικον. Ανδρέα Γκαζέλη

Ο Σταυρός ἔγινε τό θυσιαστήριο στό ὁποῖο θυσιάστηκε ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ γιά τή σωτηρία ὅλου τοῦ κόσμου. Εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἀπόδειξη τῆς ἀγάπης Του. Καί γι’ αὐτό ἐμπνέει ἀγάπη ἀκόμη καί πρός τούς ἐχθρούς.

Γιά κάποιο δίκαιο καί καλό ἄνθρωπο μόλις καί μετά βίας βρίσκεται κάποιος νά θυσιαστεῖ, γράφει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. Ὁ Χριστός ὅμως θυσιάστηκε γιά ἐμᾶς, πού εἴμαστε μεγάλοι ἁμαρτωλοί καί ἀνάξιοι παντελῶς τῆς ἀγάπης Του. Μέ τή θυσία Του αὐτή μεταμόρφωσε τό χειρότερο ἐκτελεστικό ὄργανο σέ αἰτία μεγάλης χαρᾶς καί εὐλογίας. Ἀπό τότε κάθε φορά πού βλέπουμε τό σύμβολο τοῦ Σταυροῦ βεβαιωνόμαστε γιά τήν ἀγάπη Του, Τόν ἐμπιστευόμαστε ἀνενδοίαστα καί σταυρικά Τοῦ προσφέρουμε τήν καρδιά μας καί ὁλόκληρη τήν ὕπαρξή μας.

Ταυτόχρονα, ὁ Τίμιος Σταυρός μᾶς ἀποκαλύπτει τό φρόνημα καί τόν τρόπο σκέψης τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι μαθαίνουμε νά μήν πεθαίνουμε τόν ἄλλο μέ τήν παρουσία μας ἀλλά νά πεθαίνουμε ἐμεῖς γιά τήν παρουσία του. Μαθαίνουμε ὅτι, ἀφοῦ στόν κόσμο αὐτό ἡ Ἀγάπη εἶναι σταυρωμένη, κι ἐμεῖς μέ τόν σταυρό τῆς αὐτοθυσίας μόνο μποροῦμε νά ἐκφράσουμε ἀληθινά τήν ἀγάπη. Μαθαίνουμε ὅτι χριστιανικά δέν μπορεῖ κανείς νά ζήσει, χριστιανικά μπορεῖ κανείς νά πεθαίνει, χίλιους θανάτους κάθε ὥρα.

Βέβαια, τό μυστήριο τοῦ Σταυροῦ ἐνεργοῦσε καί φανερωνόταν σέ ὅλη τήν πορεία τοῦ Κυρίου μας στή γῆ. Ἀπό τή γέννησή Του μέσα στό σπήλαιο, τή φυγή Του στήν Αἴγυπτο καί τήν ἀπόρριψή Του ἀπό τούς δικούς Του, μέχρι τόν Μυστικό Δεῖπνο, τήν προδοσία τοῦ Ἰούδα καί τήν ἄρνηση τοῦ πρωτοκορυφαίου Πέτρου. Σέ ὅλες αὐτές τίς προκλήσεις τό μέγα ἐρώτημα τοῦ ἐχθροῦ πρός τόν Χριστό ἦταν: «Δές τί σοῦ κάνουν, ἀγαπᾶς τούς ἀνθρώπους; Πόσο πολύ τούς ἀγαπᾶς;»

Ἡ ἀπάντηση τοῦ Ἰησοῦ δόθηκε τελεσίδικα στόν Σταυρό. Ἡ εἰς τέλους ἀγάπη Του ἐκφράστηκε μέ τή θυσία Του στόν Γολγοθᾶ. Ἄρα τό διαχρονικό καί πανανθρώπινο ἐρώτημα «μ’ ἀγαπᾶς;» μιά καί μοναδική ἀπάντηση ἔχει: τόν Σταυρό. Καί ἡ ποιμαντική διακονία τῆς Ἐκκλησίας μας ἔχει σάν στόχο νά φανερώσει τή σταυρική ἀγαπή τοῦ Χριστοῦ ἀλλά καί νά ἐμπνεύσει τούς ἀνθρώπους σέ ἀνταπόκριση σταυρικῆς καί ἀσκητικῆς ἀγάπης.

Ὅπως ὁ Χριστός πέθανε γιά τούς ἐχθρούς Του, ἔτσι καί ὁ ἀληθινός ἀκόλουθός Του ἀναγνωρίζεται ἀπό τήν ἀγάπη πού δείχνει σέ ὅλους καί ἰδιαίτερα στούς ἐχθρούς. Αὐτή ἡ ἀγάπη ἀποτελεῖ καί τό μοναδικό κριτήριο τῆς Ἀλήθειας. Μέ αὐτό τό κριτήριο κρίνουμε τήν πνευματική μας πορεία. Ἀλλά καί μέ αὐτό τό κριτήριο ἐλέγχουμε τήν Ἐκκλησία, ἄν εἶναι ἡ ἀληθινή Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.

 

Μητροπολίτη Λεμεσοῦ Γέροντα Ἀθανάσιου

Τό ὅλο πνεῦμα τῆς Θείας Λειτουργίας εἶναι ἕνα πνεῦμα εὐχαριστίας καί δοξολογίας τοῦ Θεοῦ, γι’ αὐτό καί λέγεται καί «Θεία Εὐχαριστία». Γιατί αὐτό εἶναι τό ἦθος τοῦ χριστιανοῦ. Ἦθος εὐχαριστιακό. Νά εὐχαριστοῦμε τό Θεό γιά ὅλα· γιά τά γνωστά καί γιά τά ἄγνωστα· γιά τά χαρμόσυνα καί γιά τά θλιβερά· γιά τά δύσκολα καί γιά τά εὔκολα, γιά τήν παρουσία καί γιά τήν ἀπουσία· γιά τή ζωή καί τό θάνατο· καί γιά τήν εἴσοδό μας στόν κόσμο αὐτό καί τήν ἔξοδό μας ἐπίσης.

Στήν ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου ψάλλουμε: «Πᾶσα πνοή αἰνεσάτω τόν Κύριον, αἰνεῖτε αὐτόν ἐκ τῶν οὐρανῶν, αἰνεῖτε αὐτόν ἐν τοῖς ὑψίστοις, σοί πρέπει ὕμνος τῷ Θεῷ» (Αἶνοι Ἀκολουθίας τοῦ Ὄρθρου, Ψαλμ. 148), καί περίφημα τροπάρια χαρμόσυνα, νικητήρια κατά τοῦ θανάτου. Ψάλλουμε τή δοξολογία, ὅπου εὐχαριστοῦμε τό Θεό γιά τή μεγάλη του δόξα καί εἰσερχόμαστε ἔτσι στήν «Εὐλογημένη Βασιλεία τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» (Θεία Λειτουργία). Μέσα σ’ αὐτή τή Βασιλεία, δέν ὑπάρχουν νεκροί ἀλλά μόνο ζῶντες.

Γιά τό Θεό, ὅμως, ὑπάρχουν καί κάποιοι νεκροί. Λέγει στήν ἀποκάλυψη ὁ Χριστός σ’ ἕναν Ἐπίσκοπο, ὁ ὁποῖος δέν ἦταν ἄξιος της ἀποστολῆς του: «Ἐσύ, τοῦ λέγει, ὄνομα ἔχεις ὅτι ζεῖς, ἀλλά νεκρός εἶ» (Ἀποκ. 3.1). Κατ’ ὄνομα εἶσαι ζωντανός, κατ’ οὐσίαν ὅμως εἶσαι νεκρός. Καί εἶσαι νεκρός, γιατί ἔφυγες ἀπό κοντά μας, ἀποξενώθηκες ἀπό μένα, «τήν ἀγάπην σου τήν πρώτην ἄφηκας», (ἄφησες τήν πρώτη σου ἀγάπη). Καί ἀφοῦ ἔφυγες ἀπό τή ζωή, ἀπέθανες. Ὄντως, μπορεῖ κάποιος νά εἶναι νεκρός πραγματικά, ἀλλά ὄχι βιολογικά, ὅταν εἶναι μακράν τοῦ Θεοῦ, ὅταν διακόψει τή σχέση του μέ τό Θεό. Γιά τό Χριστό αὐτός εἶναι ὁ νεκρός. Οἱ ἄλλοι «πάντες αὐτῷ ζῶσι», καί ὁ Θεός δέν εἶναι Θεός νεκρῶν ἀλλά Θεός ζώντων.

 

 Άλκη Αυγουστή  

Σε μια κοινωνία στην οποία κυριαρχεί το άγχος, η πίεση, ο υλισμός και η αδιαφορία για όλους, το να γίνεται λόγος για Αγίους και Αγιότητα αποτελεί μια παραδοξότητα. Η Αγιότητα έχει «λησμονηθεί» αφού έπαψε να εμπνέει τον πολιτισμό μας και οι Άγιοι δεν αποτελούν πλέον τα πρότυπα των ανθρώπων.

Εκτός από ξεχασμένη η Αγιότητα είναι στις μέρες μας και παρεξηγημένη, αφού φαίνεται να συνδέεται στη σκέψη των ανθρώπων με ηθικολογικά και ψυχολογικά κριτήρια μόνο. Για τους περισσότερους ανθρώπους Άγιος είναι εκείνος που δεν κάνει αμαρτίες, που τηρεί τον νόμο του Θεού, και που είναι ηθικός από κάθε άποψη. Σε πολλές περιπτώσεις στην έννοια της Αγιότητας προστίθεται και ένα στοιχείο μυστικισμού, σύμφωνα με το oποίο Άγιος είναι εκείνος που ζει υπερφυσικές καταστάσεις και ενεργεί υπερφυσικές πράξεις.

Τη λαθεμένη αυτή εντύπωση αντικρούει ο Αρχιμανδρίτης Σωφρόνιος, μαθητής του Αγίου Σιλουανού του Αθωνίτη, τονίζοντας εμφαντικά ότι: «Η αγιότης δεν είναι έννοια ηθική αλλά οντολογική. Άγιος δεν είναι εκείνος όστις είναι άμεμπτος κατά την ανθρωπίνην ηθικήν ή, κατά το φαινόμενον της πολιτείας αυτού, υπό την έννοιαν της ασκήσεως ή εισέτι και της προσευχής (και οι Φαρισαίοι ενήστευον και ετέλουν μακράς προσευχάς) αλλά εκείνος όστις κατέστη φορεύς του Πνεύματος του Αγίου».

Χρειάζεται λοιπόν επανακαθορισμός της Αγιότητας η οποία, παρά τις προηγούμενες διαπιστώσεις, εξακολουθεί να παραμένει κεντρικό και θεμελιώδες στοιχείο για τη ζωή του χριστιανού. Γιατί η πίστη μας χωρίς τους Αγίους παύει να υφίσταται. Διότι, αν λησμονήσουμε την Αγιότητα, δεν απομένει από την Εκκλησία τίποτα άλλο παρά ο ταυτισμός της με τον κόσμο και η «εκκοσμίκευση» είναι πλέον αναπόφευκτη.  

π. Φιλόθεου Φάρου

 

Ἡ μόνη ἀκατανίκητη ἁμαρτία εἶναι ἡ ἁμαρτία πού ἀρνούμεθα νά παραδεχθοῦμε καί ἡ μόνη ἁμαρτία πού δέν συγχωρεῖ ὁ Θεός εἶναι ἡ ἁμαρτία πού τήν περιβάλλουμε μέ ἔνδυμα ἀρετῆς. Οἱ δικαιολογίες καί ἡ αὐτοάμυνα μεγιστοποιοῦν τήν ἁμαρτία. Ἀκόμη καί ἕνα ἀκούσιο λάθος γίνεται ἁμαρτία, ὅταν προσπαθοῦμε νά τό δικαιολογήσουμε. Ἀλλά ἕνα λάθος πού ἀναγνωρίζει κανείς ἐλεύθερα, μπορεῖ νά γίνει πηγή δυνάμεως. Ὁ ὁποιοσδήποτε θά συγχωροῦσε ἕνα ἔντιμο λάθος πού ὁμολογεῖται ἔντιμα, ἐνῶ κανείς δέν θά συγχωρήσει ἕνα λάθος, ὅταν τό δικαιολογοῦμε ἤ ἀρνούμεθα νά τό παραδεχθοῦμε. 

π. Βαρνάβα Γιάγκου

Ἐκκλησία εἶναι πανδοχεῖο, πού σημαίνει ὅτι δέχετα τούς πάντες. Γι’ αὐτό καί χρησιμοποιεῖται αὐτή ἡ λέξη. Δέχεται τούς πάντες, γιά νά τούς ἀναπαύσει, νά τούς ξεκουράσει καί νά τούς δώσει τή δυνατότητα θεραπείας. Ἀλλά δέν εἶναι ἡ μόνιμη κατοικία μας. Εἶναι πανδοχεῖο. Κανείς δέν ἔχει σάν μόνιμη κατοικία ἕνα πανδοχεῖο. Τό πανδοχεῖο εἶναι μιά προσωρινή κατάσταση. Ἄρα, ἐδῶ ἀναφέρεται ὁ Κύριος στήν προσωρινότητα τῆς ζωῆς μας ἀλλά καί στήν εὐθύνη μας σ’ αὐτή τή ζωή, πού εἶναι ἡ διαδικασία τῆς θεραπείας μας.

Στήν Ἐκκλησία δίδεται ἡ δυνατότητα θεραπείας καί ἀνάπαυσης τοῦ ἀνθρώπου, οὕτως ὥστε ἕτοιμος καί ὑγιής νά συνεχίσει τήν πορεία γιά τήν μόνιμη κατοικία του, πού εἶναι ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Εἶναι ἁπλός ὁ Λόγος τοῦ Κυρίου μας καί ξεδιαλύνει, ἄν θέλουμε, μέσα μας τό στόχο τῆς πνευματικῆς μας ζωῆς.

Εἶναι ἐφήμερη ἡ ζωή μας. Εἶναι πανδοχεῖο. Κι ἀνάλογα τί στόχο θέτει ὁ ἄνθρωπος μέσα του, τί ἀξίες θέτει σ’ αὐτή τή ζωή, ἀξιολογεῖ καί τήν ὕπαρξή του, καθορίζει καί τήν ποιότητα τῆς ὕπαρξής του.

Ὁποιοδήποτε σημαντικό ἔργο κι ἄν κάνουμε, ὅση ἀξία κι ἄν ἔχει ὁ πολιτισμός μας, ἄν θέλετε, ὅσες ἀξίες κι ἄν ἔχουμε, δοκιμάζονται στό γεγονός τοῦ θανάτου. Ὁποιαδήποτε ἰδέα, ὅσο εὐγενική κι ἄν εἶναι, π.χ. ἡ κοινωνική προσφορά ἤ ἀκόμη καί ἡ φιλοπατρία μας, ἐάν εἶναι μέχρι τά ὅρια τοῦ βιολογικοῦ ἀνθρωπου, εἶναι ἀντίχριστο γεγονός.

Δέν ὑπάρχει μεγαλύτερη ἐκκοσμίκευση τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅταν ὁ λόγος της καί ἡ προσφορά της εἶναι γιά νά ὑπηρετήσει τήν προσωρινότητά μας, δηλαδή τόν βιολογικό ἄνθρωπο, πού σημαίνει ὑλικές ἀνάγκες, ψυχολογικές ἀνάγκες ἤ ἀκόμη καί συναισθηματικές ἀνάγκες. Νά παρηγορήσει τόν ἄνθρωπο, δηλαδή νά τοῦ δώσει τή δυνατότητα, ὥστε μέσα στό ἄγχος τῆς ἡμέρας του νά αἰσθάνεται καλά. Αὐτό δέν εἶναι Ἐκκλησία. Ἐκκλησία σημαίνει νά μοῦ ἀνοίξει τίς δυνατότητες τῆς αἰωνιότητας.

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δέν εἶναι σπουδαία, γιατί μπορεῖ νά δείξει κάποιο σπουδαῖο ἐπίγειο ἔργο. Εἶναι σπουδαία, γιατί ὑπάρχει ἡ Κυριακή καί λέμε “Ὁ Ἀναστάς ἐκ νεκρῶν”. Εἶναι ἡ μέρα πού γιορτάζουμε τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Δέν σώζει ἡ Ἐκκλησία, γιατί ἔχει καλούς παπάδες. Δέν σώζει ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, γιατί ἔχει καλή παράδοση κι ἀνέπτυξε τή βυζαντινή ἁγιογραφία, τή βυζαντινή μουσική καί τό βυζαντινό πολιτισμό ἐν γένει. Σώζει ἡ Ἐκκλησία, διότι κεντρικό γεγονός της ἔχει τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ πού δίνει καί τήν ἐλπίδα τῆς προσωπικῆς μας ἀνάστασης.

Ἡ Ἐκκλησία, εἶναι πανδοχεῖο, πού σημαίνει ὅτι δέχεται τούς πάντες. Γι’ αὐτό καί χρησιμοποιεῖται αὐτή ἡ λέξη. Δέχεται τούς πάντες, γιά νά τούς ἀναπαύσει, νά τούς ξεκουράσει καί νά τούς δώσει τή δυνατότητα θεραπείας. Ἀλλά δέν εἶναι ἡ μόνιμη κατοικία μας. Εἶναι πανδοχεῖο. Κανείς δέν ἔχει σάν μόνιμη κατοικία ἕνα πανδοχεῖο. Τό πανδοχεῖο εἶναι μιά προσωρινή κατάσταση. Ἄρα, ἐδῶ ἀναφέρεται ὁ Κύριος στήν προσωρινότητα τῆς ζωῆς μας ἀλλά καί στήν εὐθύνη μας σ’ αὐτή τή ζωή, πού εἶναι ἡ διαδικασία τῆς θεραπείας μας.

Στήν Ἐκκλησία δίδεται ἡ δυνατότητα θεραπείας καί ἀνάπαυσης τοῦ ἀνθρώπου, οὕτως ὥστε ἕτοιμος καί ὑγιής νά συνεχίσει τήν πορεία γιά τήν μόνιμη κατοικία του, πού εἶναι ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Εἶναι ἁπλός ὁ Λόγος τοῦ Κυρίου μας καί ξεδιαλύνει, ἄν θέλουμε, μέσα μας τό στόχο τῆς πνευματικῆς μας ζωῆς.

Εἶναι ἐφήμερη ἡ ζωή μας. Εἶναι πανδοχεῖο. Κι ἀνάλογα τί στόχο θέτει ὁ ἄνθρωπος μέσα του, τί ἀξίες θέτει σ’ αὐτή τή ζωή, ἀξιολογεῖ καί τήν ὕπαρξή του, καθορίζει καί τήν ποιότητα τῆς ὕπαρξής του.

Τό μεγάλο πρόβλημα εἶναι ὁ θάνατος καί ἡ δυσκολία τοῦ ἀνθρώπου νά τόν ἀποδεχθεῖ ὡς γεγονός στή ζωή του. Δυσκολεύετε ὁ ἄνθρωπος νά βρεῖ ἀφενός ἕνα λόγο γιά τόν ὁποῖο ἀξίζει νά ζεῖ κι ἀφετερού ἕναν τρόπο μέσα ἀπό τόν ὁποῖο νικιέται ὁ θάνατος.

Ὁποιοδήποτε σημαντικό ἔργο κι ἄν κάνουμε, ὅση ἀξία κι ἄν ἔχει ὁ πολιτισμός μας, ἄν θέλετε, ὅσες ἀξίες κι ἄν ἔχουμε, δοκιμάζονται στό γεγονός τοῦ θανάτου. Ὁποιαδήποτε ἰδέα, ὅσο εὐγενική κι ἄν εἶναι, π.χ. ἡ κοινωνική προσφορά ἤ ἀκόμη καί ἡ φιλοπατρία μας, ἐάν εἶναι μέχρι τά ὅρια τοῦ βιολογικοῦ ἀνθρλωπου, εἶναι ἀντίχριστο γεγονός.

Δέν ὑπάρχει μεγαλύτερη ἐκκοσμίκευση τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅταν ὁ λόγος της καί ἡ προσφορά της γιά νά ὑπηρετήσει τήν προσωρινότητά μας, δηλαδή τόν βιολογικό ἄνθρωπο, πού σημαίνει ὑλικές ἀνάγκες, ψυχολογικές ἀνάγκες ἤ ἀκόμη καί συναισθηματικές ἀνάγκες. Νά παρηγορήσει τόν ἄνθρωπο, δηλαδή νά τοῦ δώσει τή δυνατότητα, ὥστε μέσα στό ἄγχος τῆς ἡμέρας του νά αἰσθάνεται καλά. Αὐτό δέν εἶναι Ἐκκλησία, Ἐκκλησία σημαίνει νά μοῦ ἀνοίξει τίς δυνατότητες τῆς αἰωνιότητας.

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δέν εἶναι σπουδαία γιατί μπορεῖ νά δείξει κάποιο σπουδαῖο ἐπίγειο ἔργο. Εἶναι σπουδαῖο γιατί ὑπάρχει ἡ Κυριακή καί λέμε “Ὁ Ἀναστᾶς ἐκ νεκρών”. Εἶναι ἡ μέρα πού γιορτάζουμε τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Δέν σώζει ἡ Ἐκκλησία, γιατί ἔχει καλούς παπάδες. Δέν σώζει ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, γιατί ἔχει καλή παράδοση κι ἀνέπτυξε τή βυζαντινή ἁγιογραφία, τή βυζαντινή μουσική καί τό βυζαντινόπολιτισμο ἐν γένει. Σώζει ἡ Ἐκκλησία, διότι κεντρικό γεγονός τῆς ἔχει τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ πού δίνει καί τήν ἐλπίδα τῆς προσωπικῆς μας ἀνάστασης.

 

Μιχάλη Σιδερά

Ο Θεός εἶναι ἀγάπη καί εἰρήνη. Αὐτή ἡ εἰρήνη δέν ἔχει σχέση μόνο μέ τήν εἰρήνη μεταξύ τῶν λαῶν καί τῶν ἀνθρώπων, πού ἁπλῶς δέν βρίσκονται σέ ἐμπόλεμη κατάσταση, ἀλλά σχετίζεται περισσότερο μέ τήν ἐσωτερική κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶχε μιλήσει γιά τό εἶδος αὐτό τῆς εἰρήνης, "Σᾶς ἀφήνω εἰρήνη. Σᾶς δίνω τή δική μου εἰρήνη. Σᾶς δίνω ὅμως εἰρήνη, ὄχι ὅπως αὐτή πού δίνει ὁ κόσμος. Μή ταράζεται ἡ καρδιά σας, καί μή δειλιάζει".

Ἡ ψυχική γαλήνη καί εἰρήνη τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁπωσδήποτε Θεῖο δῶρο. Βασικότατη ὅμως προϋπόθεση αὐτῆς τῆς ἐσωτερικῆς πνευματικῆς κατάστασης εἶναι ἡ ἐλεύθερη ἐπιλογή τοῦ ἀνθρώπου νά δεχτεῖ μέσα του τόν ἀρχηγό τῆς εἰρήνης, τόν Ἰησοῦ Χριστό. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός μέ τήν ἐνανθρώπισή του ἐνσαρκώνει τήν εἰρήνη καί τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ Πατέρα μας καί τήν ἀποκαλύπτει μέ ἰδιαίτερη ἐπιμέλεια στήν ἀνθρωπότητα. Στό ἑξῆς ὁ ἄνθρωπος μέ τήν ἕνωσή του μέ τόν Ἰησοῦ Χριστό, τόν Ἄρχοντα τῆς Εἰρήνης (Ἡσ. 9,6) μπορεῖ νά ἀπολαύσει στήν καρδιά του τήν ἀδιασάλευτη εἰρήνη τοῦ Θεοῦ. Οἱ θεῖοι Ἄγγελοι τήν Ἁγία Νύχτα τῆς Γεννήσεως, δοξολογοῦσαν τόν Θεό μέ τό « Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καί ἐπί γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία».

Ὁ Ἰησοῦς Χριστός ἔφερε τούς δυό λαούς, τούς Ἰουδαίους καί τούς εἰδωλολάτρες, κοντά στόν Πατέρα Του καί ἔτσι τούς ἕνωσε καί μεταξύ τους. Καί ἀπό τούς δυό λαούς προῆλθε ἕνας νέος λαός, ἡ Ἐκκλησία, μία νέα κοινωνία πιστῶν πού λατρεύει τόν ἴδιο Θεό, καί ἔχει τόν ἴδιο Σωτήρα. Σώθηκε ἀπό τήν ἴδια θυσία, ἔχει τήν ἴδια ἐλπίδα, ἀποβλέπει στόν ἴδιο οὐρανό. Ὁ Χριστός λοιπόν δέν ἔγινε μόνο ὁ εἰρηνοποιός ὅλων τῶν πιστῶν ἀλλά καί ὁ δεσμός τῆς εἰρήνης τους, ἡ ἴδια ἡ εἰρήνη τους. Τί ἔχει νά πεῖ ὅμως αὐτό γιά μᾶς σήμερα; Ὅτι ὁ μοναδικός τρόπος γιά νά εἰρηνεύσουμε οἱ ἄνθρωποι μεταξύ μας, εἶναι νά ἑνωθοῦμε μέ τόν Χριστό. Ὅταν οἱ ἄνθρωποι πλησιάζουμε τόν Χριστό καί ζοῦμε μέσα στήν ἀγάπη του, πλησιάζουμε καί μεταξύ μας. Ὅσο περισσότερο ἀγαπᾶμε τόν Κύριο τόσο περισσότερο ἀγαπᾶμε καί τούς συνανθρώπους μας καί συνδεόμαστε στενότερα μαζί τους.

Ἡ ἐν Χριστῷ εἰρήνη εἶναι μεγάλο δῶρο τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο. Τόν εἰσάγει ἀπό τήν παροῦσα ζωή στήν αἰώνια χαρά καί εἰρήνη τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἄνθρωπος ἔχει ὑποχρέωση νά φυλάξει ὡς κόρη ὀφθαλμοῦ τήν Θεία αὐτή εἰρήνη καί νά τήν ἀξιοποιήσει πρός τό συμφέρον καί τήν σωτηρία τῆς ψυχῆς του. Αὐτή ἡ εἰρήνη, ὅταν ἀποκτηθεῖ ἀπό τόν πιστό, ἀκτινοβολεῖ πρός τά ἔξω καί εἰρηνεύει ὅσους ἔρχονται σέ σχέση μέ τέτοιους εἰρηνικούς ἀνθρώπους, κατά τόν λόγο τοῦ ἁγίου Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ, «ἔχε εἰρήνη στήν καρδιά σου καί τότε χίλιες ψυχές θά ’ρθοῦν κοντά σου».

 

Ἀρχιμ. Σωφρόνιου Γ. Μιχαηλίδη

Κάθε Αὔγουστο οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανικοί γιορτάζουμε τό «Πάσχα». Δέν ὑπάρχει πόλη ἤ χωριό πού νά μήν ἔχει μία ἐκκλησία ἤ, ἔστω, ἕνα ξωκλήσι ἀφιερωμένο στή Μητέρα τοῦ Κυρίου μας. Ὁ Ὀρθόδοξος λαός μας, μέ τό ἀλάνθαστο κριτήριό του, ὑπερύψωσε στή συνείδησή του τήν Παναγία μας καί τῆς ἔστησε θρόνο βασιλικό μέσα στήν καρδιά του. Κι εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι δέν ὑπάρχει ὀρθόδοξη οἰκογένεια, ὀρθόδοξο σπίτι πού νά μήν ἔχει μέσα εἰκόνισμα τῆς Θεοτόκου.

Πραγματικά εἶναι μεγάλη ἡ ἀγάπη τῶν Ὀρθοδόξων γιά τήν Παναγία μας: Αὐτή εἶναι «ἐλπίς τῶν ἀπηλπισμένων», «πρεσβεία θερμή», «τεῖχος ἀπροσμάχητον», «ἐλέους πηγή», τοῦ «κόσμου καταφύγιον», «ἀδικουμένων προστάτης», τῶν «θλιβομένων ἡ χαρά», καί τόσα ἄλλα πού ἡ εὐσέβεια τοῦ λαοῦ μας τῆς προσδίδει. Κι ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλά καί τήν ὑμνεῖ ὡς «Ὑπερευλογημένην», ὡς «Παναμώμητον», ὡς «Πανάχραντον», ὡς «Ἀμόλυντον», ὡς «Ἀειμακάριστον», ὡς «ἡγιασμένον Ναόν», ὡς «Παράδεισον λογικόν», ὡς «Ρόδον τό ἀμάραντον», ὡς «Βασιλέως καθέδραν», ὡς «Σιών ἁγίαν», ὡς «Θεοῦ κατοικητήριον», ὡς «Κλίμακα οὐράνιον», καί τόσα ἄλλα.

Ποιός ἀπό ἐμᾶς στόν πόνο του δέν κατέφυγε στήν Παναγία! Ποιός στή θλίψη του δέν ζήτησε τή βοήθειά Της! Ποιός μπροστά στόν κίνδυνο δέν τήν ἐπικαλέσθηκε! Ποιά μάνα δέν γονάτισε μπροστά στό εἰκόνισμά της παρακαλώντας γιά τά παιδιά της! Γιά μᾶς τούς Ἕλληνες Ὀρθόδοξους ἡ Παναγία ἀποτελεῖ, μετά τόν Τριαδικό Θεό, τό ἁγιότερο, τό σεβαστότερο, τό θαυμαστότερο, τό πιό ἀγαπημένο πρόσωπο, τήν οὐράνια Μητέρα μας: Αὐτήν πού μαζί μέ τόν Υἱόν Της κυβερνᾶ τή ζωή Τῆς Ἐκκλησίας καί τῶν πιστῶν.

Κι ὅλος αὐτός ὁ σεβασμός, ὅλη αὐτή ἡ τιμή δέν εἶναι τυχαία ἀλλά συνειδητή. Γιατί σ’ Αὐτήν καί στόν Θεάνθρωπο Υἱό της ὀφείλουμε τή σωτηρία μας, δηλαδή τό πᾶν. Ὅπως ὁ Χριστός ὀνομάζεται «νέος Ἀδάμ», ἔτσι καί ἡ Παναγία ὀνομάζεται «νέα Εὔα». Ὅπως ὁ Χριστός ἔρχεται γιά νά ἀποκαταστήσει ὅ,τι κατέστρεψε ὁ πρῶτος Ἀδάμ, ἔτσι καί ἡ Θεοτόκος, ἐπανορθώνει ὅ,τι γκρέμισε ἡ πρώτη Εὔα. Μέ τήν ὑπακοή Της στό θέλημα τοῦ Θεοῦ ἔδωσε ἀνθρώπινη φύση στόν Υἱό τοῦ Θεοῦ, κι ἔτσι βοήθησε ὅσο κανένα ἄλλο ἀνθρώπινο πρόσωπο στή σωτηρία μας. Ἡ πρώτη Εὔα ἔφερε τό θάνατο στή ζωή μας· ἡ δευτέρα Εὔα, ἡ Παναγία μας, ἔφερε τήν αἰώνια ζωή.

Μέ τό ἀνθρώπινο σῶμα πού τοῦ ἔδωσε ἡ Παναγία μας, ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι Θεός ἀληθινός ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ, ἕνωσε στόν ἑαυτό Του τό Θεό καί τόν ἄνθρωπο, ὄντας τέλειος Θεός καί τέλειος ἄνθρωπος. Κι ἀφοῦ ἀνέλαβε πάνω του τό βαρύ φορτίο τῶν ἁμαρτιῶν ὅλου τοῦ κόσμου, Αὐτός πού ἦταν ἀναμάρτητος, τίς ἀνέβασε πάνω στό σταυρό καί τίς ἔσβησε μέ τό αἷμα Του. Καί μέ τό θάνατό Του, τόν ὁποῖο δέχθηκε θεληματικά γιά χάρη μας, νίκησε τό θάνατο καί ἀνεστήθη, δίνοντας τώρα καί σέ μᾶς τή δύναμη τῆς ἀνάστασης πού θά πραγματοποιηθεῖ γιά μᾶς κατά τή Δευτέρα Παρουσία.

Μ’ αὐτό τόν τρόπο ὁ Χριστός, ὡς ἀντιπρόσωπός μας ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, νικᾶ γιά λογαριασμό μας τό θάνατο, τό Σατανά, τή φθορά, τήν ἁμαρτία, καί μᾶς ἐπαναφέρει στήν κανονική μας πορεία, στήν πορεία πού ὁδηγεῖ στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Γιά τήν ἀκρίβεια, μᾶς βάζει ἀπό τώρα μέσα στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ ἡ Ἐκκλησία τῆς ὁποίας ἐμεῖς εἴμαστε μέλη, εἶναι ἡ προέκταση τῆς Βασιλείας τῶν οὐρανῶν στή γῆ.

Ἔτσι, μέ τή βάπτισή μας γινόμαστε ἀπό τώρα πολίτες τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Ὑπάρχει ἄραγε πιό μεγάλος προορισμός ἀπό αὐτόν;

Στό μεγάλο αὐτό ἔργο τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου, ἡ Παναγία ἔπαιξε – ὅπως ἐλέχθη πιό πάνω – καίριο ρόλο. Χωρίς τή δική της συνδρομή τίποτε δέν θά μποροῦσε νά γίνει. Χωρίς τήν πρόθυμη ὑπακοή πού ἔδειξε στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ δέν θά μποροῦσε νά γίνει ἄνθρωπος, νά σταυρωθεῖ γιά μᾶς, νά πεθάνει γιά μᾶς, νά ἀναστηθεῖ γιά νά ἐξαλείψει τίς ἁμαρτίες μας μέ τό αἷμα Του.

 

Ὁ δικός μας Δεκαπενταύγουστος.

ἤ,  Ἀντέχοντας καὶ φέτος.......

π. Κωνσταντίνου Ν. Καλλιανού  

ταν σημαίνει ἡ καμπάνα γιὰ τὴν Παράκληση, τὸ δροσερὸ τ᾿ ἀπόβραδο σιμώνει καὶ μὲ τὶς δικές του ζωγραφιὲς καὶ εὐπρεπίζει,  στολίζει τὸ ναό, ὅπως τὰ λιγοστὰ κλωνάρια ἀπό βασιλικὸ καὶ γιασεμὶ  στολίζουν τὴν Εἰκόνα Της.

Ἀπὸ μακρυὰ ἀκούγονται οἱ φωνὲς τῶν περαστικῶν ποὺ ἐπιστρέφουν ἀπό τὴ θάλασσα. Βιάζονται νὰ  ἑτοιμαστοῦν γιὰ τὴ βραδυνή τους  ἔξοδο. Κάποιοι σταυροκοπιοῦνται, ἄλλοι εἰσοδεύουν στὸ ναὸ νὰ προσκυνήσουν, ἐλάχιστοι ὅμως, ἐν σχέσει μὲ τὸ πλῆθος τῶν ἐπισκεπτῶν τοῦ Αὐγούστου. Τοὺς κοιτάζεις μὲ μιὰ συμπόνια, γιατὶ τὸ ξέρεις ὅτι τοὺς περισσότερους ἀπ᾿ αὐτοὺς δὲν θὰ τοὺς ξανανταμώσεις.

Τὰ πρόσωπα κάθε ἀπόβραδο περίπου τὰ ἴδια στὴν Παράκληση. Ἔρχονται δὲ μόλις σημάνει ἡ καμπάνα, αὐτὴ ἡ μοῦσα τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ συντροφεύει τοὺς πιστοὺς στὴν κάθε ἔκφανση τῆς ζωῆς τους. Ἔρχονται λοιπὸν οἱ πιστοὶ,  αὐτὴ  ἡ παρηγόρια τοῦ παπᾶ, ποὺ τοὺς περιμένει, γιὰ νὰ βάλει «Εὐλογητὸς». Γιατὶ τοὺς βλέπει ὡς τὰ μέλλη μιᾶς οἰκογένειας- ἀφοῦ τέτοια εἶναι ἡ ἐνορία- ποὺ συνάζονται, ὅπως  τὴν ἄχραντη ἐκείνη ὥρα τοῦ δείπνου. Καὶ μήπως δὲν εἶναι ἕνα ἰδιότυπο δεῖπνο κι αὐτὴ ἡ σύναξη, μὲ οἰκοδέσποινα Ἐκείνη καὶ συνδαιτυμόνες ὅλους ἐμᾶς; Ὅσους δηλαδὴ προτιμήσαμε νὰ δώσουμε προτεραιότητα στὴ Χάρη Της κι ὄχι στὰ βιαστικὰ κελεύσματα τοῦ κόσμου, ποὺ ἀκινητοποιεῖ τὶς συνειδήσεις μας καὶ τὶς νεκρώνει; Μόνο ποὺ χρόνο τὸ χρόνο λιγοστεύουμε, ὅπως λιγοστεύει ἡ ζωή  καὶ οἱ δυνάμεις μας.

Ἀπὸ τὰ γιασεμιὰ καὶ τὰ βασιλικὰ ἀνεβαίνει ἄρωμα, ποὺ μπερδεύεται  μὲ τὴν εὐωδία τοῦ ἁγιορείτικου θυμιάματος καὶ πλημμυρίζει τὸ ναὸ μὲ ἕνα μύρο ποὺ κατανύσσει, εἰρηνεύει τὴν ψυχὴ, καθὼς μὲ ἀπίστευτη δροσιὰ τὴ θωπεύουν καὶ τὰ λιτὰ τὰ λόγια ἀπὸ τὰ τροπάρια τοῦ Παρακλητικοῦ Κανόνα. « Τὸν ποταμὸν τὸν γλυκερὸν τοῦ ἐλέους σου, τὸν πλουσίαις δωρεαῖς δροσίσαντα τὴν παλαθλίαν καὶ ταπεινὴν, Πάναγνε, ψυχήν μου....» Ρήματα ἀληθινὰ καὶ ἀνθρώπινα. Ὅπως τὰ ἐρωτήματα ποὺ ἔχουμε καὶ τὰ καταθέτουμε, μαζὶ μὲ τὰ ὅποια παράπονά μας, στὰ Ἄχραντα τὰ Χέρια Της, πρόσφορο καὶ νᾶμμα λὲς γιὰ τὴ λειτουργία. Μαζεύουμε, λοιπόν, τὶς ἀποτυχίες καὶ τὴν περιθωριοποίησή μας, αὐτὰ τὰ καθημερινὰ ἔπαθλα ποὺ μᾶς φιλεύει ὁ κόσμος, καὶ τὰ Τῆς προσφέρουμε, γιὰ μεταποιηθοῦν σὲ «χαρὰν καὶ εὐφροσύνην». Γιατὶ μέρα τὴ μέρα συνειδητοποιοῦμε,  ὅτι γιὰ τὸν Κόσμο εἴμαστε κάτι τὸ περιττὸ καὶ ἄχρηστο, ἀφοῦ δὲν ἀκολουθοῦμε τὰ βήματά του καὶ, τὸ κυριώτερο, δὲν ἀφήνουμε τὴν ψυχὴ μας στὰ χέρια του. Καὶ κόσμος, μὲ τὴ βιβλικὴ ἔννοια τοῦ ὅρου, μπορεῖ νὰ εἶναι ἀκόμα κι ὁ δικὸς μας κόσμος, τῶν  «πιστῶν» δηλαδή, ἀλλὰ καὶ κείνων ποὺ εἶναι σιμὰ μας καὶ ἐπιμένουν νὰ λέγονται «συνεργάτες», «φίλοι» καὶ κάποτε «ἀδελφοί». Ὅμως ὁ δικός μας Δεκαπενταύγουστος συμπληρώνει αὐτὰ τὰ κενὰ μὲ τὴ θεραπευτικὴ Της ἐπέμβαση. Ἐπέμβαση, ποὺ ὑπάρχει πάντα, ἀλλὰ περισσότερο τότε ποὺ χρειάζεται, ὕστερ᾿ ἀπὸ ἔμπιστό μας αἴτημα: εἰλικρινὲς αἴτημα κι ἀφτιασίδωτο ἀπό εὐγένειες καὶ συμπεριφορὲς τοῦ κόσμου τούτου.  Γι᾿ αὐτὸ καὶ ψηλαφοῦμε κάθε ἀπόβραδο τὶς μέρες αὐτὲς τὴν ψυχή μας καὶ Τῆς παραδίνουμε τὶς πληγές ποὺ φέρει  μὲ τὸν ἰκέσιο λόγο:  «ἐκ φθορᾶς νοσημάτων ἀνάστησον». Γιατὶ αὐτὸ ποὺ, ἰδιάιτερα τὶς ὧρες ἐτοῦτες, συνειδητοποιοῦμε εἶναι τὰ νοσήματά μας, γιὰ πολλὰ ἀπὸ τὰ ὁποῖα εἴμαστε καὶ ὑπεύθυνοι. Κι εἴμαστε ὑπεύθυνοι, ἐπειδὴ δὲν μπορέσαμε νὰ συλλαβίσουμε πραγματικὰ καὶ τίμια ἐκεῖνα τὰ λόγια ποὺ εἶπε Ἐκείνη,  ὅταν τὴν ἐπισκέφτηκε ὁ Ἀρχάγγελος τὴν ἠμέρα τὴ σημαδιακὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ. «Γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμα σου»(Λκ.1, 38 ) Ἄν, λοιπόν, τὸν βιώναμε αὐτὸ τὸ λόγο καὶ ὁριοθετούσαμε τὴ ζωή μας μὲ τὸν κανόνα τῆς ὑπακοῆς ποὺ μᾶς δίδαξε ἡ Μάνα μας Αὐτὴ, τότε θὰ εἴμασταν πιὸ ἐλεύθεροι, πιὸ σεμνοὶ καὶ περισσότερο τίμιοι. Ἀλήθεια, τὶ λέμε γιὰ ὅλ᾿ αὐτὰ;

Δεκαπενταύγουστο, λοιπὸν, μὲ τὶς ἀντοχές μας νὰ ραντίζονται μὲ τὴ δροσιὰ τῆς Χάρης Της καὶ φέτος…     

Σκόπελος 2016

 

«ΚΥΡΙΕ, ΕΙΝΑΙ ΚΑΛΟ ΝΑ ΜΕΙΝΟΥΜΕ ΕΔΩ»

π. Ἀλέξανδρου Σμέμαν

Σχεδόν στό τέλος τοῦ λειτουργικοῦ ἔτους, τόν Αὔγουστο, ἔχουμε τή γιορτή τῆς μεταμόρφωσης τοῦ Χριστοῦ. Αὐτός εἶναι ἕνας ἄλλος ἀπό τούς θεμελιώδεις ἑορτασμούς. Δυστυχῶς, ἐπειδή συνήθως πέφτει σέ ἐργάσιμη μέρα, δέν τή γιορτάζουν πολλοί ἄνθρωποι. Ὡστόσο διαθέτει μία μοναδική σημασία γιά τήν κατανόηση τῆς ὀρθόδοξης πίστης. Ὁ Χριστός πῆρε τούς μαθητές Του, ἀνέβηκε στό ὄρος καί ἐκεῖ τό πρόσωπό Του φάνηκε νά λάμπει. Τά ροῦχα του ἔγιναν λευκά σάν τό χιόνι καί ἕνας ἀπό τούς ἀποστόλους εἶπε: «Κύριε, εἶναι καλό νά μείνουμε ἐδῶ». Αὐτό ἦταν ἡ ἐκπλήρωση κάθε ἀνθρώπινης ἐπιθυμίας, ἡ στιγμή τῆς ἀνώτατης εὐτυχίας, ἐπειδή τίποτε σ’ αὐτό τόν κόσμο δέν μπορεῖ νά μᾶς ἱκανοποιήσει ἐκτός ἀπό τόν Θεό, τή δόξα του, τό φῶς του, τήν ἀλήθειά του, τή βασιλεία του. Καί πάλι, ὁ χριστιανισμός εἶναι χαρά - αὐτό εἶναι τό νόημα τῆς μεταμόρφωσης. Δέν ἔχουμε ἐδῶ ἕνα βιβλίο συνταγῶν: τή Δευτέρα κάνε αὐτό, τήν Τρίτη κάνε ἐκεῖνο.

Ὁ Θεός δέν μᾶς ἔδωσε ἕνα σύνολο ἀπό συνταγές καί κανονισμούς ἀλλά ἔδωσε τόν ἑαυτό Του καί αὐτό σημαίνει τή ζωή, τήν ἀγάπη καί τή μεταμόρφωση. Μᾶς ἔδωσε τή δύναμη νά τόν συνοδεύσουμε στήν ἀνάβασή Του στό Ὄρος Θαβώρ καί νά γευθοῦμε ἐκεῖ ὅσα ἔχει προετοιμάσει γιά μᾶς. Τί εἶναι ἡ Ἐκκλησία; Ἡ Ἐκκλησία ἀποτελεῖ σ’ αὐτόν τόν κόσμο τήν ἀντανάκλαση τοῦ φωτός πού εἶδαν οἱ Ἀπόστολοι στό Ὄρος Θαβώρ. Ρωτῆστε τούς ἡλικιωμένους. Ποτέ δέν θά καταλάβαιναν τί σημαίνει τό ὅτι πρέπει νά πᾶνε στήν ἐκκλησία, ἐπειδή τό νά πᾶνε στήν ἐκκλησία ἀποτελεῖ χαρά γι’ αὐτούς, και, ὅταν δέν μποροῦν νά πᾶνε στήν ἐκκλησία, αἰσθάνονται δυστυχισμένοι. Ἐνῶ ρωτᾶμε «πόσο;» καί «γιά πόσο καιρό;» αὐτοί θά ἔδιναν τά πάντα γιά νά ἔχουν τήν εὐκαιρία νά πᾶνε στήν ἐκκλησία. Ἡ ἐκκλησία γι’ αὐτούς δέν εἶναι ἕνας τόπος ὅπου ἐκπληρώνουμε τίς θρησκευτικές μας ὑποχρεώσεις ἀλλά ὁ τόπος ὅπου βρίσκουμε τό πραγματικό μας σπίτι, ὅπου μᾶς δίνεται ἡ χαρά καί τό φῶς. Ἔτσι στή λειτουργία τοῦ ἔτους, ἀποκαλύπτονται καί μᾶς δίνονται ὅλες οἱ διαστάσεις τοῦ Χριστιανισμοῦ – ἡ ἀτομική, ἡ κοινωνική καί ἡ κοσμική. Ἡ χριστιανική ζωή ἀποκαλύπτεται ὡς ἄνοδος σ’ ἐκεῖνο τό ὄρος, ἀκολουθώντας τόν Χριστό. Μερικές φορές κάνει πολλή ζέστη, μερικές φορές πολύ κρύο. Μερικές φορές κουραζόμαστε ἀπό τήν προσπάθεια, τήν ἀφήνουμε καί φαινόμαστε νά τά ξεχνᾶμε ὅλα αὐτά.

Καί ὅμως, ἄν ὑπάρχει νόημα στή χριστιανική ζωή, αὐτό βρίσκεται ἀκριβῶς στό νά ἀκολουθήσουμε τόν Χριστό στό Ὄρος Θαβώρ, ἔτσι ὥστε στό τέλος νά μπορέσουμε νά ποῦμε: «Κύριε, εἶναι καλό νά μείνουμε ἐδῶ».

 

Παύλου Εὐδοκίμωφ

Ὁ ἄνθρωπος δέν ἔχει ἀνάγκη ἀπό ἐπιπρόσθετη καταπόνησι: τρίχινα ροῦχα, ἁλυσίδες, φραγκελλώσεις, θά ἐκινδύνευαν νά τόν συντρίψουν χωρίς λόγο. Ἡ αὐτονέκρωσις συνίσταται ἴσως στήν ἀπελευθέρωσι ἀπό κάθε ἀνάγκη διεργετικῶν: ταχύτητα, θόρυβο, εἰδικά διεργετικά, κάθε εἴδους ἀλκοολικά. Ἄσκησις θά ἦταν μᾶλλον ἤ ἐπιβαλλόμενη ἀνάπαυσις, ἡ πειθαρχία τῆς ἠρεμίας καί τῆς σιωπῆς, ὅπου ὁ ἄνθρωπος βρίσκει τήν ἱκανότητα νά σταθῆ γιά τήν προσευχή καί τόν στοχασμό, στήν καρδία τοῦ θορύβου τοῦ κόσμου νά ἀκούη τήν παρουσία τῶν ἄλλων. Ἄσκησις θά ἦταν μᾶλλον ἡ χαρούμενη ἀπάρνησις τοῦ περιττοῦ, τό μοίρασμά του μέ τούς φτωχούς, μιά χαρούμενη ἰσορροπία, μιά δοξολογία.

π. Ἠλία Κουτραφούρη

 «Ὑμεῖς ἐστε τὸ ἅλας τῆς γῆς· ἐὰν δὲ τὸ ἅλας μωρανθῇ ἐν τίνι ἁλισθήσεται; εἰς οὐδὲν ἰσχύει ἔτι εἰ μὴ βληθὲν ἔξω καταπατεῖσθαι ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων» (Ματθ. 5:13).

Μὲ τὰ παραπάνω λόγια του Χριστοῦ θα μποροῦσε να περιγραφεῖ ἡ τραγωδία ἑνὸς Χριστιανισμοῦ ποὺ ἀπώλεσε τὴν πρόγευση καὶ τὴν προσδοκία τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, καὶ ὡς ἐκ τούτου, ἀνίκανος νὰ δώσει μαρτυρία γιὰ ὅσα δὲν εἶδε, δὲν ἄκουσε καὶ δὲν ψηλάφισε, ἀπέμεινε χωρὶς ταυτότητα, ἀπόστολή καὶ νόημα, ἀναζητώντας ἄλλοτε νὰ καταξιωθεῖ προσπαθώντας νὰ ἀποδείξει τὴ χρησιμότητα του (μέσα ἀπὸ τὰ καλά ἔργα, τὴ φιλανθρωπία, τὴν κοινωνική προσφορά κτλ), ζητιανεύοντας μάλλον γιὰ μιὰ ἀναγνώριση ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ  ἄλλοτε νὰ κρύψει τὴν κενότητα του σὲ μια νοσηρὴ θρησκευτικότητα δραπετεύοντας ἀπὸ τὶς εὐθύνες που συνεπάγεται τὸ εὐαγγέλιο. Κάπως ἔτσι βέβαια σκιαγραφεῖται ἡ παταγώδης ἀποτυχία τοῦ δυτικοῦ χριστιανισμοῦ καὶ ὁ ἐγκλωβισμὸς τοῦ δυτικοῦ ἀνθρώπου στὰ ὑπαρξιακά του ἀδιέξοδα.

Ἀλλὰ δυστυχῶς τὰ παραπάνω σκιαγραφοῦν λίγο πολύ καὶ τὸ δικό μας θολὸ πνευματικό τοπίο. Ο μέσος ὀρθόδοξος χριστιανός πάσχει θὰ λέγαμε ἀπὸ πνευματική ἀμνησία, λήθη θὰ ἔλεγαν οἱ πατέρες. Ἀδυνατεῖ νὰ συνδέσει τὰ ἐξωτερικὰ στοιχεῖα τῆς παράδοσής του μὲ τὸ περιεχόμενο τους, τὸν ἐξωτερικό τύπο μὲ τὴν οὐσία, τὴν χριστιανική του ὀνομασία μὲ τὴν κλήση τοῦ να εἶναι χρίστιανός, τὰ ἀποτυπώματα τοῦ πολιτισμοῦ τῶν ἁγίων προγόνων του μὲ τὴν ἐμπειρία πού τοῦ κληροδότησαν, τοὺς ὁδοδεῖκτες μὲ τὴν ὁδό. Ἀκόμα καὶ ὁ θρησκεύων σημερινός ὀρθόδοξος χριστιανός ἐλάχιστα νοιώθει, ὅταν λέγει «ἐλθέτω ἡ Βασιλεία Σου» ἢ «προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν καὶ ζωήν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος» καὶ ἐλάχιστα νοσταλγεῖ τὴν οὐράνια Βασιλεία στὴν ὁποία πολιτογραφήθηκε μὲ τὸ βάπτισμά του. Ἄλλωστε καὶ τὸ ἴδιο τὸ μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος μὲ τὸν τρὸπο που τελεῖται ἔλαχιστα θυμίζει αὐτὸ που πραγματικὰ εἶναι καὶ δυστυχῶς κατανοεῖται, ὅπως καὶ τὰ ἄλλα μυστήρια, μάλλον σαν μία ἰδιωτικὴ ὑπόθεση ἢ οἰκογενειακὴ καὶ κοινωνικὴ ὑποχρέωση. Τέλος καὶ αὐτοὶ οἱ κληρικοὶ ἀμφιταλαντεύονται ἀνάμεσα στὸ συμβιβασμὸ μὲ τὸ μὴ ἀναστρέψιμο τῆς κατάστασης, στὴ συμμόρφωση μὲ τις διάφορες προσδοκίες τοῦ κόσμου γιὰ τὸ ρόλο τους καὶ στὴν ἔμπνευση τῆς κλήσης τοῦ Κυρίου τους, ποὺ «χρονίζει ἐλθεῖν».

Θὰ τολμούσαμε πάντως νὰ παραφράσουμε ἑρμηνευτικὰ τὸ παραπάνω χωρίο Ματθ. 5:13 ως ἑξῆς: «Ἐσεῖς, οἱ Χριστιανοί, εἶστε τὸ ἁλάτι τῆς γῆς! Ἐὰν ἐσεῖς χαζέψετε καὶ χάσετε τὴν πρόγευση καὶ τὴν προσδοκία τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, τότε τι νόημα ἔχουν ὅλα αὐτὰ ποὺ λέτε καὶ κάνετε; Τι νόημα ἔχει ἡ ὕπαρξή σας; Δεν μένει παρὰ νὰ σας πετάξουν σὰν τὸ ἄχρηστο ἁλάτι στοὺς δρόμους καὶ νὰ ποδοπατιέστε ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους μὲ περιφρόνηση…»

 

π. Ἠλία Κουτραφούρη

 

Ὅσοι χριστιανοὶ τολμήσουν νὰ γίνουν ἐραστὲς τῆς νυκτερινῆς προσευχῆς γρήγορα θὰ ξαναβροῦν μέσα στὴν ἡσυχία τῆς νυκτός τὸν κεκρυμμένο θησαυρὸ τῆς ἐσχατολογικῆς τοῦς ταυτότητας, ἀφοῦ θὰ πραγματοποιοῦν συστηματικὰ «γενικὴ δοκιμή τῆς Ἀναστάσεως»[1]:

 

«Ὁ π. Mελχισεδὲκ ἀπήγγειλε μὲ μεγαλοπρέπεια τὴν προσευχὴ τοῦ ἁγίου Bασιλείου: :  ‘‘Kαθάρισον ἡμᾶς ἀπὸ παντὸς μολυσμοῦ σαρκὸς καὶ πνεύματος, ναοὺς ἡμᾶς ποιῶν τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Kαὶ δώρησαι ἡμῖν ἐν ἀγρύπνῳ καρδίᾳ καὶ νηφούσῃ διανοίᾳ, πᾶσαν τοῦ παρόντος βίου τὴν νύκτα ἡμᾶς διελθεῖν, ἀπεκδεχομένους τὴν παρουσίαν τῆς λαμπρᾶς καὶ ἐπιφανοῦς ἡμέρας τοῦ μονογενοῦς σου Yἱοῦ, τοῦ Kυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Xριστοῦ, ἐν ᾗ μετὰ δόξης ἐπὶ γῆς ὡς Kριτὴς τῶν ἁπάντων ἐλεύσεται ἑκάστῳ ἀποδοῦναι κατὰ τὰ ἔργα αὐτοῦ, ἵνα μὴ ἀναπεπτωκότες καὶ ὑπνοῦντες, ἀλλ᾽ ἐγρηγοροῦντες καὶ διεγηγερμένοι ἐν τῇ ἐργασίᾳ τῶν ἐντολῶν αὐτοῦ εὑρεθοίημεν…’’.

 

Ἡ πρώτη προσευχή, πού καθιερώθηκε ἀπ᾽ τόν ἴδιο τὸν Xριστὸ εἶναι ἡ ἀκολουθία τοῦ μεσονυκτίου. Διότι Ἐκεῖνος μᾶς εἶπε: «Γρηγορεῖτε οὖν· οὐκ οἴδατε γὰρ πότε ὁ Kύριος τῆς οἰκίας ἔρχεται, ὀψὲ ἢ μεσονυκτίου ἢ ἀλεκτοροφωνίας ἢ πρωΐ» (Mάρκ. ιγ´ 35). Tὸ μεσονυκτικὸν εἶναι, στ᾽ ἀλήθεια, μιὰ γενικὴ δοκιμὴ τῆς ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν καὶ τῆς δευτέρας παρουσίας τοῦ Xριστοῦ στὴ γῆ… Tὰ μεσάνυχτα ἀκρβῶς, ὅλες οἱ καμπάνες τῶν ἐκκλησιῶν κι ὅλα τὰ σήμαντρα ἀρχίζουν νὰ ἀντηχοῦν στὸν ἀέρα. Ξαφνικά! Oἱ καμπάνες τοῦ μεσονυκτίου συμβολίζουν τὶς σάλπιγγες τῶν ἀγγέλων, ποὺ θ᾽ ἀντηχήσουν τὴν τελευταία μέρα κατὰ τὴν ἀνάστασι τῶν νεκρῶν. Ἀκούγοντας τὶς σάλπιγγες τῶν ἀγγέλων, οἱ νεκροὶ θὰ βγοῦν ἀπ᾽ τὶς κοιλιὲς τῶν ζώων. Kι ὅλοι θὰ παρουσιασθοῦν μπροστὰ στὸν θρόνο τοῦ Xριστοῦ, ποὺ θὰ καθήση ὡς κριτής. Περιστοιχισμένος ἀπ᾽ τοὺς ἀγγέλους.. Tὰ μεσάνυχτα, ἀκούγοντας τὶς καμπάνες καὶ τὰ σήμαντρα, οἱ μοναχοί, ποὺ κοιμοῦνται στὰ κελλιά τους, τὰ σκορπισμένα μέσα στὸ δάσος, γύρω ἀπ᾽ τὴν ἐκκλησία, ξυπνοῦν στὰ νεκροκρέββατά τους. Kι οἱ μοναχοὶ σηκώνονται ἀπ᾽ τὰ κρεββάτια τους καὶ βγαίνουν ἀπ᾽ τὰ κελλιά τους ἀκριβῶς ὅπως θὰ βγοῦν ἀπ᾽ τοὺς τάφους των. Oἱ μοναχοὶ ὅλων τῶν μοναστηριῶν τῆς γῆς σηκώνονται ἀπ᾽ τὰ κρεββάτια τους τὰ μεσάνυχτα. Kαὶ σπεύδουν στὴν ἐκκλησία, ὅπου ὁ ἱερεὺς ντυμένος μὲ τ᾽ ἄμφιά του τοὺς περιμένει μπροστὰ στὸ θυσιαστήριο, ὅπως ὁ Xριστὸς θὰ περιμένη στὸν θρόνο του τὴν ἔλευσι τῶν ἀναστημένων ἀνθρώπων. Kατόπιν – ὅταν ὅλοι οἱ μοναχοὶ εἶναι παρόντες– ἀρχίζει ἡ ἀκολουθία τοῦ μεσονυκτίου.

 

-Kάνετε κάθε νύχτα αὐτὴ τὴ γενικὴ δοκιμὴ τῆς ἀναστάσεώς σας;

 

-Mάλιστα, ἀποκρίθηκε ὁ π. Mελχισεδέκ. Ὑπάρχουν ἀκόμα καὶ πολλοὶ λαϊκοί, ποὺ ξυπνοῦν τὰ μεσάνυχτα καὶ κάνουν τὴν τελετὴ τῆς ἀναστάσεως, ποὺ περιμένομε μετὰ τὸν θάνατό μας..

 

Διεπίστωσα πὼς γιὰ τὸν π. Mελχισεδὲκ αὐτὴ ἡ ἀκολουθία, ποὺ συμβολίζει τὴν ἀνάστασι καὶ τὴν ἔσχατη κρίσι, ἦταν μιὰ ἀπ᾽ τὶς ἀκολουθίες, ποὺ προτιμοῦσε. Kαὶ δὲν ἔπεσα ἔξω. Διότι ἀμέσως μετὰ προσέθεσε:.

 

-Zοῦμε, περιμένοντας τὴν ἀνάστασί μας. Γιατὶ ἡ ἀνάστασις εἶναι ὁ ὑπέρτατος σκοπὸς κάθε ἀνθρώπου. Kαὶ περνοῦμε τὴ ζωή μας, περιμένοντάς την. Ἡ ἀνάστασίς μας θά ᾽ναι ἐκθαμβωτική. Kανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ τὴν φαντασθῆ. Ὁ Xριστὸς θὰ ξανάρθη. Ἀνάμεσά μας…».

 

Αμήν, ναὶ ἔρχου, Κύριε Ἰησοῦ.

 


 

[1] Ἀκολουθοῦν ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ βιβλιο τοῦ Βιργκίλ Γκεοργκίου, Ένα ὄνομα γιὰ τὴν αἰωνιότητα, εκδ. Τῆνος, 2002.

π. Ἠλία Κουτραφούρη

Ἀποτελεῖ ἀδήριτη ἀνάγκη νὰ ἀνακαλύψουμε ξανά τὸν μονάδικά πασχάλιο χαρακτήρα τῆς Κυριακῆς καὶ νὰ ἀποκαταστήσουμε τὰ ἀρχαῖα προνόμια της. Ἡ Κυριακὴ ἀποτελεῖ τὴν πρώτη ἀλλὰ καὶ τὴν ὀγδόη ἡμέρα, τὴν ἐναργέστατη εἰκόνα τῆς ἀνεσπέρου ἡμέρας τῆς Βασιλείας τοῦ Κυρίου. Ἀποτελεῖ τὸ ἑβδομαδιαῖο Πάσχα καὶ ἔχει τὸν χαρακτήρα δεσποτικῆς ἑορτῆς. Ἀπὸ αὐτὴν εἰσέρχεται ἄπλετο τὸ φῶς τῆς Βασιλείας στὴν Ἱστορία καὶ ἀπὸ αὐτὴν λαμβάνει φῶς καὶ χρῶμα τὸ γκρίζο τῆς καθημερινότητας μας. Ἡ μὴ μετοχὴ στὴν εὐχαριστιακὴ τράπεζα κατὰ τὴν ἡμέρα αὐτὴ εἶναι ἀπολύτως ἀδιανόητη καὶ ἀποτελεῖ προσβολὴ στὴν ἀγάπη τοῦ Κυρίου ποὺ ἀν καὶ ἀναξίους ἀναγκάζει ἡμᾶς εἰσελθεῖν στὸ μεγάλο δεῖπνο. Τὴν Κυριακὴ δὲν πενθοῦμε καὶ δεν γονατίζουμε ἀλλὰ προσευχόμαστε ὄρθιοι διακηρύττοντας ὅτι καὶ ἐμεῖς εἴμαστε υἱοί τῆς Ἀναστάσεως. Κατὰ τὴν Κυριακὴ δὲν δουλεύουμε ἀλλὰ δίνουμε χρόνο καὶ χῶρο γιὰ να συναντήσουμε τὸ Θεὸ καὶ τοὺς ἀλλους ἀνθρώπους. Ἡ Κυριακὴ εἶναι τέλος καὶ ἀρχή τῆς ἑβδομάδας καὶ τῆς ζωῆς μας. Εἶναι ἀφετηρία καὶ προορισμός. Ἀπὸ καὶ πρὸς τὴ θεία κοινωνία. Σὲ αὐτὴν συντελεῖται τὸ «ἤδη καὶ ὄχι ἀκόμη», τὸ «ἔρχεται ὥρα καὶ νῦν ἐστί». Ἡ πρόγευση καὶ ἡ προσδοκία.

Δεν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶμαστε πολίτες τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν καὶ νὰ μην εἴμαστε μέλη μιας συγκεκριμένης εὐχαριστιακῆς κοινότητας μέσα στὴν ὁποία ζοῦμε τὸ γεγονὸς τῆς Ἐκκλησίας, συγκροτοῦμε τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, λειτουργοῦμε «ἐν ἑνὶ στόματι καὶ μιᾶ καρδίᾳ» ἀποτελοῦμε ἀλλήλων μέλη, θεραπευόμαστε, ἀνεχόμαστε, μαθαίνουμε νὰ ἀγαποῦμε, ἐνεργοποιοῦμε τὰ χαρίσματα μας εἰς διακονίαν τοῦ σώματος καὶ χαιρόμαστε τὰ χαρίσματα τῶν ἀδελφῶν μας, ἔχουμε θέση καὶ ἀποστολή, ἡ παρουσία μας εἶναι πολύτιμη καὶ ἡ ἀπουσία μας αἰσθητή.

Στὸ λειτουργικὸ φῶς ἡ καθημερινότητα ἀποκαλύπτει τὶς ἐσχατολογικές της διαστάσεις. Ὁ ἄλλος ἄνθρωπος, ὁ συγκεκριμένος αὐτὴν τὴ στιγμή πλησίον, ὁ ἐλάχιστος ἀναγνωρίζεται ὡς ὁ ἴδιος ὁ Χριστός στὸ φοβερὸ βῆμα τοῦ ὁποίου θὰ δώσουμε λόγο γιὰ τὰ ἁπλὰ καὶ καθημερινά που κινδυνεύουμε νὰ παραθεωρήσουμε. Ἡ συναίσθηση τῶν ἐσχατολογικῶν διαστάσεων τῆς καθημερινότητας ἀπαιτεῖ διαρκὴ ἐγρήγορση καὶ ἀδιάλειπτη προσευχή. Ἀπὸ τὴν ἄλλη ἡ καρδιά που γεύεται τὴν συγχώρεση, τὸ χάρισμα τοῦ χρέους τῶν μυρίων ταλάντων κατὰ τὸ ἄπειρο ἔλεος τοῦ Κυρίου, δὲν εἶναι δυνατόν «νὰ πνίγει τὸν ἀδελφὸ διὰ τὰ δηνάρια», ἀλλὰ πλατύνεται καὶ συγχωρεῖ. Οἱ θλίψεις ἄλλωστε καὶ οἱ περιστάσεις τοῦ βίου μπροστὰ στὸ φῶς τῆς βασιλείας σμικρύνονται καὶ χάνουν τὴ φοβερή τους ὄψη. Ἀκόμη καὶ ὁ θάνατος καὶ οἱ σκιές του ὑποχωροῦν ἐμπρὸς στὸ φῶς τῆς Ἀναστάσεως ποὺ ἔχει ἀρχίσει ἤδη νὰ ἀνατέλλει στὴν καρδιά τοῦ πιστοῦ. 

 

π. Γεωργίου Florovsky

Η Εκκλησία δεν μας δίνει ένα σύστημα, αλλά ένα κλειδί• δεν μας δίνει ένα σχέδιο της Πολιτείας του Θεού, αλλά το μέσο για να μπούμε σ’ αυτήν. Ίσως κάποιος χάσει το δρόμο του γιατί δεν έχει σχέδιο. Αλλά ό,τι δει, θα το δει δίχως μεσολαβητή, θα το δει άμεσα, θα είναι πραγματικό γι’ αυτόν• ενώ αυτός που έχει μελετήσει μόνο το σχέδιο κινδυνεύει να μείνει απ’ έξω και να μη βρει πράγματι τίποτα. 

Ἀ­πελ­πι­σμοῦ ἀ­νά­σχε­σις

Σχό­λια στό Ε΄ Ἐ­ω­θι­νό ( Λκ. κδ΄ 12-35)

π. Κωνσταντίνου Ν. Καλ­λια­νού

 

Κά­θε ἄ­νοι­ξη, μέ τόν Ἀ­σπα­σμό τῆς Ἀ­νά­στα­σης, ἀ­νο­ί­γε­ται στόν κα­θέ­να μας ἡ ἀ­να­πά­ντε­χη εὐ­και­ρί­α κα­τά τήν ἔγ­κο­πο ὁ­δοι­πο­ρί­α μας "εἰς κώ­μην ἀ­πέ­χου­σαν στα­δί­ους ἑ­ξή­κον­τα ἦ ὄ­νο­μα Ἐμ­μα­ο­ύς"

Μιά ὁ­δοι­πο­ρί­α κά­τω ἀ­πό τίς συ­στοι­χί­ες τῶν αἰ­ω­νό­βι­ων δέ­ντρων, μέσ᾿ ἀπ᾿ τίς φυλ­λω­σί­ες τῶν ὁ­πο­ί­ων φιλ­τρα­ρι­σμέ­νος ραν­τί­ζει μέ τίς ἀ­κτῖ­νες του ὁ ἀ­νοι­ξι­ά­τι­κος ἥ­λιος το­ύς δύ­ο μα­θη­τές καί τόν Κύριο, πού ἀ­σφα­λῶς, μή­τε ἐ­κεῖ­νοι Τόν ἀ­να­γνώ­ρι­σαν, ἀλλ᾿ οὔ­τε καί μεῖς. Μέχρι σή­με­ρα...

   "Κί ἤγ­γι­σαν εἰς τήν κώ­μην....", σέ ὥ­ρα δει­λι­νή, μέ φω­τει­νά πλύ­χρω­μα ση­μά­δια νά στο­λί­ζουν τό στε­ρέ­ω­μα. Ἐ­κεῖ­νος "προ­σποι­εῖ­τιαι πο­ρω­τέ­ρω πο­ρε­ύ­ε­σθαι", κά­τι πού δέν τό ἐ­πι­θυ­μοῦν μή­τε οἱ Μα­θη­ταί, ἀλλ᾿ οὔ­τε κι μεῖς.

"Μεῖ­νον μεθ᾿ ἡ­μῶν, ὅ­τι πρός ἑ­σπέ­ραν ἐ­στί καί κέ­κλι­κεν ἡ ἡ­μέ­ρα.." Τόν πα­ρα­κα­λοῦ­με, κι ἡ φω­νή μας ἄ­νε­βα­ί­νει ἀ­πό τά σπλά­χνα μας ὅ­πως ἡ προ­σευ­χή.

"Μεῖ­νον..."

Νυ­χτώ­νει.

Ἐ­κεῖ­νος "εἰ­σῆλ­θε τοῦ μεῖ­ναι σύν αὐ­τοῖς", ἀλ­λά καί μα­ζί μας.

Τώρα πιά δέ φο­βό­μα­στε πού "σκό­τος ἐ­γέ­νε­το". Ἀ­ναμ­μέ­νη ἡ λαμ­πά­δα τῆς Ἀ­νά­στα­σης, τῆς Πα­ρου­σί­ας καί τῆς εὐ­λο­γί­ας Του "ἐν τῇ κλά­σει τοῦ ἄρ­του", κα­τα­λύ­ει κά­θε σκο­τει­νιά, συ­γνε­φιά καί ἄλ­γος. Κι ἄς ἀκολουθεῖ ἡ Ἀνἀληψη. Ἡ Γιορτὴ μὲ τὸ φτερούγισμα τῆς χαρμολύπης νὰ γίνεται λόγος Ἀποστολικὸς, λόγος καὶ αἴτημα ὅλων τῶν πιστῶν : «Δέσποτα, μὴ ἐάσῃς ἡμᾶς ὀρφανοὺς, οὕς δ᾿ οἶκτον ἠγάπησας δούλους σου, ὡς εὔσπλαχνος· ἀλλ᾿ ἀπόστειλον ὡς ὑπέσχου ἡμῖν τὸ Πανάγιόν σου Πνεῦμα, φωταγωγοῦν τὰς ψυχὰς ἡμῶν».

Ἡ Ἀνάληψη λοιπόν,   ποὺ μᾶς εἰσοδεύει στὴν Πεντηκοστή. Δηλαδὴ στὴν ἔλευση τοῦ Παρακλήτου. Παναπεῖ, ἐκείνου ποὺ ξέρει νὰ μᾶς παρηγορεῖ. Ἀκόμα καὶ σήμερα.....

Αρχιεπ. Αυστραλίας Στυλιανού

 

Όποιος είχε την αγάπη τύχη να συναντήσει ένα Άγιο – όχι σαν οπτασία, αλλά σαν άνθρωπο απλό και καθημερινό – δεν μπορεί να πιστέψει ότι υπάρχει ‘φυσικώτερο’ χαρακτηριστικό για τον άνθρωπο από την αγιότητα. Κι ένα παρήγορο μήνυμα θέλει να το πει κανείς σ’ όλους τους ανθρώπους...

Οι Άγιοι δεν έχουν φωτογραφίες, αλλά εικόνες. Την φωτογραφία την κάνει η μηχανή ασύνειδα και αντιγράφοντας την ακατέργαστη αμεσότητα του ενθάδε. Την προσωπογραφία και την εικόνα την ιστορεί η ψυχή, απομαντεύοντας κυρίως με την μνήμη και την συνείδηση – και γι’ αυτό επώδυνα και θαυμαστικά – τις προεκτάσεις που έδωσε στο κτιστό ο μεταμορφωμένος κόσμος του επέκεινα.   

• … Ο γάμος είναι ένας δρόμος· αρχίζει από την γη και τερματίζει στον ουρανό. Είναι μία σύναψις, ένας σύνδεσμος μαζί με τον Χριστόν, πού μας βεβαιώνει ότι θα πάμε κάποτε στον ουρανό….

• …Πάνω από την αγάπη, πάνω από τον άνδρα σου, πάνω από την γυναίκα σου, πάνω από τα καθημερινά σου γεγονότα, να θυμάσαι ότι προορίζεσαι για τον ουρανό, ότι μπήκες στον δρόμο πού πρέπει οπωσδήποτε να σε βγάλη εκεί. Η νύμφη και ο γαμπρός δίνουν τα χέρια τους, τους πιάνη ο ιερεύς και ακολουθούν γύρω από το τραπέζι χορεύοντας και ψάλλοντας. Αυτό σημαίνει ότι ο γάμος είναι η πορεία, το ταξίδι πού θα καταλήξη στον ουρανό, στην αιωνιότητα.

• Στον γάμο φαίνονται ότι παντρεύονται δύο. Δεν είναι όμως δύο αλλά τρεις. Παντρεύεται ο άνδρας την γυναίκα και η γυναίκα τον άνδρα, αλλά και οι δύο μαζί υπανδρεύονται τον Χριστόν. Τρεις επομένως λαμβάνουν μέρος στο μυστήριο και τρεις πλέον παραμένουν στην ζωή τους.

• Όλα όσα χρησιμοποιούνται, κατά την τέλεσι του γάμου, είναι σκιές και σύμβολα πού δείχνουν ότι εκεί είναι ο Χριστός. Όταν κάθεσαι και βλέπεις ξαφνικά μια σκιά, καταλαβαίνεις ότι κάποιος έρχεται. Δεν τον βλέπεις· το ξεύρεις όμως. Πρωί πρωί σηκώνεσαι και βλέπεις κατακόκκινο τον ορίζοντα στην ανατολή. Θα βγη, λες, σε λίγο ο ήλιος…

• Όταν βλέπης τον γάμο σου, τον άνδρα σου, την γυναίκα σου, όταν βλέπεις τις στεναχώριές σου, τα πάντα μέσα στο σπίτι σου, να ξεύρης ότι είναι σημάδια της παρουσίας του Χριστού. Είναι σαν να ακούς τα βήματά του, σαν να έρχεται, σαν να πρόκειται να ακούσης τώρα και την φωνή του. Σκιές είναι όλα αυτά πού δείχνουν ότι μαζί μας είναι ο Χριστός. Είναι αλήθεια ότι εξ αιτίας των μεριμνών μας τον νοιώθομε ως απόντα. Τον βλέπομε όμως μέσα στις σκιές και είμαστε βέβαιοι ότι είναι μαζί μας….. Η ζωή μας είναι πλέον μαζί με τον Χριστόν…

Αρχιμανδρίτης Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης

Κοίμηση 19.5.2013   Εξόδιος ακολουθία 21.5.2013.

Πανιερώτατε Τριμυθούντος κ. Βαρνάβα, σεβαστοί πατέρες, αγαπητοί εν Χριστώ αδελφοί.

«Μακαρία η οδός, ην πορεύη σήμερον, ότι ητοιμάσθη σοι τόπος αναπαύσεως».Τα λόγια αυτά βρίσκουν πλήρη εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση που κηδεύουμε σήμερα, τη μακαριστή πνευματική μας μητέρα και γιαγιά Καλλιόπη Χριστοφόρου.

Η όλη βιοτή της ήταν γεμάτη από τη χάρη του Αγίου Πνεύματος.

Γεννήθηκε στο Δάλι το 1927 και μεγάλωσε σε μία πολύτεκνη οικογένεια. Οι γονείς της, Σταύρος και Ευδοκία Πίττα, κάτοικοι Ιδαλίου, την μεγάλωσαν με τα νάματα της Ορθοδόξου πίστεως και την διαπαιδαγώγησαν εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου.

Αυτά τα βιώματά της τα μετέδιδε πρώτα στα παιδιά του νηπιαγωγείου που για πάρα πολλά χρόνια εργάστηκε στην Αθηαίνου, όπου παντρεύτηκε τον εξ Αθηαίνου μακαριστό Πέτρο Χριστοφόρου.

   Εργάστηκε επίσης σαν νηπιαγωγός στο Δάλι, το χωριό της, όπου είχε εγκατασταθεί τα τελευταία της χρόνια, προτού συνταξιοδοτηθεί.

   Παρά το γεγονός ότι οι γιατροί της απέκλεισαν την ελπίδα να αποκτήσει παιδί, εντούτοις θεία χάριτι απέκτησε ως εκ θαύματος ένα και μοναδικό παιδί, τον Στυλιανό, και ευτύχισε να δει 5 εγγόνια, την Καλλιόπη, τη Χρύσω, τη Φιλιώ, τον Πέτρο και το Νικήτα.

     Για όλη της τη ζωή νοιαζόταν για όλους, άντρες, γυναίκες και παιδιά. Προσπάθειά της ήταν πώς να επικοινωνεί μαζί τους, να τους νοθετεί στο δρόμο του θεού, της εξομολογήσεως και της προσευχής, διανέμοντας φυλλάδια, περιοδικά, βιβλιαράκια, εικόνες και οτιδήποτε σχετιζόταν με τα χριστιανικά βιώματα για νουθεσία των πάντων προς την κατεύθυνση του μεγαλείου της πίστεως προς το Θεό. Έχαιρε άκρας εκτιμήσεως από όλους όσοι τη γνώρισαν για την μεγάλη ταπεινοφροσύνη της, την πραότητα, την ηρεμία, την πειστικότητα, τη γλυκύτητα του χαρακτήρα της.

     Αυτό όμως που την διέκρινε περισσότερο και έδειχνε τη μεγαλοψυχία της ήταν η ανεξικακία της, ότι συγχωρούσε και αυτούς που παράφορα την αδικούσαν, τόσο στο λειτούργημα της ως νηπιαγωγός όσο και στην προσωπική της ζωή.

   Ήταν γυναίκα της συνεχούς, αδιάλειπτου προσευχής, της κατανόησης, της αγάπης, της διακριτικότητας και πάντοτε έβρισκε ένα καλό λόγο να πει στον κα- θένα για κάθε περίπτωση. Γνώριζε πότε έπρεπε να μιλήσει και πότε έπρεπε να σιωπήσει, για να μιλήσει κάποιος άλλος χωρίς να τον διακόπτει ή να τον συμπληρώσει.

     Η συνομιλία μαζί της σου έδινε δύναμη, θάρρος, κουράγιο, ελπίδα για να συνεχίσεις το βιοποριστικό και πνευματικό αγώνα της ζωής.

     Η όλη της παρουσία, το λεκτικό της, οι νουθεσίες της έδιναν την εικόνα στον καθένα που την πλησιάζε ότι μιλούσε σε μια σεβαστή γερόντισσα-ηγουμένη ενός μοναστηριού και τούτο διότι όλη της η ζωή ήταν δοσμένη ολότελα στο θέλημα του θεού και όχι στο δικό της θέλημα.

   Άφηνε τον εαυτό της αποκλειστικά και μόνο να κυβερνάται από το Θεό σε όλες τις περιστάσεις της ζωής της, που ήταν γεμάτη από διάφορες ασθένειες και δυσκολίες προσωπικές. Είδε πολλές φορές την επέμβαση του Θεού στις διάφορες αρρώστιες της που είχα την ευλογία να την ακούσω από το ίδιο της το στόμα. Τούτο μου έδωσε την βεβαιότητα ότι και σήμερα υπάρχουν χαριτωμένοι άνθρωποι εκ Θεού που κυκλοφορούν μεταξύ μας, όπως την γιαγιά Καλλιόπη.

     Η στοργή που είχε για τον καθένα μας, μάς έδινε την πειστικότητα να την αποκαλούμε πολλοί δεύτερη μας μάνα.

         Σύσσωμη η πόλη Ιδαλίου και περιχώρων και όσοι από πολλά μέρη της Κύπρου είχαν γνωρίσει τη μακαριστή Καλλιόπη την προπέμπουμε σήμερα με ευχές προς τον Κύριο του Παντός όπως την αναπαύσει στας αιωνίους μονάς τού παραδείσου όπως αξίζει σε τέτοια εκλεκτά τέκνα του Θεού.

Πανιερώτατε, σεβαστοί Πατέρες, αγαπητοί εν Χριστω αδερφοί,. Ελπίζουμε ότι θα έχουμε μια μεσίτρια στο θρόνο του Θεού να εύχεται για τη σωτηρία τον ψυχών μας.

Καλό Παράδεισο, γιαγιά Καλλιόπη. Χριστός Ανέστη.

Πατήρ Σπυρίδων Ζαχαριάδης.

" Ἔπαρσις τῶν χειρῶν μου..."

( Μικρά κεφάλαια περί προσευχῆς)

               π. Κωνσταντίνου Ν. Καλλιανού

Στὴν ἱερὴ Μνήμη τοῦ σεβαστοῦ μου Μαρκέλλου μοναχοῦ Καρακαλλινοῦ

 

1. Ὁ λόγος μου εἶναι πολύ φτωχός, ὥστε νά διαβεῖ τά ὅριά του καί νά προσεγγίσει τό μεγαλειῶδες τῆς προσευχῆς ἱερό τοπίο, ὅπου τό εἶναι εἰσέρχεται στήν εὐλογημένη συνάντηση μέ τό Θεό. Γιατί τήν ἐπιζητοῦμε αὐτή τή συνάντηση, μάλιστα σέ ὧρες πικραμένες, σέ στιγμές μοναξιᾶς καί ἀπελπισίας, ὅταν οἱ βεβαιότητες, ὅσον ἀφορᾶ τά ἀνθρώπινα πράγματα καί ζητήμτα, ἐξαντλοῦνται ἤ βαραίνουν σέ σημεῖο νά μᾶς ὁδηγοῦν, νά μᾶς παρασύρουν σέ βυθούς ἀπωλεἰας. Γι᾿ αὐτό πολύ σωστα γράφτηκε πώς "προσευχή σημαίνει ἀναζήτηση τοῦ Θεοῦ, συνάντηση μέ τόν Θεό, καί προώθηση πιό πέρα ἀπό τή συνάντηση, στήν κοινωνία μαζί Του."( Μητροπολίτης Ἀντώνιος τοῦ Σουρόζ). Μέσα ἀπό τήν ἀναζήτηση λοιπόν αὐτή καί τή συνάντηση, ἀρχίζει νά δημιουργεῖται ἡ εἰλικρινής σχέση Θεοῦ καί ἀνθρώπου, ἡ ὁποία καθορίζεται ἀπό τόν βαθμό τῆς πίστεως, δηλαδή τῆς ἐμπιστοσύνης, τήν ὁποία ἔχει ὁ ἄνθρωπος, ὡς κτίσμα, στό Θεό ὡς τόν Κτίστη καί Δημιουργό του.

2. Ἡ προσευχή εἶναι ἀσφαλῶς ἡ πιό εὐγενής καί ἐπίσημη ἐκδήλωση τοῦ θρηκευτικοῦ λεγομένου συναισθήματος τοῦ ἀνθρώπου (π. Κων. Καλλίνικος) Μόνο πού πρέπει ν᾿ αὐθύνεται μέ εἰλικρίνεια, συντριβή καί ταπείνωση στόν Κυριό μας κι ὄχι στόν ἑαυτό μας, ὅπως συμβαίνει ὅταν ὁ νοῦς μας δέν ἔχει ἀποκολληθεῖ ἀπό τήν αὐτοβέβαιότητά μας, ἀπό τήν αὐτάρκειά μας καί τήν φαρισαϊκή μας συμπεριφορά. Γιατί τότε ἡ προσευχή εἶναι μονόλογος, ἐπειδή δέν τόν ἀπασχολεῖ τόν προσευχόμενο νά καταφύγει στό ἔλεος τοῦ Θεοῦ, ἀλλά στά μάτια καί στήν προσοχή τῶν ἀνθρώνων "διά τό θεαθῆναι", γιά τήν εἴσπραξη τῶν ἐπαίνων: ὅτι τάχα ἐπιτελεῖ ἐπιμελῶς τά "θρησκευτικά του καθήκοντα" καί δέν εἶναι "ὥσπερ οἱ λοιποί τῶν ἀνθρώπων"( Λκ. ) Τό δυσάρεστο εἶναι πώς οἱ φαρισαϊκοί θρησκευτικοί ἐμπαιγμοί, τόσον ἀπό μερίδα, ὄχι καί εύκαταφρόνητη, τοῦ χριστεπωνύμου πληρώματος, ὅσο καί ἀπό κάποιους λειτουργούς Του συνεχίζονται.........Καί ταῦτα πρός νουθεσίαν μας.

3. Ὁ ὅσιος Νεῖλος ἀναφέρει ὅτι "οἱ δαίμονες ἐχθρεύονται πολύ τήν προσευχή καί τούς εἶναι πολύ δυσάρεστη"(Λόγος περί προσευχῆς, μετ. π. Εύσέβιος Βίττης) Ὅμως αὐτό δέν τό πολυκαταλαβαίνουμε, γιατί μέσα στίς καθημερινές μας τίς μέριμνες μπερδεύεται κι ὀ σατανάς, σέ σημεῖο πού νά μᾶς ἀποτρέπει ἀπό τήν προσευχή καί γενικότερα τήν ἐνασχόλησή μας μέ τά πνευματικά, βάζοντας τό λογισμό μας νά μᾶς καθησυχάζει μέ τήν ἀναβολή. Γι᾿ αὐτό καί ἡ ἀναβολή γεννᾶ τήν ἀπειθαρχία καί κατά συνέπεια τούς περισπασμούς. Αὐτό, μάλιστα, μᾶς προτρέπει καί ὁ ὅσιος Νεῖλος ὅταν λέγει:"Στῆθι ἐμπόνως καί προσεύχου εὐτόνωςκαί ἀποστρέφου τάς τῶν φροντίδων καί διαλογισμῶν ἐπιτεύξεις"δηλ. "Στάσου καί προσευχήσου ἔντονα καί σιχάσου τίς συνομιλίες τῶν φροντίδων τῶν λογισμῶν"( μετ. π. Εὐσέβιος )

4. Συνακόλουθη μέ τήν προσευχή εἶναι καί ἡ ἀγρυπνία, ἡ διαρκής δηλαδή ἐνθύμηση τῆς ἐγρηγόρσεως, ἤ ὅπως λέγει ὁ ὅσιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης: "Γρηγορεῖτε, ἤτοι εὑρίσκεσθε πάντοτε ἔξυπνοι (δηλ. ἄγρυπνοι) κί ἑτοιμασμένοι, ἐπειδή δέν ἠξεύρετε εἰς ποίαν ὥραν θέλει ἔλθει Κύριος διά νά ἀποδώσῃ εἰς τόν κάθε ἕνα κατά τά ἔργα του". Αὐτό παράλληλα ἀνακαλεῖ στή μνήμη μας τόν Κυριακό λόγο τῆς ἀγωνιώδους ἐκείνης καί φρικτῆς ὥρας στόν κῆπο τῆς Γεσθημανῆς."Οὕτως οὐκ ἰσχύσατε μίαν ὥραν γρηγορῆσαι μετ᾿ ἐμοῦ;"(Μτθ.26,40) Γιά νὰ ἐξηγήσει ὁ ἱ.Εὐαγγελιστής, ὅτι αὐτή ἡ προσευχή τοῦ Κυρίου δέν ἦταν ὅπως οἱ προηγούμενες πού συναντοῦμε στά ἱ. Εὐαγγέλια (λ.χ. Μρκ. 1. 9 έξ. Μτθ 14, 22-23 κ.ἀ) Ἀλλά ἦταν ἒναγώνιος εὐχή, σύμφωνα μέ τό εὐαγγελικό λόγιο: "Καί γενόμενος ἐν ἀγωνίᾳ ἐκτενέστερον προσηύχετο"(Λκ. 22, 44), γιά νά συνεχίσει ὁ χριστιανός φιλόσοφος Βλάσιος Πασκάλ καί νά πεῖ: "Ὁ Ἰησοῦς βρίσκεται σέ ἀγωνία, ὡστόσο ἄς μή μᾶς καταλάβει ὁ ὕπνος. Ἀφοῦ ὀ Ἰησοῦς βρίσκεται σέ ἀγωνία καί βάσανα ἄς προσευχηθοῦμε ἀκόμα πιό πολύ". Γιά να συνεχίσει ὁ π. Μιχαήλ Καρδαμάκης "Ἡ ἀγωνία τοῦ Χριστοῦ περιμένει καί τή δική μας ἀγωνία, ὅταν μᾶς ζητᾶ νά εἴμαστε ἕτοιμοι γιά τά ἐπερχόμενα γεγονότα.."

5. Μοναξιά καί προσευχή· εἴσοδος στό "ταμιεῖον", κλείσιμο ἐρμητικό τῆς θύρας καί προσευχή "ἐν τῶ κρυπτῷ"(Μτθ. 6, 6). Γιατί τότε θά καθαιρεθεῖ καί τό παραμικρό ἴχνος φαρισαϊσμοῦ καί προσποιήσεως, ἐπάρσεως καί αὐτοβεβαιώσεως. Τότε ἡ συντριβή, τά δάκρυα, οἱ στεναγμοί καί γενικότερα ἡ γύμνωση τῆς ψυχῆς ἀπό τά προσωπεῖα θά ἔχει μεγαλύτερα καί οὐσιαστικότερα ἀποτελέσματα. Γιατί τὸ βαθύτερο πρόβλημα καί τό πλέον οὐσιαστικό εἶναι τό π ῶ ς εἰσέρχεσαι καί πόσο συχνά τό ἐπιχειρεῖς αὐτό. Ἐπειδὴ μέσα στὶς μέρες ποὺ ἔρχονται, εἶναι προτιμότερη ἡ εἴσοδος στὸ «ταμιεῖον» καὶ λιγότερο ὅπου ἀλλοῦ…….

 

π. Αλεξάνδρου Σμέμαν

 

Ο φόβος του θανάτου προέρχεται από τη βιασύνη, τη φασαρία, την τύρβη και όχι από την ευτυχία. Όταν κάποιος γυροφέρνει πολυάσχολος και ξαφνικά θυμηθεί τον θάνατο, ο θάνατος τότε του φαίνεται εντελώς παράλογος, απαίσιος. Όταν όμως φτάσεις στην ησυχία, στην ευτυχία, στοχάζεσαι τον θάνατο και τον αποδέχεσαι με αρκετά διαφορετικό τρόπο. Επειδή ο ίδιος ο θάνατος βρίσκεται σ’ ένα ανώτερο, ‘σημαντικό’ επίπεδο, φαίνεται τρομακτικός μόνον όταν συνδέεται με τη συνηθισμένη, κατώτερη, αχρείαστη πολυπραγμοσύνη. Στην ευτυχία, στη γνήσια ευτυχία, αισθανόμαστε την παρουσία της αιωνιότητας στην καρδιά μας, έτσι ώστε η ευτυχία να ανοίγεται στον θάνατο. Και τα δύο μοιάζουν μεταξύ τους, και τα δύο αγγίζουν την αιωνιότητα. Στην πολυπραγμοσύνη δεν υπάρχει αιωνιότητα και γι’ αυτό η τύρβη απορρίπτει τον θάνατο. ‘Μετά των αγίων ανάπαυσον...’ - σημαίνει εν τω θανάτω, όπως τον αντιλαμβάνεται ο ευτυχισμένος άνθρωπος.

Του κ. Γιώργου Μάλφα

 

Το βράδυ της Μ. Τρίτης ως γνωστόν, στους ναούς των Ορθοδόξων όπου γης, ψάλλεται το περίφημο τροπάριο της Κασσιανής. Το απόλυτο αυτό αριστοτέχνημα λόγου και μέλους στο οποίο η χαρισματική βυζαντινή υμνογράφος εξέφρασε με τρόπο ακραία αληθινό και ποιητικά μοναδικό, τον καημό και το πάθος της «αλειψάσης τον Κύριον μύρω πόρνης γυναικός».

 

Κάθε Μ. Τρίτη βράδυ αναπολώ με συγκίνηση τον παπά πατέρα μου, αυτόν των παιδικών μου χρόνων στο γενέθλιο νησί μας. Σοβαρός και ιεροπρεπής εξέρχονταν του ιερού προκειμένου να πάρει θέση στο δεξιό χορό για να ψάλλει ο ίδιος το «Κύριε, η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή…» περιστοιχιζόμενος από μια ομάδα ζωηρών εφήβων. Καμάρωνα μέσα μου τότε για την πρωτοκαθεδρία του πατέρα και πατώντας στις μύτες των ποδιών μου προσπαθούσα να ανασηκωθώ ώστε να βλέπω κάτι από το μεγάλο ορθάνοιχτο βιβλίο.

 

Θυμάμαι την απόλυτη σιγή που επικρατούσε τότε μονομιάς στην εκκλησία και την αυστηρή προσήλωση του πατέρα στην απόδοση του ύμνου. Αισθάνομαι ακόμη το βαρύ χέρι του που ακουμπούσε στον ώμο μου. Και στ’ αυτιά μου ηχεί ακόμη το ισοκράτημα της χορωδίας. Εκεί στο αναλόγιο της ενορίας μας, τα πρώτα συλλαβίσματα, «ψαλμωδίες γλυκές με τα πρώτα-πρώτα Δόξα Σοι» που λέει ο Ελύτης. Παιδικά αλησμόνητα βιώματα…

 

Μα κάτι ιδιαίτερο, μου προξενούσε ξεχωριστή εντύπωση κάθε Μ. Τρίτη…

 

«Πόρνη προσήλθέ σοι», «Η πόρνη εν κλαυθμώ ανεβόα», «Το πολυτίμητον μύρον η πόρνη έμιξε μετά δακρύων», «Πόρνη επιγνούσα Θεόν» «Ήπλωσεν η πόρνη τας τρίχας σοι τω Δεσπότη»… Αυτά και άλλα πολλά, διόλου εύηχα, εκστομίζονταν κατ’ εξακολούθησιν μελωδικά στη διάρκεια όλης της βραδιάς. Παρά την αφελή μου τότε άγνοια υποψιαζόμουν πάντως ότι κάτι εξόχως τολμηρό λέγεται με μιαν επιμονή εντελώς ακατανόητη. Η περιέργεια με έτρωγε. Για να ρωτήσω τον πατέρα ζητώντας διευκρινίσεις ούτε λόγος. Κάτι μου έλεγε να μην το αποτολμήσω, να μην τον φέρω σε δύσκολη θέση. Και πάντως η διάχυτη και αόριστη εξήγηση περί «κακών γυναικών» που τυχαία έπιασε τ’ αυτί μου δεν με ικανοποιούσε καθόλου. Ύποπτα πληθωρικός ο λόγος σε μια ακολουθία, για τόσες πολλές και τόσο πολύ «κακές γυναίκες»!

Αναζήτησα λοιπόν με τη δέουσα κρυψίνοια τη σημασία της λέξης «πόρνη» στο παλιό λεξικό της πατρικής βιβλιοθήκης. Η επίμαχη όμως και υπερβολικά κομψευμένη λεξικολογική διατύπωση επέτεινε τη σύγχυση και την απορία μου. Τι σχέση αλήθεια, αναρωτιόμουν, θα μπορούσε να έχει μια «γυνή εκδιδομένη επί χρήμασι» με το βούρκωμα στα μάτια και τη φωνή του πατέρα, που μας καθήλωνε όλους εκστατικά, μικρούς και μεγάλους, όση ώρα έψελνε το τροπάριο της Κασσιανής; Κάπου τότε είναι που γεννήθηκε μέσα μου, πρώιμα και μυστικά, ένα δέος απόκρυφο για τις πόρνες. Όλες τις πόρνες. Τις πόρνες γενικώς!

 

Τα χρόνια πέρασαν, η απορία μου λύθηκε και το δέος έγινε συμπάθεια. Τρυφερή και απέραντη συμπάθεια για την κατηγορία αυτή των γυναικών, των τόσο ανυπόληπτων στον θρησκευτικό και κοινωνικό μου περίγυρο. Φοιτητής μάλιστα στην Αθήνα είχα την ευλογία να «γνωρίσω» πολλές από αυτές! Συνήθιζα να περπατώ αμέριμνος αργά τα βράδια στους δρόμους του κέντρου της πρωτεύουσας, δίχως υποψία φόβου και κυρίως ενοχών μη με δει κανένα μάτι. Άλλοτε γιατί έχανα το τελευταίο δρομολόγιο της γραμμής 732 Αθήνα-Άγιος Φανούριος που με πήγαινε στο σπίτι μου, άλλοτε για να αγοράσω φρεσκότατες τις κυριακάτικες εφημερίδες, από το βράδυ του Σαββάτου, στους πάγκους της Ομόνοιας. Κάποιες φορές πάλι απλώς για να … αλλάξω παραστάσεις. Πλατεία Ομονοίας, Αγ. Κωνσταντίνου, Σωκράτους, πλατεία Βάθη, Λιοσίων, πλατεία Αττικής. Δρόμοι και πλατείες, τόποι απρόσιτοι, σχεδόν απροσπέλαστοι και σιωπηρά απαγορευμένοι τις νυχτερινές ώρες για τη συμβατική κοινωνική ευπρέπεια. Ένα τεράστιος μικρόκοσμος μυστηρίου και μαρτυρίου: λαθραίο περιθώριο, υγρό καταγώγιο, σκοτεινός υπόκοσμος. Μικρό, περί, κατά, υπό. Μα γιατί τόσες μικρόψυχες προθέσεις προσχηματικά τοποθετημένες μπροστά σε τόσο άθλιες διαθέσεις; Πόσες απαιτούνται επιτέλους, για να περιχαρακώσουν τα σώματα και τις ψυχές τόσων ανθρώπων;

 

Πόρνες, αλκοολικοί, τραβεστί, εξαρτημένοι, άστεγοι, σαλοί και τρελαμένοι. Υπολογίστε, σας παρακαλώ, ανάμεσα σ’ αυτούς και κάμποσους αγίους! Τι νομίζατε! «Ου δε επλεόνασεν η αμαρτία, υπερεπερίσσευσεν η χάρις» δεν λέει στη Γραφή; Πνευματικός νόμος! Πάει και τελείωσε. Ας σκούζουν οι ηθικιστές κάθε κοπής. Κάτι παραπάνω ήξερε ο Άγιος της Πολυκλινικής στην Ομόνοια, ο γέροντας Πορφύριος, που δεν απέφευγε τις κακοτοπιές και άγιαζε τα «κακά» κορίτσια την παραμονή των Φώτων μέσα στα ίδια τους τα σπίτια! Αυτά τα κορίτσια του δρόμου, της φθηνής επιτήδευσης και των περίτεχνων ακκισμών, με το τσιγάρο στο χέρι, που καθώς περνούσες δίπλα τους, εκλιπαρούσαν προκλητικά την παρέα σου, πουλώντας σε ευτελιστική τιμή την τιμή και το μεγαλείο του προσώπου τους. Ανακαλούσα αίφνης τότε το τροπάριο της Κασσιανής με τον τρόπο του πατέρα και η συμπάθειά μου γι’ αυτές μεγάλωνε, αύξανε μέσα μου! Δεν έβλεπα τότε την ασχήμια του ρημαγμένου τους κορμιού, δεν διέκρινα πια πάνω τους τα στίγματα του πάθους, της ταλαιπωρίας, της αγοραίας εκμετάλλευσης. Δεν ήταν οίκτος, δεν ήταν από λύπηση, ήταν κάτι άλλο. Δεν ξέρω. Γι αυτό και θύμωνα πολύ μέσα μου κάθε φορά που περίεργοι περαστικοί, μέσα από την ασφάλεια του αυτοκινήτου τους, ασχημονούσαν με χυδαίες εκφράσεις και προσβλητικές χειρονομίες σε τούτα τα πλάσματα. Κάνε μας επίδειξη ανδρισμού τώρα κύριε κρετίνε!

 

Τούτες τις εικόνες και τις αναμνήσεις ανασύρω έκτοτε κάθε χρόνο το βράδυ της Μ. Τρίτης. Και κάποιος καλός φίλος, ο οποίος δηλώνει αγνωστικιστής (και τι μ’ αυτό, εγώ τολμώ να δηλώνω χριστιανός!) μου εκμυστηρεύτηκε πρόσφατα το εκπληκτικό, ότι εκκλησιάζεται παραδόξως μια φορά το χρόνο. Όχι τα Χριστούγεννα, ούτε και το Πάσχα. Τη Μ. Τρίτη το βράδυ μου είπε, ανελλιπώς!

 

Κάπως έτσι κατέληξα στο συμπέρασμα ότι η Μ. Τρίτη, αν όχι ολόκληρο το Μεγαλοβδόμαδο, ανήκει δικαιωματικά στις Πόρνες! «Ότι οι τελώναι και αι πόρναι προάγουσιν υμάς εις την βασιλείαν του Θεού». Στις πόρνες που ξέρουν να αγαπούν προκαλώντας με τις τρελές τους ακρότητες. Να κατασπαταλούν απερίσκεπτα μύρο πολύτιμο στα πόδια του Μανικού Εραστή τους, του Χριστού. Απόλυτη προτεραιότητα. Να τους αφήσουμε χώρο στους ναούς αυτές τις μέρες. Να σεβαστούμε το δικό τους σφοδρό παραλήρημα, το δικό τους παροξυσμό μετάνοιας. Να ψάλλουν οι ίδιες με λαχτάρα τα τροπάρια που γράφτηκαν γι’ αυτές. Άξιον εστί!

Κι ας σταματήσουν επιτέλους τα κηρύγματα αυτή την Εβδομάδα, μήπως και ξεθάψουμε κάποτε τα διαμάντια των ύμνων που καταπλάκωσαν τόνοι φλύαρου και επιπόλαιου ηθικισμού μας. Κι αν συμβεί και αναγνωρίσουμε κάποια από αυτές, τις όμορφες από την πολλή τους ταπείνωση γυναίκες, καλό να μεριάσουμε διακριτικά, να τους δώσουμε τη θέση μας και να χαμηλώσουμε εμείς το δικό μας βλέμμα. Είπαμε, ολάκερα δική τους η Εβδομάδα των Παθών, δική τους κι η Ανάσταση!

 

Υστερόγραφο: Στον πατέρα, με… μεγάλη όντως καθυστέρηση. Δεν μου εξήγησες ποτέ γιατί βούρκωνες κάθε Μ. Τρίτη. Δεν πειράζει, το κατάλαβα μόνος μου. Δεν με βομβάρδισες ποτέ με συμβουλές αποφυγής «κακόφημων» τόπων και αποστροφής «ανήθικων» ανθρώπων. Θα το δοκιμάσω στα εγγόνια σου. Μου αποκάλυψες όμως τον τρόπο να σέβομαι το ήθος των τροπαρίων και των ανθρώπων το ήθος. Ευγνώμων!

Πυλώνας Εκκλησιαστικών Ειδήσεων ΑΜΗΝ

Συγκλονιστική προσλαλιά μιας μάνας κατά την εξόδιο ακολουθία του 19χρονου γιού της.

Νεανίας, άγγελος στον ουρανό 

Βασίλειος Δαρδανός, φοιτητής 

 

«Δεν φοβάμαι τό θάνατο» 

 

Τόν περασμένο Αὔγουστο φτερούγισε γιά τόν Οὐρανό ἡ ἁγνή ψυχή τοῦ 19χρονου Βασιλείου Δαρδανοῦ, ἀπό τόν Ἁλίαρτο - Βοιωτίας. Τελευταῖος γιός τοῦ εὐσεβοῦς Ἱερατικοῦ ζεύγους π. Παναγιώτη καί Μαργαρίτας, δοκίμασε τόν πόνο ἀπό τή λεγόμενη ἐπάρατο νόσο λίγο μετά τήν ἐπιτυχία του στή Φιλοσοφική Σχολή τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν. Ἐπί ἕνα χρόνο φοίτησε στό σχολεῖο τοῦ πόνου καί πῆρε ὁμολογουμένως ἄριστα. Τό πτυχίο τό πῆρε ἀπό τά χέρια τοῦ ἀγωνοθέτου Χριστοῦ.

 

 Στή συνέχεια δημοσιεύουμε τήν προσλαλιά τῆς θεολόγου μητέρας του Μαργαρίτας, κατά τήν ἐξόδιο ἀκολουθία, στήν ὁποία προέστη ὅ Μητροπολίτης Θηβῶν καί Λεβαδείας π. Γεώργιος. Ἡ πίστη της θυμίζει μητέρες μαρτύρων καί ἡρώων. 

 

 Θέλω νά πῶ ἕνα λόγο ἁπλό γιά τό Βασίλη μας, πού νά ταιριάζει στήν καθαρότητα τῆς καρδιᾶς του, στή δυνατή του πίστη, στόν τρόπο πού περπάτησε τήν μαρτυρική τοῦ πορεία. Σήμερα σας παρακαλοῦμε, μήν ψάχνετε γιά ἀπαντήσεις λογικές τοῦ παρόντος καιροῦ. Σήμερα σας παρακαλοῦμε ἐμεῖς, ἡ οἰκογένειά του, ἁρπάξτε τήν εὐκαιρία νά περάσετε στήν ἄλλη λογική, στή σχοινοβασία τῆς πίστης, στήν ἄλλη ἀνάγνωση τῆς ζωῆς. Γιατί σ’ αὐτή τή διαδρομή ὅ Βασίλης ἔτσι περπάτησε καί ἀγάπησε τή δοκιμασία του καί μᾶς ἔλεγε συχνά: «Εἶναι ἡ καλύτερη χρονιά τῆς ζωῆς μου, ἡ ἀσθένεια εἶναι εὐλογία καί εὐκαιρία».

 

 Καί ὅσο ἡ ἀσθένεια ἔφθειρε τό νεανικό του σῶμα, τόσο ἀνανέωνε τό πνεῦμα του καί καθάριζε τήν ψυχή του. Ὁ μικρότερός μας προπορεύεται σήμερα. Ἴσως καί ὁ καλύτερός μας. Καί εἶναι! 

 

Ἄν καί ἔζησε λίγο, σά νά συμπλήρωσε χρόνια πολλά. Καί ὁ Κύριός μας τόν δοκίμασε καί τόν βρῆκε ἄξιο γιά τόν ἑαυτό Του. Ὅ Βασίλης στήν ἀρχή τῆς δοκιμασίας του ἔλεγε: «Ἴσως ὅ σκοπός τῆς ζωῆς νά εἶναι ἡ ἁγιότητα». 

 

Καί στό τέλος ἔλεγε: «Θέλω τήν ἁγιότητα. Δέν φοβᾶμαι τόν θάνατο». Μᾶς ἔλεγε συχνά: «Φοβᾶμαι, μήπως χάσω τόν παράδεισο». 

 

 Γι’ αὐτό σήμερα, ἄς σκεφτοῦμε μέ τή λογική του Βασίλη, τήν ξένη γιά τόν κόσμο, ἀφοῦ γι’ αὐτόν εἴμαστε ἐδῶ, καθώς προπορεύεται ὅλων μας στήν οὐράνια πατρίδα. Ἐμεῖς, πού τοῦ κρατήσαμε τό χέρι ἀπ' τήν ἀρχή ὡς τό τέλος, ξέρουμε, ἔχουμε τήν βεβαιότητα, πώς ὁ Βασίλης μας «μεταβέβηκεν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τήν ζωήν», ἀφοῦ ἀξιοποίησε καί τελειοποίησε στήν πολύμηνη δοκιμασία του, ὅλα τοῦ τά χαρίσματα, τήν ὑπομονή, τήν εὐγένεια, τήν ταπεί¬νωση, τό ἄριστο ἦθος, μά πάνω ἀπό ὅλα τή βαθιά του πίστη στήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ, στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.

 

 Μοῦ ἔλεγε λίγες μέρες πρίν φύγει: «Ξέρει Ἐκεῖνος, ξέρει, γιατί τά ἐπέτρεψε ὅλα». Αὐτή τοῦ τήν πίστη κληροδοτεῖ σ' ἐμᾶς. Αὐτό μας ἀφήνει τό παιδί μας. Εἴμαστε εὐγνώμονες σήμερα στό Θεό, πού μας ἀξίωσε νά κουβαλήσουμε αὐτό τό Σταυρό, ἐλάχιστα νά μιμηθοῦμε τήν ἀγάπη Του, καί πού μας ἔδωσε τή δύναμη, τήν ἀπόφαση στήν καρδιά μας, τήν ἐσωτερική εἰρήνη νά σταθοῦμε.

 

 Εἴμαστε εὐγνώμονες στό Θεό, πού ἔστειλε τό Βασίλη στή ζωή μας, 19 χρόνια πρίν, καί μᾶς ἀξίωσε νά μεγαλώσουμε ἕνα παιδί, πού μας χάρισε τόσες καί μόνο χαρές καί στάθηκε τόσο ἄξια ἀπέναντι στή χάρη τοῦ Θεοῦ καί τή δέχτηκε στήν καλή γῆ καί τήν καρποφόρησε.

 

  Ὅμως στήν πορεία δέν ἤμασταν μόνοι. Ἡ δοκιμασία τοῦ παιδιοῦ μας ἔδωσε στήν ἀγάπη τήν εὐκαιρία νά ξεδιπλωθεῖ μέσα ἀπό τήν προσευχή καί τή θερμή συμπαράσταση ὅλων σας μέ κάθε τρόπο. Σεβασμιώτατε, ἐπίσκοπε ἀληθινέ της καρδιᾶς μας, σᾶς εὐχαριστοῦμε. Δέν μπορῶ νά πῶ γιά ποιό ἀπό ὅλα, ἀπό τήν πρώτη ὡς τήν τελευταία στιγμή. Γιά ὅλα. Ὁ Κύριος γνωρίζει, καί ἐμεῖς, πού γευτήκαμε μίας ἀληθινῆς πατρικῆς παρουσίας.

 

 "Ὅλους σας, σᾶς εὐχαριστοῦμε. Αὐτούς, πού κουράστηκαν μαζί μας τίς μέρες καί τίς νύχτες τῶν θεραπειῶν καί τοῦ πόνου. Καί ἰδιαίτερα τούς νέους συνεργάτες τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐπιτροπῆς, πού σάν ἀληθινά ἀδέλφια συνόδεψαν ὅλο μας τόν ἀνήφορο. 

 

Εὐχαριστοῦμε αὐτούς, πού ὕψωσαν θερμό λόγο ἱκεσίας στήν προσευχή τους γιά μᾶς νά γνωρίζουν, ὅτι ἡ προσευχή τούς μας περιέβαλε ὡς τεῖχος ἀπρόσβλητο, σέ πολύ δύσκολες στιγμές, πού φαίνονταν ἀξεπέραστες.

 

 Εὐχαριστοῦμε τό ἐξαιρετικό προσωπικό τοῦ νοσοκομείου, πού ἀγκάλιασαν τό παιδί μας, τό φρόντισαν μέ τόση ἀγάπη καί εὐγένεια, τοῦ ἔκαναν πιό εὔκολες τίς δύσκολες ὧρες τῆς νοσηλείας, ἀφήνοντας καί σέ μας τήν γλυκιά αἴσθηση, πώς τό παιδί μας εἶχε τήν καλύτερη φροντίδα, πού θά μποροῦσε νά ἔχει. 

 

 Βασίλη, γλυκιά μας λαχτάρα καί ἀγάπη, καλό σου ταξίδι! Σ' εὐχαριστοῦμε, ἀγόρι μου γλυκό, γιά ὅλα ὅσα ξέρουμε καί γι' αὐτά πού δέν μποροῦμε νά κατανοήσουμε. 

 

 Ἔσυ, πού προπορεύεσαι, τώρα πιά ξέρεις, πώς παίρνεις τό βραβεῖο τῆς ἄνω κλήσεως, γιατί τό πόθησες κι ἀγωνίστηκες γι' αὐτό. 

 

 Καλόν παράδεισο, ἀγόρι μου, καί καλή ἀντάμωση στήν κοινή μας πατρίδα, νά μοιραστοῦμε μαζί σου αὐτό πού ἤδη προγεύεσαι.

 

 «Ποῦ σου, θάνατε, τό κέντρον; Ποῦ σου, Ἅδη, τό νῖκος;». Χριστός Ἀνέστη! 

 

 Πηγή: Περιοδικό ΙΩΑΝΝΗΣ ΒΑΠΤΙΣΤΗΣ, ΤΕΥΧΟΣ 573, σελ. 181-182

Αρχιεπισκόπου Αλβανίας Αναστασίου

Τον θάνατο το συναντούμε καθημερινά, με τις ασθένειες, με την απώλεια αγαπημένων μας προσώπων, με τους τραγικούς χωρισμούς. Σ’ αυτό το φοβερό σύνορο μόνο η πίστη στον αναστάντα Χριστό ανοίγει τον κλειστό ορίζοντα και δίνει την παρηγοριά και τη δυνατότητα να διατηρούμε κοινωνία με όσους έφυγαν – με την προσευχή, την αγάπη, την ειρηνική σιωπή. Η «μνήμη θανάτου» γίνεται μνήμη αναστάσεως, μας αποδεσμεύει από την αγωνία και την ταραχή.
Εκτός από την άμεση γεύση του απτού θανάτου, υπάρχουν στην καθημερινή ζωή απόπνοιες θανάτου, που έμμεσα τις εκπέμπουν όχι μόνο οι ποικίλοι κίνδυνοι που πιέζουν τη ζωή μας, αλλ’ επίσης η αμαρτία, η αδικία, η συκοφαντία, ο φθόνος, το μίσος. Σ’ αυτές τις δηλητηριώδεις πνοές, που μεταφέρουν την ανάσα του Άδου στην καθημερινότητα της ζωής μας, υπάρχει το αντίδοτο. Είναι η βίωση της αλήθειας της Αναστάσεως με την πίστη, με τη σκέψη, με τον ύμνο, με ολόκληρη την ύπαρξή μας. Ενισχύοντας μέσα μας τη βεβαιότητα της αναστάσεως του Χριστού, η Εκκλησία μας χαρίζει εσωτερική αντοχή για να αντιστεκόμαστε ήρεμα στην πνοή κάθε είδους θανάτου. Ζώντας μέσα στην Εκκλησία το γεγονός του Πάσχα, αντλούμε νέες δυνάμεις για να είμαστε φορείς νέας ζωής, αληθινοί, δημιουργικοί.
Ο αναστάσιμος ρυθμός που, συντονίζει την Ορθόδοξη λατρευτική ζωή, στηρίζει την ύπαρξή μας, ανανεώνει συνεχώς την ελπίδα μας, μας προσφέρει νέο όραμα και ενθουσιασμό για τη ζωή, διακατέχεται από την αιωνιότητα. Το αναστάσιμο ήθος μεταμορφώνει το σκληρό πρόσωπο της καθημερινότητας. Μας βοηθεί να βλέπουμε μέσα και από τις μελαγχολικές συνθήκες ένα Πάσχα, δηλαδή μια «διάβαση», ένα πέρασμα στο φως. Η Ανάσταση έχει γίνει, έστω και ανεπίγνωστα, πηγή ανανεώσεως του κόσμου. Άνθρωποι που πίστεψαν στον αναστάντα Χριστό μπόρεσαν με τη δύναμη Του να μεταμορφώσουν την έχθρα σε συμφιλίωση, το μίσος σε αγάπη, τον πόνο σε χαρά, την ταπείνωση σε θρίαμβο, την άνευ νοήματος καθημερινότητα σε δημιουργία. Μέσα στην ακτινοβολία της Αναστάσεως, όλοι και όλα μπορούν να μεταμορφωθούν και να πλημμυρίζουν φως.

Mητροπολίτη Antony του Σουρόζ

 

Kάθε χρόνο το βράδυ της Aνάστασης και τις σαράντα μέρες που ακολουθούν ψάλλουμε "Xριστός ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας".
Aλλά τι βλέπουμε; Tο θάνατο ελεύθερο και ενεργό, τους ανθρώπους να πεθαίνουν όπως πριν. Δίνεται η εντύπωση ότι κηρύττουμε κάτι που γνωρίζουμε ότι είναι αναληθές.
Ωστόσο, καλό είναι να έχουμε κατά νου ότι ο θάνατος έχει δύο όψεις. Aπό τη μια έχουμε τον σαρκικό θάνατο, αλλά έχουμε επίσης και τον θάνατο που νοείται ως χωρισμός από τον Θεό, ως κάθοδος στον τόπο εκείνο όπου ο Θεός είναι απών, τον τόπο της οριστικής και ριζικής του απουσίας. Aυτή η δεύτερη όψη του θανάτου είναι οπωσδήποτε η πιό οδυνηρή και σκληρή. O Kύριος βίωσε και τις δύο όψεις του θανάτου. Eπέλεξε να συμμεριστεί μαζί μας όλες τις συνέπειες του κακού ακόμα και τον πλήρη χωρισμό του από τον Θεό. Kαι παρόλο που ενσκήπτει στον τόπο όπου κατέρχονται όλοι όσοι έχουν απολέσει τον Θεό, φέρει μαζί του την πληρότητα της θείας παρουσίας. Έτσι, δεν υπάρχει πλέον τόπος όπου ο Θεός είναι απών. Aυτό το γεγονός μας επιτρέπει να κατανοήσουμε πώς μορφώνεται και η δική μας κατάσταση μετά τον θάνατο και την Aνάσταση του Xριστού. Mπορεί να πρέπει να υποστούμε έναν θάνατο προσωρινό, αλλά ο απόστολος Παύλος τον περιγράφει ως κοίμηση. Δεν υπάρχει πλέον εκείνος ο θάνατος που ήταν ο τρόμος του ανθρώπου, ο οριστικός χωρισμός από τον Θεό. Kατά αυτή την έννοια πράγματι ο θάνατος έχει νικηθεί από τον θάνατο. Aκόμα και τώρα -έστω δισταχτικά και σε στάδιο εμβρυακό - γινόμαστε κληρονόμοι της αιωνιότητας.
Όταν ανακαλούμε το παρελθόν, συχνά θλιβόμαστε γιατί στερήσαμε από την αγάπη μας πρόσωπα που πλέον δεν βρίσκονται δίπλα μας να αγαπήσουμε. Yιοθετούμε αυτή την εντύπωση γιατί απλά στρεφόμαστε προς λάθος κατεύθυνση. Eάν ο Θεός δεν είναι ο Θεός των νεκρών αλλά των ζώντων, τότε όλοι όσοι έφυγαν από τούτη τη γη, είναι ζωντανοί εν Xριστώ. Kι εμείς μπορούμε να στραφούμε προς αυτούς για συγχώρεση και μεσιτεία. Δεν είναι ποτέ αργά εάν αληθινά πιστεύουμε τον Θεό ως Θεό των ζώντων. Kαι ποτέ δεν θα πρέπει να μιλούμε για την αγάπη μας σε χρόνο παρελθόντα. O θάνατος του σώματος δεν διασπά την σχέση, αφού αυτή ήταν, είναι και θα παραμείνει ζωντανή ανάμεσα σε ανθρώπους που συναντήθηκαν και αγαπήθηκαν σε τούτη τη ζωή.
O θάνατος δεν είναι ποτέ το τέλος. Συνεχίζουμε να ζούμε όταν πεθαίνουμε, ακόμα και σε τούτη τη γη, αφού κληρονομούμε τους καρπούς της επίγειας ζωής και ύπαρξης μας σε όσους ακολουθούν. Kαι συνεχίζουμε να φέρουμε πάντοτε ευθύνη για την απήχηση της βιωτής μας.

Βέβαια κανείς δεν έχει την τέλεια αγάπη. Έτσι, είναι δυνατόν και αυτός που αγαπάει να αισθάνεται κάποια πικρία για το πρόσωπο που αγαπάει και έτσι και οι συγκρούσεις ανάμεσα σε ανθρώπους, που έχουν κάποια αγάπη, θα είναι αναπότρεπτες, δε θα είναι όμως πόλεμοι, που επιδιώκουν την αλληλοϋπονόμευση και την αλληλο – καταστροφή, αλλά θα γίνονται με την πρόθεση μιας τίμιας και ανοικτής επικοινωνίας. Πάντως η ειρήνη δεν είναι τόσο τρόπος συμπεριφοράς, όσο είναι μια κατάσταση της ανθρώπινης καρδιάς. Όταν η ειρήνη γίνεται μόνο τρόπος συμπεριφοράς, που καλύπτει ουσιαστικά εσωτερικό αναβρασμό, τότε είναι η χειρότερη μορφή πολέμου.

π. Φιλόθεος Φάρος

Μοναχού Μωυσή Αγιορείτη

 

Ζούμε σε μια εποχή συνεχούς εξωστρέφειας, υπερκαταναλωτισμού, φλυαρίας, ευκολίας και ρηχότητος. Η εσωστρέφεια θεωρείται πάντα νοσηρή, ο αυτοέλεγχος περιττός, η αυτοκριτική αχρείαστη. Η αυτογνωσία αφέθηκε ως τέχνη των μάγων της Ανατολής. Η ενδοσκαφή, η αυτοπαρατήρηση, η αυτομεμψία και η μνήμη του θανάτου χαρακτηρίζονται ως φαινόμενα πλάνης. Η μελέτη του έσω ανθρώπου όμως θα προσφέρει στον εραστή της τη βαθιά γνώση της μεγάλης πνευματικής πενίας και γυμνότητας, θεωρήθηκε σκοπός της ζωής η απόκτηση ενός πολυτελούς οχήματος. Έτσι χάθηκε και το νήμα της υπάρξεως. Σε ορισμένους δεν υπάρχει ούτε καν η υποψία αυτής της αναζήτησης.
Έτσι ο άνθρωπος καταδυναστεύεται σήμερα από άφθονο άγχος, πολλή ανασφάλεια και από το κυνηγητό του χρόνου και του χρήματος. Δεν θέλει ν’ ακούσει την καρδιά του. Δεν θέλει να εμπιστευθεί την αγωνία του στον φίλο του. Μοναξιά, ατομισμός και φοβία επικρατεί στις μεγαλουπόλεις. Η απουσία του θεού από τη ζωή του ανθρώπου δημιουργεί όλα αυτά τα μεγάλα κενά, όλες αυτές τις τραγικές ρωγμές, που αργά ή γρήγορα δημιουργούν πικρά αδιέξοδα.
Είναι ανάγκη να βρει ο άνθρωπος τον μόνο, αληθινό, Τριαδικό Θεό, να γνωρίσει τον άγνωστο εαυτό του, να δει με μεγαλύτερη αγάπη τον πλησίον του. Χρειάζεται λίγος μόχθος, υπομονή κι επιμονή, φιλότιμο και μεράκι, θυσία και ταπείνωση. Μέσα του θα βρει ο άνθρωπος λοιπόν τον Θεό. Είναι απαραίτητη έτσι η κατάδυση στον εαυτό μας. Τον ταπεινό προσωπικό αγώνα θα συνδράμει η θεία χάρη. Τότε θα νοηματισθεί η ζωή και θα ιεροποιηθεί το πρόσωπο. Ο νους θα κατέβει στην καρδιά. Ο άνθρωπος δεν θα κινείται συναισθηματικά και παράλογα, αλλά καρδιακά, υπέρλογα, ανθρώπινα. Το ήθος έγκειται στη σεμνότητα και ταπεινότητα, που δεν αποτελεί αδυναμία, αλλά κόσμημα πολύτιμο.
Στον σημερινό άκοσμο της αδιαφάνειας, της διαφθοράς, της διαστροφής, της πλουτοκρατίας και της βιασύνης είναι ανάγκη για μια στάση, για μια κατάδυση. Για ένα επανέλεγχο, μια επανατοποθέτηση, αν χρειασθεί μια κένωση, για μια ανασύσταση, ένα επαναπροσδιορισμό, μία μεταμόρφωση. Δεν χρειάζεται να πάει κανείς μακριά και να ξοδέψει πολλά. Λίγο να σταθμεύσει, να βυθιστεί εντός, να δει που τρέχει συνέχεια και πάει, να ξελαχανιάσει, να γνωρίσει κάποτε τον λησμονημένο εαυτό του. Να δει ότι δεν φταίνε πάντα οι άλλοι και τα συστήματα και η παλιοκοινωνία, αλλά οπωσδήποτε υπάρχουν και τα προσωπικά ποσοστά ευθύνης. Γνώρισες τον εαυτό σου; Βρήκες τον Θεό σου! Είδες τον αδελφό σου; Αντίκρισες τον θεό σου, αναφέρει το θαυμάσιο Γεροντικό. Επιμελής αυτογνωσία λοιπόν προς ασφαλή θεογνωσία είναι απαραίτητα, καθώς επίσης έμπειρος και διακριτικός πνευματικός προς ακριβή καθοδήγηση.

 Μητροπολίτη του Σουρόζ Anthony Bloom

«Μακάρι να μπορούσαμε να τιμούμε το Θεό για την απουσία Του που μας μαθαίνει να χτυπάμε την πόρτα, να δοκιμάζουμε τις σκέψεις μας και τις καρδιές μας, να μελετάμε τη σημασία των πράξεων μας και να υπολογίζουμε τις παρορμήσεις της ύπαρξης μας. Μακάρι ν’ αναρωτιόμαστε κατά πόσο η θέληση μας είναι αληθινά προσανατολισμένη προς Αυτόν ή απλώς στρεφόμαστε στο Θεό μόνο για μιας στιγμής παρηγοριά απ’ τα άγχη μας για να τον απαρνηθούμε μετά από λίγο, μόλις αναλάβουμε τις δυνάμεις μας και να κατασπαταλήσουμε έτσι, σαν τον άσωτο υιό, ότι μας χάρισε».

Το μήλο και το κρίνο…


  Σταύρου Σ. Φωτίου

Κάθε άνθρωπος ερχόμενος στη ζωή έχει δύο υπαρξιακές επιλογές: να βιώσει   τη ζωή ως αρμονική ενότητα με τον Θεό, και, κατ’ επέκταση, με τον εαυτό του,   το συνάνθρωπό του και τη φύση, ή, αρνούμενος την ενότητα αυτή, να βιώσει την   υπάνθρωπη φιλαυτία. Τα πρώτα κεφάλαια της Παλαιάς Διαθήκης, της «Γενέσεως»,   παρουσιάζουν τις δύο αυτές υπαρξιακές επιλογές με τρόπο ανθρωπομορφικό   -δηλαδή με λέξεις και εικόνες που μπορούν εύκολα να κατανοηθούν:  Στο μέσο του   παραδείσου υπάρχουν δύο δέντρα, «το δέντρο της ζωής» και «το δέντρο της   γνώσης του καλού και του κακού».    Ο   άνθρωπος καλείται να επιλέξει να τρέφεται -να ζει δηλαδή- μόνο από το πρώτο   -να έχει εμπειρία μόνο του καλού, της αδελφοσύνης, της αγάπης. Τυχόν τροφή   του -στάση ζωής- από το δεύτερο δέντρο θα τον οδηγήσει στην εμπειρία του   κακού, της διάσπασης, της βίας.

Στη λατινική μετάφραση της Αγίας Γραφής η λέξη «κακό», της φράσης «δέντρο   της γνώσης του καλού και του κακού», μεταφράζεται σωστά ως malum (=κακό). Η   ίδια όμως λέξη malum   σημαίνει και μήλο. Λόγω της σύμπτωσης αυτής δημιουργήθηκε η διαδεδομένη   εντύπωση ότι οι πρωτόπλαστοι αμάρτησαν τρώγοντας… ένα μήλο.

**   *** **

Παρόμοια εντύπωση επικρατεί και για τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου.  Αυτή μάλλον   οφείλεται στο ότι ο Αρχάγγελος Γαβριήλ κρατεί -ως σύμβολο της ειρήνης που   φέρνει το μήνυμα της Γέννησης του Χριστού στον κόσμο- μία λεπτή ράβδο με   απόληξη διακοσμημένη με άνθη, η οποία ονομάζεται κηρύκειο.  Από παρήχηση   σιγά-σιγά της λέξης κηρύκειο προέκυψε η εσφαλμένη αντίληψη ότι ο Αρχάγγελος   Γαβριήλ πρόσφερε στην Παναγία ένα… κρίνο.

"Ορθοδοξίας φέγγει καρδίας ελλαφθώμεν"

(σχόλιο εις την Κυριακή της Ορθοδοξίας)

π. Φιλόθεου Φάρου

Δεν θα μπορέσει ο άνθρωπος να συναντήσει τον αναστημένο Χριστό αν δεν ακολουθήσει τη σωστή κατεύθυνση στην πορεία του. Η σωστή διανοητική αντίληψη αυτής της πορείας είναι μια απαραίτητη πρώτη αρχή. Εκείνος που θέλει να επισκεφθεί ένα νησί πρέπει πρώτα να γνωρίζει διανοητικά ότι με το πλοίο και όχι με το σιδηρόδρομο θα μπορέσει να φθάσει εκεί που θέλει. Όμως, αν και η σωστή διανοητική αντίληψη είναι μια απαραίτητη πρώτη αρχή, είναι εντελώς ανεπαρκής αν δεν ακολουθείται από μια ολοκληρωμένη συνειδητοποίηση. 

 

Δεν είναι αρκετό να ξέρει κανείς με το νου του και να λέει με τα χείλη του ότι μόνο με το πλοίο θα φθάσει στο νησί που θέλει να επισκεφθεί, αλλά χρειάζεται να ενεργήσει ανάλογα. Εκείνον που θα επαναλάμβανε με λόγια ακατάπαυστα ότι το πλοίο θα τον φέρει στο νησί, και θα αγόραζε ένα σιδηροδρομικό εισιτήριο, δεν θα τον ωφελούσε καθόλου η διανοητική γνώση της κατάλληλης πορείας και δεν θα τον έφερνε στον προορισμό του.

 Ο Χριστός είναι ένας, όσο κι αν είναι διαφορετικοί οι τρόποι με τους οποίους οι άνθρωποι τον αντιλαμβάνονται. Η συνάντησή μας με το Χριστό θα εξαρτηθεί από το ποσοστό που ο Χριστός που αναζητούμε είναι ο πραγματικός Χριστός. Η ορθή δόξα για το ποιος και τι είναι ο Χριστός είναι απολύτως απαραίτητη στο ξεκίνημά μας για την πορεία μας προς τη συνάντηση με Αυτόν αλλά δεν είναι αρκετή· πρέπει να ακολουθηθεί και να ολοκληρωθεί με το ανάλογο βίωμα, στο οποίο συμμετέχει ο όλος άνθρωπος.

Συχνά με τα νοήματα και τα λόγια αναφερόμαστε στον πραγματικό Χριστό, αλλά τα βιώματά μας αναφέρονται σε έναν άλλο Χριστό. Μπορεί να περιγράφουμε με λόγια το Θεό ως τον φιλόστοργο πατέρα που "εκένωσε εαυτόν" και έγινε άνθρωπος για μας τα παιδιά Του, αλλά ταυτόχρονα να βασανιζόμαστε από συναισθήματα ενοχής για τις αμαρτίες μας και από το φόβο της τιμωρίας που θα μας επιβάλει σκληρά και ανελέητα. Μπορεί να λέμε με λόγια ότι μόνο η χάρη του Θεού μας σώζει και ταυτόχρονα συναισθηματικά να βασιζόμαστε αυτοδικαιωτικά στα καλά μας έργα.

Η σωστή αντίληψη της πορείας που μας οδηγεί στη συνάντηση με τον αναστημένο Χριστό ούτε πολυτέλεια είναι ούτε διαπραγματεύσιμη και ούτε είναι ένδειξη ευρύτητας πνεύματος ή συμβιβαστική διάθεση γύρω απ' αυτή την αντίληψη. Όχι μόνο δεν είναι φιλάνθρωπο να δεχόμαστε την πλάνη του πλανημένου, αλλά εντελώς απάνθρωπο και τερατώδες. Είναι πραγματικά απάνθρωπο να μην καταπολεμά κανείς με όση δύναμη έχει την πλάνη του ανθρώπου, που πιστεύει πως μπορεί να πηδήξει από ένα ύψος εκατό μέτρων χωρίς να πάθει τίποτε. Αλλά είναι επίσης απάνθρωπο και αντιχριστιανικό να πολεμάει κανείς τον πλανημένο αντί να πολεμάει την πλάνη του. Τίποτε απ’ ό,τι μας αποκαλύφθηκε για τον Τριαδικό Θεό δεν είναι θεολογική φιλολογία, αλλά κάθε θεολογική αποκάλυψη έχει μια αποφασιστικής σημασίας για τον άνθρωπο ανθρωπολογική διάσταση.

Ο άνθρωπος που ακολούθησε την πορεία που περιγράφτηκε για μια συνάντηση με τον αναστημένο Χριστό, πρέπει τώρα να βεβαιωθεί ότι η πορεία αυτή βασίζεται σε μια σωστή αντίληψη για το ποιος είναι ο Χριστός που θέλει να συναντήσει· και με την πρώτη Κυριακή των Νηστειών, την Κυριακή της Ορθοδοξίας, η Εκκλησία τονίζει αυτή την ανάγκη.

"Λύμης φθοροποιοῦ, φυγόντες κακοδόξων, ὀρθοδοξίας φέγγει καρδίας ἐλλαφθῶμεν" (απόστιχα Μικρού Εσπερινού Κυριακής Ορθοδοξίας).

 

Κατηγορώ την υποκρισίαν...

Ομιλία του Μητροπολίτου Γέροντος Χαλκηδόνος κυρού Μελίτωνος

στον Μητροπολιτικό Ναό Αθηνών, την Κυριακή της Τυροφάγου, 8η Απριλίου 1970.

Είναι γνωστή ως "η ομιλία για τον καρνάβαλο".

Από το βιβλίο του Μητροπολίτου Γέροντος Χαλκηδόνος κυρού Μελίτωνος,

«Λόγοι και Ομιλίαι», 1991, εκδ. Πανσέληνος

"Αδελφοί μου,

Τίποτε δεν καυτηρίασε ο Κύριος τόσο πολύ, όσο την υποκρισία.

Και ορθώς, εις αυτήν είδεν, ότι υπάρχει πάντοτε ο μεγαλύτερος παραπλανητικός κίνδυνος, δηλαδή το εωσφορικόν αγγελοφανές φως. Είναι πράγματι φοβερή η δύναμις της υποκρισίας. Τόσο γι' αυτόν που τη ζή και την ασκεί, όσο και γι' αυτούς που την υφίστανται.

Και είναι επικίνδυνη ή υποκρισία, γιατί ανταποκρίνεται προς βαθύτατον ψυχολογικόν αίτημα του ανθρώπου.

O άνθρωπος θέλει να φανή αυτός πού δεν είναι. Ακόμη και ενώπιον του εαυτού του και ενώπιον του θεού. Και έτσι ξεφεύγει από την αλήθεια και την απλότητα και φυσικά και από την μετάνοιαν και την σωτηρίαν.

Σε λίγες ώρες έξω από αυτόν τον ναόν, έξω από την γαλήνην του, εις τους δρόμους αυτής της Πολιτείας, θα παρέλαση ο Καρνάβαλος. Μη τον περιφρονήσετε και μη τον χλευάσετε και μη με κατακρίνετε, πού τον αναφέρω αύτη τη στιγμή. Δεν είναι καθόλου άσχετος με το μέγιστο πρόβλημα της υποκρισίας. Να τον προσέξετε εφέτος τον Καρνάβαλο με σεβασμό και βαθύ στοχασμό. Είναι πανάρχαιο το φαινόμενο και είναι φαινόμενο βαθύτατου και αγχώδους αιτήματος της ψυχής του άνθρωπου, να λυτρωθή από την καθημερινή του υποκρισία με μίαν έκφρασιν ανωνύμου, διονυσιακής νέας υποκρισίας.

Είναι τραγική μορφή ο Καρνάβαλος.

Ζητεί να λυτρωθή από την υποκρισίαν υποκρινόμενος.

Ζητεί να καταλύση όλες τις ποικίλες προσωπίδες, πού φορεί κάθε μέρα με μία νέα, την πιο απίθανη.

Ζητεί να εκκενώση ό,τι υπάρχει απωθημένο μέσα στο υποσυνείδητό του και να ελευθερωθή, αλλά ελευθερία δεν υπάρχει, η τραγωδία του Καρνάβαλου παραμένει άλυτη. Το βαθύτατο αίτημα του είναι να μεταμορφωθή.

Εδώ, λοιπόν, είναι η θέσις της Εκκλησίας, κοντά στον Καρνάβαλο. Σ’ αυτόν που ζητεί μεταμόρφωση, το κεντρικό κήρυγμα της Ορθοδοξίας. Τη μεταμόρφωσι.

Να μη τον καταδικάσουμε, λοιπόν, τον Καρνάβαλο, αλλά να σταθούμε και κάτω από την προσωπίδα του να ακούσωμε την αγωνία του, την έκκλησί του και το δάκρυ του.

Επαναλαμβάνω, της Ορθοδοξίας το βαθύτερο κήρυγμα ζητεί ο Καρνάβαλος, περιφερόμενος εις τους δρόμους της Πολιτείας: Τη μεταμόρφωσι.

Και είναι ο ειλικρινέστερος και εντιμότερος των υποκριτών.

Ίσως θα νομίσετε, ότι αστειεύομαι. Απολύτως όχι. Δεν υπάρχει σοβαρώτερο πρόβλημα αύτη την ώρα δια την Εκκλησίαν. Δεν είναι δυνατόν η Εκκλησία, και μάλιστα η Ορθόδοξος, η δική μας Εκκλησία, να νοηθή ως άσχετη προς τη ζωή, προς τους καιρούς, προς την αγωνίαν αυτής της ώρας, προς τα φλέγοντα προβλήματα αυτής της στιγμής, απλώς ως πόλις επάνω ορούς κειμένη και θεωρούσα τα περί αυτήν. Ως Εκκλησία είμεθα εμπεπλεγμένοι εις την πορείαν του γένους των ανθρώπων, εις την μεγάλην αυτήν περιπέτεια, που ονομάζεται Ιστορία, άγουσα εις την τελείωσιν των εσχάτων.

Υποκρινόμενοι την χθες, απουσιάζομεν από την σήμερον και η αυριον έρχεται άνευ ημών.

Ομιλών εις την 4ην Πανορθόδοξον Διάσκεψιν της Γενεύης, είχον ειπεί: «Η χθες παρήλθε προ πολλού, ούτε καν την σήμερον ζώμεν, μας προέλαβεν η μεθαύριον». Το επαναλαμβάνω αυτό σήμερον εντονώτερον. Διότι είναι η πέραν της αυτάρκους υποκρισίας αλήθεια, η απλή, η ευκολωτέρα αντιμετώπισις των προβλημάτων είναι να τα χλευάση και να τα κατακρίνη κανείς και να αντιπαρέλθη, όπως ο Ιερεύς και ο λευΐτης της Σαμαρειτικής παραβολής. Αλλά η πληγή είναι εδώ και κράζει.

Ποιος μπορεί υπευθύνως να μας πη, ότι είναι έξω κάθε ιστορικής, εξελικτικής πραγματικότητας όλα αυτά τα συνταρακτικά γεγονότα και φαινόμενα της νέας γενεάς της ανθρωπότητος, η έξαλλη μουσική, οι έξαλλοι χοροί, η έξαλλη επένδυσις, όλη αυτή η παγκόσμιος επανάστασις της νεολαίας;

Άν όλοι οι μικρόνοες, όλοι οι εθελοτυφλούντες, όλοι οι παρελθοντολόγοι και εγκαυχώμενοι δια την αρετήν της εποχής των συνωμοτήσουν, δια να κατακρίνουν όλα αυτά τα πράγματα, η Εκκλησία έχει χρέος να σταθή με θεανδρικήν κατανόησιν, ενανθρωπιζομένη όπως ο Κύριος της εν μέσω ενός νέου κόσμου, πού έρχεται μακρόθεν, και να ακούση αυτή την αγωνιώδη κραυγήν, πού αναπηδά από όλα αυτά τα θεωρούμενα από μας έξαλλα πράγματα. Κάτι έχει να μας πή με όλα αυτά τα φαινόμενα αυτός ο κόσμος, που έρχεται νέος εις το προσκήνιον της Ιστορίας.

Τα νομιζόμενα έξαλλα δι’ ημάς τους παλαιούς, όταν λάβωμεν ύπ’ όψιν το φοβερόν γεγονός, ότι ένα από τα χαρακτηριστικά της εποχής μας είναι η τεραστία απόστασις, που υπάρχει στη διαδοχή των γενεών, δηλαδή η γενεά, η οποία έρχεται έπειτα από εμένα έχει απόστασιν τριών γενεών. Πώς έχομεν την αξίωσιν να την κατανοήσωμεν ημείς αυτήν την νέαν γενεάν, που έρχεται, εάν δεν είμεθα Εκκλησία Χριστού συνεχώς ενανθρωπίζομένη, συνεχώς μεταμορφουμένη και συνεχώς μεταμορφώνουσα;

......

Δεν θα επιζήσωμεν ως χριστιανικαί επί μέρους Εκκλησίαι καί Ομολογίαι του κύματος αυτού των επερχομένων, εάν δεν ενωθώμεν όλοι εν Χριστώ Ιησού. Είναι πλέον η ώρα να λυτρωθώμεν εκ της αντιπατερικής Ιδέας, ότι η Εκκλησία μόνον μέχρις ενός ορισμένου σημείου της Ιστορίας ήτο δυνατόν να ερμηνεύση την θείαν Αποκάλυψην. Πρέπει, επί πλέον του πατερικού πνεύματος, να αναλάβωμεν ως Εκκλησία την θείαν υπευθυνότητα και τόλμην και γενναιότητα των Πατέρων και να θεολογήσωμεν τον Χριστόν, το Εύαγγέλιον και την Έκκλησίαν. Όχι με νομοκρατικήν φαρμακίδειον, φερ’ ειπείν, σωματειακήν αντίληψιν της Εκκλησίας, αλλά της Εκκλησίας ως Σώματος Χρίστου, ζώντος εν τη αναστάσει.

Αδελφοί μου,

Τώρα εισερχόμεθα εις την Αγίαν Τεσσαρακοστήν και στο βάθος μας αναμένει το δράμα, το θαύμα και το βίωμα της Αναστάσεως, το κατ’ εξοχήν βίωμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Ας πορευθώμεν προς αυτό το όραμα και βίωμα, όχι ασυγχώρητοι, όχι μη συγχωρήσαντες, όχι εν νηστεία απλώς κρέατος και ελαίου, όχι εν υποκρισία, αλλά εν θεία ελευθερία εν πνεύματι καί αληθεία. Εν τω πνεύματι της αληθείας, εν τη αληθεία του πνεύματος."

Η φιλοσοφική και η χριστιανική Ηθική έχουν λόγο παντού όπου υπάρχουν διανθρώπινες σχέσεις, θέτουσαι το ερώτημα, -επί τη βάσει των δικών της η κάθε μία προϋποθέσεων- αν οι σχέσεις αυτές είναι ορθές, δηλ. σύστοιχες προς το ανθρώπινο.

Η ερωτική είναι μία από τις πλέον καίριες και αποφασιστικές σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων. Επομένως όχι μόνον η ιατρική, ψυχολογία, κοινωνιολογία κλπ., αλλά και η Ηθική, ή μάλλον, κατ΄ εξοχήν η Ηθική, έχει λόγον επί του θέματος τούτου, διότι, όπου υπάρχουν ανθρώπινες σχέσεις, είναι προς αυτές αρρήκτως συνυφασμένα και θέματα ηθικής συμπεριφοράς και τάξεως.
 

Από πλευράς της Ηθικής ο έρωτας δεν είναι μια ανεύθυνη και ασύδοτη σχέσι, αλλά μια ελεύθερη και υπεύθυνη σχέσι, που βρίσκει την ορθή της πραγμάτωσι μόνο μέσα στο χώρο της αμοιβαίας αγάπης μεταξύ δύο προσώπων διαφορετικού φύλου. Η αγάπη δε είναι μια πολύ ευρύτερη έννοια και σχέσι από τον έρωτα, καλύπτουσα όλο το φάσμα των σχέσεων μεταξύ δύο προσώπων. Ως εκ τούτου εμπερικλείει μεν την ερωτική σχέσι, αλλ΄ όμως δεν ταυτίζεται προς αυτήν. Στην αγάπη ο ή η σύντροφος δεν αποβλέπει σε ωρισμένα «χαρίσματα» μόνον του άλλου, αλλά καταφάσκει το άλλο πρόσωπο ως όλο. Δεν ζητάει μόνο να «πάρει» από το άλλο πρόσωπο, αλλά πρωτίστως ζητάει να το κάνει ευτυχισμένο διά προσφοράς του εαυτού του. Η αγάπη είναι συνυφασμένη με την έννοια της προσφοράς και της θυσίας, και μόνο στην προσφορά και στη θυσία πραγματοποιείται το ανθρώπινο ως προορισμός και ως ευτυχία. Η αγάπη είναι αμοιβαία περιχώρησις προσώπων ως αυτο-θυσία. Στην αυτοθυσία σκέπτεται κανείς πρώτα τον άλλο και μετά τον εαυτό του, και θέλει πρώτα το καλό και την ευτυχία του άλλου προσώπου, και μετά τα δικά του, παρ΄ όλον ότι αυτοθυσία και προσωπική ευτυχία δεν μπορούν να διαχωρισθούν απολύτως ή λογικώς. Με τη θυσία ως προσφορά είναι συνυφασμένη και η ευτυχία ως πλήρωμα του ανθρωπίνου.
 

Μέσα στα πλαίσια

αυτά της αγάπης τοποθετείται και η ειδικώτερη σχέσι του έρωτα, ο οποίος βρίσκει την ορθή και τέλεια πραγμάτωσί του μόνο σαν κατάφασι και έκφρασι μιας αληθινής αγάπης. Το αχαλίνωτο και ασύδοτο στον έρωτα δεν είναι πάντα και ελευθερία ούτε ενδεικτικό στενών και ορθών σχέσεων.

 Η ερωτική σχέσι όμως είναι συνυφασμένη με πολλά επί μέρους προβλήματα, τα οποία άπτονται τόσον της ιδιωτικής όσον και της κοινωνικής ζωής των συνερχομένων, κατ΄ εξοχήν δε προς την τεκνοποιίαν και προς το θέμα των εκτρώσεων, οι οποίες είναι αναγκαίο συνεπακόλουθο σε περίπτωσι που γίνεται σύλληψι και η απόκτησι τέκνου δεν είναι επιθυμητή. Στα θέματα αυτά, όμως είναι ευνόητο, δεν μπορούμε να υπεισέλθομε. θα περιορισθούμε στο θέμα των αντισυλληπτικών.

 

Τα αντισυλληπτικά είναι διάφορα τεχνητά μέσα, τα οποία «παρεμβάλλονται» κατά την φυσική πράξι της ερωτικής συνουσίας προς αποφυγήν πρωτίστως συλλήψεως. Υπάρχουν διαφόρων ειδών αντισυλληπτικά: μηχανικά, τα γνωστά ως «προφυλακτικά», χρησιμοποιούμενα κυρίως υπό των ανδρών, αλλά και υπό των γυναικών, χημικά: διάφορα υπόθετα ή πλύσεις, που κάνουν αποκλειστικώς οι γυναίκες, και τέλος τα διάφορα φαρμακευτικά «χάπια», τα οποία είναι βασικά ορμόνες, που είτε εμποδίζουν την έξοδο του ωαρίου εκ της ωοθήκης και την ωρίμασι αυτού, είτε παρακωλύουν την επιστροφή αυτού στην μήτρα, αφού γίνει η σύλληψι. Για τα διάφορα είδη αντισυλληπτικών και τους τρόπους χρήσεως αυτών το λόγο έχει πρωτίστως η ιατρική.
 

Γύρω από το θέμα των αντισυλληπτικών και ιδίως της τελευταίας κατηγορίας έχουν γραφεί πάρα πολλά και έχουν γίνει πολλές συζητήσεις σε διεθνή κλίμακα και από διάφορες σκοπιές, οι οποίες εξαίρουν τόσο τις θετικές όσο και τις αρνητικές όψεις αυτών. Ανάλογες απόψεις διετυπώθησαν και μέσα στο χώρο της χριστιανικής θεολογίας, ως και των διαφόρων χριστιανικών εκκλησιών. Επίσημη θέσι κατά των αντισυλληπτικών έλαβε μέχρι τώρα μόνο η Ρωμαιοκαθολική εκκλησία με τη γνωστή εγκύκλιο του Πάπα Παύλου VI. Humanae Vitae της 25ης Ιουλίου 1968, η οποία απορρίπτει τα αντισυλληπτικά, διότι αντιστρατεύονται τους νόμους της φύσεως. Η θέσις όμως αυτή δεν μπορεί να σταθεί από έποψι ηθική, διότι κάθε τι το «φυσικό» δεν είναι πάντοτε και καλό ή χριστιανικό. Ο χριστιανισμός δέχεται ότι η «φύσις» δεν είναι κατά πάντα υγιής, διότι, μετά την αμαρτία, διεφθάρη. και συνεπώς δεν γίνεται αποδεκτή μια ηθική του «φυσικού δικαίου». Εξ άλλου, όπως μαρτυρεί και η εξέλιξι της ανθρωπότητος, δεν είναι ανήθικο να μην πραγματοποιείται κάθε έμφυτη σωματική ορμή. Τούτο υπεμφαίνει και το μοντέλλο της «ασκήσεως», η οποία σημαίνει βασικά παραίτησι ή παρεμπόδισι πληρώσεως ωρισμένων φυσικών ορμών και τάσεων.
 

Οι περί των αντισυλληπτικών απόψεις μου θα μπορούσαν να συνοψισθούν στις ακόλουθες σκέψεις:
 

Ως πρώτιστος σκοπός των αντισυλληπτικών τίθεται η επιθυμία προς αποφυγήν της τεκνοποιίας. Από πλευράς χριστιανικής αποτελεί παρεξήγησι η ταύτισις της ερωτικής σχέσεως προς την τεκνοποιία μέσα στο γάμο. Εδώ υποφώσκει όχι η χριστιανική, αλλά η νεοπλατωνική-στωική αντίληψις ότι το «πάθος» είναι κακό, και συνεπώς η ερωτική ηδονή είναι καθ΄ αυτήν κάτι το κακό, και πρέπει να αποφεύγεται, τότε δε μόνον επιτρέπεται, όταν συνδυασθεί με άλλα κίνητρα ή μάλλον με το της τεκνοποιίας. Από πλευράς της χριστιανικής θεολογίας ο γάμος ως σύζευξις ανδρός και γυναικός αποτελεί καθ΄ αυτόν πλήρωμα και τελείωσι σχέσεως, και χωρίς παιδιά. Τα παιδιά εμπερικλείονται μεν στη σχέσι της αγάπης των συζύγων, η συζυγική όμως σχέσις δεν είναι εκεί για τα παιδιά ή μόνο για τα παιδιά, αλλά πρωτίστως για τους συζύγους και την αμοιβαία τελείωσί τους. Η μομφή κατά της «άκληρης», που επερρίπτετο παλαιότερα, εν μέρει δε και σήμερα, από την κοινωνία, προήρχετο βασικά από την αντίληψι ότι η γυναίκα παντρεύεται, δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια «μηχανή» για να παράγει παιδιά.
 

Η υπεράσπισις της τεκνοποιίας, και ιδιαιτέρως της πολυτεκνίας, είχε παλαιότερα, αλλά και σήμερα, και ιδεολογικά ελατήρια, των οποίων γινόταν συνήγορος, συνειδητά ή μη συνειδητά, και η χριστιανική εκκλησία και θεολογία. Κυρίως κοινωνικοί λόγοι επέβαλαν την τεκνοποιία: το κράτος χρειαζόταν στρατιώτες και εργάτες, χωρίς όμως παράλληλα και να ενδιαφέρεται για τις δυσκολίες, με τις οποίες μεγαλώνουν τα παιδιά των «φτωχών» (εδώ δηλ. τα παιδιά μεταβάλλονται σε «μέσα» προς άλλους σκοπούς). ΄Ενας άλλος λόγος υπέρ της τεκνοποιίας ήταν και η μεγάλη θνησιμότης μωρών, που συνέβαινε παλαιότερα. ΄Οπως είπαμε: τα παιδιά συνανήκουν στο γάμο, το νόημα όμως του γάμου δεν είναι μόνο τα παιδιά, αλλά και η προσωπική ζωή των συζύγων, που πραγματοποιείται ως αμοιβαιότης τελειώσεως και ικανοποιήσεως στους ποικίλους τομείς της ζωής των. Η εκ της τεκνοποιίας προφύλαξι δεν αντίκειται προς το πνεύμα της χριστιανικής ηθικής, ούτε και η ερωτική συνάφεια των συζύγων ανεξαρτήτως του κινήτρου αποκτήσεως παιδιών, κακώς δε πράττουν ωρισμένοι «πνευματικοί», οι οποίοι απαγορεύουν σε συζύγους να κοινωνούν, διότι έχουν ερωτικές σχέσεις χωρίς να κάνουν παιδιά, με αποτέλεσμα τελικά να τους διώχνουν από την εκκλησία. Εξ επόψεως χριστιανικής το δικαίωμα της ευτυχίας είναι νόμιμον, αρκεί να εντάσσεται στο θέλημα του θεού.
 

Συνεπώς δεν υπάρχει βασική αντίρρησις ούτε ως προς το θέμα τής και άνευ παιδοποιίας ερωτικής σχέσεως των συζύγων ούτε και ως προς το θέμα προφυλάξεως αυτών προς αποφυγήν συλλήψεως εκ μέρους της γυναίκας, εφ΄ όσον η απόκτησις ενός παιδιού είναι ανεπιθύμητη ή επιβάλλεται για λόγους ανεξαρτήτους της θελήσεως των συζύγων (υγείας, οικονομικούς, βιασμού κλπ.). Η παρά την θέλησι των συζύγων ή του ενός εκ των δύο σύλληψις οδηγεί, ως γνωστό, σε πολύ πιο οδυνηρές συνέπειες, όπως π.χ. στην έκτρωσι ή στην απόκτησι ενός ανεπιθυμήτου παιδιού, το οποίο θα μπορούσε να γίνει δυστυχισμένο ή να αποβεί καταλυτικός παράγων για το γάμο των γονέων του.

Εκείνο, το οποίο μας προβληματίζει σοβαρά, είναι τα χρησιμοποιούμενα μέσαπροφυλάξεως, δηλ. τα διάφορα είδη των αντισυλληπτικών, τα οποία βασικά και απορρίπτω για τους ακόλουθους λόγους: 
 

  1. Δεν επιτρέπεται να παρεμβαίνομε στην ανθρώπινη φύσι ποτέ και με κανένα τεχνητό μέσο (φάρμακο, ορμόνες, χάπια, εργαλεία κλπ.), όταν η φύσις είναι υγιής. Τότε και μόνον επιτρέπεται και επιβάλλεται η παρέμβασις στον αν 

    Τα αντισυλληπτικά από άποψη ηθικήθρώπινο οργανισμό, όταν ούτος είναι φύσει ελαττωματικός ή εξασθενήσει αργότερα, οπότε χρειάζεται τη βοήθεια του γιατρού, ψυχολόγου κλπ., με φάρμακα, χειρουργικές επεμβάσεις και τα παρόμοια. Η άνευ λόγου παρέμβασις στην ανθρωπίνη φύσι οπωσδήποτε δεν την ωφελεί, μπορεί όμως να έχει σαν συνέπεια την άμεση ή έμμεση καταστροφή ή διαστροφή αυτής. Το «χάπι», λοιπόν, και τα άλλα τεχνητά προφυλακτικά αποτελούν παρά φύσιν παρέμβασιν στον υγιή οργανισμό, και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να απορριφθούν. Πολλώ μάλλον δε, αφού οι γνώμες των ειδικών διίστανται, αν και κατά πόσον τα διάφορα φαρμακευτικά παρασκευάσματα των αντισυλληπτικών βλάπτουν τον οργανισμό από άποψι υγείας. Η ιατρική δεν μπορεί βασικά να μας πει ότι τα αντισυλληπτικά «χάπια» δεν βλάπτουν την υγεία του προσώπου που κάνει χρήσι αυτών, αφού δεν μπορεί να γνωρίζει όλο το πλέγμα των συναφειών του ανθρωπίνου οργανισμού, αλλά και κάθε ατόμου προσωπικά. Διότι, όπως είναι γνωστό, τα διάφορα άτομα αντιδρούν διαφόρως στα αυτά φάρμακα που λαμβάνουν, τα δε αντισυλληπτικά «χάπια» είναι ορμόνες που «βομβαρδίζουν» κυριολεκτικά τον ανθρώπινο οργανισμό και προκαλούν προσωρινή ή και τελεσίδικη αναστολή ωρισμένων λειτουργιών του. Η ιατρική δεν δικαιούται να συνιστά την λήψι αντισυλληπτικών φαρμάκων με την διαβεβαίωσι ότι δεν βλάπτουν, διότι, όπως είπαμε, δεν μπορεί να γνωρίζει κάτι τέτοιο. Ο ιατρός, που έχει συνείδησι ανθρώπου ηθικού και επιστήμονος, μπορεί μεν να δίδει «συνταγήν» για αντισυλληπτικά «χάπια», οφείλει όμως συγχρόνως να εφιστά την προσοχή και επί των ενδεχομένων κινδύνων, που θα προέκυπταν απ΄ αυτά. 
     
  2. Από πλευράς της χριστιανικής Ηθικής δεν επιτρέπεται η παρέμβασις στις βιολογικές λειτουργίες του ανθρωπίνου οργανισμού με φάρμακα, τεχνητά μέσα κλπ. Η ανθρωπίνη φύσις και ζωή αποτελεί ένα κλειστό κύκλο μυστηρίου από την αρχή μέχρι το τέλος της (γέννησις, εξέλιξις, θάνατος), στον οποίο ο άνθρωπος δεν επιτρέπεται να παρεμβαίνει, ούτε και μπορεί, εάν παρέμβει, να αλλάξει κάτι, προς το καλύτερο. Ο Ιησούς Χριστός λέγει σχετικώς: «Τίς δε εξ υμών μεριμνών δύναται προσθείναι επί την ηλικίαν αυτού πήχυν ένα» (Μτθ. 6, 27); Αλήθεια: ποιός θα μπορούσε, παρεμβαίνων στη φύσι του, να αλλάξει κάτι από τον εαυτό του: να γίνει πιο ψηλός, πιο νέος, πιο όμορφος, να αλλάξει το χρώμα των ματιών του κλπ.; Ο άνθρωπος δεν ορίζει την φύσι του ούτε και μπορεί να προσδιορίσει αυτήν. Την φύσι του την έλαβε «έξωθεν» ως δώρον, -κανείς δεν τον ρώτησε, αν ήθελε να έλθει στον κόσμο, και κανείς δεν θα τον ρωτήσει, αν και πότε θα ήθελε να φύγει από αυτόν-, και οφείλει να φέρεται προς αυτήν σύμφωνα με τους νόμους της και με το θέλημα Εκείνου, που του την έδωσε και την ορίζει. Η παρέμβασις του ανθρώπου στην υγιή ανθρωπίνη φύσι είναι έκφρασις εγωισμού, αλαζονείας και εωσφορισμού: ο άνθρωπος προσπαθεί να «διορθώσει» τη φύσι του, να την φκιάξει καλύτερη απ΄ ότι ο Δημιουργός, και, παρ΄ όλον ότι δεν είναι, φέρεται ως «κύριος» της φύσεώς του, σφετεριζόμενος έτσι την επ΄ αυτής κυριότητα του Θεού. 
     
  3. Ως προς το θέμα της αποφυγής συλλήψεως και τεκνογονίας, είναι μεν αληθές ότι τα διάφορα είδη προφυλακτικών, που χρησιμοποιούνται, συμβάλλουν στην αποφυγή συλλήψεως, ιδίως δε τα φαρμακευτικά «χάπια», τα οποία έχουν αποδειχθεί ότι είναι πολύ αποτελεσματικά. Εν τούτοις έχει συγχρόνως διαπιστωθεί ότι κανένα είδος προφυλακτικών ή αντισυλληπτικών δεν είναι απολύτως ασφαλές, αλλά συμβαίνουν συχνά «τυχαίες» συλλήψεις. 

    Τα αντισυλληπτικά από άποψη ηθικήΗ ανθρωπότης επί χιλιάδες χρόνια μπορούσε να ρυθμίζει το πρόβλημα αποφυγής των συλλήψεων με «φυσιολογικό» τρόπο και μέσα. Εδώ εις το θέμα δηλ. αποφυγής της συλλήψεως, ευθύνεται κυρίως ο άνδρας: ο άνδρας -ο normal, ο φυσιολογικός- πρέπει να είναι σε θέσι να ικανοποιεί την γυναίκα, να ικανοποιείται ο ίδιος ερωτικά, και συγχρόνως να ελέγχει τον εαυτό του και το σπέρμα του. Η ερωτική σχέσι πρέπει να είναι υπεύθυνη σχέσι σε όλες τις φάσεις και τις εκδηλώσεις της, διότι τότε και μόνον είναι συνειδητή η ευτυχία, άλλως παύει να είναι ανθρωπίνη και περνάει στο χώρο του ζωώδους. ΄Οταν παίρνει κάποια γυναίκα «χάπια» για να μην κάνει παιδιά, είναι σαν να παίρνει «χάπια» για να αποκοιμηθεί. Αλλά τί σχέσι έχει ο ύπνος, που προέρχεται από τη νάρκωσι, με το φυσιολογικό; Η γρήγορη εκσπερμάτωσι ή η εκ μέρους του ανδρός αδυναμία αυτοσυγκρατήσεως δείχνει ανδρική αδυναμία και μάλλον ψυχασθένεια. Τα μη normal άτομα καταφεύγουν σε «βοηθητικά μέσα» για να τελειώσουν την πράξι του έρωτα, την οποία τελικά μεταβάλλουν σε ασχήμια και διαστροφή. Η ψυχολογία διαπιστώνει ότι μόνον τα normal άτομα, τα οποία είναι διαμορφωμένα συγχρόνως σε ολοκληρωμένες προσωπικότητες, μπορούν να κάνουν και σωστό έρωτα (΄Εριχ Φρομ). Το σεξ δεν είναι μόνο κίνησις προς ικανοποίησι και τελείωσι, αλλά και έκφρασις ωρίμου ψυχικο-πνευματικά προσωπικότητος. Οι νέοι κάνουν σεξ, αλλά, διότι δεν έχουν και την αντίστοιχη πνευματική ωριμότητα, δοκιμάζουν πολλές πικρίες, απογοητεύσεις και «τραύματα». ΄Οχι μόνο όσοι δεν κάνουν σεξ, αλλά και όσοι εκ των νέων κάνουν σεξ έχουν πολλά ψυχικά τραύματα και ανωμαλίες. Εξ άλλου η δύναμις αυτοσυγκρατήσεως ουδόλως στερεί τον άνδρα του πληρώματος της ερωτικής ηδονής, αφού η εκσπερμάτωσις δεν είναι το αποκορύφωμα, αλλά η συνέπεια και το τέλος της ερωτικής εξάρσεως.
  1. ΄Ενας άλλος λόγος, που προβάλλεται υπέρ των αντισυλληπτικών συνήθως, είναι η ερωτική αναστολή, η οποία δημιουργείται από την έγνοια και το διαρκή φόβο εκ της τυχόν συλλήψεως, και η οποία αποβάλλεται με τη χρήσι των αντισυλληπτικών. Και εδώ όμως οι γνώμες μεταξύ των ειδικών διχάζονται, αφού κατά τινας εξ αυτών όχι η μη χρήσις ή μόνον η μη χρήσις, αλλ΄ ακριβώς το αντίθετο: η χρήσις των αντισυλληπτικών προκαλεί ερωτική αναστολή είτε διότι με τα διάφορα «μέσα» καταργείται το άμεσο της συνουσίας είτε και διότι με τις διάφορες ορμόνες ο

    Τα αντισυλληπτικά από άποψη ηθικήγυναικείος οργανισμός περνάει, συν τω χρόνω, σε «αναφροδισία» και έτσι μεταβάλλεται η γυναίκα ερωτικώς σε «φυτό», κάνει δηλ. έρωτα, αλλά δεν μπορεί να φθάσει σε οργασμό και σε πλήρωσι. 
    Αλλά και αν υποθέσομε ότι με τα αντισυλληπτικά μειώνονται οι ερωτικές αναστολές και ότι αυτά συμβάλλουν στην έντασι της ερωτικής ηδονής, και πάλιν δεν δικαιολογείται εκ του λόγου αυτού η χρήσις αυτών.  ΄Οπως είπαμε, μια σχέσις αγάπης έχει μέσα της την έννοια της προσφοράς και της θυσίας, και επομένως τα πρόσωπα που αγαπώνται πραγματικά, παραιτούνται με ευχαρίστησι από ωρισμένες ηδονές, οι οποίες θα μπορούσαν ενδεχομένως να έχουν αρνητικές επιπτώσεις και να βλάψουν το άλλο πρόσωπο. Θα έδιδε άραγε ποτέ μια καλή μητέρα στο παιδί της ένα φάρμακο, το οποίο ενδεχομένως θα μπορούσε να του προκαλέσει καρκίνο, εάν δεν θα υπήρχε απόλυτος λόγος ανάγκης, δηλ. σοβαρός κλονισμός της υγείας και ελπίδας δι΄ αυτού θεραπείας του παιδιού της;  Πώς όμως μπορεί κάποιος που αγαπά μια γυναίκα να την αφήνει να παίρνει «χάπια», καίτοι γνωρίζει το ενδεχόμενο ότι μπορούν να της προκαλέσουν καρκίνο του στήθους ή της μήτρας; -Διότι δεν είναι λίγοι οι ειδικοί, που υποστηρίζουν ότι τα φαρμακευτικά αντισυλληπτικά προκαλούν ποικίλες αρρώστιες στον οργανισμό της γυναίκας. ΄Οχι η γυναίκα, αλλά ο άνδρας θα έπρεπε να αρνείται στη γυναίκα του να παίρνει «χάπια». Εξ άλλου, τελευταία, υπάρχουν αντισυλληπτικά χάπια και για άνδρες.  Γιατί όμως οι πολλοί εκ των ανδρών αρνούνται να παίρνουν αυτά για τον εαυτόν των, δεν έχουν δε αντίρρησι για το γεγονός ότι κάνουν χρήσι αυτών οι γυναίκες; 


    Αλλά και αν ακόμη τα αντισυλληπτικά χάπια συμβάλλουν στην έντασι της ερωτικής ηδονής, στον έρωτα δεν επιτρέπεται να τα κάνομε όλα, όσα μπορούμε, ή όσα προσφέρουν έντασι ηδονής. Η ανθρωπίνη φύσις έχει αντικειμενικές δομές, που δεν επιτρέπεται να τις υπερβούμε, σε περίπτωσι δε υπερβάσεως καταστρέφομε ή διαφθείρομε αυτήν. Εάν συμβάλλουν στην έντασι της ηδονής η ομοφυλοφιλία ή ο λεσβιασμός ή εκείνα τα τεχνητά σεξουαλικά όργανα, που βλέπομε στις βιτρίνες των ευρωπαϊκών μεγαλουπόλεων, τότε γιατί όχι όλοι οι άνδρες ομοφυλόφιλοι, όλες οι γυναίκες λεσβίες, η χρήσις υφ΄ όλων των τεχνητών τούτων μέσων;  Στις περιπτώσεις αυτές όμως δεν έχομε έντασι ηδονής, αλλά διαστροφή της ανδρικής και της γυναικείας φύσεως.

     
  2. Ακόμη υπάρχει μια ανθρωπιστική αρχή και χριστιανική συγχρόνως, η οποία δεν επιτρέπει τη χρήσι των αντισυλληπτικών και η οποία είναι: ο άνθρωπος δεν επιτρέπεται να γίνεται μέσον προς άλλους σκοπούς.  Η γυναίκα, η οποία παίρνει το «χάπι»,

    Τα αντισυλληπτικά από άποψη ηθικήδεν μειονεκτεί άραγε στην ερωτική σχέσι έναντι του ανδρός, υποκειμένη συγχρόνως στον κίνδυνο διαφθοράς του οργανισμού και κλονισμού της υγείας της;  Και, εάν συμβαίνει τούτο, δεν μεταβάλλεται εδώ σε «αντικείμενο» ικανοποιήσεως των ερωτικών ορέξεων του ανδρός;  Και μια συνείδησις κατωτερότητος έναντι του ανδρός εκ μέρους της γυναίκας δεν θα μπορούσε άραγε να δημιουργήσει πολλά κόμπλεξ και ψυχικά τραύματα με επιπτώσεις και επ΄ αυτής της ερωτικής ζωής του ζευγαριού;  Το «χάπι» απάδει προς την αξιοπρέπεια της γυναίκας. Οι γυναίκες ζητούν κοινωνική χειραφέτησι. συχνά όμως στην ιδιωτική των ζωή αφήνουν να γίνονται «εξαρτήματα» των θελήσεων του ανδρός. 
  3. Θα τολμούσαμε να πούμε, ότι όσοι χρησιμοποιούν «τεχνητά» μέσα ή παίρνουν «χάπια» για τον έρωτα δεν είναι μοντέρνα, αλλά άρρωστα ψυχικά ή σωματικά άτομα, τα οποία χρειάζονται για την ερωτική πράξι «υποστηρίγματα», «τονώσεις», ερεθισμούς κλπ. Βασικά, ό,τι «παρεμβάλλεται» στον έρωτα, διαστρέφει τη σχέσι, κατά το λαϊκό τραγούδι: «ο έρωτας γεννήθηκε για δύο» και συνεπώς όχι μόνο «τρίτος», αλλά και τίποτα το «τρίτο» δεν χωράει σ΄ αυτόν  Αλλοιώς δεν είναι έρωτας, αλλά διαστροφή του έρωτα. Η επινόησις των τεχνητών μέσων και των μεθοδεύσεων στον έρωτα συχνά δεν αποτελεί πρόοδο και πολιτισμό, αλλά πηγάζει από ερωτικές αδυναμίες ή διαστροφές. Οι πορνο-βιομηχανίες προβάλλουν συνήθως τα προϊόντα των με το πρόσχημα, ότι απευθύνονται δήθεν προς μοντέρνους, ενώ γνωρίζουν ότι στην πραγματικότητα απευθύνονται προς τον άρρωστο άνθρωπο της εποχής μας (όπως π.χ. τα πορνο-περιοδικά για τον αυνανισμό). Με τα τεχνητά και φαρμακευτικά αντισυλληπτικά μέσα ο άνθρωπος απελευθερώνεται μεν εκ της φύσεως, γίνεται όμως σκλάβος της τεχνικής και της βιομηχανίας. Με τα παρα-πάνω δεν θέλομε να ισχυρισθούμε δογματικά ότι, όσα άτομα παίρνουν το «χάπι», είναι κατ΄ ανάγκην και άρρωστα ψυχικά ή σωματικά. Απλώς θέλομε να τονίσομε ότι τα υγιή άτομα αντιμετωπίζουν τα προβλήματα του έρωτος με φυσικούς τρόπους, στους οποίους εκφράζεται η αμοιβαιότης υπευθυνότητος και αγάπης. 
      
     
  4. Τέλος θα πρέπει να λεχθεί ότι η ιατρική ούτε φρουρός ούτε και ρυθμιστής της ηθικής είναι.  ΄Εχει ευθύνη για τα «χάπια», που συνιστά, εφ΄ όσον δεν μπορεί να μας πείσει με βεβαιότητα για τις παρενέργειές των.  ΄Ισως θα έπρεπε να διώκονται, όσοι δίδουν και παίρνουν «χάπια», -και ίσως συμβεί κάποτε, εφ΄ όσον ήθελεν αποδειχθεί το βλαβερό αυτών για τον ανθρώπινο οργνανισμό, όπως ακριβώς συμβαίνει και με τα ναρκωτικά.  Ο άνθρωπος είναι και κοινωνικό ον και η φθορά της ζωής του δεν βλάπτει μόνο τον ίδιο, αλλά έχει επιπτώσεις και επί του κοινωνικού συνόλου.  Γι΄ αυτό και η κοινωνία είναι υποχρεωμένη να προστατεύει τα μέλη της. 
      
     
  5. Με τα όσα ανέφερα παρα-πάνω ελπίζω να μη δημιουργήθηκε η εντύπωσις ότι πιστεύω ότι, όσα άτομα κάνουν χρήσι αντισυλληπτικών ή παίρνουν χάπια είναι οπωσδήποτε ψυχασθενή ή αμαρτωλά, ή ότι δεν έχουν αγάπη μεταξύ των ή ότι απαγορεύεται ηθικώς η χρήσις των αντισυλληπτικών, όταν υπάρχει απόλυτος ανάγκη και αμοιβαία συμφωνία και πρόκειται περί αποφυγής ανεπιθυμήτου αποκτήσεως τέκνων, οπότε αποφεύγεται και η έκτρωσις.  Με τις παραπάνω σκέψεις θελήσαμε περισσότερο να προβληματίσομε γύρω από το ζωτικό θέμα του έρωτος και της χρήσεως αντισυλληπτικών, παρά να θέσομε ηθικούς κανόνες και απαγορεύσεις ή να επιρρίψομε μομφές, παρ΄ ότι -πρέπει να το πούμε- από άποψι θεολογική τα αντισυλληπτικά και ειδικώτερα τα «χάπια» υποκρύπτουν μία πρόθεσι φόνου. Και ο Ιησούς Χριστός λέγει ότι, όστις είναι κατά πρόθεσι φονιάς, είναι πραγματικός φονιάς.  Τα αντισυλληπτικά κρίνονται υπό το φως των ορθών ερωτικών σχέσεων, τις οποίες όμως προσδιορίζει η αμοιβαιότης της αγάπης και της υπευθυνότητος μεταξύ δύο προσώπων διαφορετικού φύλου.  Ο έρωτας, ως έκφρασις και κατάφασις αγάπης και υπευθυνότητος, δεν πρέπει να προσκρούει σε θεμελιώδεις δομές και φραγμούς τού ανθρωπίνου και των διανθρωπίνων σχέσεων ούτε και να μεταβάλλεται σε ωμό ερωτισμό, ο οποίος βλέπει στο άλλο άτομο, το αντικείμενο ικανοποιήσεως μόνο των ορέξεών του. ο ερωτισμός αποτελεί έκφρασι εγωισμού και προσβολή της αξιοπρεπείας του συντρόφου.  Στα πλαίσια αυτά της αγάπης και του αλληλο-σεβασμού νομίζω ότι δεν είναι εντελώς αδύνατο ένα ζευγάρι να βρίσκει «φυσικούς» τρόπους αποφυγής της τεκνοποιίας, χωρίς να στερείται τη χαρά του έρωτος, και συγχρόνως χωρίς να καταφεύγει στα διάφορα είδη των αντισυλληπτικών, των οποίων οι αρνητικές επιπτώσεις και οι παρενέργειες είναι συχνά πολύ οδυνηρές.

Καθηγητής Μέγας Φαράντος

 

Η απάντηση

Πολλοί με ρωτούν πώς μπορούν να πιστέψουν 
σ΄ ένα αόρατο Θεό 
και δεν μπορώ να τους ικανοποιήσω 
γιατί δεν με ικανοποιούν οι αποδείξεις 
περί υπάρξεως Θεού των θρησκευτικών εγχειριδίων. 
Τους λέω πρέπει 
- Τουλάχιστον στην αρχή - 
ν΄ αφήσουμε κάπου τελοσπάντων 
αυτό το απαιτητικό μυαλό τους. 
Γιατί δεν έχω ορισμό για τον απροσδιόριστο 
και λόγια λογικά για τον υπέροχο και άναρχο. 
Τα λόγια τον σκοτώνουν 
και με τους ορισμούς 
θάταν σαν κάτι που ορίζουμε 
στη Φυσική και στη Χημεία, φίλοι.

Μοναχός Μωυσής

 'Εργο Μιχαήλ Κουλλεπού

                    Ψυ­χο­σάβ­βα­το καὶ πά­λι.

                             Τρω­δί­ου γὰρ ὁ και­ρός…….

π. Κωνσταντίνου Καλλιανού

Σ

το­λι­σμέ­να μι­κρὰ πι­α­τά­κια, μὲ τὴ λευ­κὴ τὴ ζά­χα­ρη νὰ σκε­πά­ζει τὸ βρα­σμέ­νο στά­ρι καὶ πά­νω της, ἕ­νας λι­τὸς σταυ­ρὸς ἀ­πό τριμ­μέ­νη κα­νέλ­λα ἤ λευκὰ ἀμύγδαλα, γιὰ νὰ εἶναι, ὅσο γίνεται, καὶ πιὸ καλωπισμένα. Στο­λι­σμέ­να, λοι­πόν, τὰ πιά­τα στὴ σει­ρὰ, μ᾿ ἕ­να κε­ρὶ στὸ κα­θέ­να πά­νω του νὰ φέγ­γει καὶ συ­νά­μα νὰ «με­λε­τᾶ» τὰ ὀ­νό­μα­τα, γιὰ ὅ­σους ἔ­γι­νε τὸ κό­λυ­βο αὐ­τό, ἀλ­λὰ καὶ γιὰ τοὺς πάπ­που-πρὸς πάπ­που- ἐ­κεί­νους, δη­λα­δὴ, ποὺ δὲν ἔ­χουν γρα­φεῖ τὰ ὀ­νό­μα­τά τους στὸ χαρ­τὶ, ποὺ πα­ρα­δί­δε­ται μὲ τὸ πρό­σφο­ρο γιὰ μνη­μό­νευ­ση στὸν ἱ­ε­ρέ­α. Τὸ θέμα εἶ­ναι, ὅτι τὰ ὀ­νό­μα­τα ἐ­κεῖ­να δὲ γρά­φτη­καν, ὄ­χι γιὰ ἄλ­λον λό­γο, μὰ ἐ­πει­δὴ μὲ τὰ χρόνια ποὺ πέρασαν τὰ λησμόνησαν οἱ ἄνθρωποι. Ὡσόσο, εὐτυχῶς ποὺ θυμᾶται ὁ Θεὸς, ὁ ὁποῖος ἔχει ὅλους τοὺς καταλόγους Του πλήρως ἐνημερωμένους (πρβλ. Ἀπ.3,5)

Ἀ­πο­με­σή­με­ρο Πα­ρα­σκευ­ῆς, σὲ ὥ­ρα ἑ­σπε­ρι­νὴ, ἤ τὸ πρω­ῒ στὴ Λει­τουρ­γί­α, κο­μί­ζον­ται τὰ πι­α­τά­κια αὐ­τὰ καὶ μὲ τὸ τέ­λος τῆς ἀ­κο­λου­θί­ας ἤ τῆς Λει­τουρ­γί­ας, ἑ­ορ­τί­ως μοι­ρά­ζον­ται…

Ἡ εὐ­χὴ εἶ­ναι «χρό­νια πολ­λὰ». Για­τὶ, ἄ­ρα­γε; Θέ­λω νὰ πι­στεύ­ω ὅ­τι αὐ­τὸ δὲν ἀ­φο­ρᾶ ἐ­μᾶς τοὺς ζῶν­τες, ὅ­σο τὴν ἴ­δια τὴν ἡ­μέ­ρα ποὺ εἶ­ναι ἕ­να πα­νη­γύ­ρι, μιὰ σύ­να­ξη, μιὰ λαμ­πρὴ ἑ­ορ­τὴ. Ἑορτὴ πρὸς τιμὴν καὶ μνήμην πάντων «τῶν ἐπ᾿ ἐλπίδι ἀναστάσεως κεκοιμημένων». Κι αὐ­τό, ἐ­πει­δὴ μέ­σα στὴν ἐκ­κλη­σί­α συμ­βαί­νουν ὅ­λα τὰ «πα­ρά­δο­ξα», ἐ­κεῖ­να, δηλαδή, ποὺ δὲν τὰ κα­τα­λα­βαί­νει ὁ κό­σμος, για­τὶ ἔ­χει τὴ δι­κή του τὴ λο­γι­κὴ, τὸ δι­κό του τρό­πο μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο προ­σεγ­γί­ζει τὰ γε­γο­νό­τα…..Για­τὶ ὁ κό­σμος δὲν μπο­ρεῖ νὰ κα­τα­λά­βει τὸ τι ση­μαί­νει νὰ γι­ορ­τά­ζεις, νὰ πα­νη­γυ­ρί­ζεις τὸ θά­να­το ἑ­νὸς νέ­ου λ. χ. μάρ­τυ­ρα, ἤ ἔ­στω ἑνὸς γέ­ρον­τα ὁ­σί­ου. Ἐ­πει­δὴ θε­ω­ρεῖ τὸν θά­να­το, ὄ­χι ὡς μί­α δι­α­δι­κα­σί­α ὕ­πνου φυ­σί­ζω­ου, ἀλ­λὰ ὡς τὸ τέ­λος ἑ­νὸς βι­ο­λο­γι­κοῦ κύ­κλου, ὁ ὁ­ποῖ­ος καὶ κλεί­νει τὰ πάν­τα… Γι᾿ αὐ­τὸ καὶ στοὺς κο­σμι­κοὺς τοὺς κύ­κλους, ἀν­τί­θε­τα μὲ ἐ­κεί­νους τῶν πι­στῶν, γι­ορ­τά­ζε­ται ὡς γε­νέ­θλιος ἡ­μέ­ρα, ἐ­κεί­νη, ἡ τῆς εἰ­σό­δου στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ποὺ λέ­γε­ται ζω­ή.

Ἐδῶ ὅμως τὰ πράγματα εἶναι διαφορετικὰ καὶ, τὸ κυριώτερο, ξένα πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ κόσμου. Γιατὶ στὸ σημερινὸ τὸ πανηγύρι παρατίθενται τὰ πιάτα μὲ τὰ κόλυβα γιὰ νὰ τονίσουν καὶ νὰ ἐξάρουν τὸ γεγονὸς τοῦ θανάτου, ἀφοῦ κατὰ τὸ Τρισάγιο, μόνο ὀνόματα Κεκοιμημένων μνημονεύονται. Ἑπομένως, μέσα σ᾿ αὐτὴ τὴν ἀντινομία, τὴν ὁποία ἐπεξεργάζεται σωτηριολογικὰ ἡ Ἐκκλησία, ἀνυψώνεται ἡ εὐαισθησία τοῦ κάθε πιστοῦ γιὰ τοὺς κεκοιμημένους του, ποὺ τοὺς θεωρεῖ, κατὰ τὸν πολὺ Νίκο Γαβριὴλ Πεντζίκη «πολύτιμους λίθους». Γιατὶ οἱ Μορφὲς τους κοσμοῦν πολλὲς, εὐλογημένες καὶ φωτεινὲς φάσεις τῆς ζωῆς μας· φάσεις τοῦ χθὲς, πασπαλισμένες μὲ τὴ νοστ(ο) αλγία τῆς δικιᾶς τους συμβολῆς. Γι᾿ αὐτὸ ἀπόψε κι αὔριο, μέσα στὴν ἀσκοπη φρενίτιδα τῶν ἡμερῶν αὐτῶν, τῆς καρναβαλικῆς, δηλαδὴ, «Ἀποκριᾶς», ὅπου κυριαρχεῖ ἡ λήθη ὡς ἀξία γιὰ τὴν ἔξοδο ἀπό τὶς πραγματικότητες τοῦ βίου, οἱ ὁποῖες συνθλίβουν, ταράζουν καὶ κατακρεουργοῦν τὴ ζωή, ἀπόψε κι αὔριο, λοιπόν, ἡ Ἐκκλησία μᾶς συγκαλεῖ καὶ μᾶς προτρέπει νὰ θυμηθοῦμε. Κι ἐνθυμούμενοι νὰ τιμήσουμε αὐτοὺς ποὺ μνημονεύουμε, γι᾿ αὐτὸ καὶ τοὺς καλοῦμε αὐτὴ τὴν ὥρα νὰ μᾶς προσέξουν ὅτι εὐχόμαστε γι᾿ αὐτοὺς. Γνωρίζοντας παράλληλα μὲ αὐτὸ καὶ κάτι ἀκόμα: ὅτι μέσα στὸ Χῶρο τῆς Βασιλέιας τοῦ Θεοῦ πολλοὶ ἀπ᾿ αὐτοὺς μπορεῖ νὰ ἔχουν ταχθεῖ στὶς στρατιὲς τῶν Ἁγίων… Δηλαδὴ μπορεῖ νὰ μεσιτεύουν γιὰ μᾶς, ἐνῶ ἐμεῖς τὸ ἀγνοοῦμε· νὰ στεκουν σιμά μας, ὡς φύλακες καὶ συνοδοιπόροι, δίχως νὰ περιμένουν τίποτε ἄλλο ἀπὸ μᾶς, παρὰ μονάχα νὰ εὐχόμαστε, ὥστε νὰ εἶναι ἀναπαμένοι. Γιὰ νὰ εἴμαστε αὔριο κι ἐμεῖς τὸ ἴδιο, ὅταν κάποτε ἀναχωρήσουμε ἐκ τῶν προσκαίρων καὶ κάποιοι εὔχονται γιὰ τὴ δικιὰ μας τὴν ἀνάπαυση...

Ἴσως γι᾿ αὐτὸ τὰ κόλυβα γίνονται ἀπό τὴν ἴδια τὴν ὕλη ποὺ γίνεται τὸ ψωμί καὶ κατ᾿ ἐπέκταση ὁ Ἄρτος, ποὺ μεταβάλλεται σὲ Σῶμα Κυρίου, γατὶ στηρίζει. καὶ ὄχι μόνο, τὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου…

Και τώρα θα πω κάτι που θα ήθελα να το βάλει ο καθένας στην καρδιά του: χρειαζόμαστε όλοι το Θεό κι έναν τουλάχιστον καλό φίλο, όμως χρειαζόμαστε ακόμη και κάτι άλλο. Χρειαζόμαστε κι άλλους ανθρώπους στη ζωή μας, μια φιλική συντροφιά. Ο λόγος είναι απλός. Αν έχουμε περισσότερους από έναν άνθρωπο στη ζωή μας, θα γίνουμε κι εμείς και οι άλλοι πιο ανθρώπινοι, με περισσότερες δυνατότητες επικοινωνίας, με περισσότερο ενδιαφέρον, με περισσότερους στόχους, με περισσότερες ευκαιρίες να μείνουμε με τον εαυτό μας όταν θα το χρειαζόμαστε. Αν το φιλικό μας πρόσωπο δεν έχει χρόνο για μας, θα μπορούμε ν’ απευθυνθούμε σε κάποιον από τους άλλους. Θα γνωρίσουμε τι έχει και κάποιος άλλος να μας προσφέρει. Δε θα νιώθουμε δεμένοι μ’ έναν και μόνο άνθρωπο κι αυτό θα δώσει και σ’ εκείνον και σ’ εμάς περισσότερη ελευθερία.

Αυτή είναι η ευλογία και η ομορφιά που υπάρχει στη διδασκαλία της Γραφής για την Εκκλησία σαν σώμα του Χριστού! Εκεί είμαστε όλοι ένα σύνολο από ατελείς, αδέξιους, σκληρούς, αμαρτωλούς, που ζητούν και λαβαίνουν βοήθεια, δίνουν απ’ αυτό που λάβανε, ζητούν και λαμβάνουν περισσότερο και ξανά δίνουν. Καθώς ισχυροποιούμαστε στην ασφάλεια της ενότητας, βοηθάμε ο ένας τον άλλο ν’ αυξηθεί και να ωριμάσει μέσα στο θαυμαστό κι ένδοξο σχέδιο, που έχει ετοιμάσει ο Θεός για μας.

(Από το βιβλίο ‘΄Ορια ζωής’)

Το μαρτύριο της κόλασης θα είναι η αδυναμία να αναγνωρίσουμε τον Χριστό στο Πρόσωπο του Νυμφίου και Εραστή των ψυχών μας. Η όποια θαυμαστή Παρουσία Του δεν θα αρκεί να μας πείσει - το θαύμα δεν έπεισε ούτε τους Γραμματείς και Φαρισαίους. Αν προέχει για μας ο Νόμος, τα μέτρα της νομικής ‘καθαρότητας’, δεν είναι δυνατό να Τον αναγνωρίσουμε. Δεν μπορεί να είναι αυτός που αγκαλιάζει τους ακάθαρτους – τους τελώνες, τις πόρνες, τους άσωτους, τους ληστές. Εμείς αναλώσαμε τον βίον όλον στη μελέτη και τήρηση του Νόμου, και τώρα Αυτός δέχεται και αγαπάει τους αχρείους παραβάτες του Νόμου, τα ρεμάλια, τους παρίες. Ιδού άνθρωπος φάγος και οινοπότης, τελωνών φίλος και αμαρτωλών. Δεν είναι ο Κριτής που περιμέναμε, αυτός που θα δικαιώσει τις στερήσεις και την άθληση μας, δεν είναι ο δικαιοκρίτης Θεός. Είναι Νυμφίος και Εραστής, άρα είναι δαίμονας –αφού ‘η φύση του έρωτα είναι δαιμονική’.

    Και κάπως έτσι αρχίζει η κόλαση. Περιμένουμε αυτόν που δεν θα έρθει, βυθιζόμαστε όλο και βαθύτερα στην απόγνωση της ανέλπιδης αναμονής. Ανίκανοι να αναγνωρίσουμε τον παρόντα και εγγύτατο Νυμφίο στην ερωτική του αυτοπροσφορά.

Χρήστος Γιανναράς

Περί Ἁγίου Βαλεντίνου ὁ λόγος…

Ἡ 14η τοῦ μηνός Φεβρουαρίου φέρεται ὡς μέρα μνήμης ἁγίου ἐπ’ ὀνόματι Βαλεντίνου, προστάτη τῶν ἐρωτευμένων. Καθιερώθηκε ὡς μέρα τοῦ ἔρωτα καί ὅλων τῶν εἰδῶν καί ποιοτήτων ἐρωτευμένοι σπεύδουν νά ἐκφράσουν ἀγωνιωδῶς καί πολυτρόπως τά αἰσθήματά τους πρός τούς ἐρωτικούς τους συντρόφους. Πολλά λέγονται γιά τό πρόσωπο τοῦ μυστηριώδους Ἁγίου Βαλεντίνου. Ἡ Ὀρθοδοξία τόν ἀγνοεῖ. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι δέν ἀναφέρεται στά μαρτυρολόγια ἤ συναξάρια. Ὡστόσο, ἄλλες δυτικές μαρτυρίες τόν θέλουν νά ἔχει ζήσει στή Ρώμη τόν 3ο  μ.  Χ. αἰώνα, νά ἦταν ἱερέας καί ἀντίθετα ἀπό τίς διαταγές τοῦ εἰδωλολάτρη αὐτοκράτορα νά πάντρευε κρυφά τούς χριστιανούς καί νά μαρτύρησε.

Τό πιό σημαντικό τῆς ὅλης ὑπόθεσης, κατ’ ἐμέ, δέν εἶναι τό ἄν ὑπῆρξε ἤ ὄχι ο συγκεκριμένος ἅγιος. Ὁ Θεός γνωρίζει πολλούς ἁγίους πού ἐμεῖς ἀγνοοῦμε. Ἐπίσης πολλοί τοπικοί ἅγιοι ἀγνοοῦνται ἀπό τά συναξάρια. Δέν εἶναι αὐτό τό θέμα. Λύπη μᾶς προξενεῖ ὁ τρόπος ἑορτῆς καί τιμῆς τοῦ συγκεκριμένου ἁγίου. Κάθε ἅγιος μαρτυρεῖ μέ τή ζωή καί τό αἷμα του τήν ἀγάπη του γιά τό Χριστό. Ἡ ζωή του ὅλη εἶναι φῶς γιά τούς χριστιανούς, δείχνει τό δρόμο πρός τήν ἀλήθεια καί τήν ἀγάπη. Κανένας ἅγιος δέν  καθίσταται προστάτης ὁποιασδήποτε πράξης ἤ συνήθειας πού ἀντιβαίνει τό λόγο τοῦ Θεοῦ, ὅπως εἶναι ὁ ἔρωτας ἐκτός τοῦ γάμου. Πῶς εἶναι δυνατόν, λοιπόν, ἕνας ἅγιος νά εὐλογεῖ τήν ἐρωτική σχέση πρίν τό γάμο τή στιγμή πού ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ σαφῶς τή στιγματίζει ὡς ἁμαρτωλή; Πῶς εἶναι δυνατόν, ἕνας ἅγιος νά τιμᾶται μέ τρόπους πού καμία σχέση δέν ἔχουν μέ τήν ἠθική τῆς Ἐκκλησίας;

Ἐξηγούμαστε: Ὁ ἔρωτας γιά τήν θεολογία δέν εἶναι ἁμαρτωλός. Ὁ Θεός ἐνστάλαξε τόν ἔρωτα στόν ἄνθρωπο καί τόν εὐλογεῖ μέσα στά πλαίσια τοῦ χριστιανικοῦ γάμου. Ἡ ἐρωτική σχέση δέν ἀφορᾶ ἀκόμα μόνο τό σῶμα ἀλλά ὅλη τήν ὑπόσταση τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ἐκκλησία πολύ σωστά καί ἐμπνευσμένα ἔθεσε ὄρους καί ὅρια στόν ἄνθρωπο, προκειμένου νά τόν βοηθήσει νά ἀντιληφθεῖ τή σοβαρότητα καί ἱερότητα τῆς ἐρωτικῆς σχέσης. Ἐξάλλου, τό πρῶτο θαῦμα τοῦ Χριστοῦ στή γῆ ἦταν σέ ἕνα γαμήλιο τραπέζι, στό γάμο τῆς Κανά. Ἡ Ἐκκλησία θέλει τούς ἀνθρώπους νά ἐρωτεύονται ὑπεύθυνα καί ἰσορροπημένα, σεβόμενοι ὁ ἕνας τόν ἄλλο, μέ σκοπό τήν αὔξηση τῆς ἀγάπης μεταξύ τους, μέ τόν κόσμο, καί μέ τό Θεό. Αυτό τόν έρωτα ευλογεί ὁ Θεός καί η Ἐκκλησία.

 Γενικά, ὁ ἔρωτας γιά τήν Ἐκκλησία αφορά τόν ὅλο τρόπο ζωῆς της. Ὅλα στήν Ἐκκλησία ζοῦν καί λειτουργοῦν ἀπό καί γιά τόν ἔρωτα, τόν θεῖο ἔρωτα, τόν ἔρωτα τόν ὁποῖο ὅλοι καλούμαστε νά ζήσουμε. Διότι πρῶτος ὁ Θεός «ἠγάπησεν ἠμᾶς», κινήθηκε ἀπό ἔρωτα πρός εμᾶς καί μᾶς καλεῖ ἐλεύθερα να ανταποκριθούμε. Οἱ ἅγιοί μας κάλλιστα μποροῦν νά χαρακτηριστοῦν ὡς οἱ ἐρωτευμένοι μέ τόν Θεό ἄνθρωποι. 

Τέλος, δέν ἀξίζει νά ἀναλωνόμαστε στό νά ψάχνουμε ἄλλους ἁγίους «δικούς» μας ὀρθοδόξους προστάτες τοῦ ἔρωτα. Ἡ Ἐκκλησία μας δέν ἀγωνιᾶ γιά τέτοια θέματα. Προστάτης τοῦ ἔρωτα καί τῆς ἀγάπης εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός μας ὁ «ἐρωτευμένος», ὁ Ὁποῖος, κατά τόν ἅγιο Ἰωάννη τό Χρυσόστομο, ἐρωτεύτηκε τήν ἁμαρτωλή και διαστροφική μας φύση, τήν ἀνέλαβε καί τήν ἀνέδειξε σέ νύμφη λαμπρή, τήν Ἐκκλησία του. Εἴθε ὁ Θεός νά εὐλογεῖ ὅλους, ἐρωτευμένους καί μή, μέ τό βέλος τοῦ θείου ἔρωτός του, τό Σταυρό τῆς θυσίας του..

 

Γιῶργος Κυπριανοῦ

Δεν επιτρέπεται κανείς να μένει συνέχεια ανοιχτός στο πόνο και στην απογοήτευση. Αν κάποιος έχει βρεθεί μέσα σε μια τέτοια σχέση, πρέπει να περιμένει, να ησυχάσει και να έχει πραγματικές αποδείξεις αλλαγής πριν τολμήσει να ξαναμπεί μέσα σ’ αυτή την προβληματική σχέση. Πολλοί βιάζονται δυστυχώς, εν ονόματι της συγνώμης, να εμπιστευθούν ξανά κάποιον, χωρίς να έχουν προηγουμένως βεβαιωθεί αν ο άλλος έχει πραγματικά ‘καρπούς άξιους της μετάνοιας’ (Λουκάς 3-8). Όποιος ανοίγεται συναισθηματικά σ’ ένα άνθρωπο, που επιβάλει στη σχέση τους καταπίεση και βία ή είναι εξαρτημένος από κάποιες ουσίες ή κάποιους τρόπους συμπεριφοράς, ενεργεί με πολύ μεγάλη αφροσύνη. Πρέπει να είμαστε διατεθειμένοι να συγχωρούμε, αλλά στην περίπτωση αυτή θα πρέπει να υπάρχει πραγματική μετάνοια με ορατές αποδείξεις αλλαγής. Πρέπει πάντα να συγχωρούμε, όμως αυτό δε σημαίνει πως πρέπει να εκθέτουμε την ψυχή μας σε κάθε είδους πληγές, αλλά αντίθετα, πρέπει να την προστατεύουμε και να μην εμπιστευόμαστε όποιον δεν δείχνει ξεκάθαρα σημάδια αλλαγής.

«Ίσως η αίσθηση που μπορεί να έχει ένας άνθρωπος ότι δεν μετρά, ότι μπορούν εύκολα οι άλλοι να τον παραβλέψουν και να τον ξεχάσουν, να είναι μια από τις οδυνηρότερες ανθρώπινες εμπειρίες. Η συγκινητική κραυγή του ληστή στο σταυρό ‘μνήσθητι μου, Κύριε, όταν έλθης εν τη βασιλεία σου’ (Λουκ. 23, 42) αυτό δείχνει. Είναι η κραυγή όλων των ανθρώπων. Πες μου πως μ’ αγαπάς.

          Διαπιστώνοντας πόσο βαθειά στην ανθρώπινη φύση εμφωλεύει ο φόβος ότι τελικά ο άνθρωπος δεν μετρά, ότι θα τιμωρηθεί ή ακόμη χειρότερο θα αγνοηθεί από το Δημιουργό του, μπορούμε να καταλάβουμε γιατί το μήνυμα του Ιησού Χριστού ονομάσθηκε Ευαγγέλιον, καλή αγγελία. Και είναι καλή αγγελία τόσο για τον κληρικό όσο και για τον λαϊκό, παρά το γεγονός ότι συχνά το παραμορφώνουμε και το κάνουμε κατάκριση, απειλή, καταδίκη και τιμωρία. Δεν χρειάζεται να κοιτάξουμε αλλού για γονικά υποκατάστατα. Έχουμε έναν Πατέρα που μας αγαπά ̇ ‘εν αυτώ γάρ ζώμεν και κινούμεθα και εσμέν’ (Πραξ. 17, 28). Δεν μπορεί όμως να μας βεβαιώσει ένα βιβλίο για την αγάπη του Θεού όσο κι αν είναι ιερό, αλλά χρειάζεται, εν ονόματι του Θεού, να μας αγαπήσει ένας άνθρωπος».

(π. Φιλόθεος Φάρος)

Subscribe to Email