Κείμενα Ορθόδοξης Θεολογίας

Εἰσόδια, λοιπόν...

( Σημειώματα Πρωτοχρονιᾶς μὲ ποιμαντικὴ προοπτική)

π. Κωνσταντίνου Καλλιανού

Οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι ἀπόψε, μόλις τὰ ρολόγια δείξουν μεσάνυχτα, θ᾿ ἀλαλλάξουν ἀπὸ ἐνθουσιασμό, εὐφροσύνη καὶ  ἀπὸ αἰσιοδοξία.Γιατὶ κάτι παλιὸ (ὄχι, φυσικά, ἄχρηστο)  ἀποσύρεται, ἀκολουθεῖ τὸ δρόμο τῆς λήθης καὶ τῆς ἀδιαφορίας,  γιὰ νὰ εἰσοδεύσει κάτι τὸ  νέο, τὸ ἐλπιδοφόρο, τὸ φωτεινό. Κι αὐτὸ ὀνομαζεται νέος χρόνος.  Ἔτσι, ἐνῶ τὸ ἡμερολόγιο πρὶν ἀπὸ λίγα λεπτὰ ἔγραφε 31 Δεκεμβρίου 2017, τώρα ἐμφανίζεται ἡ 1η Ἰανουαρίου τοῦ φρεσκοερχομένου 2018. Δηλαδή, μιὰ ἀλλαγὴ ἀριθμῶν, ἀλλὰ καὶ μήνα ἔχουμε. Ποὺ εἰσοδεύουν θριαμβευτικὰ στὴ ζωή μας-ἔτσι τουλαχιστον νομίζουμε-κομίζοντας νέες ἐλπίδες, ὄνειρα, προσδοκίες... Ὅμως ἔτσι εἶναι τὰ πράγματα; Γιατί, τί στ’, ἀλήθεια ἄλλαξε ἀπὸ τὸ χθὲς μέχρι τὸ σήμερα, ἀπὸ τὴν ὥρα 11 καὶ 59 μέχρι τὶς 12 καὶ 1 λεπτό; Ἐκτὸς τῶν παραπάνω φυσικά, ποὺ ἀσφαλῶς δὲν ἀμφισβητοῦνται, ἐπειδὴ χρειάζονται, γιατὶ χωρὶς αὐτὰ ἡ ζωή μας θὰ ἦταν κούφια, ἄνοστη, πεζή κὶ ἀδιαφορη. Ὅμως μὲ τὴν ὁριοθέτηση τοῦ χρόνου μὲ ἀριθμοὺς, ὁνομασίες μηνῶν, ἡμερῶν κ.λ.π. ἡ βιοτή μας ἀποκτᾶ ἄλλο ἐνδιαφέρον. Διότι ἔτσι μποροῦμε νὰ πράττουμε, νὰ ἐνεργοῦμε, νὰ καθορίζουμε ὅλα ὅσα σχεδιαζουμε νὰ γίνουν, ἔχουμε τὶς  εὐκαιρίες νὰ ἑορτάζουμε, νὰ ἀξιοποιοῦμε  τὸ χρόνο μας  καὶ μὲ λίγα λόγια, νὰ μὴν ἀφήνουμε ἀνεκμετάλλευτο  τὸ χρονικὸ διαστημα ποὺ μᾶς δόθηκε, ἀπὸ τὴ γέννησή ἴσαμε τὴν ἀναχώρησή μας γιὰ τὴν αἰωνιότητα.

Ὑπάρχει ὅμως καὶ κατι ἄλλο ποὺ γοητεύει τὸν καθένα μας. Κι αὐτὸ εἶναι τὸ καινούριο, τὸ φρεσκοφερμένο, ποὺ μπορεῖ νὰ κρύβει ἕνα σωρὸ ἄγνωστα πράγματα, ὅμως δὲν ἔχει σημασία αὐτό. Σημασία  ὅτι τὸ παλιό, ποὺ ἀσφαλῶς κούρασε καὶ τὸ ἔχουμε πιὰ βαρεθεῖ,  πέρασε στὴν ἀντίπερα ὄχθη καὶ δὲν θὰ τὸ ξαναζήσουμε παρὰ μονάχα ὡς ἀναμνηση, ὅσο εἶναι ἀκόμα σιμά. Γιατὶ φαντάσου κάποιον ποὺ ἔζησε πάνω ἀπὸ μισὸ αἰῶνα Πρωτοχρονιές, ἄν θυμᾶται πολλὲς ἀπὸ αὐτές. Γιατὶ ὅσο περναει ὁ καιρὸς καὶ παρασέρνει γεγονότα καὶ πρόσωπα, ὅπως τὸ ποτάμι ποὺ ρέει ἀκατάπαυστα, τόσο καὶ στενεύουν τὰ πλαίσια τῆς μνήμης, τόσο ξεχνιοῦνται πολλὰ ποὺ ζήσαμε. Μὲ πρῶτες τὶς Πρωτοχρονιές, πού, ναί, φεγγίζουν στὸ βάθος τοῦ χρόνου,   ὅμως δὲν εἶναι τὸ ἴδιο χλωρὲς καὶ φωτεινὲς ὅπως αὐτὴ ποὺ ἀναχώρησε, ἄντε κι ἡ προηγούμενη, ἡ προπροηγούμενη κ.λ.π. 

Ὅλοι μας, ὅσο εἴμαστε ἀκόμα νέοι καὶ βλέπουμε τὰ πράγματα πασπαλισμένα μὲ τὴ λευκὴ τὴν ἄχνη τῆς αἰσιοδοξίας καὶ τῆς δημιουργίας, χαιρόμαστε αὐτὸ τὸ «γύρισμα» τοῦ χρόνου, γιατὶ ὑπολογίζουμε,  ὅτι τώρα, τὰ ὅσα σχεδιάσαμε καὶ ὑπολογίσαμε,  θὰ μᾶς ἔρθουν πιὸ καλά, θὰ ὑλοποιηθοῦν δηλαδή, ἄσχετα ἄν στὸ δρομο  μᾶς φαρμακώσουν καὶ μᾶς ἀπογοητεύσουν. Κι ἐδῶ εἶναι τὸ μέγα ζητούμενο, ποὺ ἀσφλῶς χρειάζεται τὴν ἑρμηνεία του. Μιὰ ἑρμηνεία ποὺ δίδεται ἀπὸ κεῖνο τὸ βραδυ, ὅμως κανένας ἤ σχεδὸν κανένας δὲν ἀποδέχεται, γιατὶ εἶναι φορτωμένη ἐρωτήματα, προβληματισμό, ἀγωνία καὶ πολὺ σκέψη-κάτι ποὺ δὲν εἶναι ἀπαραίτητο νὰ ὑπάρξει μιὰ τετοια βραδυά, βραδυὰ γιορτῆς, κεφιοῦ καὶ διασκεδάσεων. Ὅμως ἡ ἀφορμὴ διδεται καί, μάλιστα, ἐμεῖς οἱ ἴδιοι  τὴν προκαλοῦμε. Κι εἶναι αὐτὴ ἡ εὕρεση τοῦ «τυχεροῦ» φλουριοῦ κατὰ τὴν κοπή τῆς βασιλόπιττας μιὰ εὐκαιρία, ὥστε νὰ δεῖ καποιος τὴν πραγματικότητα ποὺ ὑπάρχει πέρα ἀπὸ ἐφήμερα πανηγύρια, τοὺς  φαινομενικοὺς ἑορτασμούς καὶ τὶς προσωρινὲς εὐωχίες. Γιατὶ ἡ εὕρεση τοῦ «τυχεροῦ»φλωρίου σκοτίζει περισσότερο τὰ πράγματα, ἄν δὲν τὰ δοῦμε κάτω ἀπὸ τὴν προοπτικὴ τῆς ἀλήθειας. Κι ἡ ἀλήθεια ἐδῶ εἶναι μία, ὅτι δηλαδή, τὸ νόμισμα αὐτὸ ἔχει δύο ὄψεις: Ἡ μιὰ ποὺ φαίνεται,  καὶ ἡ ὁποία  ἐμφανίζει τὸ παρόν, αὐτὰ δηλαδή, ποὺ ζοῦμε καὶ ἡ ἄλλη ποὺ εἶναι φορτωμένη ἐρωτήματα, τυλιγμένα σὲ μιὰν ἀχλὺ μυστηρίου, ποὺ ἀνοίγει πάντα φωτεινοὺς δρόμους ἐλπίδας καὶ προσδοκιῶν. Ἀορίστων μέν, ὅμως προσδοκιῶν, ποὺ μποροῦν ὡστόσο νὰ κρύβουν καὶ τὶς φαρμακωμένες τους τὶς πινελιές.

Ἀπόψε, λοιπόν, καθὼς ἑτοιαζόμαστε γιὰ μιὰ νέα ἀρχή, γιὰ κάτι τὸ νέο ποὺ θὰ φωτίσει τὴ βιοτή μας, καλὸ θὰ εἶναι νὰ κοιτάξουμε τὰ πράγματα μὲ περισότερο ρεαλισμό καὶ σοφία καὶ νὰ μὴ σταθοῦμε μοναχα στὶς ἀλλαγὲς ἀριθμῶν κ.λ.π. Ἀκόμα καὶ τὸ ἴδιο τὸ ἑόρτιο κλίμα νὰ τὸ δοῦμε μὲ διαφορετικὸ πνεῦμα. Κι αὐτό, ὅπως καταλαβαίνουμε εἶναι ἡ δικιά μας ἀλλαγή, ὁ δικός ἀνα-καινισμός, ὥστε τὸ νέο αὐτὸ ποὺ ἔρχεται νὰ διαφοροποποιήσει τὸ εἶναι μας, νὰ τὸ ὑψώσει πάνω ἀπὸ τὴ λάσπη καὶ τὸν κουρνιαχτό. Μόνο τότε θὰ καταφέρει ὁ καθένας νὰ νοιώσει τὸ καινούριο μέσα του.

Γι᾿ αὐτὸ κι ἡ Ἐκκλησία, ποὺ εὐλογεῖ κάθε πράξη κι ἐνεργεια τῶν ἀνθρώπων,  στέκει μὲ ἐνδιαφέρον καὶ τούτη τὴν ὥρα τῆς ἐλεύσεως τοῦ λεγόμενου νέου χρόνου. Στέκει κι ἀφουγκράζεται τὰ κρύφια τῶν καρδιῶν τῶν ἀνθρώπων καὶ προσπαθεῖ νὰ διδάξει ἕνα μάθημα. Καὶ δή μέγιστον μάθημα: τὴν  ἀνάθεση ὅλων, ὅσων βαραίνουν τὴν ψυχὴ καὶ τὸ εἶναι τοῦ καθενός μας,  στὰ χερια τοῦ Θεοῦ, Ἐκείνου δηλαδή, στοῦ Ὁποίου τὴν ἐξουσία βρίσκονται οἱ καιροὶ καὶ οἱ χρόνοι.

Στρεφὀμαστε πρὸς Ἐκεῖνον, λοιπόν, τούτη τὴ βραδυὰ καὶ ἀφήνοντας στὴν ἄκρη τὰ πάντα,  κοιτάζουμε νὰ σταθοῦμε μὲ δέος ἀπεναντί Του, «ἐνώπιος ἐνωπίῳ» δηλαδή καὶ νὰ Τοῦ θυμίσουμε μὲ ἰκέσιο διάθεση καὶ εἰλικρίνεια τὰ ἐξῆς: «Αὐτὸς πανάγαθε Δέποτα, τὴν εἴσοδον ταύτην τῆ θεία Σου χάριτι εὐλόγησον...[καὶ] δὸς ἡμῖν ἐν εἰρήνῃ καὶ ὁμονοίᾳ  βεβαίαν τὸν κύκλον τοῦ ἐνιαυτοῦ διελθεῖν». Μὲ λίγα λόγια Τὸν θέλουμε συνοδοιπόρο καὶ στὴ νέα χρονιά. Ποὺ μακαρι νὰ Τὸν ἔχουμε ὅλοι μας...Τότε θ᾿ ἀλλάξουν πολλά, τότε θὰ καταλάβουμε πολὺ καλὰ ὅτι ὄντως εἰσόδευσε κάτι νέο στὴ ζωή μας. Ποὺ ἀσφαλῶς τὸ χρειαζόμαστε περισσότερο ἀπὸ κάθε τι ἄλλο.

Πρωτοχρονιά 2018

 

Πρεσβύτερου Μπρὲκ Ἰωάννη

Στὶς ἀρχὲς τῆς δεκαετίας τοῦ ’70, μία κοινότητα Γαλλίδων Ρωμαιοκαθολικῶν μοναχῶν προσκάλεσε τὴν οἰκογένειά μας νὰ ζήσει ἀνάμεσά τους. Ἦταν ἡ περίοδος ποὺ προσερχόμασταν στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Οἱ μοναχὲς εἶχαν βαθιὰ διαποτιστεῖ ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη λειτουργικὴ καὶ ἀσκητικὴ παράδοση σὲ σημεῖο ποὺ πολλὲς ἀπ’ αὐτὲς ἀνυπομονοῦσαν νὰ γίνουν καὶ ἐκεῖνες Ὀρθόδοξες. Ἡ πιὸ ὄμορφη ἀνάμνηση ἀπὸ τὰ τρία χρόνια ποὺ περάσαμε ἀνάμεσά τους εἶναι ἡ βραδυνῆ Ἀκολουθία τοῦ Ἑσπερινοῦ. Μισὴ ὥρα πρὶν ἀπὸ τὴν ἔναρξη τῆς Ἀκολουθίας, οἱ ἀδελφὲς καὶ οἱ φιλοξενούμενοί τους ἄρχιζαν νὰ μπαίνουν στὸ παρεκκλήσι. Προσκυνοῦσαν τὶς εἰκόνες, γονάτιζαν στὸ χαλάκι καί, ἀκουμπώντας πίσω στὶς φτέρνες, προσεύχονταν μέσα στὴ βραδυνὴ ἡσυχία. Μετὰ τὴν ἀκολουθία, ὅσοι μποροῦσαν παρέμεναν. Γονάτιζαν καὶ πάλι στὸ σχοινένιο τραχὺ χαλί, βολεύονταν ἀκουμπώντας στὶς φτέρνες, ἔκλιναν τὸ κεφάλι καὶ προσεύχονταν. Ἡ σιωπὴ μέσα στὸν χῶρο ἦταν «χειροπιαστή».

Ἔχω συχνὰ διερωτηθεῖ πῶς γίνεται καὶ ἡ σιωπὴ εἶναι πολὺ βαθύτερη ὅταν τὴ μοιραζόμαστε μὲ ἄλλους; Γιατί ἡ προσευχὴ μας εἶναι τόσο πιὸ πολὺ συγκεντρωμένη, τόσο ἐντονότερη καὶ ὅμως ἐντελῶς ἁπλή, ὅταν τὴν ἀναπέμπουμε ἀπὸ κοινοῦ μὲ ἄλλους μέσα σὲ πνεῦμα σιωπηλῆς λατρείας, μπροστὰ στὸν Θεὸ τῆς χωρὶς σύνορα ἀγάπης καὶ τοῦ ἄπειρου ἐλέους; Πῶς συμβαίνει καὶ μέσα στὴ σιωπὴ ἡ προσευχὴ μας ἀγκαλιάζει τὸν ἄλλον μὲ τρόπο μοναδικό, ἔτσι ὥστε, μέσα σὲ μία ἀπερίγραπτη ἁρμονία, νὰ δεόμαστε ὁ ἕνας γιὰ τὸν ἄλλον, νὰ εὐχαριστοῦμε ὁ ἕνας γιὰ τὸν ἄλλον καὶ νὰ προσφέρουμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον στὸν Θεό, τοῦ Ὁποίου τὴν παρουσία καὶ τὴν ἀγάπη τὴ νιώθουμε σχεδὸν σωματικά• τὴν ἀγάπη Ἐκείνου ποὺ εἶναι ὁ Ἐμμανουήλ, δηλαδὴ «ὁ Θεὸς μεθ' ἡμῶν;

Ἡ ἐμπειρία αὐτὴ εἶναι ἕνα εὐλογημένο δῶρο, ποὺ πραγματώνει ἡ παρουσία τοῦ Πνεύματος, ἑνώνοντάς μας ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ μὲ πνεῦμα εὐγνωμοσύνης, ἱκεσίας, ἀγάπης. Αὐτὲς οἱ καλόγριες, καὶ ἡ ὁμάδα τῶν καλογήρων ποὺ προστέθηκαν κατόπιν, εὐλόγησαν τόσο τὴ ζωή μας! Ὡστόσο, ὅταν ἀναπολῶ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη συνειδητοποιῶ ὅτι δὲν μιλούσαμε σχεδὸν καθόλου ὁ ἕνας στὸν ἄλλον. Περνούσαμε δίπλα ἀπὸ τὸν ἄλλο σ’ ἐκείνη τὴν ἔρημη περιοχὴ ὅπου ἔμενε ἡ κοινότητα, κάναμε ἕνα νεῦμα ἢ χαμογελούσαμε, ἀλλὰ τηρούσαμε σιωπή, ἐκτὸς ἐὰν ὑπῆρχε κάποιος ἰδιαίτερος λόγος γιὰ νὰ μιλήσουμε. Στὴ σιωπὴ τοῦ μονοπατιοῦ ἢ τῆς τράπεζας ἢ τοῦ παρεκκλησίου, ἀκούγαμε τὴν ἴδια τὴ φωνὴ τοῦ Θεοῦ μέσα ἀπ’ τὴ σιωπὴ τοῦ διπλανοῦ μας. Μέσα στὴ σιωπὴ αὐτή, ἀνταλλάσσαμε τὴν ἄρρητη διαβεβαίωση ὅτι καθένας προσεύχεται γιὰ τὸν ἄλλον. Καὶ στὴν ἴδια αὐτὴ σιωπή, κατέληξα στὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ ἁγιότητα ὑπάρχει παντοῦ, ὅτι τὸ «οἰκουμενικὸ πρόβλημα» μπορεῖ νὰ λυθεῖ ἐντελῶς ἐκεῖ ὅπου οἱ ἄνθρωποι, ποὺ ἀγαποῦν τὸν Χριστὸ καὶ Τοῦ προσφέρουν τὴν ἀδιάλειπτη ἀφοσίωσή τους, συγκεντρώνονται ἐν ἡσυχίᾶ, γιὰ νὰ Τὸν λατρεύουν καὶ νὰ ἀκούσουν μαζὶ τὴ φωνή Του.

Πηγή: http://theomitoros.blogspot.com.cy/2016/10/blog-post_1.html

 

Ἀρχιμ. Βασιλείου, Προηγουμένου Ἱερᾶς Μονῆς Ἰβήρων

Νομίζω ὅτι ἡ ἁμαρτία μας ἡ μεγάλη εἶναι μιά· πολλές φορές ἀπογοητευόμαστε καί ξεχνᾶμε ἕνα πρᾶγμα: ὄχι ὅτι εἴμαστε ἀδύνατοι, ἀλλ' ὅτι ὁ Θεός μᾶς ἀγαπάει. Ἄν ἔχουμε ἕνα κεφάλαιο ἐμεῖς οἱ ἀδύνατοι, εἶναι ὅτι ὁ Θεός μᾶς ἀγαπᾶ καί ὅτι ὁ Θεός εἶναι Πατέρας μας.

Λέμε ὅτι ὁ πατέρας, ἡ μάνα, ἀγαποῦν τό παιδί τους ὄχι γιατί εἶναι καλό, ἀλλά γιατί εἶναι παιδί τους· ὁπότε εἶναι μεγάλο πράγμα ἄν αὐτή τή συνείδηση τήν ἀποκτήσουμε καί νοιώσουμε ὅτι μποροῦμε ἐμεῖς νά ποῦμε τό Θεό Πατέρα μας. Γιατί αὐτή ἡ λέξη τά λέει ὅλα. Ἀμέσως μᾶς βάζει μέσα στό κλίμα τῆς Ἐκκλησίας. Μπορεῖ νά εἶναι κανένας ὀρφανός, μπορεῖ νά τόν ἔχουν ἐγκαταλείψει οἱ δικοί του, μπορεῖ ὅλα νά τά ἔχει χάσει καί νά αἰσθάνεται μόνος· ἀπό τή στιγμή ὅμως πού ὁ Θεός εἶναι Πατέρας του, νοιώθει μιά ἀσφάλεια, μιά σιγουριά καί ὅλος ὁ κόσμος γίνεται σπίτι του.

Θά τολμοῦσα νά πῶ καί τό ἑξῆς: μήπως δέν θἆταν καλύτερα νά μᾶς ἐγκαταλείψουν ὅλοι, γιά νά νοιώθουμε αὐτή τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ; Θαρρῶ πώς κι αὐτό μποροῦμε νά τό ποῦμε. Γι' αὐτό, βλέπετε κι ὁ Κύριος στούς μακαρισμούς Του λέγει: "Μακάριοι οἱ πενθοῦντες, μακάριοι οἱ διψῶντες, μακάριοι οἱ πεινῶντες, μακάριοι οἱ κλαίοντες...". Δηλ. Μακάρι νά στερηθοῦμε τή στοργή τήν ἀνθρώπινη, νά τά χάσουμε ὅλα, γιά νά νοιώσουμε ὅτι ὁ Θεός εἶναι Πατέρας μας.

Θυμᾶμαι μιά φορά πού εἴχαμε ρωτήσει μιά γριά στό Παρίσι, Ρωσίδα, τί εἶναι μοναχός, καί αὐτή μᾶς εἶπε αὐθόρμητα ὅτι μοναχός εἶναι ἕνας ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος κρέμεται ἀπό ἕνα σχοινί, καί τό σχοινί αὐτό εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Νομίζω ὅτι αὐτό τελικά μποροῦμε νά τό ποῦμε γιά κάθε ἄνθρωπο: ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἔχει μιά δύναμη στή ζωή του καί ἡ δύναμη αὐτή εἶναι ὅτι ὁ Θεός τόν ἀγαπᾶ. Ἤλθαμε στή ζωή καί ἐλπίζουμε, γιατί κάποιος μᾶς ἀγαπᾶ· κι αὐτός ὁ κάποιος εἶναι δυνατός ἄσχετα ἄν ἐμεῖς εἴμαστε ἀδύνατοι.

Πατέρας μας λοιπόν δέν εἶναι ἁπλῶς κάποιος πού μπορεῖ νά ἐντοπισθεῖ ἐδῶ καί ἐκεῖ, ἀλλά εἶναι ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, οὐράνιος Πατέρας, ὁπότε, ὅλος ὁ κόσμος, ὅλος ὁ οὐρανός γίνεται σπίτι μας. Μποροῦμε νά νοιώθουμε ἄνετα κι ἐλεύθερα. Γι' αὐτό, λέγεται, ὅτι ὅταν εἶπαν στόν Εὐάγριο Ποντικό, ἕνα ἀπό τούς πρώτους ἀσκητές τῆς Νιτρίας, ὅτι ὁ πατέρας του πέθανε, αὐτός ἀντέδρασε αὐθόρμητα καί λέει: "Μή βλαστημεῖτε· ὁ Πατέρας μου δέν πέθανε ποτέ"!

Ἔτσι, λοιπόν, μέ τήν πρώτη φράση ὁ Κύριος μᾶς δίνει κουράγιο, μᾶς κάνει δικούς Του ἀδελφούς, καί μᾶς λέει τόν Πατέρα Του νά τόν λέμε καί δικό μας Πατέρα. Καί κάτι ἄλλο λένε οἱ Πατέρες: Λέμε τό Θεό "Πάτερ ἡμῶν" - δέν λέμε ἁπλῶς Πατέρα μου - ὁπότε ὁ Θεός εἶναι ὅλων Πατέρας μας καί, ἔτσι, ὅλοι εἴμαστε μεταξύ μας ἀδελφοί.

 

 

Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Λεμεσού Γέροντος Αθανασίου

Ένας χριστιανός δεν περιμένει να έρθουν οι 25 Δεκεμβρίου, για να γιορτάσει τη γέννηση του Χριστού. Ωστόσο είναι από την πείρα των Αγίων ότι αυτές οι μέρες είναι σημαδεμένες από την αγάπη του Θεού για μας και υπάρχει περίσσια χάριτος. Επομένως προετοιμαζόμαστε έτσι και αντιμετωπίζουμε την εορτή των Χριστουγέννων όσο μπορούμε πιο πνευματικά χωρίς να καταργήσουμε και όλες τις κοινωνικές και οικογενειακές υποχρεώσεις, αφού ο άνθρωπος δεν είναι μόνο ψυχή αλλά και σώμα. Έτσι συμμετέχει στη χαρά της γεννήσεως του Κυρίου μας ψυχή τε και σώματι και αυτό είναι πολύ σπουδαίο, γιατί η Εκκλησία μας διακρίνεται για την πνευματική της ισορροπία. Το ότι τα λειτουργικά βιβλία γράφουν ότι την ημέρα των Χριστουγέννων γίνεται κατάλυση εις πάντα, είναι γιατί οι Πατέρες ήθελαν να δείξουν ότι η γιορτή των Χριστουγέννων είναι γιορτή που αγκαλιάζει όλον τον άνθρωπο, ο οποίος φαιδρύνεται και στην ψυχή η οποία αγάλλεται μέσα στην προσευχή και στις πνευματικές θεωρίες αλλά και στο σώμα, το οποίο προσλαμβάνει την υλική τροφή λύοντας τη νηστεία και μετέχοντας σε κοινωνία αγάπης με τους αδελφούς του. Ο Χριστός δεν καλεί τον άνθρωπο μόνο σε πνευματικές εξάρσεις, αλλά καλεί όλον τον άνθρωπο.

Γι’ αυτό στην Ορθόδοξη παράδοση τις ημέρες των Χριστουγέννων οι χριστιανοί εόρταζαν και στην Εκκλησία και στις οικογενειακές και κοινωνικές τους επαφές. Όλος ο κόσμος συνεορτάζει και όλη η κτίση και τα πάντα γιορτάζουν αυτό το γεγονός. Την ημέρα των Χριστουγέννων οι Άγγελοι δοξολογούσαν και αινούσαν τον Θεό, διότι υπάρχει μία συγκεκριμένη εισβολή του Θεού Λόγου στην ιστορία της ανθρωπότητας. Ο Χριστός γεννήθηκε σαν άνθρωπος τη συγκεκριμένη ημέρα και αυτό είναι σπουδαίο για τη θεολογία της Εκκλησίας μας και τη ζωή μας, γιατί εμείς δεν είμαστε χριστιανοί που πιστεύουμε σε μία θεωρία που έφερε ο Χριστός στον κόσμο, αλλά είμαστε χριστιανοί, γιατί πιστεύουμε στο πρόσωπο του Χριστού. Ο Χριστός είναι για μας το παν, δεν είναι η διδασκαλία του το παν αλλά ο Ίδιος. Και αν ακόμη κάποτε χαθούν τα κείμενα της Αγίας Γραφής, δεν θα μειωθεί σε τίποτα το έργο του Χριστού, διότι και η Γραφή και η Διδασκαλία μας οδηγούν στον Χριστό. Γι’αυτό ο Χριστός ήρθε στον κόσμο, για να μας δώσει τον εαυτό Του όχι για να μας πει μία διδασκαλία. Ο ίδιος ήταν ανάγκη να γίνει άνθρωπος, γιατί ο Λόγος του Θεού έπλασε τον Αδάμ και έπρεπε να τον αναπλάσει και να γίνει Αυτός ο νέος Αδάμ, ώστε γενόμενος ο Ίδιος άνθρωπος, να μας δώσει τη δυνατότητα να εγκεντριστούμε σ’Αυτόν να μπολιαστούμε στο δικό Του σώμα και να γίνουμε κληρονόμοι της βασιλείας του Θεού. Γι’αυτό ήταν μέσα στην πάνσοφο πρόνοια του Θεού η σάρκωση του Θεού Λόγου, για να μας δοθεί η δυνατότητα να κοινωνήσουμε με τον ίδιο τον Θεό. Ο Λόγος έγινε τέλειος άνθρωπος άνευ αμαρτίας, ταπείνωσε τον Εαυτό Του και πορεύθηκε αυτό τον δρόμο της ενσαρκώσεώς Του, για να μας διδάξει αυτή την ταπείνωση. Να μας δείξει ότι έγινε άνθρωπος για μας και οτι δεν βδελύχθηκε τη φύση μας, την πτωχεία μας και γεννήθηκε όπως ένα μικρό παιδί. Αύξανε όπως ένας κανονικός άνθρωπος, ήταν απόλυτα τέλειος άνθρωπος και απόλυτα τέλειος Θεός, ώστε με το παράδειγμα της παναρέτου ζωής Του και με την ίδια την υπόστασή Του να μας δείξει ποιό δρόμο να βαδίσουμε. Ο Απ. Παύλος λέει ότι έγινε κατά πάντα όμοιος με μας και ανέλαβε την ανθρώπινη φύση και έτσι έγινε σύμφυτος με τη δική μας φύση, για να δώσει σε μας την ελπίδα και τη δυνατότητα να πορευθούμε μέσα από την ανθρώπινή μας αδυναμία, τα προβλήματα και τον πόνο μας έχοντες πάντοτε μπροστά μας αιώνιο πρότυπο τον ίδιο τον Χριστό μας, που αυτός είναι η παρηγοριά μας, ο αρχηγός μας και ο τελειωτής της πίστεώς μας.

 

 Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Λεμεσού Γέροντος Αθανασίου

Αυτές τις μέρες ψάλλουμε: «Χριστός γεννάται, δοξάσατε, Χριστός εξ ουρανών απαντήσατε, Χριστός επί γης, υψώθητε». Ο Χριστός ήρθε όχι κατά φαντασία αλλά κατά πραγματικότητα σ’ αυτόν τον κόσμο, μ’ αυτά τα προβλήματα, τις δυσκολίες. Ήρθε για να υψώσει τους ανθρώπους πάνω από τον κόσμο αυτό και να μας δώσει ως μόνιμη κιβωτό την Αγία Του Εκκλησία. Όταν μπούμε μέσα στην Εκκλησία και εναποθέσουμε στον Χριστό την τραγωδία της υπάρξεώς μας και εκεί ταπεινά παρακαλέσουμε τον Χριστό να μας υψώσει εκ των πραγμάτων του κόσμου τούτου και να έρθει στην καρδιά μας να κατοικήσει, τότε είναι αδύνατο ο Χριστός να μην επισκεφθεί την καρδιά μας. Ο Χριστός εγεννήθη στον πιο ευτελή τόπο, σε μία σπηλιά που ήταν στάβλος, για να μας δείξει ότι κατέρχεται μες στη σπηλιά της καρδιάς μας, η οποία είναι γεμάτη με τα άλογα πάθη μας. Φτάνει εμείς να το ζητήσουμε. Περιγράφεται ένα όραμα του Αγίου Ιερωνύμου, που ασκήτευε στη Βηθλεέμ, όταν είδε τον Χριστό ως βρέφος στη φάτνη προσευχόμενος η καρδιά του σκίρτησε από αγάπη και είπε: «Χριστέ μου, τι δώρο να σου προσφέρω; Οι μάγοι Σου πρόσφεραν τα δώρα, οι ποιμένες την προσκύνηση, οι άγγελοι τον ύμνο». Τότε ο Χριστός του είπε: «Ιερώνυμε, το δώρο που θέλω να μου κάνεις είναι οι αμαρτίες σου, θέλω να μου προσφέρεις τον εαυτό σου».

Αυτός είναι και ο λόγος που ήρθε στη γη ο Χριστός. Όχι για να καλέσει τους δικαίους αλλά τους αμαρτωλούς σε μετάνοια. Έτσι για τον σημερινό άνθρωπο τον ταλαιπωρημένο, τον κουρασμένο, τον θλιμμένο, ο οποίος συνθλίβεται και πολιορκείται μέσα από τα ποικίλα ρεύματα που υπάρχουν εναντίον του, ο Χριστός είναι η μόνη ελπίδα, είναι ο μόνος χώρος που ο άνθρωπος μπορεί να ξεκουραστεί. Ο Χριστός είναι ο πατέρας μας ο οποίος μας περιμένει.

Έτσι σ’ εμάς απομένει να ζητήσουμε τον Θεό, να τον παρακαλέσουμε να έρθει, μέσα μας και ο Χριστός από την άπειρη αγάπη που έχει, αμέσως θα βρεθεί μέσα μας. Όπως λέει στη Γραφή «έτι λαλούντος σου ερώ, ιδού πάρειμι», ενώ ακόμη μιλάς, θα σου πω ότι είμαι ήδη παρών.

Επομένως είναι χαρμόσυνο το μήνυμα της ημέρας των Χριστουγέννων. Ο Χριστός κατέρχεται κοντά μας και κατερχόμενος μας ανεβάζει. Αυτός κατήλθε πρώτος στη γή για να μας ανυψώσει. Ειδικά στην εποχή μας βρισκόμαστε σε μία αλματώδη πρόοδο της επιστήμης. Ο χριστιανός ο οποίος βιώνει την πραγματικότητα του Χριστού σαν του μόνου γεγονότος το οποίο είναι το μόνο καινό υπό τον ήλιο, δεν πρέπει να διακατέχεται από φόβο μπροστά στην καθημερινότητα, μπροστά στις σύγχρονες εξελίξεις και τα προσφερόμενα πράγματα. Αλλά σαν ελεύθερα παιδιά του Θεού, άνθρωποι οι οποίοι έχουμε μέσα μας τη βεβαία ελπίδα της παρουσίας του Χριστού, μπορούμε, από μόνοι μας να κρίνουμε ανάλογα με την πνευματική μας κατάσταση και ανάλογα με τις εντολές του Θεού και με ό,τι μας παρέδωσαν οι Άγιοι Πατέρες μας, τι απ’ όλα όσα μας προσφέρει ο σύγχρονος κόσμος και πολιτισμός θα προσλάβουμε ή όχι. Είναι όμως απαραίτητο να μην κολλούμε φανατικά σε τύπους και να χάνουμε την ουσία. Η ουσία είναι η σάρκωση του Θεού Λόγου στον κόσμο. Έτσι αν ο χριστιανός είναι άτομο που αγωνίζεται και προσεύχεται, έχει τη συνείδηση που τον προφυλάσσει και του δείχνει μέχρι ποιού σημείου μπορεί να μετάσχει των αγαθών των ημερών, για να μη χαθεί η ουσία του γεγονότος των Χριστουγέννων.

 

Χριστούγεννα,  καὶ κάθε χρόνο τὸ ἴδιο μάθημα:

τῆς θείας Πτωχείας[1]

                  «Δεῦτε λάβετε τὰ τοῦ Παραδείσου ἔνδον Σπηλαίου»

                «Μάγους κατέπληττεν, οὐ σκῆπτρα καὶ θρόνοι, ἀλλ᾿ ἐσχάτη πτωχεία».

π. Κωνσταντίνου Καλλιανού

Ἄν δὲν καταλάβουμε πὼς ὁ  πλουτισμὸς θεολογίας  ξεκινᾶ ἀπὸ τὸ φτωχικό, ἀπέριττο καὶ ἁπλὸ μοναχικὸ κελλί, τότε δὲν θὰ μπορέσουμε ποτὲ νὰ βιώσουμε καὶ νὰ αἰσθανθοῦμε τὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ στὸν κόσμο. Γιατὶ τὸ καλογερικὸ  κελλί, ποὺ εἶναι ἀναμφισβήτητα χῶρος προσευχῆς, ἀσκήσεως καὶ ἁγιασμοῦ, βρίσκεται σὲ πλήρη συντονισμό, ἀλλὰ ἔχει καὶ τόση μεγαλη συγγένεια μὲ τὸ Σπήλαιο τῆς Βηθλεέμ, ὥστε νὰ ἀλληλοπεριχωρεῖται τὸ ἕνα στὸ ἄλλο. Μὲ λίγα λόγια, καὶ τὰ δύο ἔχουν ἕνα κοινό, συγγενικὸ στοιχεῖο: τὴν πτωχεία. Αὐτὴ ποὺ κατέπληξε τοὺς Μάγους, αὐτὴ ποὺ χαρίζει θάμβος στὸν κάθε μεγαλόφρονα, ὁ ὁποῖος διακρίνει   στὸ φτωχικὸ κελλὶ  καὶ στὸ  τσαλακωμένο ἔνδυμα τοῦ κάθε μοναχοῦ,  τὴν εἰρήνη τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν εὐλογία Του. Καί, γιὰ νὰ ἐξηγούμαστε,  ἀναφερόμαστε στὸν ἀληθινὸ καὶ γνήσιο  μοναχό, ὁ  ὁποῖος «τὸν τόπον φυλάττει», ἀλλὰ παράλληλα καθίσταται καθημερινὰ  καὶ πάντα   «κοινωνὸς θείας χάριτος». Γιατὶ εὑρισκόμενος «ἐνώπιος ἐνωπίῳ», αὐτὸς δηλαδή, κι ὁ Θεός,  καταννοεῖ πλήρως  πώς «ὅλον τὸ καθ᾿ ἡμᾶς  πτωχεύσας, καὶ χοϊκόν ἐξ αὐτῆς ἑνώσεως, καὶ κοινωνίας ἐθεούργησας».

Εἶναι, πιστεύω, ἀδύνατο νὰ συλλάβει ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος, ὁ συγκυλιδούμενος ταῖς ἡδοναῖς καὶ μερίμναις  τοῦ βίου αὐτὸ  τὸ μέγα μυστήριο τῆς πτωχείας, ποὺ δὲν ξεκινᾶ τόσο ἀπὸ τὴν ἀπουσία ὑλικῶν καὶ ἄλλων ἀγαθῶν, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν πτωχεία τῆς φύσεώς μας, ἡ ὁποία, δυστυχῶς,  δὲ νοιώθει τὴν ἐπιθυμία, ὥστε νὰ πλουτίσει μὲ τὴν πρόσληψη τῆς παρουσίας Του.  Καὶ τοῦτο, γιατὶ ἐπιμένει στὴν ἀποθήκευση πολλῶν  περιττῶν καὶ ἐφήμερων ἀγαθῶν, ὅπως π.χ. εἶναι οἱ γνώσεις, τὰ ἀξιώματα καὶ οἱ ἀκαδημαϊκοὶ τίτλοι, ποὺ ἐξασφαλίζουν μὲν μιὰ κοινωνικὴ θέση καὶ δικαίωση, ὅμως  ἀπομακρύνουν τὴν ψυχὴ στὸ νὰ ἐννοήσει τὴν  πτωχεία της  σὲ  ἀληθινὴ γνώση,  ἀνόθευτη ἁγιοπνευματικὴ ζωή, καὶ πάνω ἀπ᾿ ὅλα τῆς   βιώσεως τοῦ μεγαλου γεγονότος τῆς «κενώσεως» Ἐκείνου, ὁ ὁποῖος «μορφὴν δούλου ἔλαβε».  Ἄν, μὲ λίγα λόγια, δὲν καταννοήσουμε πὼς πρέπει νὰ  καταστεῖ ἡ ψυχὴ μας Σπήλαιο ἀπέριττο καὶ  πενιχρό, τότε δὲν θὰ βιώσουμε πὼς εἶναι δυνατὴ ἡ ἐπισκεψη τοῦ Σωτήρα, ὥστε νὰ γίνει ὁ λόγος τοῦ ἱ. ὑμνογραφου πραγματικότητα: ὅτι ὄντως, «Ἐπεσκέψατο ἡμᾶς, ἐξ ὕψους ὁ Σωτὴρ ἡμῶν, [ἡ]ἀνατολὴ ἀνατολῶν δηλ., [ὥστε] οἱ ἐν σκότει καὶ σκιᾷ, [νὰ] εὕρωμεν τὴν ἀλήθειαν...».

Ἄν, λοιπόν, τοὺς σοφοὺς Μάγους, αὐτοὺς τοὺς γνήσιους παναπεῖ ἐρυνητές,  ποὺ μὲ ὑπομονή, ἐπιμονή, ἴσως καὶ μὲ  κινδύνους, ἀπογοητεύσεις καὶ κοπους πολλοὺς ἀναζητοῦσαν «τίς ὁ τεχθείς Βασιλεύς» κι ἄν ἐπίσης  αὐτὸ ποὺ τοὺς κατέπληξε δὲν ἦταν τίποτε τὸ ἐπιφανειακό, ἐφήμερο καὶ τετριμμένο, ἀλλὰ ἡ πτωχεία Του, τότε ὁ κάθε πιστὸς  ποὺ ἑτοιμαζεται νὰ εὐπρεπίσει τὸ προσωπικό του Σπήλαιό, ὀφείλει πρωτίστως αὐτὴν τὴν πτωχεία νὰ βιώσει,  νὰ τὴν καταθέσει στὸ Νέον Παιδίον, νὰ τὴ διαμηνύσει στὸν Κόσμο. Κατὰ τὸ ψαλμικό, «ἐγὼ δὲ πτωχός εἰμι καὶ πένης· ὁ Θεός, βοήθησόν μοι. βοηθός μου καὶ ρύστης μου εἶ σύ· Κύριε, μὴ χρονίσῃς». ( βλ. Ψαλμ.  69,6) Αμήν.


[1][1]«Χριστὸν σαρκὶ νηπιάσαντα, Χριστὸν ἐθελουσίως πτωχεύσαντα,, Χριστὸν ὁρατὸν γενόμενον, ἔρχεται ἡ Παρθένος ἐν Βηθλεέμ, νῦν ἀποκυῆσαι...» Ὅρθρος Κυριακῆς πρὸ Χριστοῦ Γεννήσεως βλ. καί, . «Τὸν οὐρανοῖς μὴ χωρούμενον, ἐν σοὶ ἐχώρησας, ὃν ἐν τῷ Σπηλαίω, τέξῃ ὑπὲρ ἔννοιαν, πτωχεύσαντα καὶ σάρκα γενόμενον, ἵνα θεώσῃ με, καὶ πλουτίσῃ τὸν πτωχεύσαντα, ἀκρασίᾳ, πικροτάτης βρώσεως.  Ἑσπερινός Κυριακῆς πρὸ Χριστοῦ Γεννήσεως.

 

Σωτηρίου Δεσπότη, καθηγητού του Πανεπ. Αθηνών

Από τη μία άδουν οι άγγελοι «και επί γης ειρήνη», και από την άλλη, βλέπουμε πως η γέννηση του Χριστού προκαλεί την σφαγή αθώων νηπίων, αθώων βρεφών. Φυσικά τα βρέφη τα οποία σφάχτηκαν στην Βηθλεέμ δεν αγγίζουν τον αριθμό των δεκατεσσάρων χιλιάδων, όπως μνημονεύει το συναξάρι της εκκλησίας, ακριβώς επειδή το δεκατέσσερις χιλιάδες είναι εντελώς συμβολικός αριθμός. Ελάχιστα ήταν τα νήπια, τα οποία σφάχτηκαν σε ένα χωριό, το οποίο αριθμούσε στην εποχή του Ιησού γύρω στους πεντακόσιους με οκτακόσιους κατοίκους. Ελάχιστα ήταν τα νήπια τα οποία ήταν από δύο ετών και κάτω.

Το μεγάλο πρόβλημα όμως, το ερώτημα το οποίο γεννάται σε όλους μας, «ακούγοντας» ακριβώς τις οιμωγές των μητέρων αυτών που χάνουν τα παιδιά τους, είναι το: πού βρίσκεται η ειρήνη που φέρνει ο Χριστός; τί είδους ειρήνη έρχεται να φέρει ο Χριστός τα Χριστούγεννα; είναι άραγε αυτή η ρομαντική ειρήνη με την οποία έχουμε περιβάλει κι έχει περιβάλει ο κόσμος αυτό το πνεύμα των Χριστουγέννων; Πού είναι άραγε η ειρήνη, από την στιγμή που αύριο θα διαπιστώσουμε ότι ερχόμενος ο Ιησούς στον πλανήτη αυτόν προκαλεί καταρχάς την αντίδραση του Ιωσήφ.

Βλέπει έγκυο την Μαριάμ και ο Ιωσήφ θεωρεί ότι κάτι στραβό γίνεται εκεί, και θέλει λάθρα να διώξει την μνηστή, την αρραβωνιαστικιά του. Αγωνία στον Ιωσήφ, σφαγή των νηπίων, ξενιτιά του ίδιου του μικρού Ιησού, καθώς αυτή η σφαγή των νηπίων αναγκάζει τον Ιησού να γίνει ένας αλλοδαπός, να ζήσει την ξενιτιά και μάλιστα στην ειδωλολατρική Αίγυπτο. Ποια είναι λοιπόν η ειρήνη που φέρνει ο Χριστός;

Κι εδώ η απάντηση που δίνουν οι πατέρες της εκκλησίας είναι ακριβώς ότι τα πραγματικά Χριστούγεννα, η αληθινή – η αυθεντική γέννηση του Ιησού στην καρδιά του ανθρώπου, προκαλεί καταρχήν πόνο. Η ειρήνη που φέρνει ο Χριστός μας, είναι η χειρουργική αυτή λαβίδα η οποία συνοδεύεται πάντα από αποκοπή του καρκινώματος, της αμαρτίας. Γι’ αυτό και ο ίδιος ο Ιησούς στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον θα διακηρύξει ότι: «μάχαιρα ήλθα να φέρω στη γη». Ήλθα, όπως λέει ο ίδιος ο Κύριος Ιησούς, να χωρίσω τον πατέρα από τον γιό, την μητέρα από την κόρη.

Τα πραγματικά Χριστούγεννα συνοδεύονται από μία έγερση από τον εφησυχασμό μας, έγερση από τον καναπέ μας, πορεία η οποία ακολουθεί τον πραγματικό αστέρα. Όχι αυτά τα αστεράκια τα οποία αναβοσβήνουν και τα οποία έχουν εντελώς εφήμερο φως. Προκαλεί η πραγματική γέννηση του Χριστού κίνηση, προκειμένου να συναντήσουμε τον Χριστό, κι όπως ο ίδιος ο Ματθαίος επισημαίνει, συναντάς τον Χριστό, σου κλείνει ραντεβού ο Χριστός στο πρόσωπο του φυλακισμένου, του αλλοδαπού, του ασθενούς, αυτού που βρίσκεται στη φυλακή, αυτού που βρίσκεται στο κρεβάτι του πόνου. Δεν ξέρω πραγματικά αν τα δικά μας Χριστούγεννα, και ημών των χριστιανών ακόμη, αν συνοδεύονται από μια τέτοια πορεία, από μια τέτοια αναζήτηση του Χριστού.

 

Μητροπολίτη Λεμεσού Αθανασίου

Όταν ο άνθρωπος μπει σωστά μέσα στον χώρο της σχέσεως του με τον Θεό, ανατέλλει μέσα του σιγά-σιγά αυτή η ισχυρή ελπίδα της αγάπης του Θεού. Παραβλέπει το γεγονός της αμαρτίας του, παραβλέπει το γεγονός της αποστασίας του, παραβλέπει το γεγονός της αρρώστιας του και έχει την χαρά της ελπίδας.

Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Λεμεσού Γέροντος Αθανασίου

Η περίοδος μέχρι τα Χριστούγεννα είναι ιδιαίτερα ευλογημένη από τo Θεό, γιατί μας οδηγεί λειτουργικά και εορταστικά προς την κυρία ημέρα, όπου η Ορθόδοξη Εκκλησία εορτάζει το γεγονός της γεννήσεως του Χριστού. Όπως όλες οι γιορτές της Εκκλησίας μας έτσι και τα Χριστούγεννα δεν έχουν ένα χαρακτήρα μόνο αναμνηστικό, αλλά κύριος σκοπός είναι να μετάσχει ο άνθρωπος μέσα σ’ αυτή τη χάρη, που δίνει ο Θεός διά των εορτών της Εκκλησίας μας.

Είναι παρατηρημένο μέσα από την πείρα των Αγίων και των Πατέρων της Εκκλησίας μας ότι αυτές οι μέρες διακρίνονται για την υπερβάλλουσα χάρη η οποία διαχέεται από τον Θεό και το Άγιο Πνεύμα στους πιστούς και είναι σταθμοί μέσα στη ζωή μας από τους οποίους μπορούμε να αντλήσουμε αυτή τη χάρη και την κοινωνία του Αγίου Πνεύματος.

Βέβαια, καθημερινά εορτάζουμε το μυστήριο της γεννήσεως του Θεού Λόγου και μετέχουμε σε όλη τη ζωή του Κυρίου με την τέλεση της Θείας Ευχαριστίας. Η Εκκλησία μας μάς παρέδωσε κάποια πράγματα τα οποία τηρώντάς τα βοηθούμαστε να προχωρήσουμε πνευματικά. Πρώτα μας ετοιμάζει με την περίοδο της νηστείας. Η νηστεία βοηθά τον άνθρωπο να ξεκολλήσει το μυαλό του από τα γήινα πράγματα, βοηθά τον νου του στην προσευχή, σπρώχνει την καρδία στην αναζήτηση της Θείας Χάριτος, κινεί την καρδία εις προσευχή και ένωση μετά του νοός, καθαρίζει το σώμα από τις ροπές προς τα πάθη και την αμαρτία. Γενικά ως μέσο, το οποίο ο ίδιος ο Χριστός μας παρέδωσε, θεωρείται από τους Πατέρες ότι είναι από τα πρώτα και βασικά όπλα στον πνευματικό αγώνα. Βέβαια, νηστεία δεν είναι μόνο των φαγητών. Είναι η νηστεία από όλες μας τις επιθυμίες, στα έξοδα, ενδύματα, εκδηλώσεις, στο τι ακούμε και στο τι βλέπουμε. Εφόσον είναι καιρός νηστείας είναι και καιρός ελεημοσύνης. Οι πρώτοι χριστιανοί κατά τη νηστεία διέθεταν το υπόλοιπο των χρημάτων που τους περίσσευε από τα καθημερινά πράγματα για ελεημοσύνη.

Άλλο πνευματικό όπλο είναι, η εξομολόγηση. Προσερχόμαστε στο μυστήριο της Εξομολογήσεως, για να καθαρίσουμε την ψυχή μας από όλα όσα ως άνθρωποι έχουμε προσλάβει μέσα στα καθημερινά μας γεγονότα και τις περιπέτειες της καθημερινής μας ζωής. Ο Θεός δεν απαιτεί να γίνουμε αναμάρτητοι, γιατί αυτό είναι έξω από τη φύση μας. Μέσα στην αδυναμία μας βρισκόμαστε αντιμέτωποι με πάθη, αμαρτίες, αδυναμίες και τις ελλείψεις μας. Γιατί αμαρτία δεν είναι μόνο η παράβαση του νόμου του Θεού, αλλά είναι και η έλλειψη της αγάπης μας προς τον Θεό, η βίωση της στροφής της ψυχής μας προς τον Θεό. Το ότι δηλαδή καλούμεθα να αγαπήσουμε απόλυτα τον Θεό και όμως δεν μπορούμε να ανταποκριθούμε είναι η ουσία της αμαρτίας μας.

Πέραν της νηστείας, ελεημοσύνης και εξομολόγησης ένα άλλο πνευματικό όπλο είναι η προσευχή. Αυτό το διάστημα αν ο χριστιανός γεμίσει τον χρόνο του με προσευχή , κυρίως με τη μονολόγηση της νοεράς προσευχής και την επίκληση του ονόματος του Χριστού, θα έχει συνεχή κοινωνία με τον Θεό, η οποία ετοιμάζει την καρδία προς την κοινωνία με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος.

 

π. Σπυρίδωνος  Βασιλάκου

  • «Αν θέλεις να δεις μόνο τη σχέση σου με το Θεό και δεν βλέπεις τη σχέση σου με τον αδελφό, τον άλλο τον άνθρωπο και τον εαυτό σου, τότε δεν βλέπεις τίποτα. Η σχέση αυτή είναι παράλυτη και ακρωτηριασμένη».

 

  • «Αυτό που με κάνει άνθρωπο είναι η σχέση μου με το Θεό και η σχέση μου με τον άλλο άνθρωπο. Μέσα από τη σχέση μου αυτή ανθρωποποιούμαι και μετά θεοποιούμαι».

 

  • «Εκείνο που μπορεί να σκοτώσει το κτήνος μέσα μας είναι ο άνθρωπος, ο κάθε άνθρωπος. Αγωνιζόμαστε διαρκώς να θανατώνεται το τέρας του εγωισμού μέσα στον τρόπο της ζωής μας και να αναδεικνύεται ο άνθρωπος. Το τελειότερο δημιούργημα του Θεού. Φτάνουμε στον άνθρωπο για τον οποίο ο Χριστός σταυρώνεται. Φτάνουμε στον άνθρωπο εκείνο, ο οποίος κρατώντας στην αγκαλιά της ψυχής του κάθε άνθρωπο, αποκτά τη θέα του Θεού του».
 

π. Χρήστου Ζαχαράκη

Κάνουμε ἕνα λάθος ὅλοι μας ὅταν, στή θεολογία μας, στό κήρυγμά μας, στίς παραινέσεις μας,  μεταφέρουμε καί μετατοπίζουμε τή δικαίωση τῶν φτωχῶν, τῶν ἀδυνάτων καί τῶν ἀδικημένων στήν αἰώνια ζωή. Καί αὐτό βέβαια τό κάνουμε ἀσυναίσθητα, ἀλλά ἐκ τοῦ πονηροῦ, διότι ἔτσι ἀποποιούμαστε τήν προσωπική μας εὐθύνη καί τό χρέος τῆς ἀγάπης πρός τούς ἀδελφούς μας. Καί ναί μέν ἐκεῖνοι θά δικαιωθοῦν, ἐμεῖς ὅμως θά κριθοῦμε.

Ἡ Ἐκκλησία θέλει νά σωθεῖ ὁ ἄνθρωπος καί νά ζήσει αἰώνια, ἀλλά ἡ αἰώνια ζωή ἀρχίζει ἐδῶ καί τώρα, γιατί ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ παρουσία τῆς αἰώνιας Βασιλείας στόν κόσμο καί ἡ ζωή ἤδη πολιτεύεται. Ἡ Ἐκκλησία δέν περιμένει τόν ἄνθρωπο νά πεθάνει γιά νά τόν ἀναστήσει, ἀλλά τοῦ χαρίζει τή ζωή τῆς Ἀνάστασης ἀπό τώρα. Ἑπομένως ἡ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας καί κατά συνέπεια καί τῶν μελῶν της εἶναι ἡ ἄσκηση τῆς ἀγάπης.

 

Ἐπισκόπου Λήδρας Ἐπιφανίου, Ἡγουμένου Ἱ. Μ. Μαχαιρᾶ

Τά Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου εἶναι ἡ ἑορτή κατά τήν ὁποίαν, ὡς γνωστόν, ἡ θεόπαις Μαριάμ τριετίζουσα εἰσήχθη ὑπό τῶν γονέων της, τῶν ἁγίων καί δικαίων θεοπατόρων Ἰωακείμ καί Ἄννης, στόν ναόν τοῦ Σολομῶντος γιά νά ἀφιερωθεῖ στόν Θεόν. Καρπός τῆς ἀφιέρωσης αὐτῆς ἦταν τό γεγονός ὅτι ἡ Κυρία Θεοτόκος ἀξιώθηκε νά γίνει ἡ Μητέρα τοῦ Θεοῦ καί ἡ Παναγία τῆς ἀνθρωπότητος.

Τί εἶναι ἀφιέρωση; Ἀφιέρωση εἶναι προσφορά πρός τόν Θεόν. Καί τί προσφέρω στόν Θεόν; Προσφέρω ἐμαυτόν! Καί τί εἶναι τό ἐμαυτόν; Προσφέρω γῆν καί σποδόν. Τήν ὥραν πού προσφέρω ἐμαυτόν ὡς ἀφιέρωση στόν Θεόν, ὁ Θεός, ἐπειδή εἶναι ταπεινός καί Ἀγάπη καί παραγγέλλει «μακάριόν ἐστι μᾶλλον διδόναι ἤ λαμβάνειν» (Πρ. κ/ 35), δέν περιμένει νά λάβει ἀλλά προτοῦ ἀκόμη τοῦ δοθοῦμεν, μᾶς καταπλουτίζει μέ δῶρα πνευματικά. Αὐτά τά δῶρα εἶναι ἀσύγκριτα τῆς προσφορᾶς μας. Ἐμεῖς προσφέρουμε γῆν καί σποδόν, τουτέστιν τήν προαίρεσή μας, καί Αὐτός μᾶς χαρίζει χάριν καί δόξαν.

Ἔτσι λοιπόν, ὁ καθένας καί ἡ καθεμιά, καλεῖται νά γίνει ναός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, οἰκητήριον τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Γιά νά τό ἐπιτύχει δέ αὐτό πρέπει νά ἀφιερωθεῖ, νά ποιήσει τήν δικήν του εἴσοδον εἰς τά ἅγια τῶν ἁγίων. Αὐτή ἡ εἴσοδος, αὐτή ἡ ἀφιέρωση, πραγματώνεται ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀποφασίσει ριζικά καί ἀμετάκλητα νά ἀκολουθήσει τόν Χριστόν. Τέτοιες ἀφιερώσεις γίνονται στό ἀναίμακτο καί στό αἱματηρό μαρτύριο, στόν μοναχισμό καί στήν ὁμολογία πίστεως. Ἀλλά αὐτοί πού πραγματώνουν αὐτές τίς ἀφιερώσεις εἶναι λίγοι, μπροστά στό πολυάριθμο πλῆθος τοῦ ὑπολοίπου κόσμου.

Τί γίνεται μέ τούς ὑπολοίπους; Μποροῦν καί αὐτοί νά ἀφιερώσουν ἑαυτούς στόν Θεόν; Πραγματικά μποροῦν. Κατά τό μέτρον τῆς ἀφιερώσεως εἶναι καί τό μέτρον τῆς ἀνταποδόσεως, γι’ αὐτό καί ὁ Χριστός μᾶς εἶπε ὅτι «ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ πατρός μου μοναί πολλαί εἰσιν» (Ἰω. ιδ/ 2). Καί πῶς ἐπιτυγχάνεται ἡ κατά τό δυνατόν καί κατά τό μέτρον ἑκάστου ἀφιέρωσις; Αὐτή ἐπιτυγχάνεται μέ τήν τήρησιν τῶν ἐντολῶν καθώς ὁ Κύριος ἡμῶν διακελεύει: «ὁ ἔχων τάς ἐντολάς μου καί τηρῶν αὐτάς, ἐκεῖνός ἐστιν ὁ ἀγαπῶν με» (Ἰω. ιδ/ 21). Καί ποιές εἶναι αὐτές οἱ ἐντολές;

Ὅλος ὁ στόχος καί ἡ προσπάθεια βρίσκονται σ’ αὐτές τίς δυό ἐντολές: «ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου ἐν ὅλῃ τῇ καρδίᾳ σου καί ἐν ὅλῃ τῇ ψυχῇ σου καί ἐν ὅλῃ τῇ διανοίᾳ σου» (Ματθ. κβ/ 37) καί «τόν πλησίον σου ὡς σεαυτόν» (Ματθ. κβ/ 39). Καί ποιό εἶναι τό οὐσιῶδες, τό ἰδιαίτερο χαρακτηριστικό αὐτῆς τῆς ἀγάπης; Τήν ἀπάντηση τήν ἔδωσε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός καί διά λόγου, λέγοντας «μείζονα ταύτης ἀγάπην οὐδείς ἔχει, ἵνα τις τήν ψυχήν αὐτοῦ θῇ ὑπέρ τῶν φίλων αὐτοῦ» (Ἰω. ιε/ 13), καί διά ἔργου, ἀνεβαίνοντας στόν Σταυρόν ὑπέρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς καί σωτηρίας.

Γι’ αὐτό καί κάθε μέρα γιά μᾶς εἶναι τό σήμερα τῆς ἀφιερώσεώς μας, διότι κάθε μέρα συναντοῦμε ἀνθρώπους καί γεγονότα καί πράγματα. Ἡ στάση μας καί ὁ χειρισμός πού θά κάνουμε εἶναι μία ἐξέταση καί κάθε ἐξέταση ἔχει βαθμολογία. Ἀξιολογώντας τό πῶς ἐνεργήσαμε, ἐάν ἐνεργήσαμε τηρώντας τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ ἡ ὄχι, μποροῦμε νά ἀντιληφθοῦμε σέ ποῖο σημεῖο βρισκόμαστε, στήν ἀφιέρωση ἤ στήν ἀπομάκρυνση, στήν μικρή ἡ σέ μεγάλη ἀφιέρωση. Σ’ αὐτή μας τήν προσπάθεια ἔχουμε, ἐάν τό θελήσουμε καί τήν ἐπικαλεσθοῦμε, τήν Κυρία Θεοτόκο βοηθό, ἀντιλήπτορα καί συνεργό στήν δική μας ἀφιέρωση, ὥστε αὐτή ἡ ἀφιέρωσή μας νά εἶναι τελεία, εὐάρεστη καί ὁλοκληρωμένη.

 

Γιώργου Κυπριανοῦ

Πόσοι λόγοι πέφτουν στήν ἀντίληψή μας καθημερινά καί περνοῦν τόσο ἀδιάφορα; Λόγοι οἱ ὁποῖοι θά μποροῦσαν νά ἀποτελέσουν θέματα ὁλόκληρων συζητήσεων, ἀφορμές γιά ἔντονες ἀντιπαραθέσεις ἤ συγκλίσεις, ἐμπνεύσεις γιά καλλιτεχνική δημιουργία. Λόγοι οἱ ὁποῖοι περνοῦν ἀδιάφορα, ἔστω κι ἄν ὑπῆρξαν προϊόν μακρᾶς βασάνου σκέψεως, ἀπόσταγμα ἐμπειρίας, στεναγμός καί καημός ζωῆς. Λόγοι οἱ ὁποῖοι κάποτε νά εἶχαν βάρος καί ὑπόσταση, νά ἀφοροῦσαν καταστάσεις πραγματικές ἔμπονες καί οὐσιαστικές, νά περνοῦν τόσο μά τόσο ἀδιάφορα καί ἀνυποψίαστα, χωρίς τήν ἀπαραίτητη προσοχή, πόσο μᾶλλον σεβασμό καί ἐκτίμηση.

Εἶναι καί ἕνα ἄλλο ζήτημα, τό πόσο φτήνυνε σήμερα ἡ ἀξία τῶν λόγων. Ὅλα τά λόγια ἔγιναν πτερόεντα, λόγια τοῦ ἀέρα, ἄνευ λόγου καί αἰτίας λόγια, λόγια πού σήμερα ὑπερπλεόνασαν μαζί μέ τά τόσα ἄλλα ἐρεθίσματα, τά ὁποῖα δέχεται ὁ ἄνθρωπος σωρηδόν καί μαζικά πανταχόθεν καί ἀδιαλείπτως. Ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος ἔχει κουραστεῖ νά ἀκούει, νά μιλᾶ καί νά σκέφτεται καί ἁπλά νά δέχεται παθητικά τόν βομβαρδισμό καί νά ἀντιδρᾶ τανάπαλιν παθητικά καί νευρικά.

Λόγια, λόγια, λόγια. Λέξεις, φράσεις, ἀστεῖα, ἀτάκες, εἰδήσεις, σχόλια, γνωματεύσεις, ἀπόψεις, δημοσιεύσεις, ἐκδόσεις, διαφημίσεις, κούς κούς καί κουβέντες τοῦ καφενέ, διαλέξεις, ὁμιλίες, παρουσιάσεις, βιβλία ἐπιστημονικά καί ἁπλοϊκά, ἔντυπα καί ἠλεκτρονικά, ψηφιακά καί σέ χαρτί, πρόχειρο ἤ πολυτελείας, μίας χρήσης ἤ γιά νά στολίζει τήν βιβλιοθήκη, ὅλων τῶν εἰδῶν λόγια δύσπεπτα καί πλεονάζοντα, ὅπως οἱ ἐπιπλέον θερμίδες εἰδικά οἱ ψεύτικες τῆς καθημερινῆς μας διατροφῆς. Τή στιγμή μάλιστα πού ἡ παντοδύναμη καί καταλυτική δύναμη καί κυριαρχία τῆς εἰκόνας σάρωσε κάθε ἄλλη αἴσθηση καί νοητική διεργασία.

Μεγάλο ὄντως τό ζήτημα, ὅπως μεγάλος ὁ λόγος τοῦ εὐαγγελίου ὅτι ἕνας λόγος μπορεῖ νά ἀναστήσει καί νά μεταμορφώσει τή ζωή ἑνός ὁ ἀνθρώπου. Καί ξέρουμε πολλούς πού ὄχι μόνο ἄλλαξαν τή ζωή τους δίνοντας βάση καί προσοχή σέ ἕνα ἁγιογραφικό χωρίο ἀλλά ἔγιναν μεγάλοι ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας, ἀπό τόν Ἅγιο Ἀντώνιο μέχρι τόν Ἅγιο Λουκᾶ Κριμαίας. Γνωστή καί ἡ διακαής ἀνάγκη τῶν ἀνθρώπων πού ἀγωνίζονταν καί ἀγωνιοῦσαν γιά τή ζωή τους γιά ἕνα λόγο πνευματικό, ἡ ὁποία ἐκφράζεται καί συμπυκνώνεται στό γνωστό γεροντικό λόγιο, «Γέροντα, εἰπέ μοι λόγον». Καί κάθε λόγος ἦταν μετρημένος, ζυγισμένος στά μέτρα τοῦ ἀκούοντος καί τοῦ λαλοῦντος. Δοκιμαζόταν στήν πράξη καί στήν ἐφαρμογή καί ἄν ἄντεχε στόν χρόνο καί στήν πυρά τῆς ζωῆς ἔμενε εἰς τούς αἰῶνες. Ὅσο μικρός καί ἁπλός κι ἄν ἦταν. Ἦταν σμιλεμένος.

Ποιά εἶναι τελικά ἡ αἰτία τοῦ ζητήματος; Μήπως μέσα στή δίνη τόσων λόγων νά χάθηκε καί νά πνίγηκε μαζί τους καί ὁ λόγος περί τῆς ὄντως ζωῆς; Μήπως τελικά ἔχει ἐκλείψει παντελῶς ὁ οὐσιαστικός λόγος; Μήπως ἔχει ἐκλείψει ἡ οὐσιαστική ἀνάγκη γιά λόγο ζωῆς καί μεταμόρφωσης; Μήπως  ἐπιβάλλεται ἡ ἄμεση κατάπαυση τῶν λόγων καί ἡ ἀναζήτηση τῆς καρδιακῆς διαπροσωπικῆς ἐμπειρίας; Μήπως τελικά ἔφτασε καί πάλι ὁ χρόνος τῆς ἀπόλυτης σιωπῆς καί τῆς βύθισης στήν ἔσω καρδίαν, τήν καρδία πού ἀναζητοῦσε ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος Μπριτσιανίνωφ, τή σιωπή πού ἀσκοῦσαν οἱ Ἅγιοι Ἀνδρόνικος καί Ἀθανασία; Μήπως ἔφτασε ἡ ὥρα τῶν οὐσιαστικῶν ἔργων καί ὄχι τῶν λόγων περί τῶν ἔργων; Μήπως ἐν τέλει ἐκλείπουν οἱ ἄνθρωποι τῆς σιωπῆς καί τῶν ἔργων, οἱ ἄνθρωποι τοῦ «ἀρκεῖ ὑμᾶς βλέπειν αὐτούς»;     

 

Αρχιμ. Σπυρίδωνος,
Ηγουμένου Ι. Μ. Θεοτόκου Κεχαριτωμένης Τροιζήνας


Το μεγαλύτερο κακό που μπορεί να συναντήσει έναν άνθρωπο είναι η αμαρτία. Αυτή αποκόπτει τον άνθρωπο από την όντως Ζωή, τον Χριστό. Αυτή τον νεκρώνει διαπαντός. Αυτή του εξαφανίζει κάθε ελπίδα σωτηρίας.

Παναγιώτη Τρεμπέλα

Ἡ ἐπισημότερη ὥρα τοῦ χριστιανοῦ εἶναι ἡ ὥρα τοῦ Βαπτίσματος, κατά τήν ὁποία γίνεται ἡ υἱοθεσία ἀπό τό Θεό.

Ἡ ἱερότερη στιγμή τῆς ζωῆς του εἶναι ἡ τῆς Θείας Κοινωνίας.

Ἡ εὐτυχέστερη ὥρα τοῦ πιστοῦ ἀγωνιστῆ εἶναι ἡ τοῦ θανάτου, κατά τήν ὁποία ἀπολαμβάνει τήν μακαρίαν αἰωνιότητα ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ.

Αρχιμ. Σπυρίδωνος, 

Ηγουμένου Ι. Μ. Θεοτόκου Κεχαριτωμένης Τροιζήνας

Συνθλίβονται ψυχικά και σωματικά οι άνθρωποι στην καθημερινότητά τους για να αποδώσουν πνευματικό καρπό. 

Δοκιμάζονται οι πιστοί, για να φανερωθεί η αγάπη, η φιλανθρωπία και το έλεος του Θεού στη ζωή τους. 

Κάθε αρρώστια ή δυσάρεστο γεγονός, που προκαλεί πόνο και θλίψη στην ψυχή, μπορεί να γίνει ή αφετηρία πνευματικής αναγέννησης ή αδιέξοδο, απογοήτευση και απόγνωση. 

Όλα εξαρτώνται από το πώς διαχειρίζεται ο άνθρωπος τις ποικίλες και αναπόφευκτες δοκιμασίας της ζωής του: ή πνευματικά ή εγωκεντρικά, ή με νουν Χριστού ή με σκέψεις πειρασμού.

Σταύρου Σ. Φωτίου

Ὁ Ἰησοῦς Χριστός φανερώνει τήν ἁρμονική κοινωνία τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό καί, κάτ’ ἐπέκταση, μέ τόν ἑαυτό του, τόν συνάνθρωπό του καί τή φύση. Τά ψευτοδιλήμματα καταργοῦνται: καί Θεός καί ἄνθρωπος καί οὐρανός καί γῆ καί ὑλικό καί πνευματικό. Καί ἱστορία καί μεθιστορία καί τοπικό καί παγκόσμιο καί διαφορά καί ἑνότητα: ἀσυγχύτως καί ἀδιαιρέτως.

Καλεῖ τούς πάντες σέ αὐτοκριτική, διδάσκει τήν τέχνη τῆς αὐτογνωσίας. Κατακρίνει τήν αὐτοδικαίωση καί τόν ὠφελιμισμό, τή σμίκρυνση τῆς συνείδησης καί τή συσπείρωση στό ἐγώ, τονίζει τήν προσωπική εὐθύνη γιά ὁλόκληρο τόν κόσμο. Στηλιτεύει τή στείρα καί ἄγονη προσκόλληση στό γράμμα καί στόν νόμο, ξεσκεπάζει τά ψεύτικα προσωπεῖα, καταγγέλλει τήν ὑποκρισία καί τή διπλή ἠθική, ἀφυπνίζει ἀπό τόν λήθαργο καί τή λησμοσύνη.

Κηρύττει ὅτι ἄνθρωπος δίχως συνάνθρωπο εἶναι ἄταφος νεκρός, ὅτι ἡ δοτικότητα στόν ἄλλο εἶναι συνώνυμη τῆς ζωῆς. Ἀποκηρύττει κάθε διάκριση σέ φίλους καί ἐχθρούς, συντρώγει μέ τελῶνες καί πόρνες, μολονότι δάσκαλος πλένει τά πόδια τῶν μαθητῶν του. Στόν νόμο τῆς ἐκδίκησης ἀντιτάσσει τή συγνώμη, στή βία παραθέτει τήν καταλλαγή, στό παρελθόν προβάλλει τό μέλλον, ἐξ οὗ καί στοιχηματίζει στή μετάνοια μίας μοιχαλίδας. Ὑπερασπίζεται τόν ἀδύνατο καί τόν περιθωριακό, τόν ξένο καί τόν δεδιωγμένο, προσφέρεται σέ ὅλους ἀνεξαρτήτως χρώματος, γλώσσας, ἔθνους, φυλῆς, θρησκείας, χαρακτηριστικῶν. Ἐπιτίθεται μέ δριμύτητα ἐνάντια στούς πλούσιους καί ἅρπαγες, χωρίς νά χαρίζεται στούς φτωχούς πού τρέφουν τήν ἴδια βουλημία. Βεβαιώνει ὅτι ὅσο περισσότερο δίνεις τόσο περισσότερο πλουτίζεις· ὅτι ὅσο λιγότερα ἔχεις τόσο περισσότερο εἶσαι· ὅτι κάθε κτήση καί κατάκτηση – ὑλική καί πνευματική – καθηλώνει καί δεσμεύει τήν ἐλευθερία.

Ἀπομυθοποιεῖ κάθε ἐξουσία πού ὑποβιβάζει τόν ἄνθρωπο σέ ποσοστιαία μονάδα, ὑποδουλώνοντάς τον στίς δικές της ἄνομες ἐπιδιώξεις. Ἀλήθεια δέν εἶναι ἡ ἐξουσία· ἐξουσία εἶναι ἡ ἀλήθεια. Σχετικοποιεῖ κάθε νόμο καί θεσμό, κομίζει τό μήνυμα ὅτι πρίν καί πάνω ἀπ’ ὅλα βρίσκεται ὁ συγκεκριμένος ἄνθρωπος, ἐδῶ καί τώρα, πάντα καί παντοῦ. Συνεπῶς, τό ἀνθρώπινο πρόσωπο δέν εἶναι ἀναγώγιμο σέ τίποτε. Ὅλα ὀφείλουν νά ὑπηρετοῦν τόν ἄνθρωπο, ἄλλως αὐτονομοῦνται καί ἐκπίπτουν τοῦ σκοποῦ τους.

Ἀνατρέπει τά κοινωνικά στερεότυπα. Ἄνθρωποι πού δέν γίνονταν δεκτοί στά δικαστήρια διαλέγει νά εἶναι οἱ μάρτυρες τῶν πιό σημαντικῶν γεγονότων τῆς ζωῆς του: φτωχοί βοσκοί τῆς γέννησής του, περιφρονημένες γυναῖκες τῆς ἀνάστασής του. Μιλᾶ γιά τά πλέον πνευματικά θέματα μέ μία γυναίκα ὕποπτης ἠθικῆς καί τά ἀνυπεράσπιστα παιδιά διαλέγει ὡς σύμβολο ὅσων θά μποῦν στή βασιλεία του.

Ἐπιπλέον, σκανδαλίζει τούς πάντες: ἐκείνους, πού, ὅπως οἱ Φαρισαῖοι, τόν θέλουν ὑπήκοο τῆς καθιερωμένης τάξης πραγμάτων, λάτρη καί τηρητή τοῦ γράμματος καί τοῦ νόμου. Ἐκείνους, πού, ὅπως οἱ θρησκόληπτοι, τόν θέλουν στά μέτρα τους, κλεισμένο σέ μία ὁμάδα «καθαρῶν» καί «σεσωσμένων», ἀδιάφορο γιά τή δραματική πορεία τῆς ἱστορίας. Ἐκείνους, πού, ὅπως οἱ ἄβουλοι Ἰουδαῖοι, τόν θέλουν πολιτικό λάβαρο καί ἰδεολογική σημαία, γιά νά ἐναποθέσουν τίς εὐθύνες τους, νά ἐπενδύσουν τίς ἐλπίδες τους, νά φορτώσουν σέ ἄλλους τίς ὅποιες ἐνοχές τους. Ἐκείνους, πού, ὅπως οἱ σταυρωτές του, ψάχνουν γιά ἀποδείξεις, ζητοῦν θαύματα γιά νά πιστέψουν, πού θυσιάζουν τήν ἐλευθερία χάριν τῆς ἀσφάλειας.

Ὁ Ἰησοῦς Χριστός θεραπεύει τίς ὑπαρξιακές ἀνισότητες, πού καμμιά ἀνθρωπομονιστική κοινωνιολογική θεώρηση τῆς ζωῆς δέν μπορεῖ νά ἐξαλείψει: αὐτές τῆς ὀμορφιᾶς, τῆς εὐφυίας, τοῦ χώρου καί τοῦ χρόνου τῆς ζωῆς. Αὐτός δημιουργεῖ μία νέα κοινωνία, τήν Ἐκκλησία, ὅπου, ἐπειδή μοιράζονται, ἡ χαρά πληροῦται, ἡ δέ λύπη μειοῦται. Ὅπως μετέβαλε τό νερό σέ κρασί γιά νά μήν ἐκλείψει ἡ ἀνθρώπινη χαρά, ἔτσι μεταβάλλει καί τήν ἐπιβίωση σέ ζωή, τή φιλαυτία σέ φιλαλληλία, τήν ἀνάγκη σέ ἐλευθερία. Ἀπέναντι δέ σέ κάθε μορφή θανάτου εὐαγγελίζεται τήν ἀνάσταση.

Ὁ Ἰησοῦς Χριστός εὐαγγελίζεται τόν Θεό ὡς κοινωνία ἐλευθερίας καί ἀγάπης τριῶν προσώπων: τοῦ Πατρός, τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τό ἐγώ, τό ἐσύ, ὁ ἄλλος, περιχωροῦνται στό ἐμεῖς. Ἐλευθερία πού ἀγαπᾶ καί ἀγάπη πού ἐλευθερώνει: ἰδού τί εἶναι ἡ ὄντως ζωή. Σέ αὐτή τή ζωή προσκαλεῖ τούς πάντες

 

Αρχιμανδρίτου Βασιλείου

Λέει ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος ότι όταν κανείς ησυχάσει, όταν καθαρεύσει εν τη καρδία, μπορεί να συλλάβει μέσα στην καρδία του την όντως χαρά. Και όπως η μητέρα νιώθει ότι έχει μέσα στα σπλάχνα της το συλληφθέν έμβρυον, γιατί νιώθει και ο άνθρωπος ότι συνέλαβε τη χαρά, την ενυπόστατη, γιατί αισθάνεται τα σκιρτήματα της όντως χαράς μέσα του. Και έτσι ο ίδιος ο άνθρωπος γίνεται κατά χάριν θεοτόκος. Αυτά είναι τα τολμηρά τα οποία πιστεύονται και βιούνται μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία.

Μωυσέως Μοναχοῦ Ἁγιορείτη

Ὁ Θεός μας δέν εἶναι τιμωρός. Ὅταν ἡ Ἁγία Γραφή ἀναφέρει ὅτι ὁ Θεός παιδεύει ὅποιον ἀγαπᾶ, σημαίνει μᾶλλον ὅτι τόν ἐκπαιδεύει. Τά πιό ἀγαπημένα παιδιά τοῦ Θεοῦ εἶναι οἱ Ἅγιοί μας. Οἱ Ἅγιοι ἦταν ταλαιπωρημένοι, κυνηγημένοι, κατηγορημένοι, συκοφαντημένοι, ἐξορισμένοι, ἄρρωστοι, φτωχοί, μόνοι. Δέν τούς ἀγαποῦσε ὁ Θεός; Μά ἐπειδή τούς ἀγαποῦσε πολύ γι’ αὐτό τούς παίδευε – ἐκπαίδευε. Ἐπέτρεπε στή ζωή τους διάφορες θλίψεις, πικρές δοκιμασίες, μεγάλους πειρασμούς, γιά νά τούς κάνει πιό καθαρούς, πιό ταπεινούς, πιό ἅγιους. Ἀπό ἀγάπη ὁ θεός μᾶς δοκιμάζει. Ὅταν οἱ Ἅγιοι δέν εἶχαν πειρασμούς θεωροῦσαν ὅτι τούς ἄφησε ὁ Θεός.

Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος, παιδί τῆς ὑπερκαταναλώσεως, τοῦ εὐδαιμονισμοῦ καί τῆς καλοπέρασης, νομίζει ὅτι τόν ἐγκατέλειψε ὁ Θεός, ἐπειδή δέν περνᾶ τόσο καλά ὅσο θά ἤθελε. Αὐτόν τόν ὁποίο παραδέχεται, πού τόν ἀποδέχεται, τόν μαστιγώνει μέ τήν ἀγάπη του, τόν καλλιεργεῖ, τόν δοκιμάζει, τόν ὡραιοποιεῖ τελικά μέ τίς στά μέτρα του δοκιμασίες πού ἐπιτρέπει. Μέσα ἀπό τόν πόνο ἔρχεται ὑγεία, ἰσορροπία, ἀναψυχή καί ἀνάταση. Ξέρει πολύ καλά ὁ Θεός τί κάνει. Δέν κάνει ποτέ λάθη. Ἄς τόν ἀφήσουμε λοιπόν νά μᾶς παιδεύει καί νά μᾶς μαστιγώνει. Ἡ μεγαλειώδης καί ἀνυπέρβλητη ἀγάπη του ἔχει πολλούς τρόπους πού φανερώνεται. Ἀξίζει, ἀδελφοί μου, νά τό προσέξουμε καί αὐτό.

 

Ἰωάννου Χελιδόνη

Ὑπάρχουν κάποιες στιγμές, ἀπελπιστικά μοναχικές στή ζωή τοῦ κάθε ἀνθρώπου ὅπου ἡ ζωή φαντάζει φάρσα, παιγνίδι χωρίς νόημα καί σκοπό. Ρωτᾶς καί ἡ ἀπάντηση: σιωπή. Θυμώνεις καί ἀναλογίζεσαι γιατί ὁ Πάνσοφος ἐπέλεξε ὡς τρόπο διαλόγου τή Σιωπή. Ἡ μόνη ἀπάντηση θαρρῶ πώς εἶναι τά λόγια ἑνός σοφοῦ: πώς ὁ Θεός παίζει μαζί μας ἕνα παιχνίδι ἀθῶο καί παλιό, παίζει μαζί μας τό κρυφτό καί ἡ Σιωπή δέν εἶναι παρά τό παράπονό του ὅτι λίγοι ψάχνουν νά τόν βροῦν. 

Μητροπολίτου Λεμεσού κ. Αθανασίου

Σε Σένα παραδίδουμε τη ζωή μας ολόκληρη και την ελπίδα μας, Δέσποτα Φιλάνθρωπε. Μία προτροπή για να αφήσουμε τα πάντα στα χέρια του Θεού. Σήμερα ιδίως αν καταλάβουμε αυτό το πράγμα, να αφήσουμε δηλαδή τη ζωή μας ολόκληρη στον Θεό είναι σπουδαίο πράγμα, βέβαια όχι μόνο τη ζωή μας, αυτά που μας απασχολούν τώρα, αλλά και την ελπίδα μας για όλα εκείνα, δηλαδή, που πρόκειται να έρθουν.

Αυτή η πίστη είναι ένα ισχυρότατο θεμέλιο στο οποίο κτίζεται η ζωή μας ολόκληρη και είναι όπως όταν πέσει κάποιος σ’ ένα ωκεανό γεμάτο τρικυμίες και κινδύνους, ξαφνικά βρίσκει ένα βράχο ο οποίος δεν σαλεύει με τίποτα και βγαίνει σ’ αυτό και αισθάνεται απόλυτη ασφάλεια. Η ζωή μας είναι ένα πέλαγος. Όσο μεγαλώνουμε δεχόμαστε κτυπήματα, τραύματα, πιέσεις, δυσκολίες που ποτέ μας δεν διανοηθήκαμε, και κάνουν τη ζωή μας απέραντο πέλαγος θλίψεων.

Η γραφή παρομοιάζει τη γη αυτή με την κοιλάδα του κλαυθμώνος, σαν ένα χώρο του κλάματος. Ποτέ δεν υπήρξε άνθρωπος που δεν πόνεσε. Είναι πράγμα αδύνατο αυτό. Ακόμα και ο πλούσιος, ο πιο ευδαίμων άνθρωπος αν δεν πόνεσε ποτέ του, θα πονέσει την ώρα του θανάτου του. Εκείνη την ώρα που είσαι ενώπιον του τέλους και δεν σου μένει τίποτα παρά ελάχιστα δευτερόλεπτα ή λεπτά και βλέπεις τα πάντα γύρω σου να σταματούν, να καταρρέουν, να απειλείται η ύπαρξή σου, ό,τι έχεις και δεν έχεις όλα τελειώνουν, γεύεσαι ένα πικρό ποτήρι και θέλει δύναμη και ετοιμασία εκ των προτέρων να αντιμετωπίσεις τον πόνο του θανάτου, αν σ’ αυτή τη ζωή επενδύσεις την ελπίδα σου και τη δύναμή σου αλλού.

 

Αρχιμ. Παύλου Παπαδόπουλου

Οι άγιοι πάλευαν με τον Θεό, όχι με την αρετή τους.

Μένουμε δυστυχώς σ’ αυτά που ξέρουμε γι’ αυτούς. Μένουμε στους σοφούς τους λόγους, στα θαύματά τους, στην αγιότητά τους προσπερνώντας τον Άδη που βίωναν για χρόνια καρτερικά με μόνη ελπίδα τους τον Θεό.

Οι άγιοι είναι παραδείγματα ζωής για όλους, όχι επειδή κατάφεραν να νικήσουν την αμαρτία αλλά διότι ενώ αμάρτησαν δεν απελπίστηκαν. Οι άγιοι είναι παραδείγματα ζωής για όλους όχι επειδή ζήσανε ηθικά, αλλά διότι ζήσανε με μετάνοια και ταπείνωση.

Μητροπολίτη Σουρόζ Αντώνιου Bloom

Κυριακή μετά την Ύψωση του Σταυρού

Στὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος

Τὴν ἡμέρα ποὺ θυμόμαστε τὸν Σταυρὸ τοῦ Κυρίου, πρέπει νὰ δίνουμε ἰδιαίτερη προσοχὴ σ’ ὅ,τι εἶναι ἡ Θεϊκὴ ἀγάπη. Τόσο πολὺ ἀγάπησε ὁ Θεὸς τὸν κόσμο ποὺ θυσίασε τὸν Μονογενῆ του Υἱό, ὥστε κανεὶς ἄνθρωπος δὲν θὰ πρέπει νὰ λησμονηθεῖ καὶ ν’ ἀγνοηθεῖ.

Ἂν εἶναι ἀλήθεια αὐτό, πῶς θὰ πρέπει νὰ ἀντιμετωπίζουμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον; Ἂν ὁ κάθε ἕνας ἀπὸ ἐμᾶς σημαίνει τόσα πολλὰ γιὰ τὸν Θεό, ἐὰν Ἐκεῖνος ἀγαπάει τὸν ἄνθρωπο σὲ τέτοιο βαθμό, ὥστε νὰ θυσιάσει τὴν ζωή Του, ὁ θάνατός Του εἶναι εὐπρόσδεκτος- πῶς θὰ πρέπει λοιπὸν νὰ φερόμαστε στὸν πλησίον μας;

Ὑπάρχουν ἄνθρωποι ποὺ ἀγαπᾶμε ἐκ φύσεως, ποὺ μὲ τόσους πολλοὺς τρόπους μοιάζουν μὲ μᾶς στὸ μυαλό, τὸ συναίσθημα – ἀλλὰ εἶναι αὐτὸ ἀγάπη; Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἀγαπᾶμε αὐτὸ τὸ πρόσωπο σὰν τὸ πιὸ πολύτιμο πρόσωπο στὰ μάτια τοῦ Θεοῦ καὶ τὰ δικά μου, ἐπειδὴ λαχταρῶ νὰ εἶμαι μὲ τὸν Θεό, νὰ μοιράζομαι τὶς σκέψεις Του, τὴ στάση Του ἀπέναντι στὴ ζωή.

Καὶ πόσοι ἄνθρωποι ὑπάρχουν ποὺ τοὺς φερόμαστε μὲ ἀδιαφορία, δὲν εὐχόμαστε κάτι κακὸ γι’ αὐτοὺς – δὲν ὑπάρχουν γιὰ μᾶς! Ἂς ρίξουμε μιὰ ματιὰ γύρω μας σὲ τούτη τὴ συνάθροιση καὶ γιὰ μῆνες ἂς ἀναρωτηθοῦμε: «τί σημαίνει αὐτὸ τὸ πρόσωπο γιὰ μένα;» – Τίποτα· ἁπλὰ κάποιος ποὺ παρευρίσκεται στὴν ἴδια ἐκκλησία, ποὺ πιστεύει στὸν ἴδιο Θεό, ποὺ λαμβάνει τὴν ἴδια κοινωνία- καὶ λησμονοῦμε ὅτι ἐκεῖνοι ποὺ λαμβάνουν τὴν ἴδια κοινωνία, ἔχουν γίνει μέρος τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς ζεῖ μέσα τους, ὅτι θὰ πρέπει νὰ στραφοῦμε σ’ αὐτούς, νὰ τοὺς κοιτάξουμε, καὶ νὰ δοῦμε ὅτι ἀποτελοῦν ναὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, μιὰ συνέχεια τῆς Ἐνσάρκωσης.

Ἂς θέσουμε στὸν ἑαυτὸ μας σοβαρὰ καὶ κρίσιμα ἐρωτήματα γιὰ τὸ πῶς φερόμαστε καὶ πῶς βλέπουμε τὸν διπλανό μας. Ἂς ἀφιερώσουμε ὅλη τὴν ἑβδομάδα γιὰ νὰ σκεφτοῦμε τὸ ἕνα πρόσωπο μετὰ τὸ ἄλλο καὶ ἂς ἀναρωτηθοῦμε: «ὑπάρχει ἀγάπη στὴν καρδιά μου; » Ὄχι μιὰ συναισθηματικὴ ἀγάπη, ἀλλὰ μιὰ ἀγάπη ποὺ μέσα στὸ φῶς τοῦ Θεοῦ κάνει ἕναν ἄνθρωπο πολύτιμο, – πολύτιμο στὸ βαθμὸ ποὺ θὰ πρέπει νὰ εἶμαι προετοιμασμένος νὰ δώσω τὴν ζωή μου γι’αὐτὸ τὸ πρόσωπο. Καὶ ὅταν τὴν ἑπόμενη ἑβδομάδα προσέλθουμε στὸ μυστήριο τῆς Ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως, ἀνάμεσα στὰ ἄλλα, ἂς φέρουμε, ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, αὐτὸ τὸ ἐρώτημα: «Ὑπάρχει γιὰ μένα ὁ πλησίον; Τί σημαίνει γιὰ μένα; » Γιὰ τὸν Θεὸ εἶναι τὰ πάντα· ἐὰν γιὰ μένα δὲν εἶναι τίποτα, ποιὰ εἶναι ἡ θέση μου ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ; Ἀμήν.

 (Πηγή: http://kirigmata.blogspot.com.cy/2014/09/anthony-bloom.html#more)

 

Γέροντα Μωυσή Αγιορείτη

Πολύ απουσιάζει στους βιαστικούς καιρούς μας η αρετή της υπομονής. Οι υπομονετικοί συνήθως κερδίζουν. Η ανυπομονησία είναι πηγή αρκετών σοβαρών προβλημάτων.

Η υπομονή στις δυσκολίες της ζωής δίνει πνευματική ωρίμανση. Η υπομονή φανερώνει ανδρεία, γενναία και σοφή ψυχή. Οι ανυπόμονοι φοβούνται, δειλιάζουν και χάνουν. Οι ασθενείς, οι τραυματίες, οι ανάπηροι, οι άνεργοι, οι φτωχοί, έχουν μεγάλη την ανάγκη της υπομονής. Δίχως αυτή εύκολα απελπίζονται.

Συχνά λέμε να κάνουν οι άλλοι υπομονή. Δεν είναι πάντοτε τόσο εύκολο. Στο Άγιον Όρος εύχονται «καλές υπομονές!». Συνηθισμένη έκφραση η υπομονή, αλλά δυσκολοκατόρθωτη. Θέλει κόπο, μόχθο, γνώση, ταπείνωση, ανεκτικότητα, επιμέλεια και καλλιέργεια. Η ανυπομονησία συνήθως προέρχεται από τον εγωισμό. Δεν μπορεί κάποιος να αγαπά αληθινά και να μην υπομένει πάντοτε. Όποιος υπομένει ελπίζει κι έτσι ελευθερώνεται από πικρές περιπέτειες. Οι ελπιδοφόροι είναι αισιόδοξοι, καρτερικοί και θαρραλέοι. Θέτουμε ασφυκτικούς χρόνους στους συνανθρώπους μας, τους θέτουμε αυστηρούς όρους και στεναχωρούμεθα που δεν ανταποκρίνονται. Πόσο διαφορετική θα ήταν η ζωή μας αν ήμασταν πιο καρτερικοί.

Ακόμη και στην πνευματική ζωή μερικές φορές υπάρχει μία προπέτεια. Ο Δίκαιος Ιώβ είναι κλασικό παράδειγμα μεγάλης υπομονής. Τους ανυπόμονους δεν τους εμπιστεύεται ο Θεός. Οι άνθρωποι θέλουν γρήγορες και άμοχθες κατακτήσεις. Τα αγαθά όμως αποκτιούνται με κόπο. Μέσα από τη σωματική ασθένεια μπορεί να έλθει η ψυχική υγεία. Είναι πολλές οι ευκαιρίες στη ζωή που από το πικρό μπορεί να προέλθει το καλό. Τα εμπόδια της ζωής θέλουν να μας αναστήσουν από την οκνηρία, την αμέλεια και τη χαύνωση. Οι ανυπόμονοι δεν έχουν χάρη πνευματική, αφού χαρακτηρίζονται από λύπη, θλίψη, στενοχώρια, κατάθλιψη, μελαγχολία και απογοήτευση.

Σε ένα λαβύρινθο αντιξοοτήτων, σκανδάλων, κοσμικοτήτων, ηδονών, πλεονεξιών και πλανών, ο άνθρωπος παρασύρεται. Όποιος έχει ταπείνωση και υπομονή αντιστέκεται και κερδίζει. Η υπομονή θα τον συνδράμει σε πολλά καλά. Δεν θα λυγίσει στις συμφορές, δεν θα οδηγηθεί στο διαζύγιο, θα περιορίσει το στόμα του, δεν θα τυραννιέται από τα διάφορα αντίξοα γεγονότα της ζωής. Είναι μεγάλη υπόθεση να υπομένει κανείς τα πικρά συμβάντα της ζωής ατάραχα και αδιαμαρτύρητα. Οι πολλές προκλήσεις, περιέργειες, παραξενιές και δυσκολίες δεν αφήνουν κανέναν να υπομείνει. Η σφοδρή επιθυμία όσων έχουν οι άλλοι και λείπουν στους ίδιους τους κάνει να ανυπομονούν.

Στις διαπροσωπικές σχέσεις χρειάζεται οπωσδήποτε μεγάλη υπομονή. Θα πρέπει να παίρνουμε και τη θέση του άλλου, να ακούμε τον πόνο του, να βλέπουμε τη δυσκολία του, να του μιλάμε με επιείκεια και καλοσύνη. Δεν μπορούμε να στεκόμαστε απέναντι του άλλου μόνο με παρατηρήσεις. Υπομονή θα πρέπει να κάνουμε και στον εαυτό μας, να τον γνωρίσουμε, να τον αποδεχθούμε, όποιος κι αν είναι. Η υπομονή δεν προέρχεται μόνο από την ελπίδα, αλλά και από την αγάπη. Αγάπη προς Θεό και άνθρωπο. Αγάπη θυσιαστική. Αυτός που υπομένει τον άλλο είναι ανεκτικός, πράος, καλοσυνάτος, αζηλόφθονος, χαμογελαστός και ειρηνικός.

Η υπομονή έχει πολλά καλά να προσφέρει στη δύσκολη σύγχρονη ζωή. Είμαστε υποχρεωμένοι να υπομένουμε την αταξία των καιρών, τα προβλήματα των άλλων, τις δυσκολίες του εαυτού μας. Μακάριοι οι υπομένοντες έως τέλους.

 

Αρχιμανδρίτου Βασιλείου Ιβηρήτη

Δεν ανοίγουν τα λουλούδια μέσα στο χειμώνα και στο ξεροβόρι, ανοίγουν την άνοιξη μέσα στη ζέστη. Δεν ανοίγει κάποιος την καρδιά του μπροστά σε απειλές. Την ανοίγει μέσα στην αγάπη, εκεί που του έχει δημιουργηθεί κλίμα εμπιστοσύνης. Και η αγάπη δεν είναι συναισθηματισμός αλλά είναι θυσία. Και οι Άγιοι αγαπούν και αποδεικνύουν ότι ο Θεός είναι πατέρας μας, και είναι αγάπη εκστατική. 

 

Αρχιμ. Παύλου Παπαδόπουλου

Νομίζουμε πολλές φορές ότι άγιος είναι ο κατά πάντα τέλειος άνθρωπος· αυτός που δεν έσφαλε ποτέ του, που δεν έκανε κάποιο λάθος, που δεν πίκρανε ποτέ του κάποιον άλλο, που δεν αστόχησε, που δεν απίστησε, που δεν απόκαμε. Αυτό όμως είναι ψέμα. Άγιος είναι αυτός που την ατέλειά του, την αμαρτία του, την απιστία του την έκανε ταπείνωση και μετάνοια.

Καθώς διαβάζεις λοιπόν τα συναξάρια των Αγίων, μην μείνεις σ’ αυτά που διαβάζεις· αφουγκράσου κι αυτά που δεν έχουνε γραφτεί. Γιατί αυτά που βίωσαν και πράξανε οι άγιοι κρυφίως, τα άγνωστα, τα άγραφα, είναι τελικά που τους κατέστησαν θαυματουργούς, οσίους, μάρτυρες, αγίους.

Γι’ αυτό και γενικότερα μην μένεις σ’ αυτά που βλέπεις και μαθαίνεις για τους άλλους. Γιατί δεν γνωρίζεις τα κρύφια των καρδιών τους. Δεν γνωρίζεις τις μάχες τους, την μετάνοιά τους ή την υποκρισία τους (από την άλλη μεριά).

Τα φαινόμενα απατούν. Πολλές φορές παράδεισοι είναι κρυμμένοι σε σώματα κολασμένα και ζωές σακατεμένες· αλλά και κολασμένες ψυχές κρύβονται αρκετές φορές πίσω από ηθικές και “χριστιανικές” ζωές.

 

Πρωτ. Μιχαήλ Βοσκοῦ

          Ὅλοι γνωρίζουμε ὅτι ἡ πρώτη ἡμέρα τοῦ ἔτους, ἡ Πρωτοχρονιά, εἶναι ἡ πρώτη τοῦ μηνός Ἰανουαρίου. Λίγοι ὅμως γνωρίζουν ὅτι ἡ πρώτη ἡμέρα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ μας ἔτους, ἡ Ἐκκλησιαστική Πρωτοχρονιά, εἶναι ἡ πρώτη τοῦ μηνός Σεπτεμβρίου, ἡ Ἀρχή τῆς Ἰνδίκτου, ὅπως ἀναφέρουν τά λειτουργικά βιβλία τῆς Ἐκκλησίας μας.

          Ἡ λέξη Ἰνδικτιών (ἡ ὁποία προέρχεται ἀπό τή λατινική λέξη Indictio καί σημαίνει ὁρισμός ἤ διάγγελμα) δηλώνει διάταγμα τῶν Ρωμαίων αὐτοκρατόρων, βάσει τοῦ ὁποίου ἐπεβάλλετο στούς ὑπηκόους τους ἡ κατ᾿ ἔτος πληρωμή γενικοῦ φόρου γιά τή συντήρηση τοῦ ρωμαϊκοῦ στρατοῦ. Αὐτό τό διάταγμα ἀνανεωνόταν κάθε δεκαπέντε χρόνια, γιατί τόσα χρόνια διαρκοῦσε ἡ στρατιωτική θητεία τῶν Ρωμαίων πολιτῶν. Ἔτσι καί ἡ ἀρίθμηση τῶν ἐτῶν στήν Ἀρχαία Ρώμη γινόταν ἐπί τῇ βάσει τοῦ ἀριθμοῦ τῆς Ἰνδικτιῶνος, πού σήμαινε περίοδο δεκαπέντε ἐτῶν (π.χ. δέκατο ἔτος τῆς δεκάτης Ἰνδικτιῶνος). Οἱ Πατριάρχες τῆς Κωνσταντινουπόλεως παρέλαβαν καί χρησιμοποιοῦσαν τή λέξη Ἰνδικτιών καί στά δικά τους θεσπίσματα καί ἐγκυκλίους, χωρίς βέβαια νά ἀριθμοῦν καί τήν ἀκολουθία τῶν Ἰνδικτιώνων.

          Ὁ μήνας Σεπτέμβριος εἶναι ὁ μήνας κατά τόν ὁποῖο, μετά τήν συγκομιδή τῶν καρπῶν, ἀρχίζει καί πάλι ἡ σπορά τῆς γῆς. Ἔτσι λογίζεται ὡς ἀρχή τοῦ νέου ἔτους, τοῦ νέου ἐνιαυτοῦ. Κατά τήν πρώτη αὐτοῦ τοῦ μηνός στήν Ἐκκλησία μας ψάλλεται ἡ Ἀκολουθία τῆς Ἀρχῆς τῆς Ἰνδίκτου, πού εἶναι μιά μοναδικοῦ κάλλους Ἀκολουθία. Ἑορτάζοντας τήν Ἐκκλησιαστική Πρωτοχρονιά ζητοῦμε ἀπό τόν Δημιουργό τῆς κτίσεως, ὁ Ὁποῖος ἔθεσε “καιρούς καί χρόνους ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐξουσίᾳ”, νά εὐλογήσει “τόν στέφανον τοῦ ἐνιαυτοῦ τῆς χρηστότητός του”, νά φυλάττει ἐν εἰρήνῃ τά πλήθη τῶν Ὀρθοδόξων, νά καταβάλει τίς ποικίλες αἱρέσεις, νά μᾶς χαρίζει καιρούς καρποφόρους, εὐκρασίαν ἀέρων καὶ βροχάς ἐγκαίρους.

          Ὑπάρχει ὅμως ἀκόμη ἕνα δεδομένο στήν Ἀκολουθία τῆς Ἀρχῆς τῆς Ἰνδίκτου, πού τήν καθιστᾶ πανηγυρικώτερη καί τῆς προσδίδει τόν χαρακτήρα Δεσποτικῆς ἑορτῆς. Σύμφωνα μέ τό Συναξάριο τῆς πρώτης τοῦ Σεπτεμβρίου, κατ᾿ αὐτήν τήν ἡμέρα εἰσῆλθε ὁ Κύριός μας στή Συναγωγή τῆς πατρίδας Του τῆς Ναζαρέτ καί ἔκανε τό πρῶτο Του κήρυγμα, στό ὁποῖο μίλησε γιά το σωτηριολογικό Του ἔργο. Τοῦ δόθηκε τό χειρόγραφο τοῦ Προφήτη Ἡσαΐα, ὅπως μᾶς διηγεῖται ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς (Λουκ. 4,16 κ.ἑ.), καί ἀφοῦ τό ξετύλιξε βρῆκε καί διάβασε τό σημεῖο ὅπου ἦταν γραμμένα τά λόγια:“Πνεῦμα Κυρίου ἐπ᾿ἐμέ, οὗ εἵνεκεν ἔχρισέ με, εὐαγγελίσασθαι πτωχοῖς ἀπέσταλκέ με, ἰάσασθαι τούς συντετριμμένους τήν καρδίαν … κηρύξαι ἐνιαυτόν Κυρίου δεκτόν”. Ὕστερα τύλιξε τό χειρόγραφο, τό ἔδωσε στόν ὑπηρέτη τῆς Συναγωγῆς καί ἐξήγησε στό συγκεντρωμένο πλῆθος ὅτι ἡ προφητεία αὐτή βρῆκε τήν ἐκπλήρωσή της στό πρόσωπό Του. “Σήμερον πεπλήρωται ἡ γραφή αὕτη ἐν τοῖς ὠσίν ὑμῶν”.

*********

          Ἡ ἔννοια τοῦ χρόνου πάντοτε ἀσκοῦσε καί ἀσκεῖ στούς ἀνθρώπους μιά ἰδιαίτερη γοητεία· ἡ ἔννοια τοῦ χρόνου βέβαια, ὅπως οἱ ἄνθρωποι τοῦ παρόντος κόσμου τὴν κατανοοῦν, ὡς διαδοχή δηλαδή παρελθόντος, παρόντος καί μέλλοντος. Αὐτήν τή γοητεία τήν ζοῦμε κάθε χρόνο ὅταν φεύγει ὁ παλιός ὁ χρόνος καί ἔρχεται ὁ νέος· τήν ζήσαμε δὲ ἀκόμη ἐντονώτερα μέ τήν πρόσφατη ἀλλαγή τοῦ αἰώνα καί τῆς χιλιετίας. Γιά μᾶς τούς Ὀρθοδόξους Χριστιανούς ὅμως ἄλλη εἶναι ἡ ἐκκλησιαστική ἔννοια τοῦ χρόνου.

          Κατ᾿ἀρχάς γιά μᾶς τούς Χριστιανούς ὁ χρόνος δέν εἶναι μιά ἔννοια ὑπερφυσική, ὅπως εἶναι γιά πολλούς ἀνθρώπους, ἀλλά εἶναι δημιούργημα τοῦ Θεοῦ. Ὁ Τριαδικός Θεός εἶναι ἔξω καί πάνω ἀπό τόν χρόνο, γι᾿ αὐτό καί ὀνομάζεται ἄχρονος καί ἀΐδιος. Δημιούργησε δέ τόν χρόνο, ὅταν δημιουργοῦσε τὸν κόσμο. Πρίν ἀπό τή δημιουργία τοῦ κόσμου δέν ὑπάρχει χρόνος, γιατί ὑπάρχει μόνο ὁ ἄκτιστος καί ἀδημιούργητος, ὁ ἄχρονος καί ἀΐδιος Θεός. Ὁ χρόνος εἶναι μιά κατηγορία τοῦ παρόντος κόσμου, πού ἔχει ἀρχή, ἀλλά θά ἔχει καί τέλος, γιατί στήν αἰώνια Βασιλεία τῶν οὐρανῶν θά ξεπεραστεῖ ἡ ἔννοια τοῦ χρόνου, ὅπως κατανοεῖται ἀπό τούς ἀνθρώπους τοῦ παρόντος κόσμου.

Μετά τήν πτώση τῶν Πρωτοπλάστων ὁ χρόνος ὑπηρετοῦσε τή φθορά καί τόν θάνατο, μέχρι τήν στιγμή πού εἰσῆλθε μέ τόν πιό ἐντυπωσιακό τρόπο στόν χρόνο ὁ ἄχρονος Θεός, μέχρι τήν στιγμή πού τό αἰώνιο εἰσέβαλε στήν Ἱστορία τοῦ κόσμου. Πότε ἔγινε αὐτή ἡ μεγάλη τομή στήν Ἱστορία τοῦ κόσμου; Ὅταν ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, τό δεύτερο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος κατεδέχθη νά γίνει ἄνθρωπος, νά συλληφθεῖ ἐκ Πνεύματος Ἁγίου στή μήτρα τῆς Παρθένου Μαρίας καί νά γεννηθεῖ μέσα στά δεδομένα τοῦ δικοῦ μας κόσμου. Ἔκτοτε ὁ χρόνος παύει νά ὑπηρετεῖ πλέον τή φθορά καί τόν θάνατο, ἀλλά μεταμορφώνεται μέσα στή ζωή τοῦ ζῶντος Σώματος τοῦ Χριστοῦ, πού εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Μέσα στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας ὁ χρόνος δέν εἶναι πιά μιά σταθερή πορεία ἀπό τό παρελθόν πρός τό μέλλον, ἀλλά εἶναι ἕνα διαρκές παρόν, ὅπου συναντῶνται παρελθόν καί μέλλον. Ὅπως γιά τόν ἄχρονο καί ἀΐδιο Θεό δέν ὑπάρχει παρελθόν, παρόν καί μέλλον, γιατί “μία ἡμέρα παρά Κυρίῳ ὡς χίλια ἔτη, καί χίλια ἔτη ὡς ἡμέρα μία” (Β’ Πέτρ. 3,8), ἔτσι καί γιά τή ζωή τῆς Ἐκκλησίας δέν ὑπάρχει παρελθόν, παρόν καί μέλλον, ἀλλά μποροῦμε τόσο τὸ παρελθόν ὅσο καί τό μέλλον νά τά ζήσουμε στό παρόν.

Τά γεγονότα τοῦ παρελθόντος εἶναι διαρκῶς παρόντα στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτός δέ εἶναι καί ὁ λόγος πού ψάλλουμε «Σήμερον γεννᾶται ἐκ Παρθένου …» ἤ «Σήμερον κρεμμᾶται ἐπί ξύλου …», ὄχι γιατί ὁ Χριστός ξαναγεννιέται ἤ ξανασταυρώνεται, ἀλλά γιατί ἡ Γέννηση καί ἡ Σταύρωσή Του δέν εἶναι γεγονότα τοῦ παρελθόντος, ἀλλά γεγονότα διαχρονικά, γεγονότα πού τά ζοῦμε σήμερα ὅπως τά ἔζησαν καί οἱ ἄνθρωποι τοῦ τότε. Κατά τόν διο τρόπο καί τά γεγονότα τοῦ μέλλοντος εἶναι διαρκῶς παρόντα στή ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Μέσα στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας καί κυρίως μέσα στή Θεία Λειτουργία ζοῦμε τήν ἀναμενομένη αἰώνια Βασιλεία τῶν οὐρανῶν ὡς παροῦσα.

Ὁ χρόνος εἶναι ἐντελῶς μεταμορφωμένος μέσα στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας κι αὐτὸν τόν μεταμορφωμένο χρόνο, αὐτήν τήν ὑπέρβαση τοῦ χρόνου ζοῦν οἱ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ πού ἐνοικεῖ μέσα τους. Αὐτόν τόν μεταμορφωμένο χρόνο, αὐτήν τήν ὑπέρβαση τοῦ χρόνου καλούμαστε κι ἐμεῖς νά ζήσουμε στήν προσωπική μας ζωή, γιά νά μπορέσουμε νά ζήσουμε, ὅπως καί οἱ Ἅγιοί μας, τήν ἀναμενομένη αἰώνια Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἤδη ἀπό αὐτήν τή ζωή.

 

Μητροπολίτη Κύκκου Νικηφόρου

Τα ονόματα και τα κατορθώματα των Αγίων δεν διαφημίζονται στις εφημερίδες, στις τηλεοράσεις, στα μέσα μαζικής επικοινωνίας. Οι Άγιοι κατά τη διάρκεια της επίγειας ζωής τους, επιζητούσαν την αφάνεια. Ήθελαν να παραμένουν άγνωστοι κι ας ζούσαν μέσα στον κόσμο, όπως και σήμερα μπορεί να είναι, άνθρωποι της διπλανής πόρτας, του διπλανού διαμερίσματος. Η αγιότητα παραμένει σιωπηλή, γιατί δεν στοχεύει στην ανθρώπινη δόξα. Δεν την ενδιαφέρει η γνώμη των πολλών.  Την ενδιαφέρει μόνο η ευαρέσκεια του Κυρίου του ουρανού και της γης. Αυτού που γνωρίζει τους αγώνες μας και περιμένει να μας δώσει το στέμμα της αφθαρσίας.

Οι Άγιοι μας προβάλλονται, όμως, μέσα στην Εκκλησία μας, ως φώτα ολόφωτα, για να φωτίζουν τον δρόμο της ολοκληρώσεων της αρετής και της θεώσεως. Και προβάλλονται εμμελώς μέσα από τους ύμνους και τις ιερές Ακολουθίες. 

 

Μητροπολίτη Λεμεσού Γέροντα Αθανασίου

Με την είσοδον του Χριστού εις τον κόσμον έχουμε την ύπαρξιν της Εκκλησίας. Η Εκκλησία είναι ο χώρος ο οποίος πραγματοποιεί αυτά, τα οποία μας έφερε ο Θεός, ο Χριστός. Και είναι,μπορούμε να πούμε, το νοσοκομείον μέσα στο οποίον ο ιατρός Χριστός θεραπεύει κάθε έναν, που μπαίνει μέσα σ’ αυτό.

Βέβαια, υπάρχουν και μερικοί, που μπήκαν στο νοσοκομείο και πέθαναν, γιατί θέλησαν να πεθάνουν. Είναι αυτοί οι οποίοι δεν θέλησαν να συνεργαστούν με τον Θεό, δε θέλησαν να τον αφήσουν να μπει και να τους θεραπεύσει κι έτσι δεν δέχθηκαν τα φάρμακα τα πνευματικά και απέθαναν.

Όμως έχομεν, ευτυχώς, και ανθρώπους, οι οποίοι έγιναν υγιείς, έγιναν αρκετά υγιείς ή έγιναν τελείως υγιείς ή έγιναν και ιατροί ακόμα. Αυτοί οι άνθρωποι είναι αυτοί, τους οποίους ο Θεός αναδεικνύει στην Εκκλησίαν ως πνευματικούς πατέρες, οι οποίοι έχοντας εμπειρίαν ήδη της πορείας της ασθενείας και της θεραπείας στον εαυτόν τους, μπορούν να την εφαρμόσουν σ’ άλλους. Αυτοί είναι οι πραγματικοί πνευματικοί πατέρες της Εκκλησίας. 

 (Απόσπασμα απομαγνητοφωνημένης ομιλίας που έγινε στο Πανεπιστήμιο Κύπρου)

π. Δημητρίου Μπόκου 

Πώς θα ήταν ο κόσμος αύριο, αν σταματούσε σήμερα να ανατέλλει ο ήλιος; Δεν θα γινόταν μόνο σκοτεινός, αλλά θα έχανε σιγά-σιγά και κάθε ζωή. Φυτά και ζώα θα γίνονταν αναιμικά, θα ζούσαν για λίγο μια σκιώδη ζωή, φάντασμα της προηγούμενης ζωντάνιας τους και τελικά θα έσβηναν στην παγωνιά ενός ανήλιαγου κόσμου. Αν πάλι κάποιος ζούσε διαρκώς όχι στο φως και στον αέρα, αλλά στο σκοτεινό κελλί μιας φυλακής, για ποιά ποιότητα ζωής θα μπορούσε να καυχηθεί; Πηγή ζωής είναι το φως, η ζωογόνα ζεστασιά του ήλιου. 

Μα απουσία ζωής και παγωνιά δεν φέρνει μόνο η σκοτεινή φυλακή, η μόνιμη έκλειψη του ήλιου η το σκοτάδι της νύχτας. Γράφει ο Γάλλος συγγραφέας Αλμπέρ Καμύ: 

«Το βράδυ ήρθε η Μαρί και με ρώτησε αν ήθελα να παντρευτούμε. Της είπα ότι το ίδιο μού έκανε κι ότι θα μπορούσαμε να παντρευτούμε αν το ήθελε. Τότε ζήτησε να μάθει αν την αγαπούσα. Απάντησα, όπως το ’χα κάνει κιόλας μια φορά, ότι αυτό δε σήμαινε τίποτα, μα ότι σίγουρα δεν την αγαπούσα. “Τότε λοιπόν γιατί να με παντρευτείς;” είπε. Της εξήγησα πως αυτό δεν είχε καμιά σημασία και πως, αν το επιθυμούσε πολύ, μπορούσαμε να παντρευτούμε. Άλλωστε, εκείνη το ζητούσε κι εμένα μου αρκούσε να πω το ναι. Παρατήρησε τότε πως ο γάμος ήταν κάτι σοβαρό. Αποκρίθηκα: “Όχι”. 

Σώπασε για λίγο και με κοίταξε σιωπηλή. Ύστερα μίλησε. Ήθελε απλώς να ξέρει αν θα αποδεχόμουν την ίδια πρόταση από μια άλλη γυναίκα που θα είχα μαζί της παρόμοιο δεσμό. Είπα: “Φυσικά”. Τότε αναρωτήθηκε αν μ' αγαπούσε, κι εγώ δεν είχα καμιά γνώμη πάνω σ' αυτό. Μετά από μια καινούργια σιωπή, μουρμούρισε ότι ήμουν παράξενος, ότι σίγουρα μ' αγαπούσε ακριβώς γι' αυτό, μα ότι ίσως μια μέρα να με σιχαινόταν για τον ίδιο λόγο. Καθώς σιωπούσα, μια και δεν είχα τίποτα να προσθέσω, μου ’πιασε χαμογελώντας το χέρι και δήλωσε ότι ήθελε να με παντρευτεί. Απάντησα ότι θα παντρευόμασταν όποτε ήθελε» (Αλμπέρ Καμύ, Ο ξένος).

Να, λοιπόν, μια σχέση, όπου η αγάπη δεν έχει καμιά σημασία, δεν έχει να διαδραματίσει σ’ αυτήν κανένα απολύτως ρόλο.  Δεν είναι ζοφερό και αποτρόπαιο αυτό; Ένα σύγκρυο μάς διατρέχει στην τρομακτική αίσθηση, ότι μπορεί να μας τυλίξει κάποτε η παγωνιά μιας τέτοιας προοπτικής. Όπου οι άνθρωποι θα περιέλθουν σε μια σχέση τελείως μηχανιστική, πέτρινη, χωρίς συναίσθημα, σαν τα ρομπότ. Τί θα διέφερε η χωρίς αγάπη ζωή από έναν κόσμο δίχως ήλιο;

Πόση δυστυχία θα σωρευόταν σ’ έναν κόσμο ψυχρών μόνο σχέσεων, όπου η αγάπη δεν θα σήμαινε τίποτα; Τί κόλαση μοναξιάς θα εισορμούσε μέσα μας; Τί ομορφιά θα μπορούσε να έχει οποιοδήποτε έργο μας, αν δεν είχε κίνητρο την αγάπη; 

Πώς όμως γίνεται να μη χαθεί ποτέ ο ήλιος αυτός, η αγάπη που ζεσταίνει, φωτίζει και νοστιμίζει τη ζωή; Μα γι’ αυτό ακριβώς υπάρχει ο Χριστός, «ο νοητός ήλιος της δικαιοσύνης», «το φως του κόσμου», «η εξ ύψους ανατολή». Αυτός ανέτειλε στη ζωή μας ως αγάπη. Ό,τι έκαμε, ήταν για να μας διδάξει ότι η αγάπη είναι το παν. Και ότι, χωρίς αυτήν, η ζωή μας είναι ένας κόσμος γεμάτος σκοτάδι. Ο Χριστός θυσιάσθηκε, προσφέρθηκε σε μας από αγάπη, μας τίμησε κάνοντάς μας φίλους του αγαπητούς. Έδειξε τον τρόπο της αληθινής αγάπης, διδάσκοντάς μας με το τέλειο παράδειγμά του πως δεν υπάρχει μεγαλύτερη αγάπη, απ’ το να ζεις και να πεθαίνεις για τον άλλο. 

Αυτή και μόνο η αγάπη αποτελεί την ανυπέρβλητη καταξίωσή μας. Διότι «πλήρης ων της αγάπης» ο άνθρωπος, αγγίζει την τελειότητα, γίνεται όμοιος με τον Πατέρα του τον «εν τοις ουρανοίς» (Λουκ. 6, 36). Και βαθιά μέσα μας, στη δική μας καρδιά, αυτός ο Θεός έ¬βα¬λε την α¬γά¬πη, Αυ¬τός την τρο¬φο¬δο¬τεί, Αυτός την αναζωπυρώνει αδιάκοπα, αρκεί εμείς να ζούμε κατά τις εντολές του (Ιω. 14, 21• 15, 13-15).

Καιρός να πλησιάσουμε αυτή τη θεϊκή φωτιά της αγάπης του, πριν η δική μας καταντήσει μια μικρή, αδύναμη σπίθα, έτοιμη να σβήσει απ’ την παγωνιά του κακού. Αν συμβεί κάτι τέτοιο, «πώς θα ζεσταθεί με μια σπίθα εκείνος που άφησε τη φωτιά πίσω του;» (Άγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς).

 

 

Αρχιμ. Παύλου Παπαδόπουλου

 

Μέσα στην Αγία Γραφή ακούγεται η πρόσκληση «υιέ μου δος μοι σην καρδίαν». Την καρδιά του ανθρώπου ζητά ο Θεός, για να ζει και να αναπνέει με το θέλημά Του.

Μέσα ακόμη όμως και στον χώρο των λεγομένων πιστών δεν κυριαρχεί, δυστυχώς, το θέλημα του Θεού, αλλά το ίδιον θέλημα. Εδώ τα πράγματα γίνονται τραγικά, διότι ενώ γνωρίζουν το λόγο του Θεού, όμως τον διαμορφώνουν σύμφωνα με τα μέτρα τους.

Πνευματικοί «γέροντες» κόβουν και ράβουν όπως βολεύει στην άνεση και την ευκολία των τέκνων τους, μόνο και μόνο για να μη τους χάσουν και να ονομάζονται οι ίδιοι καλοί και άγιοι και όχι για να καθοδηγούν αυτούς που τους εμπιστεύτηκε ο Θεός προς την σωτηρία τους. Νομοθετούν δικές τους γνώμες και παραθέτουν παραδόσεις που έλαβαν χωρίς να ελέγξουν αν είναι η Παράδοση της Εκκλησίας, άσχετα αν είναι κάτι το παλαιικό. Κάθε παλαιικό δεν είναι και παράδοση του Ευαγγελίου. Το θέλημα του Θεού αντικαθίσταται με ένα «έτερον ευαγγέλιον» και γίνεται ένας σκοτεινός ανελεύθερος γεροντισμός με παραδόσεις ανίερες και εντάλματα ανθρώπων χάριν επιβολής εξουσίας πνευματικής και αιχμαλωσίας ψυχών.

Έτσι π.χ. για το θέμα της Θείας Κοινωνίας δεν επικρατεί το θέλημα του Θεού, αλλά η παράδοση των ανθρώπων. Φορτώνουν τους χριστιανούς με δυσβάστακτα βάρη και «παραδόσεις» και αυτό γίνεται έμμεσα η αιτία να απομακρύνονται από την Θεία Κοινωνία. Επιβάλλουν δηλαδή νηστείες του λαδιού και του αλάδωτου με έντονο τον καταναγκασμό και τον φόβο. Ορίζουν χρόνους και διαστήματα προσέλευσης στο Μυστήριο, αγνοώντας το λόγο του Χριστού και την Ιερά Παράδοση της Εκκλησίας περί συνεχούς Θείας Κοινωνίας. Απαιτούν την νηστεία ως απαραίτητο γεγονός πριν από την μετοχή τους στο Μυστήριο, πράγμα που δεν υπάρχει πουθενά γραμμένο ή παραδεδομένο.

Όλα εστιάζονται στο τι θα φάγουν και τι θα πιουν και πότε και μέχρι ποια ώρα, και αφήνουν την κύρια καλλιέργεια της πνευματικής προετοιμασίας που συγκεκριμενοποιείται στην πρόσκληση: «μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης προσέλθετε». Πολλοί χριστιανοί λοιπόν απέχουν της Θείας Κοινωνίας, διότι δεν νήστεψαν παρ’ όλον που ο πόθος τους είναι ασυγκράτητος και η μετάνοια ενεργή και ζώσα…αντιθέτως πολλοί θρησκευόμενοι έρχονται και κοινωνούν επειδή νήστεψαν με ένα άγριο κυνηγητό αποχής του φαγητού, ικανοποιημένοι με το έργο τους αυτό, διότι ζει μέσα τους φαρισαϊκά ένας εσωτερικός αυτοηδονισμός του δήθεν αγίου και αξίου.

Για να προσέλθουμε λοιπόν στο Μέγα Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι, έχοντας βεβαίως πάρει και την ευλογία του πνευματικού μας πατέρα ο οποίος βλέποντας την μετάνοιά μας, αναγνωρίζοντας την διάθεσή μας να μεταμορφωθούμε σε καινούς ανθρώπους μας προτρέπει μετά φόβου πίστεως και αγάπης να προσέλθουμε στο Μέγα Μυστήριο.

Για να μην παρεξηγηθούμε λοιπόν, ο κάθε χριστιανός θα πρέπει να προετοιμάζεται ορθά για να λάβει τον ίδιο τον Κύριο μέσα του. Όμως όσον αναφορά την αποχή από τις τροφές (νηστεία), πουθενά η Εκκλησία δεν έχει βάλει κάποιον τέτοιον κανόνα, αλλά η Εκκλησία λέγει: Ο Χριστιανός θα πρέπει να νηστεύει την Τετάρτη και την Παρασκευή, την Σαρακοστή Χριστουγέννων και Πάσχα, Δεκαπενταύγουστο κ.τ.λ. Η Εκκλησία λοιπόν έχει συγκεκριμένες ημέρες μέσα στο έτος και προτρέπει τους πιστούς να νηστέψουν.

ΠΟΥΘΕΝΑ η Εκκλησία δεν έχει πει ότι είναι κανόνας να νηστέψεις για να κοινωνήσεις. Νηστεύεις όλες τις καθορισμένες νηστείες της Εκκλησίας μας; Εάν ναι τότε δεν θα έπρεπε να σε απασχολεί άλλο αυτό το θέμα. Όμως εάν ο πνευματικός σου πατέρας κρίνει ότι για την δική σου καλύτερη προετοιμασία καλό θα ήταν να νηστέψεις π.χ. μία ημέρα, θα το κάνεις για την υπακοή στον πνευματικό σου και όχι διότι είναι κανόνας της Εκκλησίας μας.

Εάν δεν ίσχυε το παραπάνω τότε είναι παράλογο η Εκκλησία να θεσπίσει συγκεκριμένες νηστίσιμες ημέρες του έτους, αλλά θα έλεγε να νηστεύουμε 1,2,3 ημέρες πριν κοινωνήσουμε. Επίσης τα μικρά παιδιάκια θα έπρεπε να νηστεύουν και αυτά, να κάνουν αλάδωτο!!! Νηστεία λοιπόν και Θεία Κοινωνία δεν συνδέονται άμεσα, ίσως έμμεσα υπό το πρίσμα του ασκητικού φρονήματος που θα πρέπει να έχουμε όλοι.

 

π. Κωνσταντίνου Καλλιανού

Στὴ μνήμη τῆς Μητέρας μου.

«Ὅμως ἐμεῖς τό μόνο πού προσέχαμε ἦταν ἐκεῖνες οἱ φωνές μέσα στά σκοτεινά, πού ἀνέβαιναν, καυτές ἀκόμη ἀπό τήν πίσσα τοῦ βυθοῦ ἤ τό θειάφι. «Ὅι, ὅι, μάνα μου», «ὅι, ὅι, μάνα μου»...( Ὀδ. Ἐλύτης, Ἄξιόν Ἐστι)

«Στήν ἀγκαλιά σου τή γλυκειά, μανούλα μου, ν’   ἀράξω μές στό βαθύ τὸ πέλαγο αὐτό πριχοῦ βουλιάξω».   ( Ἀλ. Παπαδιαμάντης)

Μέρες τρυφερές, μητρικῆς φροντίδας καὶ στοργῆς ἅγιες μέρες ἀνοίχτηκαν μπροστά μας, ἴσαμε,  μὲ τὸν Ἀποστόλων τὸν δῆμον συνοδοιπορον, νὰ  τιμήσουμε, ἑορτάσουμε, πανηγυρίσουμε «τὸ   τελευταῖον ἐν αὐτῇ Μυστήριον». Τὴν Πάνσεπτόν Της Κοίμηση, Τῆς Μητέρας μας τῆς Παναγιᾶς τὴν Κοίμηση.

Εὐωδιαστὲς, ὄντως,  ἀφήνονται οι μέρες αὐτὲς νὰ μᾶς ταξιδέψουν σ᾿ ἕνα καιρὸ ξεχασμένο, δυστυχως,  ὅπου ἡ ἄλλη  ἡ Μητρικὴ στοργή, τῆς μάνας ποὺ μᾶς γέννησε,   δαψιλῶς συμπληρώνονταν ἀπὸ τὴ Χάρη Της. Γιατὶ καὶ στὴ μία καὶ στὴν ἀλλη ἀκουμπούσαμε «τῶν λυπηρῶν τὰς ἐπαγωγάς», ποὺ ράμφιζαν τὴν ψυχή μας. Κι ἀναζητούσαμε, καὶ στὴ μιὰ καὶ στὴν ἄλλη τὴν παραμυθία, ἀνασαίναμε σιμά τους, αἰσιοδοξίας καὶ πλησμονῆς ἐλέους,  εὐωδίες μοναδικές. Μέχρι νἄρθουν  ἄλλα «νέφη τῶν λυπηρῶν» νὰ σταθοὺν ἀπειλητικά, ὅπως οἱ ἐπιθετικὲς καταιγίδες πάνω μας. Γιὰ νὰ τὶς ξεπεράσουμε κι αὐτές, «τῆ μεσιτείᾳ Της», στηριγμένη ἐξαπαντος στὴν εὐχή τῆς μανας μας.

Κι ὕστερα ἦρθε καιρὸς ποὺ μιὰ ἀπὸ τὶς δύο, ἡ κατὰ σαρκα μάνα μας δηλαδή, σταύρωσε τὰ χέρια της, σφραγισε τὸ στόμα της, ἔκλεισε τὰ μάτια κι ἀποκοιμήθηκε. Γιὰ πάντα. Αὐτήν, λοιπόν,  τὴν ἀπουσία ἐκεἰνης  συμπληρώνει ἡ Χάρη Της, καθὼς ἀποπνέει κάθε ἐμπιστοσύνη ἡ Μορφή Της καὶ περισσότερο, ἀφοῦ ἄγρυπνο «προστάτιν  τῆς ζωῆς» μας Τὴν καταλαβαίνουμε καὶ φρουρὰ ἀσφαλεστάτην τὴ νοιώθουμε σὲ τοῦτα τὰ μονοπατια τοῦ βίου τὰ δύσβατα καὶ ἀκανθώδη. Ὅπως καταλαβαίναμε τὴ μάνα μας σὲ ὦρες πυρεττοῦ, ἀδιαθεσίας καὶ ὀδυνηρῶν περιστάσεων ποὺ μᾶς κυκλωναν. Κι ἀφοῦ πλήρωσε τὸ κοινὸν χρέος ἡ μιά,  συμπορευόμαστε μὲ τὴν Ἄλλη,  ἀφήνοντας πίσω μας κάθε τί  τὸ δυσχερὲς καὶ προσβλητικὸ σχήμα τοῦ κοσμου καὶ προστρέχουμε στὴ σκέπη Της.

Δὲ νοιώθουμε καμμιὰν ὀρφάνια, γιατὶ παραμυθούμεθα ἀπὸ τὴν ἔγνοια Της, μᾶς νανουρίζει ἡ ἀγρύπνια Της καὶ  φωτίζει τὰ σκοταδια μας ἠ στοργή Της. Κι ἔτσι πορευόμαστε μέσα στὸ χρόνο, μοναχικοὶ καὶ ἀποσυνάγωγοι ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ γεμᾶτοι παρουσίες ἀπὸ τὴν δικιά Της συμπαράσταση. «Καὶ ποῦ λοιπόν ἄλλην εὐρήσω ἀντίληψιν, ποῦ δὲ καὶ σωθήσομαι...». Οἰ ἀνθρωποι ξεχνοῦν γρήγορα, ξιπάζονται ἀναζητοῦν τὴ δόξα-πάντα τὴν ἐφημερη, φυσικά, γιατὶ ἡ ἄλλη δὲν εἶναι προϊὸν δημοσίων σχεσεων καὶ αὐτοπροβολής ἀλλ᾿ εἶναι βραβεῖο, ἔπαινος, πληρωμὴ τοῦ Θεοῦ.

Δεκαπενταυγουστος! Εὔχυμος χρόνος προσευχῆς και δεήσεων. Μέσα στὸ Ἑλληνικὸ τὸ καλοκαίρι, εὐτυχῶς, γιὰ νὰ κατανοοῦμε τὶς δωρεές Του, πάντα τῇ μεσιτείᾳ Της. Ἀφθονία καρπῶν, μέρες περιούσιες, θεϊκὲς λές, εὐκαιρίες γιὰ δοξολογία ἤ καὶ παρακληση-αἴτηση. Ὅλα δοσμένα μὲ μέτρο. Μέτρο ποὺ ὑπολογιζει καὶ τὴν παραμικρὴ λεπτομερεια. Γιατὶ μονάχα ἔτσι καταλαβαίνει ὁ Θεὸς τὰ τῶν ἀνθρώπων, ὅταν ἀπέδωσε τὸν κόσμο ὁλόκληρο στοὺς πρωτόπλαστους δημιουργημένο «καλὰ λίαν» ( Γεν 1, 31).

Δεκαπενταυγουστος, λοιπόν,  μὲ χαρμολύπη στολισμένο καὶ μὲ κέντρο τῆς Γιορτῆς μιὰ κηδεία. Ὅμως, «ζῇ ἀεὶ Θεομήτωρ, κἂν δεκάτῃ θάνε πέμπτῃ». Ὅπως ξέρουμε πιά, ὅτι σιμά Της ζεῖ κι ἡ μάνα μας καὶ μᾶς ἀφουγκράζεται κάθε φορὰ ποὺ ὁ στεναγμός μας, σὲ ὧρες πνιγηρὲς, ἀνεβαίνει ἀπὸ τὸν πυθμένα τοῦ εἶναι μας: «Ἄχ, μάνα μου...Παναγιά μου, Ἐσύ!», ἤ ὅπως συνειδητὰ Τῆς ψάλλουμε, «Οἱ μισοῦντες μάτην βέλεμνα καὶ ξίφη καὶ λάκκον ηὐπράπισαν, καὶ ἐπιζητοῦσι τὸ παναθλιον σῶμα σπαράξαι μου, καὶ καταβιβάσαι, πρὸς γῆν Ἁγνὴ ἐπιζητοῦσιιν· ἀλλ᾿ ἐκ τούτων προφθάσα σῶσον με». Γιατὶ οἱ ὁρατὲς κι ἀὀρατες ρομφαῖες δὲ λέιπουν ποτέ...

Δεκαπενταύγουστος 2017

 

Μητροπολίτη Λεμεσοῦ Ἀθανασίου

Ὁ ταπεινός ἄνθρωπος, ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος δέν ἐπιμένει στό δικό του, δέν θέλει νά γίνονται ὅλα ὅπως αὐτός σχεδίασε, ἀλλά ὑποχωρεῖ καί λέγει ὅτι, ἀφοῦ δέν μπορῶ νά κάνω κάτι περισσότερο, μᾶλλον τά ἔκανα θάλασσα μέχρι τώρα, ἄς τά ἀφήσω στά χέρια τοῦ Θεοῦ. Ὄχι ἀδιαφορώντας ἀλλά ἔχοντας ἐμπιστοσύνη στό Θεό καί δίνοντας χῶρο σ’ Αὐτόν νά ἐργασθεῖ. Ὑποχωρώντας, λέγοντας, ἄς γίνει τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἄς δώσω τήν ὕπαρξή μου ὁλόκληρη στό Θεό μέ πᾶσα ἐμπιστοσύνη, ὅπως τό μικρό παιδάκι πού ἀναπαύεται στήν ἀγκαλιά τῆς μάνας του καί ἐκεῖ αἰσθάνεται τήν πιό μεγάλη εὐτυχία. Ἐκείνη ἡ ἀγκαλιά εἶναι ἡ πιό δυνατή ἐμπειρία, πού μπορεῖ νά ζήσει ἕνας ἄνθρωπος. Ἐκεῖ δέν ἀγωνιᾶ, δέν ἀνησυχεῖ, δέν ἀντιδρᾶ ἀλλά ἀναπαύεται.

 Ὁ ἄνθρωπος ὁ καθημερινός βρίσκει ἀνάπαυση, ἄν ἀφήσει τόν Θεό στή ζωή του καί φύγει ἀπό τά θελήματά του καί μάθει τήν ταπείνωση ἀπό τόν Χριστό. Νά μάθει αὐτό πού εἶναι τό πιό δυνατό μάθημα ἀπό ὅλα τά ἄλλα. Νά δίνει στόν Χριστό τή ζωή του ὁλόκληρη. Τό λέμε στή Θεία Λειτουργία: «ἑαυτούς καί ἀλλήλους καί πᾶσαν τήν ζωήν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα». Μέσα στή Λειτουργία καλούμαστε νά παραδώσουμε στά χέρια τοῦ Χριστοῦ τόν ἑαυτό μας καί τούς γύρω ἀνθρώπους. Δέν μποροῦμε ἐμεῖς νά βαστάξουμε καί νά σηκώσουμε τό βάρος ὅλων αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων καί ὅλων τῶν πραγμάτων, οὔτε καί τό βάρος τοῦ ἑαυτοῦ μας ἀκόμα. 

 

π. Γεωργίου Κόρτα

Η Ορθόδοξη Εκκλησία τονίζει ότι η Ιερά Παράδοση, προϋπήρχε των Γραφών. Ο Χριστιανισμός δεν υπήρξε θρησκεία κάποιας θεόσταλτης Βίβλου (Τορά, Κοράνιο) αλλά ζωντανή εμπειρία κοινωνίας - σχέσης με τον μοναδικό θεανδρικό και ταυτόχρονα ιστορικό Πρόσωπο «Ιησούς Χριστός», η οποία αγκαλιάζει τους πάντες και ταυτόχρονα οδηγεί στην οριστική ένωση Θεού και ανθρώπου.

Η ίδια η Εκκλησία έζησε και χωρίς την Καινή Διαθήκη. Δεν έζησε όμως χωρίς την μετάληψη του Σώματος και του Αίματος του Χριστού. Πρέπει να τονίσουμε ότι η Καινή Διαθήκη (Κ.Δ), δεν είναι εγχειρίδιο ηθικής, όπως μας τονίζει και ο αείμνηστος καθηγητής Σάββας Αγουρίδης, αν και περιέχει πλούσια ηθική διδασκαλία. Η Κ.Δ. είναι ευαγγέλιο, το ευαγγέλιο του Θεού στον κόσμο. Είναι το χαρούμενο μήνυμα για τη λύτρωση που η ανεξερεύνητη αγάπη του Θεού ενήργησε για χάρη του λαού Του.

Στη ζωή και στο θάνατο του Ιησού Χριστού ο Λόγος του Θεού ενώνεται με την προβληματική ανθρώπινη ύπαρξη, την ανακαινίζει και τη μεταμορφώνει. Ο θάνατος του Ιησού Χριστού προσλαμβάνει μεγάλη σημασία μεταξύ των άλλων γεγονότων της ζωής Του, διότι ακριβώς επί του Σταυρού ο Λόγος συναντά τον κυριότερο εχθρό της ανθρωπότητας, το θάνατο και τον εκμηδενισμό. Το ευαγγέλιο είναι υπερνίκηση της αμαρτίας και του κακού στις σχέσεις με τον συνάνθρωπο κι η δημιουργία ενός νέου λαού, του λαού του Θεού, που στηρίζεται στην κοινωνία αγάπης του Υιού Αυτού.

 

π. Δημητρίου Μπόκου

Τί είναι αυτό που θέλει να δείξει με τη Μεταμόρφωσή του ο Χριστός; Ότι πραγματικά και κατά κυριολεξία είναι «το φως το αληθινόν», και έχει συνεπώς τη δύναμη να φωτίζει «πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον».

Και πάλι αποφεύγει να δείξει όλη τη λαμπρότητά του ο Χριστός. Φανερώνει μόνο όση μπορούν να αντέξουν τα μάτια των μαθητών του, «καθώς ηδύναντο» και «ως εχώρουν». Και μόνο αφού προηγουμένως τα έχει δυναμώσει με τη Θεία Χάρη και έχει διευρύνει τη φυσική τους δυνατότητα. Γιατί κανένας δεν μπορεί να δει το πρόσωπο του Θεού, την πραγματική του δόξα, και να ζήσει, κατά τον λόγο του Κυρίου στον Μωυσή. «Ου γαρ μη ίδη άνθρωπος το πρόσωπόν μου και ζήσεται» (Εξ. 33, 20· πρβλ. και Κριτ. 6, 23).

Ο άνθρωπος φυσιολογικά πεθαίνει, λειώνει όπως το κερί στη φωτιά, όταν βρεθεί μπροστά στο φοβερό μεγαλείο του Θεού. Είναι σαν το άχυρο, που αναπόφευκτα αναφλέγεται και γίνεται στάχτη αν πλησιάσει στη φωτιά. Γι’ αυτό και ο Χριστός ενίσχυσε τους μαθητές του, ώστε το άυλο πυρ της θεότητάς του να μην καταφλέξει τα υλικά τους σώματα. Έτσι στο Θαβώρ δεν μεταμορφώνεται μόνο ο Χριστός, αλλά και οι μαθητές του, ώστε να γίνουν ικανοί να τον ιδούν στη θεϊκή του δόξα.

Το συγκλονιστικό γεγονός της Μεταμορφώσεως δείχνει τη λάμψη, τη δόξα της θεότητας. Για πρώτη φορά ο Χριστός παρουσιάζει στα μάτια των ανθρώπων «το αρχέτυπον κάλλος της εικόνος»,την αληθινή δηλαδή ομορφιά την οποία είχε αρχικά και στην οποία τώρα μπορεί να ξαναφτάσει ο άνθρωπος, αφού πλάσθηκε «κατ’ εικόνα» του Θεού. Η ανθρώπινη φύση του Χριστού, επειδή είχε ενωθεί απ’ τη στιγμή της συλλήψεώς του τέλεια και αδιάρρηκτα με τη θεϊκή του φύση, είχε ήδη το κάλλος αυτό, αλλά στα μάτια των ανθρώπων παρέμενε ακόμα συνεσκιασμένο, κρυφό.

«Μόνο ο άνθρωπος φανερώνει τον Θεό», λέγει κάποιος. Και αυτός ο άνθρωπος είναι ο Χριστός, ο πρώτος αληθινός, πλήρης, τέλειος άνθρωπος που υπήρξε, αφότου πλάστηκε το ανθρώπινο γένος. Ο Χριστός, μοναδικός Υιός του Ανθρώπου, απέβη ως νέος Αδάμ το πρότυπο, η πραγματική εικόνα του ανθρώπου. Γι’ αυτό και εξ αρχής «το θείο σχέδιο της δημιουργίας του ανθρώπου κρύβει μέσα του εν σπέρματι τη μέλλουσα ενανθρώπηση του Λόγου. Δημιουργία και ενανθρώπηση αλληλοεξαρτώνται. Η μία ολοκληρώνει την άλλη. Για τον λόγο αυτό, κατά τους ανατολικούς Πατέρες, η ενανθρώπηση θα γινόταν ακόμη και χωρίς την πτώση του ανθρώπου, σαν έκφραση της θείας αγάπης και έσχατο τέλος της κοινωνίας μεταξύ του Θεού και του ανθρώπου» (PaulEvdokimof, Το Άγιο Πνεύμα στην Ορθόδοξη παράδοση, σσ. 18 καὶ 23). Ο Χριστός, μοναδικός Υιός του Θεού, «σφραγίς ισότυπος, εν εαυτώ δεικνύς τον Πατέρα», θα ερχόταν οπωσδήποτε στον κόσμο για να φανερώσει την πραγματική εικόνα του Θεού, την πλήρη αγαθότητα του Πατέρα, ότι «οικτίρμων και ελεήμων εστί, μακρόθυμος και πολυέλεος» (Ψαλμ. 102, 8).

Η πραγματική ένωση μεταξύ Θεού και ανθρώπου, που στο εξής θα λαμβάνει χώρα στην ευχαριστιακή Θεία Κοινωνία, πραγματοποιείται πρώτα και πλήρως στον Χριστό, ο οποίος μεταμορφώνεται, για να φανερώσει αυτήν ακριβώς την ένωση. Τη στιγμή εκείνη το πρόσωπό του ήταν ταυτόχρονα η αληθινή εικόνα του ανθρώπου και η αληθινή εικόνα του Θεού. Με τη Μεταμόρφωσή του ο Χριστός δείχνει καθαρά ότι, αν και είναι ένα πρόσωπο, μία υπόσταση, ένα ον, ο Υιός και Λόγος του Θεού, όμως έχει επάνω του δύο φύσεις, θεϊκή και ανθρώπινη, ενωμένες μεν και αδιαίρετες, ασύγχυτες όμως και διακριτές μεταξύ τους (όρος Δ΄ Οἰ­κουμ. Συνόδου). Είναι ο αληθινός Θεάνθρωπος.

Τη διπλή του αυτή διάσταση ακριβώς ήθελε να κάμει γνωστή στους ανθρώπους ο Χριστός πριν από τη Σταύρωσή του. Δεν μεταμορφώθηκε τη στιγμή εκείνη σε κάτι που δεν ήταν πριν. Αλλά έδειξε στους μαθητές του αυτό που είχε πάντα, τη δόξα της θεότητάς του, που στα μάτια των ανθρώπων παρέμενε αφανής, κρυμμένη απ’ τη στιγμή της συλλήψεώς του κάτω από τη σάρκα του.

Στο Θαβώρ έχουμε, όπως και στον Ιορδάνη, πανηγυρική φανέρωση του Τριαδικού Θεού. Ο Υιός φανερώνεται μέσα στη θεϊκή του λαμπρότητα, ο Πατέρας τον αναγνωρίζει ως γνήσιο Υιό του και η άκτιστη Χάρη του Αγίου Πνεύματος κατεβαίνει και επισκιάζει ως νεφέλη φωτεινή.

 

π. Δημητρίου Μπόκου

Στις ιδιαίτερα λαμπρές εορτές του καλοκαιριού ανήκει και η Μεταμόρφωση του Σωτήρος, στις 6 Αυγούστου. Ο εορτασμός της αρχίζει με προεισαγωγικούς ύμνους (καταβασίες και κοντάκιο) από τις 27 Ιουλίου και εκτείνεται μέχρι και τις 13 Αυγούστου (απόδοση της εορτής). Είναι εορτή του Χριστού, Δεσποτική, γι’ αυτό και κατά την κύρια ημέρα της (6 Αυγούστου) επιτρέπεται κατάλυση ιχθύος, να τρώμε δηλαδή ψάρια, αν και βρισκόμαστε μέσα στην αυστηρή νηστεία της Παναγίας.

Πότε και γιατί συνέβη;

Η Μεταμόρφωση συνέβη λίγο πριν από το πάθος του Κυρίου, τη Σταύρωση δηλαδή και την Ανάσταση. Επειδή ακριβώς επρόκειτο να δοκιμασθεί σκληρά η πίστη των αποστόλων και να εξανεμισθούν εντελώς οι ελπίδες που είχαν στηρίξει πάνω στον δάσκαλό τους όταν θα τον έβλεπαν να πεθαίνει με τον χειρότερο τρόπο, ο Χριστός θέλησε να τους στερεώσει καλά, «πληροφορών αυτούς» ότι δεν είναι μόνο ο,τι φαινόταν, άνθρωπος δηλαδή απλός, αλλά και Θεός τέλειος, «Κύριος και Βασιλεύς των αιώνων». Ώστε οι μαθητές βλέποντας «τα θαυμάσιά του», να μη δειλιάσουν εμπρός στα παθήματά του.

Πώς έγινε;

Έτσι λοιπόν λίγο πριν από τη Σταύρωσή του (σαράντα μέρες, κατά την παράδοση), παραλαμβάνει ο Ιησούς «τους προκρίτους των μαθητών», Πέτρο, Ιάκωβο και Ιωάννη, και ανεβαίνει μαζί τους «εις όρος υψηλόν», το Θαβώρ, για να προσευχηθεί. Και ενώ προσευχόταν, «μετεμορφώθη έμπροσθεν αυτών». Το πρόσωπό του άλλαξε μορφή, έλαμψε «ως ο ήλιος» και τα ενδύματά του έγιναν αστραφτερά, «λευκά λίαν ως χιών» και «ως το φως». Κανένας βαφέας πάνω στη γη δεν θα μπορούσε να τα λευκάνει τόσο πολύ. Ταυτόχρονα, μέσα σε λαμπρό φως, εμφανίστηκαν οι δύο θεόπτες προφήτες Μωυσής και Ηλίας και συνομιλούσαν μαζί του, προλέγοντας την επικείμενη έξοδό του από τον κόσμο, δηλαδή τον σταυρικό του θάνατο, την Ανάσταση και την Ανάληψή του, που κατά τα λεγόμενα των προφητών θα συνέβαιναν στην Ιερουσαλήμ.

Οι τρεις μαθητές, κυριευμένοι αρχικά από βαρειά νύστα, κατάφεραν να την αποτινάξουν και να έλθουν σε εγρήγορση. Είδαν τότε τη δόξα του, καθώς και τους δύο άνδρες που τον παράστεκαν. Τη στιγμή που οι δύο προφήτες επρόκειτο να χωρισθούν από τον Χριστό, χωρίς να καταλαβαίνει καλά-καλά ο Πέτρος τι γίνεται, συνεπαρμένος από το θέαμα, είπε: «Κύριε, καλά είναι να μείνουμε εδώ για πάντα. Να κάνουμε, αν θέλεις, τρεις σκηνές, μία για σένα, μία για τον Μωυσή και μία για τον Ηλία».

Μα ενώ μιλούσε ακόμα, μία νεφέλη, ένα σύννεφο φωτεινό τους επισκίασε. Οι τρεις μαθητές φοβήθηκαν όταν ο Χριστός και οι δύο προφήτες μπήκαν μέσα στη νεφέλη. Ακούστηκε τότε απ’ τη νεφέλη μια φωνή να λέει: «Αυτός είναι ο Υιός μου ο αγαπητός. Αυτόν να ακούτε». Οι τρεις μαθητές τρόμαξαν τόσο πολύ, που έπεσαν πρηνείς, με το πρόσωπο στη γη. Μετά τη φωνή όμως εκείνη ο Ιησούς τους πλησίασε, τους άγγιξε και τους είπε: «Σηκωθείτε! Μη φοβάστε». Οι μαθητές του σήκωσαν τα μάτια, μα δεν είδαν κανένα άλλον, παρά μονάχα τον Ιησού.

Και όταν κατέβαιναν από το όρος, ο Χριστός τους έδωσε εντολή λέγοντας: Ο,τι είδατε δεν θα το πείτε σε κανέναν, μέχρις ότου εγώ, ο Υιός του Ανθρώπου, αναστηθώ εκ νεκρών. Ο Χριστός και εδώ, ακολουθώντας τη συνήθη τακτική του, φανερούμενος κρύπτεται.Πολύ μακράν από πειρασμό αυτοπροβολής και ανθρώπινης δόξας, περισσότερο αποκρύπτει, παρά φανερώνει τη θεϊκή του δύναμη. Στην πλειονότητα των θαυμάτων του περισσότερο κόπο καταβάλλει να τα αποκρύψει παρά να τα δημοσιοποιήσει. Και τώρα, σχίζοντας ελάχιστα το πέπλο που καλύπτει την ανέκφραστη δόξα του, παραγυμνώνει αμυδρά την υπερκόσμια μορφή του. Μεταμορφώνεται μπροστά σε τρεις μόνο μαθητές του. Αλλά και σ’ αυτούς δίνει ρητή εντολή να μη μιλήσουν καθόλουμέχρι την Ανάστασή του.

Μα δεν έπρεπε να επιδιώκει το αντίθετο; Να προσπαθεί να πείσει, ει δυνατόν, τους πάντες ότι είναι και Θεός, ώστε να μην κλονισθούν από το επικείμενο επώδυνο «τέλος» του;

Ο Χριστός δεν διακατέχεται από τη συνήθη δική μας, ανθρωπίνως δικαιολογημένη, σε παρόμοιες περιπτώσεις ανυπομονησία. Δεν βιάζεται για πρόωρα αποτελέσματα. Και εφόσον «ούπω εληλύθει η ώρα αυτού», και «ούπω πάρεστιν ο καιρός» του, περιμένει.

Όσο τα αυτιά των ανθρώπων δεν έχουν ακόμη ασκηθεί επαρκώς στο «ακουέτω», και τα μάτια τους ατενίζουν χωρίς να βλέπουν, χωρίς να κατανοούν, ο Χριστός παραδίδει κρυφά το μυστήριό του, μιλώντας σιγανά «προς το ους», ψιθυρίζοντας μόνο σε έμπιστα αυτιά. Δεν είναι η ώρα να κηρυχθεί «επί των δωμάτων» τίποτε ακόμη. Δεν ρίχνει «τους μαργαρίτας έμπροσθεν των χοίρων». Γνωρίζει την κατάλληλη στιγμή για όλα. Το πλήρωμα του χρόνου. «Καιρός τω παντί πράγματι υπό τον ουρανόν». Χειρίζεται τα πάντα με αλάνθαστη, τέλεια κρίση. Τίποτε δεν μπορεί να διαλάθει της προσοχής του, να ξεφύγει από τον απόλυτο έλεγχό του. 

 

Παναγιώτη Κανελλόπουλου

Το μεγάλο μυστήριο της παρουσίας του Θεού μέσα στην ανθρώπινη ψυχή... «Ιδού έστηκα επί την θύραν και κρούω», λέγει ο Θεός «Έστηκα»! Δεν μπαίνει μέσα, αν δεν του ανοίξεις να μπει. Και δεν μπορείς να του ανοίξεις, αν δεν φτάσεις στο σημείο να μην περιμένεις τίποτε άλλο και κανένα άλλον, εκτός από Αυτόν.

π. Κωνσταντίνου Καλλιανού

Ὅσο περνοῦν τὰ χρόνια, ὅσο δηλαδή στοιβάζονται, μαζὶ μὲ τὶς μέρες, τὶς ἑβδομαδες, τοὺς μῆνες,  ἐμπειρίες καὶ γεγονότα, κυρίως ἀπὸ συμπεριφορὲς συν-ανθρώπων (συναδέλφων, προϊσταμένων, φίλων ἤ συγγενῶν) τόσο  καὶ μαζεύται κανεὶς στὸ «καβούκι» του, κατὰ τὴ λαϊκὴ τὴ ρήση. Μαζεύεται καὶ ἀρχίζει νὰ μετρᾶ τὸν ὑπόλοιπο χρόνο του μὲ περίσκεψη καὶ προσοχή, γιατὶ περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλη φορὰ ἔρχεται ἐκεῖνο τὸ Γεροντικὸ τὸ λόγιο νὰ τοῦ θυμίσει τὴ ρευστότητα τῶν ἀνθρωπίνων σχέσεων, νὰ τοῦ ὑπογραμμίσει τὴν ἀνάγκη γιὰ περισσότερη ἀνοχὴ στὶς ἀδυναμίες τῶν ἄλλων καί, φυσικά, στὶς ὅποιες ἀπρέπειές τους. Γιατὶ ἄν ὑπολογίσει κανεὶς τὰ ὄσα  χρήσιμα, καὶ μὲ πυκνὰ νοήματα εἰπωμένα,  περικλέιονται στὸ παρακατω λόγιο, τότε εἶναι εὔκολο νὰ δικαιολογήσει τὴν ὅποια καταφυγὴ στὴ γνήσια Ἀσκητικὴ σοφὶα καὶ διδαχή.

- Εἶπεν ὁ Ἀϐϐᾶς Ἁλώνιος· ἐὰν μὴ εἴπῃ ἄνθρωπος ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ, ὅτι ἐγὼ μὸνος καὶ ὁ Θεὸς ἐσμὲν ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ, οὐχ ἕξει ἀνάπαυσιν.

Μὲ λίγα λόγια, τὸ παραπανω λόγιο μᾶς συμβουλεύει, πὼς καμμιὰ ἀνάπαυση δὲν μπορεῖ νὰ νοιώσει κάποιος -ὅσες συντυχίες, φιλίες, γνωριμίες καὶ συναναστροφὲς κι ἄν κάνει. Γιατὶ ἡ ἀπογοήτευση παραφυλᾶ στὴ πόρτα ἐξ αἰτίας τῶν ἀδυναμιῶν καὶ τῶν παθῶν ποὺ ἔχουμε κληρονομήσει. Κι εἶναι γνωστὸ ὅτι οἱ γεννήτορές μας, ὁ Ἀδὰμ,  δηλαδή, κι ἡ Εὔα μᾶς κληροδότησαν πολλά...Ἑπομένως οἱ ὅποιες φιλίες καὶ σχέσεις ἔχουν τὰ προβλήματά τους καὶ τὶς ἀστοχίες τους. Γι᾿ αὐτὸ καὶ τὴν μόνη ἀνάπαυση ποὺ νοιώθει κάποιος εἶναι μονάχα ἄν παραμερίσουν τὰ πάντα μέσα του (ὑλικὰ ἀγαθὰ καὶ ἀνθρώπινες παρουσίες) καὶ μονάχα ὀ Θεὸς κυριαρχήσει στὴ ζωή του. Ἤ πιὸ ἁπλᾶ,  βιωθεῖ μὲ ὄλο του τὸ μεγαλεῖο καὶ τὴ δύναμη ποὺ κρύβει ἡ Κυριακὴ προσευχή, τὸ γνωστό μας «Πάτερ ἡμῶν». Ἐκεῖνο, π.χ.  τό, «Γενηθήτω τὸ θελημά Σου...», ἀλήθεια, ποιὸς τὸ βίωσε καὶ δὲν ἀναπαυτηκε ἠ ψυχή του;

Φυσικά, ὅπως εἶναι ἄλλωστε κατανοητό, στὸν ἐπιγειο βίο του κανεὶς,  μὰ κανεὶς,  δὲν μπορεῖ νὰ μείνει μόνος του. Θὰ ὑπάρξει δηλαδή, ἡ ἀδιαμφισβήτητη κι ἡ ἐν πολλοὶς ἀπαραίτητη ἐπι-κοινωνία μὲ τὸν συνάνθρωπο, τὸν συναδελφο, τὸν γνωστό, τὸ φίλο κι ἀδελφό.

Ἀλήθεια, πῶς ὁρίζεται αὐτὴ ἡ συνύπαρξη καὶ ἡ ὅποια συντυχία; Κι ἐδῶ πάλι ἡ ἀλάνθαστη σοφία τῆς Ἐρήμου ἔχει ἀπάντηση. Ἀπάντηση στερεη καὶ ὑπέυθυνη.

 « Εἶπεν ὁ Ἀϐϐᾶς Ποιμήν· ἄνθρωπος συνοικῶν τῷ πλησίον, ὀφείλει εἶναι ὡς στήλη λιθίνη, ὑϐριζόμενος καὶ μὴ ὁργιζόμενος, δοξαζόμενος καὶ μὴ ἐπαιρόμενος».

Ἀλήθεια, ποιὸς μπορεῖ ν᾿ ἀντέξει αὐτὴ τὴ γνήσια ἀλήθεια, ἤ πιὸ ἁπλᾶ τὸ Σταυρὸ ἐτοῦτο, πού, ὡστόστο, ἄν τὸν γυρίσει  ἀναποδα θὰ δεῖ  καὶ θὰ βιώσει τὴν Ἀνασταση; Ἤ, γιὰ νὰ λέμε τὰ πράγματα μὲ τ᾿ ὄνομά τους, θὰ  γεμίσει ἠ ψυχή του θεῖο φῶς, κατανυξη καὶ χαρά. Ἤ, ὅπως παραγγέλλει ὁ Ἀπ. Παῦλος, «Χαίρετε ἐν Κυρίῳ καὶ πάλιν ἐρῶ χαίρετε» ( Φιλ. 4, 4). Αὐτὸ δὲ θέλουμε; Ἤ πιὸ ἁπλᾶ αὐτὸ δὲν μᾶς εἰρηεύει,  ἀναπαύει καὶ ζωοποιεῖ;

 

Αρχιμανδρίτου Βασιλείου

Κοντά σ’ έναν Άγιο διδάσκεται ο άνθρωπος την πραγματική θεολογία. Και τη διδάσκεται όχι με τα λόγια-αν θέλετε και με τα λόγια-αλλά προπαντός με την παρουσία του Αγίου. Οι Άγιοι, κατά τον άγιο Ιωάννη το Δαμασκηνό, και όταν ζούσαν ήσαν γεμάτοι με τη χάρη του Θεού, και μετά την κοίμηση τους δε χωρίστηκε η χάρη του Θεού από τις ψυχές και από τα σώματα τους, από τους τάφους, από τα άγια λείψανά τους και από τις εικόνες τους.

Ακριβώς γι’ αυτό μπορούμε να δούμε ότι οι Άγιοι και όταν είναι παρόντες είναι απόντες, και όταν φεύγουν είναι μαζί μας. Εξηγούμαι: Όταν βλέπουμε έναν Άγιο, δεν παίρνουμε απλώς κάτι με τις σκέψεις που διατυπώνει ή με κάτι άλλο που θα μας δώσει, αλλά αυτό που έχει σημασία είναι ότι έχει αγιαστεί η ψυχή και το σώμα του. Έχει γίνει ολόκληρος πυρ από την αγάπη του Θεού, και έτσι μας δίδει κάτι άλλο, το οποίο δεν παρέρχεται, το οποίο δεν περνά ποτέ. Και για να το δεχθεί αυτό ο άνθρωπος θα πρέπει να έχει ορισμένες προϋποθέσεις.

Μοναχού Μωυσή Αγιορείτη

Η παρουσία του πόνου στη ζωή μας δεν μπορεί παρά να είναι για όλους ένα γεγονός αδιαμφισβήτητο. Το αρχαίο ερώτημα, δικαιολογημένο και σαφές, είναι πάντοτε και σήμερα το αυτό. Γιατί να πονάμε; Έχει κάποιο νόημα ο πόνος στη ζωή του καθενός μας; Η απάντηση μη νομίζετε πως είναι τόσο εύκολη. Μόνο ο Θεός μπορεί να βοηθήσει σε αυτή την αρκετά χρή­σιμη και ωφέλιμη κατανόηση.

Υπάρχει άφθονος, ποικίλος, σωματικός πόνος προερχόμενος συνήθως από πρόσκαιρες ή ανίατες α­σθένειες, που ταλαιπωρούν πολύ τον άνθρωπο. Υπάρ­χει επίσης πλούσιος ψυχικός πόνος, που μπορεί νάναι και πιο δυνατός του σωματικού. Πόνος που προέρχε­ται από ξαφνική ορφάνια, χηρεία, ξενιτεμό, προσφυ­γιά, πένθος, αποτυχία, αδυναμία, μειονεξία, στέρηση, έλλειψη, ανικανότητα, ανεπάρκεια, απόρριψη, απώ­λεια, φτώχεια, κακουχία, δυστυχία, ειρωνεία, εμπαιγ­μό, προδοσία, εξαπάτηση, ψέμα, επιορκία, βουλιμία, κατάχρηση, καταδίκη, φυλάκιση, απομόνωση, μονα­ξιά….

Υπάρχει ο πόνος του προδότη και του προδομέ­νου, του εκμεταλλευτή και του εκμεταλλευόμενου, του εξαπατούντα και του εξαπατώμενου. Πόνος της νο­σταλγίας, του έρωτος, του πάθους, του κενού, του ανι­κανοποίητου και ανολοκλήρωτου του ανθρώπου. Πό­νος της χαμένης ολότητος, των ενοχών, του ορθολο­γισμού, της εξουσιαστικότητος, των ψευδαισθήσεων, των διαψεύσεων, των φαντασιώσεων, των διαπροσω­πικών συγκρούσεων, δια κακιών, ζηλοτυπιών, ύβρε­ων, φθόνων, κατηγοριών, συκοφαντιών κι εχθροτή­των. Δυνατός ο πόνος του φόβου, επικείμενων κατα­στροφών, αγωνιών, υποκρισιών, απογνώσεων, απελπι­σιών, απαισιοδοξιών, μελαγχολιών, καταθλίψεων και θανάτων. Πόνος μεγάλος η αντιφατικότητα, η αμφιθυ­μία, η αμφιβολία, η αναποφασιστικότητα, η αναβλη­τικότητα. Επίσης η δικαιολόγηση της μετριότητος, της ρηχότητος, της καθημερινότητος, της αυτάρκειας, της υποκρισίας. Ακόμη το ξεγέλασμα του εαυτού μας, η ψυχολογική κατάρρευση, η συνεχής ανταγωνιστι­κότητα, η βάναυση εξουσιαστικότητα, η παράφορη κτητικότητα, η άκρατη πλεονεξία, ο ευδαιμονισμός, η κραιπάλη, η ασωτεία, η εμπάθεια, η κακότητα…

 

π. Φιλόθεου Φάρου

Tο μεγαλύτερο μέρος της κακοδαιμονίας που μαστίζει την εκκλησιαστική μας ζωή σήμερα οφείλεται στη διαστροφή της εκκλησιαστικής μας παραδόσεως, που είχε σαν συνέπεια τη διαστροφή του ήθους του λαού μας. σαν αποτέλεσμα αυτής της διαστροφής, το τωρινό μας ήθος είναι έκφραση μιας θρησκευτικής παραδόσεως ξένης και συχνά αντίθετης προς τη δική μας εκκλησιαστική παράδοση.

Μία περιοχή της εκκλησιαστικής μας παραδόσεως, της οποίας η διαστροφή έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στη σημερινή κακοδαιμονία της εκκλησιαστικής μας ζωής, είναι η περί ιερωσύνης διδασκαλία της Εκκλησίας μας.

Οι μισσιονάριοι, που έδρασαν πριν και μετά την Επανάσταση στο χώρο μας, σαν γνήσιοι προτεστάντες, πίστευαν ότι η προσφορά του κληρικού εξαρτάται αποκλειστικά από τις προσωπικές του ικανότητες. Με άλλα λόγια και σ’ αυτό το θέμα εφήρμοζαν, και συνεχίζουν βέβαια να εφαρμόζουν, τις ανθρωποκεντρικές τους πεποιθήσεις, που σε τελική ανάλυση είναι έκφραση μιας στυγνής ειδωλολατρίας, αφού καταργούν ουσιαστικά το Θεό και τον υποκαθιστούν με τον άνθρωπο.

Με βάση πάντως αυτές τις αντιλήψεις τους, οι προτεστάντες μισσιονάριοι, μετρούσαν την προσφορά των κληρικών με το μέτρο των προσωπικών τους ανθρωπίνων επιτευγμάτων, όπως η διαλεκτική σοφία, η εξωτερική ευσέβεια και πολύ συχνά η αγγλοσαξονική ευπρέπεια, που στο δικό τους σύστημα αξιών είχε πρωτεύουσα θέση.

Οι αντιλήψεις αυτές των προτεσταντών μισσιοναρίων επηρέασαν βαθειά το ήθος του λαού μας, επειδή κυρίως τις αποδέχτηκαν με φανατισμό οι διανοούμενοί μας. Αυτοί άρχισαν να ντρέπονται για τους κληρικούς μας που δεν μιλούσαν με το «σεις» και με το «σας», που έτρωγαν σκόρδο, που δεν χρησιμοποιούσαν το «μανδάμ» όταν απευθύνοντο στις….κυρίες και, προπαντός, που δεν ήξεραν να χρησιμοποιούν τη μάσκα της αγγλοσαξονικής ευπρέπειας για να κρύβουν την ανθρώπινή τους κατάντια.

Οι αντιλήψεις αυτές, που επιβάλλουν στην ανθρώπινη εμπειρία μία ολότελα ανυποψίαστη ειδωλολατρία, διαμόρφωσαν το ήθος μας έτσι, που τώρα οι πιο πολλοί από μας να έχουμε χάσει κάθε ελπίδα, επειδή τα είδωλα πια δεν πείθουν, και μερικοί «ευσεβείς» να αναζητούμε ακόμη κάποιον «καλό κληρικό» που κάνει «καλή λειτουργία», «καλό ευχέλαιο» ή που είναι «ενάρετος», για να βεβαιωθούμε ότι δεν έχουν χαθεί όλα και να αισθανθούμε ανακούφιση.

Μάλιστα, για την καλλιέργεια αυτού του κλίματος εδημιουργήθη ένα ολόκληρο κίνημα, που διέθετε, και ακόμη διαθέτει, διαπρεπείς και φλογερούς προφήτες, που, ευχαριστημένοι οι ίδιοι που περιελαμβάνοντο ή που περιλαμβάνονται στη χορεία των «καλών», προσέφεραν και συνεχίζουν να προσφέρουν με…ταπεινή αυταρέσκεια τον εαυτό τους, για να τον λατρέψουν τα πλήθη και εκφράζουν την ασυγκράτητη αποστροφή τους για όλους αυτούς, τους…ανάξιους κληρικούς, που η ύπαρξή τους αμαυρώνει τη λάμψη της δικής τους υπεροχής.

Η σωτηρία μας δεν οφείλεται ασφαλώς ούτε στα ανθρώπινα ούτε στους ανθρώπους. Τη Βασιλεία του Θεού τη δημιούργησε ο Θεός και Εκείνος την προσφέρει στον άνθρωπο. Δεν τη δημιουργεί και δεν την προσφέρει σ’ αυτόν ο κληρικός. Όμως ο κληρικός μπορεί να διευκολύνει ή να παρεμποδίσει την είσοδό του σ’ αυτήν, όπως έκαναν οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι στους οποίους έλεγε ο Χριστός: «Κλείετε την βασιλείαν των ουρανών έμπροσθεν των ανθρώπων, υμείς γαρ ουκ εισέρχεσθε, ουδέ τους εισερχομένους αφίετε εισελθείν» (Ματθ. 23,14).

Είναι επίσης γεγονός πως οι κληρικοί μπορούν περιστατικά να δυσχεράνουν την επικοινωνία μας με το Θεό, πως μπορούν να παρεμβληθούν ανάμεσα σε μας και σε Εκείνον, τόσο με την κακία τους όσο και με την «αρετή» τους.

Μάλιστα αν η κακία του κληρικού μπορεί να μας κρύψει περιστατικά τη θέα του Θεού, η «αρετή» του μπορεί να μας αποπροσανατολίσει τόσο, ώστε να βλέπουμε αυτόν ή κάποιον άλλο «ενάρετο» άνθρωπο αντί για το Θεό κι έτσι να βρεθούμε σ’ έναν πραγματικά πολύ μεγάλο πνευματικό κίνδυνο.

Ο πραγματικά ενάρετος κληρικός είναι αυτός που δεν κρύβει από τους ανθρώπους το Χριστό με τη δική του «αρετή». Η γνήσια αρετή δοξάζει το Θεό, στον οποίο πραγματικά οφείλεται, και όχι τον άνθρωπο, που μόνο γίνεται ο φορέας της.

Πάντως αυτό που τελικά έχει αποφασιστική σημασία είναι να βεβαιωθούμε ότι σωτήρας και λυτρωτής μας είναι ο Ιησούς Χριστός, που μπορεί να μας σώσει και όταν ακόμη έχει χαθεί κάθε ελπίδα απ’ την πλευρά των ανθρώπων. Γιατί «δύναται ο Θεός εκ των λίθων τούτων εγείραι τέκνα τω Αβραάμ» (Ματθ.3,9) και γιατί «παράκλητον έχομεν προς τον Πατέρα Ιησούν Χριστόν δίκαιον» (Ά Ιωάν. 2,1) ο οποίος «σώζειν εις το παντελές δύναται τους προσερχομένους δι’ αυτού τω Θεώ, πάντοτε ζων εις το εντυγχάνειν υπέρ αυτών» (Εβρ. 7,25).

Αν δεν αποκτήσουμε αυτή τη βεβαιότητα, θα διατρέξουμε οπωσδήποτε μεγάλο κίνδυνο, γι’ αυτό και η χριστιανική παράδοση ανέπτυξε μία θεολογία της ιερωσύνης, που μπορεί να μας προφυλάξει απ’ αυτόν.

Σύμφωνα λοιπόν μ’ αυτή τη θεολογία της ιερωσύνης, εφόσον ο λυτρωτής μας δεν είναι ένας άνθρωπος αλλά ο Χριστός και εφόσον ο κληρικός είναι φορέας της χάριτος που εκπηγάζει από το λυτρωτικό έργο του Χριστού, θα πρέπει να τιμούμε τον κληρικό με την πεποίθηση ότι τιμούμε τον Ιησού Χριστό και όχι το ανθρώπινο πρόσωπο του κληρικού και ότι από το Χριστό δια του κληρικού σωζόμεθα.

«Τίμα τους ιερείς με προσήλωση ως καλούς οικονόμους. Απόδωσε την οφειλομένη τιμή στο λειτούργημά τους και μην ερευνάς τις πράξεις τους. Όσον αφορά το λειτούργημά του ο ιερέας είναι ένας άγγελος, όσον αφορά τις πράξεις του είναι ένας άνθρωπος. Με το έλεος του Θεού έχει γίνει ένας μεσίτης ανάμεσα στο Θεό και στον άνθρωπο».

 Από το βιβλίο «ΚΛΗΡΟΣ, η ανεκπλήρωτη υπόσχεση πατρότητος». Εκδόσεις Ακρίτας

π. Χρήστου Ηρακλέους

Η έννοια του «ξένου» και η φιλάνθρωπη στάση προς αυτόν υπήρξε διαχρονικά βασικό γνώρισμα του ελληνικού πολιτισμού. Κατά τα ομηρικά χρόνια οι άνθρωποι έδιναν εξαιρετική σημασία στην αγάπη των ξένων, ανάγοντας τη φιλοξενία σε μια ηθική αρετή. Η ιερότητα της φιλοξενίας ήταν τόσο διαδεδομένη, γεγονός που την καθιστούσε αναπόσπαστο μέρος της ευλάβειας και του φόβου προς τους θεούς. Άνθρωποι ή λαοί που δεν ήταν φιλόξενοι δεν μπορούσαν να είναι ούτε δίκαιοι ούτε ευσεβείς.

Ο θεσμός αυτός της φιλοξενίας διατηρήθηκε αναλλοίωτος και απαράλλαχτος στους χριστιανικούς χρόνους και καλλιεργήθηκε με φιλάδελφο τρόπο στην ελληνική ανατολή. Η σπουδή της εκκλησιαστικής παράδοσης μπορεί να αποκαλύψει ότι η έγνοια για τον «άλλο», τον «ξένο», όχι μόνο δεν συνιστά εξαίρεση, αλλά αποτελεί βασικό άξονά της, ο οποίος μπορεί να μας τροφοδοτήσει σήμερα με σημαντικά κριτήρια για μια στάση αλληλεγγύης και κοινωνικής κριτικής.

          Κάτω από το φως της αγιογραφικής και πατερικής διδασκαλίας η φιλοξενίαθα πάρει μια ιδιαίτερη χροιά στην ἐν Χριστῷ εφαρμογή της· η αντιμετώπιση του «ξένου» και η φιλοξενία που οφείλει να παρέχει ο Χριστιανός απέναντί του, συνίσταται στην κένωση του εαυτού του και στην υποδοχή του «ξένου», η οποία αποτελεί αρχικό στάδιο στη συμμετοχή στο σχέδιο της απροϋπόθετης αγάπης του Θεού. Θεωρείται μια άσκηση πνευματική, μια ευκαιρία, για να φανερωθεί έμπρακτα στον Θεό η γνησιότητα της πίστης και της αγάπης που υπάρχει μέσα στην ανθρώπινη ύπαρξη.

Στην Καινή Διαθήκη η αρετή της φιλοξενίας κατέχει εξέχουσα θέση. Ο ίδιος ο Χριστός ξενιτεύτηκε από τον ουρανό και έζησε ως «ξένος» στη γη, για να φιλοξενήσει στην επουράνιο βασιλεία Του τον αποξενωμένο από τον Θεό άνθρωπο. Ο Χριστός συνελήφθη από την Παναγία στη Ναζαρέτ και γεννήθηκε στη Βηθλεέμ σαν «ξένος» μέσα σε στάβλο, όταν η Θεοτόκος αναγκάστηκε να μετακινηθεί για την απογραφή της οικογένειάς της. Στο θείο βρέφος πρόσφεραν δώρα ξενίας οι Μάγοι ανανεώνοντας έτσι ως «πατρῷοι ξένοι ἀλλήλοις» τη συνθήκη της διαθήκης του Αβραάμ. Στα πρώτα ήδη χρόνια της ζωής του, λόγω της απειλής του Ηρώδη, κατέφυγε στη γειτονική Αίγυπτο, για να ζητήσει άσυλο βιώνοντας έτσι την ξενιτεία ενός πολιτικού πρόσφυγα. Τέλος, έζησε περιπλανώμενος και ανέστιος, δεχόμενος σαν σπίτι του όλους τους τόπους· όταν οι μαθητές του τον ρώτησαν πού μένει, έδωσε τη χαρακτηριστική απάντηση: «αἱ ἀλώπεκες φωλεοὺς ἔχουσι καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατασκηνώσεις, ὁ δὲ Ὑιὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἔχει ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ».

Κορυφαία είναι η αναφορά του Κυρίου στη φιλοξενία ως εξαίρετη εκδήλωση της αγάπης και, επιπλέον, ως προϋπόθεση της σωτηρίας. Στην παραβολή της τελικής κρίσης ο ίδιος ο Χριστός εμφανίζεται ως «ξένος» που χρειάζεται φιλοξενία και φροντίδα. Με την παραβολή αυτή μας υποδεικνύει τη φιλάνθρωπο στάση την οποία πρέπει να τηρούμε έναντι «τῶν ἐλαχίστων ἀδελφῶν» μας. Στο πρόσωπο του κάθε συνανθρώπου μας συναντάμε καθημερινά τον ίδιο τον Χριστό. Γι’ αυτό κάθε προσφορά προς αυτόν αποτελεί προσφορά προς τον Χριστό. Η διακονία προς τον «ξένο» αποτελεί το βασικό κριτήριο για τη σωτηρία του ανθρώπου.

Τέλος, η ξενιτεία του Κυρίου κατά την επίγεια παρουσία και δράση Του καταγράφεται με ποιητικό τρόπο σε έναν από τους ωραιότατους ύμνους που ακούγονται στον όρθρο του Μ. Σαββάτου γύρω από τον επιτάφιο πάνω στον οποίο βρίσκεται απλωμένος άπνους στο σάβανό του ο Θεάνθρωπος. Η έκκληση του Ιωσήφ στον Πιλάτο να του δώσει τον «ξένο» αποτελεί έσχατη ένδειξη πρόσληψης της άκρας επίγειας ξενιτείας του Κυρίου: «. . . δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, τὸν ἐκ βρέφους ὡς ξένον ξενωθέντα ἐν κόσμῳ∙ δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν ὁμόφυλοι, μισοῦντες, θανατοῦσιν ὡς ξένον∙ δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν ξενίζομαι βλέπων τοῦ θανάτου τὸ ξένον∙ δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὅστις οἶδε ξενίζειν τοὺς πτωχοὺς καὶ τοὺς ξένους∙ δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν Ἑβραῖοι τῷ φθόνῳ ἀπεξένωσαν κόσμῳ∙ δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ἵνα κρύψω ἐν τάφῳ, ὃς ὡς ξένος οὐκ ἔχει τὴν κεφαλὴν ποῦ κλίνῃ . . .».

Μητροπολίτη Προικοννήσου Ἰωσήφ

Ἡ Εὐχαριστία ἤ Θεία Λειτουργία, δέν εἶναι μία ἁπλή προσευχητική συναξις τῶν πιστῶν, οὔτε ἕνα (ἀνάμεσα σέ πολλά) μυστήριο.  Ἕνα εἶναι τό Μυστήριον, τό παμμυστήριον, ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία, καί συνισταμένη τοῦ παμμυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ Θεία Εὐχαριστία τῶν πιστευόντων καί βεβαπτισμένων.

Ἡ σύναξι στήν Εὐχαριστία εἶναι βέβαια κίνησις ἀνθρώπινη, ἔργο τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ (ἐξ οὐ καί Λειτουργία), ἀλλά κυρίως εἶναι ἐνέργεια τοῦ Πνεύματος: «Σήμερον ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἡμᾶς συνήγαγε» ψάλλομε τήν Κυριακή τῶν Βαΐων, ἀλλ’ αὐτό ἀκριβῶς ἰσχύει γιά κάθε Θεία Λειτουργία.  Ὁ ὑπό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος συναγμένος λαός τοῦ Θεοῦ, ἐπικαλεῖται ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι τό Ἕνα Μεσίτην Θεοῦ καί ἀνθρώπων Κύριο Ἰησοῦ Χριστό («οὐδείς δύναται εἰπείν Κύριον Ἰησοῦν ἤ μή ἐν Πνεύματι Ἁγίω), δοξάζει δι’ Αὐτοῦ τόν Πατέρα, ἀκούει τήν φωνή Του ἀπό τά Ἁγιογραφικά ἀναγνώσματα (Ἀπόστολο καί Εὐαγγέλιο) καί τό ἱερό κήρυγμα, καί προσφέρει διά τῶν χειρῶν τοῦ Ἐπισκόπου (ἤ Πρεσβυτέρου) του στόν Θεό τόν ἄρτο τοῦ βίου του καί τόν οἴνο τῆς κατανύξεώς του, τόν κόπο κι τόν καρπό ὅλου τοῦ γεωργικοῦ ἔτους, δήλ. τά δικά Του πρός ἐμᾶς δῶρα, ὡς ἀντίδωρο εὐχαριστίας γιά ὅλες τίς φανερές καί ἀφανεῖς εὐεργεσίες Του πρός τό πλάσμα Του.

 

Αρχιμανδρίτου Βασιλείου Γοντικάκη

Ως ιερείς και ως άνθρωποι που ζούμε μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία, όταν ακούμε για τον Άγιο, θυμόμαστε αυθόρμητα μια ιερή στιγμή της Θείας Λειτουργίας, όταν ακριβώς πριν από τη Θεία Μετάληψη ο ιερέας λέει: «Τα άγια τοις αγίοις». Και τότε τα χάνει κανείς, και νιώθει ότι δεν είναι κανείς Άγιος, γι’ αυτό ο λαός απαντά με το στόμα των ψαλτάδων:  «Εις άγιος, εις Κύριος Ιησούς Χριστός εις δόξαν Θεού Πατρός Αμήν». Και ακριβώς επειδή υπάρχει αυτός ο εις Άγιος, ο εις Κύριος, γι’ αυτό ελπίζουμε και γι’ αυτό μπορούμε να σταθούμε στα πόδια μας. Και βλέπουμε ότι από τον Ένα Άγιο προέρχεται κάθε αγιότης και κάθε καλοσύνη και αυτός ο Άγιος είναι ο Ιησούς Χριστός, είναι ο Υιός του Θεού˙ αυτός ο Άγιος είναι ο Θεός.

Από το βιβλίο: «Το αρχέτυπο της Ορθοδοξίας στην πράξη: ο Άγιος»

 

Μοναχού Μωυσή Αγιορείτη

Οι ιερείς της Εκκλησίας μας είναι νοσηλευτές και η Εκκλησία μας θεραπευτήριο. Οι ιερείς πλησιά­ζουν τους ασθενείς για να τους απελευθερώσουν, να τους επαναπροσανατολίσουν, να τους ανορθώσουν δια της μετανοίας. Συμμετέχουν όσο μπορούν στον πόνο για να τους τον απαλύνουν και να κάνουν πιο ε­λαφρύ τον σταυρό τους. Είναι μεγάλη η παράκληση των πασχόντων όταν κατανοήσουν το νόημα του σταυρού τους. Η προσωπική άρση του σταυρού νοηματιζόμενη συντελεί στην ανόρθωση. Βλέποντας ο ταλαιπωρούμενος και δοκιμαζόμενος άνθρωπος τη δοκιμασία του ως θεία επίσκεψη και θεία παιδαγωγία μεταβάλλει τη στάση του, αντιμετωπίζει το πρόβλημα πολύ διαφορετικά, αν δεν γεμίζει χαρά γεμίζει πάντως ελπίδα. Η θεία Χάρη μπορεί να οδηγήσει σε αυτή την ωριμότητα τον σκληρά δοκιμαζόμενο. Εμείς θα πούμε τον καλό λόγο, αλλά η Χάρη του Θεού θα ολο­κληρώσει το έργο αυτό.

Το ευχολόγιο στα χέρια του ιερέως είναι πολύ πα­ρηγορητικό στις δύσκολες αυτές ώρες. Η σύνοψη ή το προσευχητάρι, με την Παράκληση της Παναγίας και τους υπέροχους Χαιρετισμούς, στα χέρια του α­σθενούς είναι φτερά ειρήνης. Η Παναγία, η μάνα ό­λων των πονεμένων, που πόνεσε τόσο πολύ και συ­μπονά όλους τους πονεμένους, δίνει μια γλυκειά πα­ραμυθία και μεγάλη ενίσχυση σε όλους. Μη φοβόμα­στε το ιερατικό πετραχήλι, τον τίμιο σταυρό, το άγιο έλαιο, τα τίμια και χαριτόβρυτα λείψανα, τον αγια­σμό, το αντίδωρο, τη θεία Κοινωνία.

Επανερχόμενοι στο δύσκολο ερώτημα γιατί ο Θε­ός να επιτρέπει να ταλαιπωρείται το πλάσμα του, να βασανίζεται και ν’ αγωνιά μέσα στον πολύ πόνο, τα­πεινά θα πούμε πάλι: Ο πόνος μας αφυπνίζει να ενδιαφερθούμε καλύτερα για τη μετάνοια, την ταπείνωση, την αναθέρμανση της πίστης μας και τη συμπόνια του πλησίον μας. Ο πόνος, σωματικός ή ψυχικός, μας ε­πισκέπτεται για κάποιο ιδιαίτερα σοβαρό λόγο. Για να ξαναδούμε την πορεία, τους στόχους και τον σκο­πό της εφήμερης ζωής μας. Είπαμε πως μερικές φορές ένας ψυχικός πόνος είναι δριμύτερος του σωματικού και ίσως και πιο δυσκολοθεράπευτος. Ο μεγάλος ψυ­χίατρος Γιούνγκ πάντως λέει πως το πρόβλημα του ψυχικώς πάσχοντος, κατά ασυγκρίτως ανώτερο λόγο ανήκει στον πνευματικό παρά στον ιατρό!

Άνθρωποι δίχως Θεό και ηθικές αρχές στον πόνο της ασθένειας διαλύονται και καταντούν αξιολύπητοι. Ο Θεός δεν τους αποστρέφεται, αλλά τους επισκέπτε­ται διαφορότροπα, με διάφορα φάρμακα για να τους θεραπεύσει κι όχι να τους πληγώσει και πικράνει. Ο θείος και ιερός Χρυσόστομος θαυμάσια συμβουλεύει να μη γογγύζουμε εύκολα με τα δυσάρεστα που μας βρίσκουν και μάλιστα να μη βλασφημούμε. Μήπως έτσι, λέει, θα γίνει πιο ελαφρύς ο πόνος μας; Ούτε χρειάζεται να πολυεξετάζουμε τους λόγους και τις αι­τίες και τις αφορμές και να ζητάμε πολλές εξηγήσεις για όλα αυτά που μας επιτρέπει η πανσοφία του Θεού. Να μη λησμονάμε ποτέ πως η παρούσα ζωή είναι στά­διο άθλων και αγώνων και η άλλη ζωή είναι επάθλων και αιώνιας ανάπαυσης. Στις δυσκολίες, τις συμφορές και τους πόνους να επικαλούμεθα τη σωστική βοή­θεια του Θεού με κάθε εμπιστοσύνη.

Πάντοτε παραμένει επίκαιρο το θέμα της ασθέ­νειας. Πολλοί οι ασθενείς στα σπίτια, στα νοσοκο­μεία, στους δρόμους. Είμαστε εμείς οι ίδιοι ασθενείς ή δικοί μας άνθρωποι. Σήμερα εμείς, αύριο άλλοι και το αντίθετο. Ο πόνος κτυπά όλες τις πόρτες, όλες τις ώρες αδιάκριτα, πλουσίων, φτωχών, νέων, ηλικιωμέ­νων, μορφωμένων, αμόρφωτων, όλων. Γιατί ν’ αρρω­σταίνουμε και γιατί να πονάμε; Το ίδιο ερώτημα επα­νέρχεται με δριμύτητα. Δεν είναι μόνο από τις αμαρ­τίες οι διάφορες αρρώστειες. Αρρώστειες πολλές και μεγάλες είχαν και οι άγιοι. Οι αρρώστειες μας κάνουν να θυμηθούμε τον λησμονημένο Θεό, να τον επικαλε­σθούμε, να συνδεθούμε μαζί του. Η μνήμη του Θεού συντείνει στην ειλικρινή μετάνοια. Οι αρρώστειες εί­ναι, αλήθεια, για να μας φέρουν πιο κοντά στον Θεό και όχι να μας απομακρύνουν από Αυτόν. Την πίστη μας στον Θεό αποδεικνύουμε με την υπομονή στις δο­κιμασίες και μάλιστα στον πόνο των ασθενειών.

Αν ο πόνος σ’ έκανε συμπονετικό κέρδισες. Αν η ασθένεια σ’ έφερε να θυμάσαι πιο πολύ τον ουρανό εί­σαι ευλογημένος και μακάριος. Αν ο πόνος σου κα­θάρισε τα μάτια, για να βλέπεις πιο βαθειά τα γεγονό­τα και τα πράγματα, τότε είσαι πλούσια κερδισμένος. Αν ο άγιος πόνος σ’ έκανε, αδελφέ μου, πιο καρτερι­κό, πιο γενναίο, πιο διαλλακτικό και ανεκτικό να ευ­χαριστείς εκ βαθέων τον Θεό που αρρώστησες. Γιατί αρρώστησες και κέρδισες τελικά έτσι. Δίχως πόνο έχεις πολλές κατακτήσεις, αλλά όχι αληθινές γνώσεις. Ο πόνος σμιλεύει και τελειοποιεί τον άνθρωπο. Δί­χως τον πόνο ο άνθρωπος θα ήταν σκληρός και ακα­τέργαστος. Ο πόνος γεννά τα δάκρυα και τα δάκρυα την κάθαρση. Τα δάκρυα ποτίζουν τα ευώδη άνθη της κατάνυξης, της συντριβής, της ευλάβειας, της ευσέ­βειας, της ευλογίας.

Δεν υπάρχει άνθρωπος δίχως πόνο. Πήγε κάποτε ένας να πει τον πόνο του σε κάποιον και δεν πρόλαβε και του είπε πρώτα ο άλλος τον πόνο του κι ήταν τό­σο πιο μεγάλος που δεν τόλμησε να πει τον δικό του. Δίχως τον πόνο θα είμασταν πιο πονεμένοι, πιο σκλη­ροί, πιο ανάλγητοι, πιο αδιάφοροι και πιο άγριοι. Κα­τά τον ιερό Χρυσόστομο δεν υπάρχει άνθρωπος στον κόσμο αυτό που να μη δοκιμάζει στη ζωή του πόνο. Αν δεν πονέσει σήμερα, θα πονέσει αύριο κι αν όχι αύριο σίγουρα μεθαύριο. Κύρια πηγή του πόνου η α­μαρτία.

Ο πόνος είπαν είναι ο φρουρός της υγείας. Σαν έ­να καμπανάκι μας αφυπνίζει. Αν δεν πονούσαμε δεν θα πηγαίναμε ποτέ στον ιατρό. Ο πόνος είναι σαν ένα σήμα κινδύνου, που εκπέμπεται για να μας γλυτώσει από τα χειρότερα. Αυτά ισχύουν και για το σώμα και για την ψυχή. Έτσι ο πόνος καταντά σ’ ευλογία και για το σώμα και για την ψυχή. Ο πόνος ακόμη καθίσταται σαν ένα προληπτικό εμβόλιο για να μη υπερηφανευόμεθα. Ο πόνος μπορεί να γίνει μία οδός επι­στροφής στον Θεό. Ο πόνος γεννά την ωραία και θεάρεστη συμπόνια. Ο πόνος δοκιμάζει την αγάπη μας στον Θεό. Ο πόνος μας ζυγίζει, μας σμιλεύει, μας καλλιεργεί, μας ωριμάζει, μας ωραιοποιεί.

 

«Όποιος θέλει να μην πέσει προσέχει»


Μητροπολίτη Λεμεσού Αθανασίου


Η αμαρτία και η αποτυχία είναι δίπλα μας κάθε στιγμή· είμαστε ζυμωμένοι με αυτό το πράγμα. Είναι πολύ φυσικό, γι’ αυτό και ο ταπεινός άνθρωπος προσέχει. Λέει κοίταξε προσέχω, δεν εκθέτω τον εαυτό μου. Ο ταπεινός προσέχει, ο υπερήφανος δεν προσέχει.
Πηγή: pemptousia.gr

«Πάντα χορηγετΠνεμα τὸ Ἅγιον» -

λίγα τιν περτοΤρίτου Προσώπου τς γίας Τριάδος

Πρωτ. Μιχαλ Βοσκο

          Ἡ ἡμέρα τς Πεντηκοστς χαρακτηρίζεται ς γενέθλιος μέρα τς κκλησίας. χι, βεβαίως, γιατδν πρχε πρν π ατν τν μέρα ἡ Ἐκκλησία. ἩἘκκλησία, σύμφωνα μτος κκλησιαστικος Πατέρες καΔιδασκάλους, προϋπρχε στ βουλ κατν πρόθεση τοΘεο καὶ ἀποτελετν πρώτη κτίση καδημιουργία Του. ναφέρεται σχετικστν “Ποιμένα” τοῦἙρμ, τι ἡ Ἐκκλησία “πάντων πρώτη κτίσθη· διτοτο πρεσβυτέρα, καδι ταύτην κόσμος κατηρτίσθη”. Ἡ ἀρχτς κκλησίας τοποθετεται στν πρώτη δημιουργία, τδημιουργία το πνευματικοκόσμου, τοκόσμου δηλαδτν γγέλων. στόσο καττν μέρα τς Πεντηκοστς ρχίζει μινέα περίοδος πάρξεως τς κκλησίας. Καττν μέρα τς Πεντηκοστς κα μτν πιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στος ποστόλους ρχίζει ἡ ἱστορικζωτς κκλησίας πτς γς ς τοζωντανοΣώματος τοΧριστο, ποζε μτ χαρίσματα κατν πενέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

          λόκληρο τὸ ἀπολυτρωτικὸ ἔργο τοΘεανθρώπου ησοΧριστοῦ ἀπέβλεπε κριβς σ᾿ ατν τστιγμή, τστιγμτς λεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τστιγμτς ν εἴδει πυρίνων γλωσσν πιφοιτήσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πτος γίους Μαθητς καὶ Ἀποστόλους. Πρν πτΠάθος Του Κύριος εχε πεστος Μαθητές Του, τι τος συμφέρει νὰ ἀπέλθει ὁ Ἴδιος, γι ν πέμψει πρς ατος τὸ Ἅγιο Πνεμα, τΠνεμα τς ληθείας. Κα πρν πτν νάληψή Του τος παρήγγειλε νμφύγουν πτὰ Ἱεροσόλυμα, λλ νὰ ἀναμένουν τν κάθοδο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. τσι λοιπν ἡ ἡμέρα τς Πεντηκοστς δν εναι μονάχα γενέθλιος μέρα τςκκλησίας, λλεναι ταυτοχρόνως καὶ ἡ κατ᾿ ἐξοχν μέρα ορτασμοτοΤρίτου Προσώπου τς γίας Τριάδος, τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Δευτέρα μεττν Κυριακτς Πεντηκοστς, λλ καὶ ὁλόκληρη ἡ ἑβδομάδα ποὺ ἀκολουθε, εναι φιερωμένες στ Πανάγιον καΖωοποιν Πνεμα. ναφέρεται στΣυναξάριο τς Δευτέρας μεττν Πεντηκοστὴ ὅτι ορτάζουμε “αττ πανάγιον καζωοποιν καπαντοδύναμον Πνεμα, τν να τς Τριάδος Θεόν, τὸ ὁμότιμον καὶ ὁμοούσιον καὶ ὁμόδοξον τ Πατρ κατΥἱῷ”.

          ταν παγγέλλουμε τΣύμβολο τς Πίστεως, μολογομε τι πιστεύουμε “ες να Θεόν”. Ὁ ἀληθινς Θες μως, στν ποον πιστεύουμε μες οΧριστιανοί, δν εναι οτε τὸ ἀκίνητον ν τοῦ Ἀριστοτέλη οτε ποιαδήποτε λλη φιλοσοφικὴ ἔννοια περβατικοῦ Ἀπολύτου, λλεναι κοινωνία Προσώπων, Θες Τριαδικός. Χωρς σ καμι περίπτωση ν μπορομε νμιλήσουμε γιτρες θεούς, φοττρία Πρόσωπα τς γίας Τριάδος εναι μοούσια, χουν δηλαδμία κατν ατοσία, μιλομε στόσο γιτρία Πρόσωπα, γιΘεν Πατέρα, Θεν Υἱὸν καΘεν γιον Πνεμα. Ττρία Πρόσωπα τς γίας Τριάδος δν ποτελον τρόπους φανερώσεως τοῦ ἑνς Θεοστν στορία, πως σφαλμένα σχυριζόταν αρετικς Σαβέλλιος, λλὰ ἀποτελον διαίτερες ποστάσεις, στε ν μπορομε νμιλομε γιΜονάδα ν Τριάδι καγιΤριάδα ν Μονάδι. Θεός, στν ποον πιστεύουμε, εναι νας καττν οσία τφύση καΤριαδικς καττΠρόσωπα τς ποστάσεις.

          Τὰ  τρία Πρόσωπα τς γίας Τριάδος χουν, πως εἴδαμε, μία κατν ατοσία. πίσης οἱ ἐνέργειές τους εναι κοινές. μως διακρίνονται μεταξύ τους πὸ ἕνα διαίτερο γνώρισμα, τὸ ὁποο νομάζεται στθεολογικγλώσσα προσωπικὸ ἢ ὑποστατικὸ ἰδίωμα κατὸ ὁποο ναφέρεται στμεταξύ τους σχέση. τσι λοιπν Θες Πατρ εναι κενος ὁ Ὁποος γενν προαιωνίως καὶ ἀϊδίως τν Υἱὸ καὶ ἐκπορεύει προαιωνίως καὶ ἀϊδίως τὸ Ἅγιο Πνεμα ντας πηγτς θεότητος, Θες Υἱὸς εναι κενος ὁ Ὁποος γεννται προαιωνίως καὶ ἀϊδίως πτν Πατέρα κατὸ Ἅγιο Πνεμα εναι κενο τὸ Ὁποο κπορεύεται προαιωνίως καὶ ἀϊδίως πτν Πατέρα καμόνο πτν Πατέρα. Τ προσωπικὸ ἢ ὑποστατικὸ ἰδίωμα το Πατρς εναι ς κ τούτου ἡ ἀγεννησία, τοΥοῦ ἡ ἐκ το Πατρς γέννηση κατοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἡ ἐκ το Πατρς κπόρευση. Ατν τσχέση τν Τριν Προσώπων τς γίας Τριάδος νατρέπει ντελς παπικδιδασκαλία περτοfilioque, διδασκαλία δηλαδ περτς κπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κ το Πατρς καὶ ἐκ τοΥο, μιδιδασκαλία ποεσήγαγαν ο Παπικο κα σ᾿ αττἴδιο τΣύμβολο τς Πίστεως. Μ᾿ ατν τδιδασκαλία νατρέπεται οσιαστικὰ ἡ ἰσορροπία στς σχέσεις τν Προσώπων τς γίας Τριάδος, φοτὸ ὑποστατικὸ ἰδίωμα το Πατρς ποδίδεται καστν Υό, νῶ ὑποτιμται σαφς τΤρίτο Πρόσωπο τς γίας Τριάδος, τὸ Ἅγιο Πνεμα σσχέση μτν Πατέρα κατν Υό, φο Πατρ καΥἱὸς χουν κάτι κοινμεταξύ τους ποδν τὸ ἔχει τὸ Ἅγιο Πνεμα.

          Τὸ Ἅγιο Πνεμα χαρακτηρίζεται πτος κκλησιαστικος Πατέρες καΔιδασκάλους ς ψυχτς κκλησίας. Εναι κενο ποσυγκροτεῖ ὁλόκληρο τὸν θεσμτς κκλησίας, πως τονίζεται σ᾿ἕνα διαίτερα γνωστστιχηρτοῦ Ἑσπερινοτς ορτς τς Πεντηκοστς, πτὸ ὁποο πήραμε κατν τίτλο ατοτοκειμένου. Χωρς τν πενέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καχωρς τ χαρίσματά Του δν μπορεοτε κκλησία νὰ ὑπάρξει, οτε Μυστήρια ντελεστον, οτε μολογία πίστεως νγίνει, οτε γιότητα βίου νὰ ἐπιτευχθε. Τὸ Ἅγιο Πνεμα εναι κενο τὸ Ὁποο μίλησε κασυνεχιζει νμιλδιτν Προφητν, κενο τὸ Ὁποο χαριτώνει καφωτίζει τος γίους νθρώπους, τελειοτος ερες κατΜυστήρια ποτελονται π ατούς, μεταβάλλει τν ρτο κατν ονο σΣμα καΑμα Χριστο, στε ν μπορομε νγινόμαστε σύσσωμοι κασύναιμοι Χριστο. Σὲ ἀντίθεση μτν παπικὴ ἐκκλησία, πού, πως εἴδαμε, ποβάθμισε σαφς τθέση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στν καθόλου κκλησιαστικζωή, στν ρθόδοξη κκλησία τ πάντα συντελονται μτν πίκληση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τ πάντα πιτυγχάνονται μτν χάρη κατν πενέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Κλείνοντας ατν τσύντομη ναφορά μας στΤρίτο Πρόσωπο τς γίας Τριάδος, θ πρέπει ντονίσουμε τι λόκληρη ζω καὶ ὁλόκληρος πνευματικς γώνας τοῦ Ὀρθοδόξου Χριστιανοῦ ἀποσκοπεστ ν᾿ ἀποκτήσει τ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, στ νγίνει δοχεο τς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος· ποσκοπεστελευταία νάλυση στ ν καταστήσει τγεγονς τς Πεντηκοστς διαρκς βίωμα στζωή του.

Ἀπό τὸ περιοδικὸ “Παράκληση”, Ἱερᾶς Μητροπόλεως Λεμεσοῦ

 

ΤΟ ΔΩΡΟ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ

Ἐπισκόπου Κάλλιστου Ware

Σχετικά μέ τό δῶρο τοῦ Παρακλήτου τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς τρία πράγματα εἶναι ἰδιαίτερα ἐντυπωσιακά:

Πρῶτο, εἶναι ἕνα δῶρο σ’ ὅλους τούς ἀνθρώπους τοῦ Θεοῦ: «καί ἐπλήσθησαν ἅπαντες Πνεύματος Ἁγίου». Τό δῶρο ἤ χάρισμα τοῦ Πνεύματος δέν ἀπονέμεται μόνο στούς ἐπισκόπους καί τόν κλῆρο, ἀλλά σέ κάθε βαπτισμένο. Ὅλοι εἶναι Πνευματοφόροι, ὅλοι εἶναι - μέ τήν κατάλληλη ἔννοια τῆς λέξης - «χαρισματικοί».

Δεύτερο, εἶναι ἕνα δῶρο ἑνότητας: «ἦσαν ἅπαντες ὁμοθυμαδόν ἐπί τό αὐτό». Τό Ἅγιο Πνεῦμα κάνει τούς πολλούς νά εἶναι ἕνα Σῶμα ἐν Χριστῷ. Ἡ κάθοδος τοῦ Πνεύματος τήν Πεντηκοστή ἀντιστρέφει τό ἀποτέλεσμα τοῦ πύργου τῆς Βαβέλ. Ὅπως λέμε στό Κοντάκιο τῆς γιορτῆς τῆς Πεντηκοστῆς:

Ὅτε καταβάς τάς γλώσσας συνέχεε,

διεμέριζεν ἔθνη ὁ Ὕψιστος•

ὅτε τοῦ πυρός τάς γλώσσας διένειμεν,

εἰς ἑνότητα πάντας ἐκάλεσε•

καί συμφώνως δοξάζομεν τό πανάγιον Πνεῦμα.

Τό Πνεῦμα φέρνει ἑνότητα καί ἀμοιβαία κατανόηση, ἱκανώνοντάς μας νά μιλᾶμε «ἐν μιᾷ φωνῇ». Μεταμορφώνει τά ἄτομα σέ πρόσωπα. Γιά τήν πρώτη Χριστιανική κοινότητα στά Ἱεροσόλυμα, στήν περίοδο ἀμέσως μετά τήν Πεντηκοστή, λέγεται ὅτι «εἶχον ἅπαντα κοινά» καί ὅτι «τοῦ πλήθους τῶν πιστευσάντων ἦν ἡ καρδία καί ἡ ψυχή μία», κι αὐτό θά’ ἔπρεπε νἆναι τό σημάδι τῆς κοινότητας τοῦ Χριστοῦ τῆς Πεντηκοστῆς σέ κάθε ἐποχή.

Τρίτο, τό δῶρο τοῦ Πνεύματος εἶναι ἕνα δῶρο διαφοροποίησης∙ οἱ γλῶσσες τῆς φωτιᾶς «διαμερίζονται» ἤ «χωρίζονται» καί κατανέμονται ἄμεσα στόν καθένα. Τό Ἅγιο Πνεῦμα δέ μᾶς κάνει μόνο ὅλους ἕνα, ἄλλα κάνει καί τόν καθένα μας διαφορετικό. Στήν Πεντηκοστή ἡ πολλαπλότητα τῶν γλωσσῶν δέν καταργήθηκε ἀλλά ἔπαψε νά εἶναι ἡ αἰτία τοῦ χωρισμοῦ∙ ὅπως προηγουμένως, ὁ καθένας μιλοῦσε στή δική του γλώσσα, ἀλλά μέ τή δύναμη τοῦ Πνεύματος ὁ καθένας μποροῦσε νά καταλάβει τούς ἄλλους. Γιά μένα τό νά εἶμαι Πνευματοφόρος σημαίνει ν’ ἀντιλαμβάνομαι ὅλα τά διακριτικά χαρακτηριστικά τῆς προσωπικότητάς μου• σημαίνει νά γίνω ἀληθινά ἐλεύθερος, ἀληθινά ὁ ἑαυτός μου μέσα στή μοναδικότητά μου. Ἡ ζωή μέσα στό Πνεῦμα ἔχει μιά ἀνεξάντλητη ποικιλία• εἶναι σφάλμα, καί ὄχι ἁγιότητα, ὅτι εἶναι ἀνιαρή καί μονότονη.

 

Διπλή αλήθεια

Γερόντισσας Αικατερίνης 

«Θαρσείτε, εγώ ειμί∙ μη φοβείσθε» (Ματ. 14,27). Σ’ αυτές τις πέντε λέξεις του Κυρίου, βλέπουμε κατά τρόπο ζωντανό και ανάγλυφο από τη μια την αδυναμία και μετριότητα του ανθρώπου και από την άλλη την αγάπη και Παντοδυναμία του Θεού

Κι αρχίζουμε με την περίπτωση του Αποστόλου  Πέτρου, που ζητά να περπατήσει πάνω στα κύματα. Στην αρχή ξεκινά καλά. Μόλις όμως εισέρχεται η ολιγοπιστία και η δειλία  στην ψυχή  του, αρχίζει να βυθίζεται και να κράζει με αγωνία και τρόμο, παρ’ όλον  ότι σαν ψαράς που ήταν θα γνώριζε ασφαλώς να κολυμπά. Κι ο Πέτρος  θα πνιγόταν, αν δεν ήταν εκεί μπροστά του ο Παντοδύναμος Κύριος, που τον πρόλαβε, τον έπιασε και τον έσωσε. Και μόλις μπαίνουν στο πλοίο κοπάζει και ο άνεμος. Το παράδειγμα αυτό του Πέτρου, μας δείχνει ότι δεν είμαστε μόνοι στις δύσκολες στιγμές της ζωής μας .Γι’ αυτό και δεν επιτρέπεται η συναίσθηση ότι είμαστε μικροί και αδύναμοι να μας οδηγεί σε δειλία και απελπισία  και να τα χάνουμε μπροστά στα εμπόδια και τις δυσκολίες της ζωής.

Αλλά, ούτε λόγω της ολιγοπιστίας μας να λησμονούμε τον Θεό και να πιανόμαστε από ψευδή και μάταια ανθρώπινα στηρίγματα. Αυτό που χρειάζεται είναι να ενθυμούμαστε στις στιγμές των δοκιμασιών μας  την αγάπη και  Παντοδυναμία του Κυρίου.

Γι’ αυτό η ορθή τακτική που πρέπει να ακολουθούμε, αφού και εμείς είμαστε αδύναμοι, είναι να εμπιστευόμαστε πλήρως   και τελείως και να στηριζόμαστε απόλυτα στη δύναμη και αγάπη Εκείνου που είναι Παντοδύναμος.

Στην περίπτωση αυτή, ας ενθυμούμαστε πάντοτε, εκείνο που  μας λέει ο Απόστολος Παύλος: «Όλα τα μπορώ, χάρη στο Χριστό που με δυναμώνει» (Φιλιπ. δ’13).

Αυτή λοιπόν ας είναι η ορθή τοποθέτησή μας μπροστά στη διπλή αλήθεια, ότι ο Κύριος  είναι Παντοδύναμος κι εμείς μικροί και αδύνατοι. Προσοχή, επομένως, από τον εγωισμό και την αλαζονεία και από την απελπισία  και την ολιγοπιστία.

 

Ο Θεός μας έκανε να είμαστε βασιλείς

Μητροπολίτη Λεμεσού Αθανασίου

Ο Θεός μας έκανε να είμαστε βασιλείς, δε μας έκανε να είμαστε ηττοπαθείς και δουλοπρεπείς. Αφού βασιλεύσουμε πρώτα στα πάθη και στην αμαρτία που μας δουλώνουν, μετά η ελευθερία η πνευματική γίνεται και βασιλεία ελεύθερη και πνευματική και στη φύση, άρα και στις αποφάσεις μας.


Πηγή: pemptousia.gr

Όχι μόνο με ψωμί: η άσκηση στην εποχή της κατανάλωσης

 Σταύρου Φωτίου

Η αρμονική κοινωνία του ανθρώπου με τον Θεό και, κατ᾽ επέκταση, με τον εαυτό του, τον συνάνθρωπό του και τη φύση, είναι η πρόταση ζωής που φανερώνει στους ανθρώπους ο Χριστός. Κάθε άνθρωπος καλείται να υποδεχθεί την αγάπη του Θεού, να κατανοήσει τον έσωθέν του κόσμο, να εκλάβει τον συνάνθρωπο ως αδελφό, να θεωρήσει τη φύση ως μέγα οίκο μέσα στον οποίο φιλοξενείται η ζωή. Για την επίτευξη της υπαρξιακής αυτής στοχοθεσίας απαιτείται προσπάθεια, πράγμα που στη θεολογική ορολογία ονομάζεται άσκηση.

Τα ιερά και τίμια της ζωής, τα βαθιά υπαρξιακά βιώματα, δεν επιτυγχάνονται αυτόματα αλλά προϋποθέτουν αγώνα πολλύ. Κατά συνέπεια η άσκηση βρίσκεται στους αντίποδες της μαγικής νοοτροπίας, χαρακτηριστικού γνωρίσματος του ανώριμου πνευματικά ανθρώπου. Ο αρχάριος της ζωής αναζητά έναν εύκολο τρόπο με τον οποίο θα λύσει διά μιας όλα του τα προβλήματα -οικογενειακά, οικονομικά, κοινωνικά. Στη μαγική θεώρηση της ζωής η προπαρασκευή και η προεργασία, ο μόχθος και ο κόπος, παραγνωρίζονται. Ο άνθρωπος επιζητεί να έχει το μέγιστο αποτέλεσμα καταβάλλοντας το ελάχιστο τίμημα. Η Εκκλησία, προβάλλοντας την άσκηση, καλεί τους ανθρώπους να εγκαταλείψουν τη μαγική νοοτροπία, κάθε φαντασιακή παντοδυναμία ή παθητική μοιρολατρία.

Η συνάντηση με τον Θεό και οι αυθεντικές ανθρώπινες σχέσεις απαιτούν διαρκή καλλιέργεια, βασική δε προϋπόθεσή τους είναι η νίκη επί της φιλαυτίας, δηλαδή της φιλοδοξίας, της φιληδονίας και της φιλοχρηματίας. Kάθε αυτοδικαίωση και φαρισαϊσμός, η αρχή της ήσσονος προσπάθειας και η δικαιολογία «για όλα φταίνε οι άλλοι», απορρίπτονται. Αθλούμενοι οι άνθρωποι, ενηλικιώνονται πνευματικά, που σημαίνει αναλαμβάνουν την ευθύνη τους για ό,τι συμβαίνει μέσα τους και ανάμεσά τους: ευθύνη όχι μόνο για αυτά που πράττουν αλλά και ευθύνη για αυτά που αποφεύγουν να πράξουν.

Στους καιρούς της κοσμικής επίδειξης και του «όλα επιτρέπονται» η άσκηση συγκρούεται με την καταναλωτική λογική, για την οποία τα πάντα είναι αναλώσιμα. Έτσι, η άσκηση θυμίζει ότι π.χ. στον γάμο και τη φιλία, στην εργασία και την αγωγή, οι άνθρωποι είναι πρόσωπα μοναδικά και ανεπανάληπτα, και συνεπώς μη αντικαταστατά. Οι όντως διαπροσωπικές σχέσεις είναι σχέσεις χάριτος και δωρεάς, υπερβαίνουν την ανταλλακτική αγοραπωλησία. Η άσκηση θα βοηθήσει τον άνθρωπο να τιθασσεύσει τον εγωκεντρισμό του για να φανερωθεί το εσύ και να αναδειχθεί το εμείς.

Τρεις δε είναι οι κύριες μορφές της: η προσευχή, η νηστεία και η αγρυπνία. Με την προσευχή ο άνθρωπος θα αφουγκραστεί τη φωνή του Θεού και θα ιεραρχήσει σωστά τις ανάγκες του. Τότε θα αναδυθεί σε υπεύθυνο πρόσωπο, που δεν προσδιορίζεται από κανένα βιολογικό ή κοινωνικό προκαθορισμό, αλλά ελεύθερα καλείται να κατευθύνει την ιστορία προς τη φιλοθεΐα και τη φιλανθρωπία και όχι προς το Άουσβιτς και τη Χιροσίμα. Με τη νηστεία θα διακρίνει τις πραγματικές από τις πλασματικές ανάγκες, το αναγκαίο από το περιττό. Έτσι θα μειώσει τις ανάγκες του στο ελάχιστο για να προσφέρει στον συνάνθρωπο το μέγιστο. Θα μάθει ότι ο συνάνθρωπος έχει ανάγκες, για τη θεραπεία των οποίων οφείλει να μεριμνά. Τότε θα μοιράζεται ό,τι έχει και ό,τι είναι: χρήματα και χρόνο, γνώσεις και πράγματα, στοργή και τρυφερότητα. Θα ανακαλύψει ότι όπως χωρίς βιολογική τροφή ο άνθρωπος πεθαίνει, παρόμοια πεθαίνει και χωρίς τροφή υπαρξιακή.

Μέγιστη δε υπαρξιακή τροφή του ανθρώπου είναι η κοινωνία του με τον Θεό, στην οποία θα βιώσει την ελευθερία και την αγάπη, τη δικαιοσύνη και την αδελφοσύνη. Με την αγρυπνία ο άνθρωπος θα αφυπνισθεί από την υπαρξιακή ύπνωση, θα θυμηθεί τον υπαρξιακό του προορισμό. Θα πιστοποιήσει εμπειρικά ότι μόνο η γενναιοδωρία και η καλοσύνη δεν χάνονται στο διάβα του χρόνου, μόνο η αυτοπροσφορά και η αυτοθυσία διασώζουν το πέρασμα του ανθρώπου στη γη. Θα αγωνισθεί για να εκλείψει ο θάνατος από ασιτία και ο θάνατος από νόημα ζωής, για να λαμπροφορήσει η ζωή και να καρπίσουν τα όνειρα. Με την άσκηση η Eκκλησία θυμίζει στον άνθρωπο τον έσχατο σκοπό της ζωής: τη θεογνωσία, που επιφέρει την αυτογνωσία, την κοινωνικότητα και τη φυσική θεωρία.

 

Το προνόμιο της αποτυχίας

Αρχιμ. Βασίλειου Γοντικάκη

Την «κοινωνία του Αγίου Πνεύματος» την δέχονται «τα μη όντα», οι «ανύπαρκτοι», οι ταπεινοί και υπάρχουν κάποιοι «ανύπαρκτοι που βγάζουν μία ευωδία που ανασταίνει νεκρούς», γι’ αυτό είναι δράμα να είσαι «επιτυχημένος».

Μητροπολίτη Λεμεσού Αθανασίου

Κι αν ακόμα αργήσουν να γίνουν τα πράγματα, όπως πιθανόν πρέπει να γίνουν, κι αν ακόμα φανεί ότι ο Θεός σιωπά και δεν ενεργεί και παραμείνει ο άνθρωπος μέσα στην εμπιστοσύνη του Θεού, τότε ο Θεός αποκαλύπτει πράγματι με θαυμαστό τρόπο τον εαυτό Του. Κανένας, λέγει η Γραφή, κανένας δεν ήλπισε επί Κύριον και καταισχύνθηκε. Λέει ο Δαβίδ ένα ωραίο λόγο: «Εμβλέψετε, κοιτάξετε στις αρχαίες γενεές, βρέστε μου ένα άνθρωπο ο οποίος ήλπισε επί Κύριον και εντράπηκε. Ένας άνθρωπος να βρεθεί που να πει ότι εγώ, είχα την ελπίδα μου στον Χριστό κι ο Χριστός δεν ανταποκρίθηκε. Δεν με βοήθησε. Μ’ εγκατέλειψε!» Κανένας!
Πηγή: pemptousia.gr

π. Βασιλείου Θερμού


Εμπειρία που μου εξωτερίκευσε πνευματικός: η Όλγα έρχεται για εξομολόγηση από τα 15. Ξαφνικά, στα 23 της, ξεκινά λέγοντας: ‘Πάτερ, δεν μπορώ πια να σας κάνω υπακοή’!
Εύλογα ακολούθησε η απορία του: ‘Πότε σου ζήτησα να μου κάνεις υπακοή;’ Πράγματι αυτός ο πνευματικός πιστεύει στην ελευθερία των ανθρώπων. Χρειάστηκαν αρκετές συζητήσεις και κάποιος χρόνος για να καταλάβει η Όλγα ότι το ξέσπασμά της είχε να κάνει με το πώς αντιλαμβανόταν αυτή τόσα χρόνια το δήθεν ‘καθήκον’ της και τις δήθεν προθέσεις του πνευματικού της. Πρώτο παιδί της οικογένειας, εξοπλισμένη με αυστηρό υπερεγώ, δυσκολεύθηκε να διακρίνει πότε και πώς πίεζε τον εαυτό της και έπνιγε τις επιθυμίες της στο όνομα της καλής εντύπωσης και της απροθυμίας να αναλάβει την ευθύνη της ιδιοπροσωπίας της. Στα ελλείμματα του πνευματικού καταγράφεται η αδυναμία του να αντιληφθή αυτή την αυτόβουλη καταστολή μιας ψυχής που προθυμοποιείται να γίνεται ‘βασιλικώτερη του βασιλέως’.
Ο γέροντας Σωφρόνιος διέκρινε αυτή την διαβάθμιση: «Το πρώτο γνώρισμα της ελευθερίας είναι η απροθυμία μας να εξουσιάζουμε οποιονδήποτε. Η επόμενη βαθμίδα είναι η εσωτερική μας χειραφέτηση από την εξουσία των άλλων πάνω μας». Αν η περίπτωση αυτή ανήκει στις εύκολα ιάσιμες και χωρίς σοβαρές επιπτώσεις, αξίζει να σταθούμε σε εκείνους που είναι τόσο βαριά αλλοτριωμένοι, ώστε αναζητούν σκόπιμα ή πνευματικό που καλλιεργεί την ανελευθερία ή οποιονδήποτε άλλον πνευματικό τον οποίο όμως εξωθούν διαρκώς σε πιεστικές στάσεις και συμπεριφορές απέναντί τους, μέσα από μια μαζοχιστική υποδομή. Εδώ δεν καταπιέζει ο πνευματικός αλλά οι ανάγκες του ψυχισμού οι οποίες δεν έχουν σε καμία υπόληψη το αυτεξούσιό τους. Ο εχθρός βρίσκεται μέσα από τα τείχη, γι’ αυτό και είναι δυσκολώτερα αντιμετωπίσιμος.
To τρομακτικό άγχος μπροστά στην ελευθερία (και στη συνακόλουθη ευθύνη) γίνεται πολυμήχανο και εφευρετικό. Ο άνθρωπος τότε πρόθυμα υποδουλώνεται στις άμυνές του, αρκεί να γευτή την ασφάλεια της παλινδρόμησης προς τους πρώιμους και γνώριμους ‘παραδείσους’ όπου κάποιος άλλος σκέφτεται και αποφασίζει αντί γι’ αυτόν. Άλλοτε η ψυχοπαθολογία αυτή αποτελεί συνέχεια της οικογενειακής δομής. Άλλοτε στηρίζεται εξ ολοκλήρου στη ενοχή. Άλλοτε πηγάζει από φόβο προς τις επιθυμίες και τα συναισθήματα, δηλαδή προς το ‘παθητικόν’ μέρος της ψυχής. Όποια και να είναι η συγκεκριμένη αιτία, σημασία έχει πως ο ψυχισμός δεν αντέχει το θεόσδοτο δώρο της ελευθερίας, ούτε στον εαυτό του ούτε και στους άλλους. Αυτό το δεύτερο έχει ως αποτέλεσμα να εξανίσταται ο ψυχισμός εναντίον εκείνων που δείχνουν να απολαμβάνουν τη ελευθερία τους, είτε εντός είτε εκτός Εκκλησίας. Ο πειρασμός του φθόνου είναι προφανής.
Εννοείται ότι στα πλαίσια αυτής της ασυνείδητης ανελευθερίας δεν μπορεί να γίνει λόγος για γνήσια πνευματική ζωή που θα αποδώσει καρπούς κατά Θεόν. Μόνο σε συμμόρφωση μπορούμε να ελπίζουμε. Ανήκει στην αποστολή του πνευματικού να αντιληφθή τη διαφορά μεταξύ συμμόρφωσης και εκούσιας αυτοπαράδοσης στον Χριστό με αγάπη και εμπιστοσύνη. Έτσι καθίσταται αναγκαία και πάντοτε επίκαιρη η συζήτηση για το κατά πόσο ο ίδιος ο πνευματικός έχει κατακτήσει στην πράξη αυτή τη διάκριση και συνεπώς για το τι είδους εσωτερικευμένο αντικείμενο αποτελεί γι’ αυτόν ο Θεός.

 

Λέγοντας «Χαίρετε», γνώριζε ότι λέγεις «Χριστός ανέστη»

με ένα άλλο τρόπο

Πρωτοπρ. Γεωργίου  Μεταλληνού

Ο αναστάσιμος χαιρετισμός, που διαμορφώθηκε στην Ελληνική γλώσσα και μεταδόθηκε σ’ όλους τους Ορθοδόξους και στον υπόλοιπο χριστιανικό κόσμο, είναι το «ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ»! Δεν είναι λόγος ευχής, αλλά χαιρετισμός και διακήρυξη της πίστεως στο γεγονός της Ανάστασης του Χριστού, με ότι αυτό συνεπάγεται για τον πιστό στον Χριστό άνθρωπο. Πόσοι όμως γνωρίζουμε ότι ο αναστάσιμος χαιρετισμός του Χριστού, αμέσως μετά την Ανάστασή Του, είναι ο (και πάλι) Ελληνικός λόγος «Χαίρετε»! Με αυτό τον χαιρετισμό απευθύνεται ο αναστάς Χριστός στις Μυροφόρες, μόλις βγήκαν από το «κενό μνημείο» (Ματθ. 28, 8-9). Η συνήθης αυτή ελληνική προσφώνηση, από την εποχή των Ομηρικών επών, αποκτά μιάν ιδιαίτερη πνευματική και χριστιανική σημασία. Η λέξη ανανοηματοδοτείται, εντασσόμενη σε ένα καθαρά αγιοπνευματικό πλαίσιο, και γίνεται το πρώτο «ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ» της χριστιανικής ιστορίας. Οι Μυροφόρες βγαίνουν από το μνημείο, στο οποίο πήγαν, για να τελέσουν τα συνήθη νεκρικά έθιμα στον νεκρό Χριστό, με ανάμικτα συναισθήματα «φόβου και χαράς» (Ματθ, 28, 8), κάτι το φυσιολογικό στη συνταρακτική πνευματική εμπειρία, που έζησαν, ακούοντας από τον Άγγελο, ότι ο Κύριός τους «ηγέρθη από των νεκρών» (στ.7). Ο λόγος, λοιπόν, του Χριστού προς αυτές «Χαίρετε», αποκτά ειδική σημασία, που μπορεί να προσδιορισθεί με τα ακόλουθα λόγια: «Μη φοβείσθε (Ματθ. 28, 5), αλλά χαίρετε! Να αισθάνεσθε χαρά, διότι η Ανάσταση, ως έκφραση της αγάπης του Θεού, νικά τον φόβο (Α’ Ιω. 1,18), αλλά και τον θάνατο, κάθε είδος θανάτου, διότι είναι πηγή ζωής, ζωής αιωνίου. Εκ του τάφου ανέτειλε ζωή και ελπίδα». Η Ανάσταση του Χριστού είναι, έτσι, πηγή χαράς και δεν μπορεί να εκφρασθεί αποδοτικότερα παρά με τον (Ελληνικό) χαιρετισμό «Χαίρετε»! Η λέξη δέχεται χριστιανικά μιάν υπέροχη υπέρβαση. Δεν μένει στην ενδοιστορική πραγματικότητα, σχετιζόμενη με πρόσκαιρα αγαθά («χαίρε, υγίαινε», και σήμερα «γειά-χαρά»), αλλά συνδεόμενη με υπερφυσικές εμπειρίες, όπως η μετοχή στην Ανάσταση του Χριστού και η βεβαιότητα για την νίκη πάνω στο θάνατο και την εξουσία του στον φθαρτό τούτο κόσμο. Ο πιστός στον Χριστό Έλληνας έχει σαφή γνώση, ότι με την προσφώνηση «Χαίρετε», που επαναλαμβάνει πολλές φορές την ημέρα, προσφωνεί τους άλλους με τον Αναστάσιμο λόγο του Χριστού καλώντας τους στη μετοχή στο γεγονός της Ανάστασης. Λέγοντας «Χαίρετε», γνώριζε ότι λέγεις «Χριστός ανέστη» με ένα άλλο τρόπο. 

 

Ἡ  λησμονημένη Παράδοση...

ἤ,

ποιός θυμᾶται σήμερα νὰ χαιρετίσει τὸν ἄλλον μὲ τό, «Χριστὸς Ἀνέστη»

π. Κωνσταντίνου Καλλιανού

Μέρες Ἀναστάσιμες, αἰσιόδοξες, φωτεινὲς καὶ μὲ τὴν Ἄνοιξη νὰ μεριμνᾶ, ὥστε ν᾿ ἀποτινάξουμε τὴν ὅποια στἀχτη τοῦ χειμώνα καὶ νὰ εὐελπιστοῦμε, ὅτι ὅλα, θὰ δρομολογηθοῦν στὸν  ἔγγοπο βίο μας, μὲ τὴ σφραγίδα τῆς ἀδιάλειπτης Παρουσίας Του καὶ στοργῆς.

Οἱ Ἐκκλησιὲς ἀκόμα εὐωδιάζουν ἀπὸ τὰ μῦρα τοῦ Ἐπιταφίου καὶ τῆς Ἀνάστασης. Τὰ κεριὰ στὰ μανουάλια ἀκόμα φωτίζουν μὲ τὸ ἀνέσπερο φῶς τῆς Ἀναστάσεως καὶ φωταγωγοῦν τὶς ψυχὲς τῶν πιστῶν, ὅμως μέσα στὸν κόσμο, στὸν κόσμο ποὺ δέχτηκε τὸν Ἐπιταφιο, ποὺ χάρηκε τὴν Ἀνάσταση, ποὺ γιόρτασε καὶ χάρηκε, μιὰ ἀδιαφορία γιὰ ὅλ᾿ αὐτὰ πλανᾶται. Ἀδιαφορία ντυμένη μὲ τὸ ἔνδυμα τῆς προοδευτικότητας καὶ τοῦ συγχρονισμοῦ, ὥστε νὰ μὴ φανοῦμε πὼς εἴμαστε καθυστερημένοι ἤ ἀνακόλουθοι τῶν ὅσων συμβαίνουν ἤ ἐξελίσσονται γύρω μας. Ἔτσι, μέρες ποὺ εἶναι, δὲν μπορεῖ νὰ θεωρεῖται σωστὸ ὥστε ὁ χαιρετισμὸς μεταξὺ τῶν πιστῶν νὰ εἶναι:

-Χριστὸς Ἀνέστη!

-Ἀλήθῶς, ὁ Κύριος!

Γιατὶ κάτι τέτοιο εἶναι παρωχημένο πιά. Δὲ χρειάζεται, γι᾿ αὐτὸ  καὶ λέγεται ἡ ἀόριστη φράση «Χρόνια Πολλά», ἔτσι ὤστε νὰ τὰ καλύψει ὄλα.

Ὅμως, ἔτσι ἔπρεπε νὰ ἐξελιχτοῦν τὰ πράγματα καὶ γιατί, τάχα;

Γιὰ νὰ εἴαστε τίμιοι μὲ αὐτὰ ποὺ πιστεύουμε καλὸ θὰ εἶναι νὰ σεβόμαστε ὅ,τι μᾶς παραδίδεται κι ὄχι νὰ τὸ ἀπορρίπτουμε χωρὶς νὰ τὸ ἐρευνήσουμε καλῶς.

Ἐπειδὴ ἄν σταθοῦμε μὲ σύνεση καὶ προσοχὴ πάνω στὸν χαιρετισμὸ αὐτόν, τότε θὰ καταλάβουμε πραγματικὰ τί σημαίνει Ἀνάσταση καὶ γιατὶ ἡ Ἐκκλησία γιὰ σαράντα ὁλόκληρες μέρες πανηγυρίζει τὸ μέγα αὐτὸ γεγονός: ὅτι δηλαδή, «Χριστὸς ἐγερθεὶς ἐκ νεκρῶν, ἀπαρχὴ τῶν κεκεοιμημένων ἐγένετο»  (ἱ. Χρυσόστομος). Αὐτὸ ἄλλωστε δὲν εἶναι καὶ τὸ μέγα ζητούμενο γιὰ τὸν κάθε θνητό;

Ἑπομένως γιατὶ νὰ πάψουμε νὰ τιμᾶμε τὴν ὅμορφη αὐτὴ συνήθεια τὼν προγόνων μας, ἡ ὁποία σὺν τοὶς ἄλλοις εἶναι καὶ μιὰ ὁμολογία γιὰ τὸν κάθε πιστὸ ὁ ὁποῖος, σύμφωνα μὲ τὰ ὄσα διακήρυξε τὴν ὥρα τοῦ Βαπτίσματός του καὶ τὸ ἀνανεώνει σὲ κάθε εὐχαριστιακὴ σύναξη, «προδοκᾶ Ἀνάσταση νεκρῶν..» (Σύμβολο τῆς Πίστεως);

Ἄς πάψουμε, λοιπόν, νὰ εἴμαστε συντονισμένοι μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ κόσμου, ποὺ εὔχεται ἀόριστα «Χρόνια πολλὰ» κι ἄς ζήσουμε τὴ χαρὰ τῆς Ἀναστάσεως μὲ τὸν ἀξεπέραστο χαιρετισμό,

-Χριστὸς Ἀνέστη

-Ἀληθῶς,Ἀνέστη.

Κυριακὴ τοῦ Θωμᾶ 2017

 

Φωτη Κόντογλου

Οι άνθρωποι έχουν στην καρδιά τους μεγάλο φόβο μήπως απομείνουν απροστάτευτοι και φτωχοί στη ζωή τους, και για τούτο, ο νους κι’ ο λογισμός τους είναι στο να μαζέψουν χρήματα η ν’ αποκτήσουν κτήματα κι’ άλλα πλούτη, για να τα ‘χουνε στην ανάγκη τους.

Και καλά για εκείνους που δεν πιστεύουν στον Θεό, και κρεμούνε την ελπίδα τους στα χρήματα και στ’ άλλα πλούτη. Άλλα τι να πει κανένας για εκείνους που λέγονται χριστιανοί, που πάνε στην εκκλησία και παρακαλούνε τον Θεό να τους βοηθήσει στη ζωή και που λένε πώς έχουνε την ελπίδα τους στον Χριστό, στην Παναγία και στους Αγίους, κι’ από την άλλη μεριά είναι φιλάργυροι, δεν δίνουνε τίποτα στ’ αδέλφια τους, τους φτωχούς, κι’ ολοένα μαζεύουνε χρήματα και πλούτη; Στη ζωή μου είδα πώς οι τέτοιοι λεγόμενοι χριστιανοί είναι οι περισσότεροι, κι’ απορεί κανένας πώς μπορούνε να συμβιβάσουν μία ζωή συμφεροντολογική, με τα λόγια του Χριστού, που λέει και ξαναλέει: «Μη φροντίζετε για το τι θα φάτε και για το τι θα πιείτε και για το τι θα ντυθείτε. Κοιτάξετε τα πουλιά, μήτε κοπιάζουν, μήτε μαζεύουν, κι’ όμως ο Πατέρας τους ο ουράνιος τα θρέφει. Κοιτάξετε με πόση μεγαλοπρέπεια είναι ντυμένα τα αγριολούλουδα, που κι’ ο ίδιος ο Σολομώντας δεν στολίσθηκε σαν αυτά τα τιποτένια λουλούδια. Λοιπόν, αν για το χορτάρι του χωραφιού, που σήμερα λουλουδίζει κι’ αύριο το καίγουνε στον φούρνο, φροντίζει ο Πατέρας σας που είναι στον ουρανό, ποσό περισσότερο θα φροντίσει για σάς, ολιγόπιστοι;».

Αυτά είναι λογία καθαρά, απλά, σίγουρα, και δείχνουν πώς πρέπει να είναι η βάση και το θεμέλιο της διδασκαλίας του Χριστού. Γιατί πώς μπορεί να έχει πίστη στον Χριστό ένας άνθρωπος, και μαζί να είναι κολλημένος στα χρήματα και στο συμφέρον, πολλές φορές μάλιστα περισσότερο κι’ από τους άθεους; θα πει πως νομίζει πώς θα ξεγελάσει τον Θεό. Άλλα «Θεός ου μυκτηρίζεται» δηλαδή, ο Θεός δεν περιπαίζεται.

Κι’ όμως, η πονηρή γνώμη του ανθρώπου όλα μπορεί να τα συμβιβάσει: Να είναι γαντζωμένος καλά στο χρήμα, δηλαδή στο διάβολο, που τον λέγει ο Χριστός Μαμωνά, Θεό της φιλαργυρίας, και τον ίδιο καιρό να παρουσιάζεται για χριστιανός, να πηγαίνει στην εκκλησιά, να κάνει σταυρούς και μετάνοιες, να κλαίει πολλές φορές από την αγάπη του για τον Χριστό, άλλα να μην μπορεί να ξεγαντζωθεί από τα λεφτά κι’ από τη μανία του παρά. Λογική δεν χωρά καθόλου σ’ αυτούς. Είναι ολότελα αναίσθητοι και πονηροί, κι’ ό,τι κάνουν το κάνουν για να το έχουν δίπορτο, κι’ ό,τι κερδίσουν. «Βάστα γερά», σου λέει, τα λεφτά, που είναι χειροπιαστά, άναβε και κανένα κερί, κάνε και καμιά μετάνοια, για να 'χεις το μέσο και με τον Χριστό. Αν βγούνε αληθινά τα λογία του για παράδεισο και για κόλαση, έχουμε κι’ από κει τη σιγουράντζα. Ό,τι και να γίνει, είναι κανένας κερδισμένος».

Ο Απόστολος Παύλος λέει: «Αν, ελπίζουμε στον Χριστό μοναχά για τούτη τη ζωή, είμαστε οι πιο ελεεινοί άνθρωποι». Γιατί οι ψευτοχριστιανοί παρακαλούνε τον Χριστό προπάντων για τις υποθέσεις τούτου του κόσμου, για τις δουλειές τους, για τη σωματική υγεία τους, για τα παιδιά τους, και μόλις σκοτεινιάσει η κατάσταση, αρχίζουν τα παράπονα γιατί ο Χριστός κι’ η Παναγία δεν τρέξανε να τους βοηθήσουν στις δουλειές τους, πολλές φορές σε τέτοιες δουλειές που είναι απάνθρωπες και που τους κάνουν να κακουργούν καταπάνω στ’ αδέλφια τους.

Ο Απόστολος Παύλος λέει πάλι αλλού: «Είναι κάλο να στερεώνετε την καρδιά σας με την ελπίδα στη χάρη του θεού, κι’ όχι με φαγητά (δηλαδή με σαρκικά και υλικά πράγματα), που μ' αυτά δεν ωφεληθήκαν όσοι αφιερώσανε τη ζωή τους σ’ αυτά, δηλαδή στο να μαζέψουν χρήματα, ξεγελώντας τον εαυτό τους πως μ’ αυτά εξασφαλίζονται». Γιατί «επελθών γαρ ο θάνατος, ταύτα πάντα εξηφάνισται».

Δεν υπάρχει κανένα πράγμα πιο σίγουρο από την ματαιότητα του κόσμου, κανένα. Όλη η ιστορία της ανθρωπότητας φανερώνει αυτή την απελπιστική ματαιότητα. Και όμως, πόσοι άνθρωποι στον κόσμο κάθισαν και σκεφθήκανε πάνω σ’ αυτό το φανερότατο και σιγουρότατο φαινόμενο, στη ματαιότητα, που θα ‘πρεπε ο κάθε άνθρωπος να το 'χει μέρα - νύχτα μπροστά του; Μα εμείς κάνουμε σαν το καμηλοπούλι (στρουθοκάμηλο), που χώνει το κεφάλι του στον άμμο για να μη βλέπει τον φονιά του, και θαρρεί πώς κρύφτηκε από αυτόν.

Ποσό αξιολύπητοι σ’ αυτό απάνω είναι οι σπουδαίοι άνθρωποι της γης! Ενώ βλέπουν καθαρά πώς το βάραθρο που κατάπιε όλους τους σπουδαίους από καταβολής κόσμου, και πώς τ’ ανοιχτό στόμα του περιμένει να τους καταπιεί κι’ αυτούς, εκείνοι δος του και καταγίνονται με «μάταια και ψευδή», με πολιτικές πονηριές, με πολέμους, με ψευτομεγαλεία παιδιακίσια, και με ανοησίες, που διαλαλώνται σ’ όλη την οικούμενη. Ω ανοησία εκείνων που τους λέει ο κόσμος σοβαρούς, μυαλωμένους, τετραπέρατους, μεγαλοφυείς! Τι φτώχεια αληθινά από κρίση κι’ από γνώση! Κι' από τέτοιους κυβερνιέται ο κόσμος. Η οι άλλοι που καταγίνονται με μανία στις μάταιες φιλοσοφίες και στις τέχνες, και τούς αποθεώνουν οι άλλοι, οι πολλοί που δεν έχουν κουκούτσι κρίση, ενώ ξέρουν καλά πώς δεν θα περάσει πολύς καιρός πού θα σβήσουν όλοι από τον κόσμο!

Απόσπασμα από το βιβλίο του Φώτη Κόντογλου, Ασάλευτο θεμέλιο, Έκδ. Ακρίτας

Μητροπολίτη Λεμεσοῦ Γέροντος Ἀθανασίου

 

Σήμερα ἡ Ἐκκλησία ὀφείλει νά ἀποδείξει ὅτι ὄντως ὁ Χριστός ἀνέστη καί ἐμεῖς εἴμαστε ἀναστημένοι. Καί πῶς θά τό ἀποδείξουμε; Πῶς ἡ Ἐκκλησία σήμερα θά ἀπαντήσει σέ αὐτό τό ἀμείλικτο ἐρώτημα τοῦ θανάτου τοῦ ἀνθρώπου; Μᾶς τό ἀπάντησε ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἐκείνη τή νύχτα, «τῇ μιᾷ τῶν Σαββάτων», τή λαμπροφόρο ἐκείνη νύχτα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου. Λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος:  «μηδείς φοβείσθω θάνατον! Ἠλευθέρωσε γάρ ἡμᾶς ὁ τοῦ Σωτῆρος θάνατος». Τί μεγάλος λόγος εἶναι αὐτός μέσα ἀπό τήν ἐμπειρία τῶν Ἁγίων! Μέσα ἀπό τό παραλήρημα τῆς χαρᾶς τῆς Ἀναστάσεως ἔρχεται ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος καί λέει, κανένας σας νά μήν φοβᾶται τόν θάνατο, «μηδείς φοβείσθω θάνατον! Ἠλευθέρωσε γάρ ἡμᾶς ὁ τοῦ Σωτῆρος θάνατος», κανένας σας νά μήν κλαίει γιά τά πταίσματα καί τά λάθη του, διότι ἀπό τόν τάφο ἀνέτειλε ἡ συγγνώμη. «Μηδείς θρηνείτω πενίαν», κανείς νά μήν κλαίει γιά τή φτώχια του, διότι ἀνέτειλε ἡ κοινή βασιλεία ἀπό τόν τάφο τοῦ Χριστοῦ. «Ἀνέστη Χριστός καί νεκρός οὐδείς ἐν τῷ μνήματι!» Ἀνέστη ὁ Κύριος καί κανένας νεκρός δέν εἶναι μέσα στό μνῆμα. Γιατί; Διότι αὐτός εἶναι ἡ Ἀνάστασή μας.

 

Εὔχομαι ὁλόψυχα, ὁ Θεός, ὁ ζωντανός Θεός, Αὐτός ὁ ὁποῖος καλεῖ τόν ἄνθρωπο εἰς τήν πανήγυριν τῆς δόξης τῆς βασιλείας Του, νά δώσει καί σέ μᾶς τή μεγάλη ἐμπειρία, νά ὑπερβοῦμε τά παρόντα, νά ξεπεράσουμε τόν θάνατο, νά διαλύσουμε τό σκότος τοῦ μνήματος τοῦ παρόντος αἰῶνος καί νά γευθοῦμε τή μεγάλη ἐμπειρία τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ. Νά καταλάβουμε ὅτι ὁ Χριστός γιά μᾶς εἶναι πατέρας μας, εἶναι ἀδελφός μας, εἶναι φίλος μας, εἶναι ἡ ζωή μας ἡ ἴδια. «Αὐτός ἐστιν ἡ χαρά καί ἡ ζωή καί ἡ Ἀνάστασις ἡμῶν»!

 

Αρχιμ. Φιλόθεου Μαχαιριώτη

Άνοιξη κι η φύση ντυμένη τα καλά της, συνθέτει μια πολύχρωμη εικόνα, μυρωδιών και ήχων, που αποτελούν ό,τι έχει περάσει «από τη μνήμη στην καρδιά».

Το ένα κερί παίρνει τη θέση του δίπλα στο άλλο στο μανουάλι κι οι χριστιανοί τη θέση τους μέσα στην εκκλησία. Λαμπροφορεμένη η εκκλησία, λαμπροφορεμένος ο κόσμος, αστράφτουν τα πρόσωπα. Έφτασε η Λαμπρή: «Χριστός Ανέστη! Νέοι, γέροι και κόρες, όλοι, μικροί, μεγάλοι, ετοιμαστείτε. Μέσα στις εκκλησιές τις δαφνοφόρες, με το φως της χαράς συμμαζωχτείτε. Ανοίξτε αγκαλιές ειρηνοφόρες, μπροστά στους Αγίους και φιληθείτε. Πέστε: Χριστός Ανέστη, εχθροί και φίλοι». («Η ημέρα της Λαμπρής», Διονύσιος Σολωμός). Ανοίγουν τα ροδοπέταλα της καρδιάς κάθε χριστιανού, για να δεχθεί μέσα της το χαρμόσυνο μήνυμα: Χριστός Ανέστη! Η φύση, οι άνθρωποι, οι άγγελοι κι ο Ίδιος ο Χριστός, κατά τον Άγιο Ιωάννη το Χρυσόστομο, συνεορτάζουν τη νίκη της ζωής κατά του θανάτου. Ας μη μείνει κανείς  έξω απ’ αυτή τη μεγάλη γιορτή: «εισέλθετε πάντες εις την χαράν του Κυρίου».

Το Πάσχα συμβολίζει το ξεκίνημα μιας νέας ζωής. Ο κάθε χριστιανός που αποβάλλει από μέσα του την αμαρτία προστρέχοντας στο λουτρό της μετάνοιας, που με συντετριμμένη καρδία συμμετέχει στο ύψιστο των μυστηρίων, τη Θεία Ευχαριστία, αυτός ενώνεται με το Χριστό και αναγεννιέται. Κατά τον Άγιο Συμεών το Νέο Θεολόγο, όταν εμείς οι άνθρωποι εξερχόμαστε από τον κόσμο και εισερχόμαστε με την εξομοίωση των παθημάτων του Κυρίου στον τάφο της μετανοίας και της ταπεινώσεως, Αυτός ο Ίδιος κατεβαίνει από τους ουρανούς, εισέρχεται στο σώμα μας σαν σε τάφο, ενώνεται με τις νεκρωμένες πνευματικά ψυχές μας και τις ανασταίνει. Έτσι παρέχει τη δυνατότητα σ’ εκείνον που συναναστήθηκε μαζί του να βλέπει τη δόξα της μυστικής του αναστάσεως.

Η ανάσταση της ψυχής είναι η ένωσή της με τη Ζωή και το ξεκίνημα μιας νέας, εν Χριστώ ζωής. Αυτή είναι η νέα διάσταση, που δίνει στη ζωή μας η Ανάσταση του Κυρίου μας. Γι’ αυτό και η Ανάσταση δεν τελειώνει εκείνο το βράδυ, ούτε διαρκεί μόνο μία εβδομάδα. Η Ανάσταση είναι ένα γεγονός, που οι χριστιανοί βιώνουν καθημερινά.  Η Ανάσταση του Χριστού μάς γεμίζει με φως, χάρη, χαρά, ελπίδα και νοηματοδοτεί τη ζωή μας. Κατά τον ιερό Χρυσόστομο, ο Χριστός ανέστη και μαζί του συνανέστησε την οικουμένη. «Και αυτός μεν ανέστη θραύσας τα δεσμά του θανάτου, ημάς δε ανέστησε συντρίψας τας αλυσίδας των αμαρτιών μας». Ο Χριστός με την Ανάστασή Του ελευθερώνει όλη την ανθρωπότητα και τον κάθε άνθρωπο ξεχωριστά από το βαρύ φορτίο των αμαρτιών του. Γι’ αυτό πλεόν «μηδείς οδυρέσθω πταίσματα˙ συγγνώμη γάρ εκ του τάφου ανέτειλε.» Ας μην απελπιζόμαστε για τις αμαρτίες μας. Τώρα υπάρχει σωτηρία. Τώρα υπάρχει τρόπος επιστροφής. Η θυσία του Χριστού πάνω στο Σταυρό δεν αφήνει περιθώρια απόγνωσης κι απελπισίας, αλλά φωτίζει το δρόμο της ελπίδας με οδηγό την αληθινή μετάνοια και την ταπείνωση.

«Ας εορτάσωμεν, λοιπόν, την εορτήν της Αναστάσεως του Κυρίου. Είδες το κατόρθωμα της Αναστάσεως; Είδες την φιλανθρωπίαν του Κυρίου; Είδες μέγεθος φροντίδος;», πανηγυρίζει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος και μας προτρέπει να ευγνωμονούμε τον Κύριό  μας για τη μεγάλη του φιλανθρωπία και ανεξάντλητη αγάπη. Ας χαιρετούμε καθημερινά το συνάνθρωπό μας προσφωνώντας τον «Χριστός Ανέστη, χαρά μου!», όπως συνήθιζε ο Άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ, σκορπώντας παντού το χαρμόσυνο μήνυμα της Αναστάσεως.

 

«Ἀναστάσεως ἡμέρα, λαμπρυνθῶμεν λαοί,

Πάσχα, Κυρίου Πάσχα»

 

 Ἡγουμένου Ἱ. Μ. Μαχαιρᾶ, Ἐπισκόπου Λήδρας Ἐπιφανίου

 

 

 

Πραγματικά! Τί σπουδαία ἡμέρα! Τί λαμπρή ἡμέρα! Τί ὁλόφωτη ἡμέρα! Τί χαρούμενη ἡμέρα! «Καί τήν χαράν ἡμῶν οὐδείς αἴρει ἀφ᾽ ἡμῶν» μᾶς εἶπεν ὁ Κύριος καί μᾶς παρήγγειλε: «Πορευθέντες ἀπαγγείλατε ἐν τοῖς ἔθνεσιν ὅτι Κύριος ἐβασίλευσε, καί γάρ κατώρθωσε τήν οἰκουμένην ἥτις οὐ σαλευθήσεται», διότι ὑμεῖς «ἔσεσθέ μοι μάρτυρες» (Πρ. α´ 8) τῆς Ἀναστάσεως. Μαρτυροῦμεν καί κηρύττομεν στεντορείᾳ τῇ φωνῇ: «Ποῦ σου, θάνατε, τό κέντρον; Ποῦ σου, ᾍδη, τό νῖκος; Ἀνέστη Χριστός, καί σύ καταβέβλησαι. Ἀνέστη Χριστός, καί πεπτώκασι δαίμονες. Ἀνέστη Χριστός, καί χαίρουσιν ἄγγελοι» (Κατηχητικός Λόγος Ἁγ. Ἰωάννου Χρυσοστόμου), καί χαίρουσιν ἄνθρωποι, καί χαίρει σύμπασα ἡ κτίσις. Γι᾽ αὐτό ἀναφωνεῖ ὁ Ἅγ. Σεραφείμ: «Χριστός ἀνέστη! Χαρά μου!»

Ὁ θριαμβευτικός αὐτός παιάνας σπάει τίς σιδηρόφρακτες πύλες τοῦ ᾍδη· φωταγωγεῖ τά ἀνήλια βασίλεια τῆς καταχνιᾶς, τοῦ σκότους, τῆς κατάθλιψης· ἐλευθερώνει σύνολον τόν ἄνθρωπον ἀπό τήν αἰχμαλωσίαν τοῦ θανάτου· ἐγκαινίζει τό πρόσωπον· νεουργεῖ τήν κτίσιν· μεταμορφώνει τό εἶναι τοῦ ἀνθρώπου· ἐνδοξάζει τόν ἄνθρωπον ψυχῇ τε καί σώματι.

Ἡ ἀπελπισία φυγαδεύεται καί ἡ ἐλπίδα εἰσέρχεται, στερεώνεται μέ τήν πίστιν καί περιτειχίζεται μέ τήν ἀγάπην. Ἡ Ἀγάπη ἐνοικεῖ στήν ἀγάπην, ὁ Θεός ἐνσαρκώνεται καί ἐνοικεῖ στήν ἀνθρωπότητα, μεταδίδει αὐτό πού ἔχει, τήν θείαν του Χάριν, στήν ἀνθρωπότητα. Ἡ λύπη παύει, διότι ἐκ τοῦ τάφου ἡ χαρά ἀνέτειλεν. Καί αὐτή ἡ χαρά δέν εἶναι ἰδέα, δέν εἶναι φαντασία, δέν εἶναι συναίσθημα, δέν εἶναι... πρᾶγμα ἀνθρώπινον. Ἡ Χαρά αὐτή, ὁ Χριστός ἐστι. «Ἀνάστασιν Χριστοῦ θεασάμενοι, προσκυνήσωμεν ἅγιον Κύριον Ἰησοῦν... ἰδού γάρ ἦλθε διά τοῦ σταυροῦ χαρά ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ...». Ὁ Κύριος ἡμῶν «Ἰησοῦς Χριστός, χθές καί σήμερον ὁ αὐτός καί εἰς τούς αἰῶνας» (Ἑβρ. ιγ´ 8). Καί ὁ Κύριος μᾶς προτρέπει: «Ὁ τρώγων μου τήν σάρκα καί πίνων μου τό αἷμα ἐν ἐμοί μένει, κἀγώ ἐν αὐτῷ» (Ἰωάν. στ´ 56). «Ταῦτα λελάληκα ὑμῖν, ἵνα ἡ χαρά ἡ ἐμή ἐν ὑμῖν μείνῃ καί ἡ χαρά ὑμῶν πληρωθῇ» (Ἰωάν. ιε´ 11).

Τότε, ὁ μέγας λίθος τοῦ μνημείου τῆς καρδιᾶς μας, πού εἶναι ἡ ἁμαρτία καί ἡ ἀσέβεια, θά μετακινηθεῖ ἀπό τόν ἄγγελον τοῦ Θεοῦ πού θά μᾶς στείλει, τόν πνευματικόν μας καθοδηγητήν στήν ὁδόν τοῦ Κυρίου, καί θεραπευτή Θεοῦ τῆς ἀσθενείας τοῦ εἶναι μας, νοουμένου ὅτι ἐμεῖς θά τηρήσουμε τάς ἐντολάς μέ ὑπακοήν, καί θά ἀγωνιστοῦμε νομίμως καί ἀξίως τῆς κλήσεώς μας. Τότε θά δοῦμε τόν ἑαυτό μας μετά φόβου καί χαρᾶς μεγάλης νά τρέχει, γιά νά ἀπαγγείλει πᾶσι τοῖς μακράν καί τοῖς ἐγγύς, στούς γνωστούς καί στούς ἀγνώστους, στούς πιστούς καί στούς ἀπίστους, τά μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ ὡς μάρτυρας τῆς Ἀναστάσεώς Του.

Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός εἶναι τό πᾶν. Ἄς ἀνοίξωμε τήν καρδιά μας καί ἄς τόν παρακαλέσωμε: Ἔρχου, Κύριε Ἰησοῦ, ἐλθέ καί σκήνωσον ἐν ἐμοί, καί ἀπέλασον ἀπ᾽ ἐμοῦ τήν σκοτόμαιναν, καταλαμπρύνων με τῷ φωτί τοῦ προσώπου σου, καί δίωξον τά πονηρά πνεύματα τά καθ᾽ ἑκάστην πολεμοῦντά με καί τήν ψυχήν μου ζητοῦσι τοῦ θανατῶσαι, παρέχων μοι τήν ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν καί τήν τοῦ Πνεύματος δωρεάν εἰς ἐλευθερίαν, ἐκρίζωσον τά πάθη τά τυραννοῦντά με, ἐμφυτεύων τά πολυπίκοιλα ἄνθη τῶν ἀρετῶν εἰς τόν λειμῶνα τῆς ψυχῆς μου. Ἔνδυσόν με ἔνδυμα γάμου, κατακοσμῶν με τόν πλοῦτον τῶν χαρισμάτων σου, καί θῆσον ἐπί τήν κεφαλήν μου στέφανον ἐκ λίθων τιμίων, ἵνα μή εὑρεθῶ γυμνός καί κατησχυμμένος, ἀποπεμπόμενος μακράν ἀπό σοῦ. Ἀξίωσόν με τῆς εἰσόδου τῶν Ἁγίων σου ἐν τῇ Βασιλείᾳ σου, ὅπου ἦχος καθαρός ἑορταζόντων καί φωνή ἀγαλλιάσεως καί χαρά ἀνεκλάλητος, χαίροντα καί ἀγαλλόμενον τῇ παγκάλῳ θέᾳ τοῦ προσώπου σου, εὐφραινόμενον μετά πάντων τῶν Ἁγίων τῶν ἀπ᾽ αἰώνων σοι εὐαρεστησάντων εἰς δόξαν σήν, τοῦ μονογενοῦς Υἱοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, μετά τοῦ ἀνάρχου σου Πατρός καί τοῦ Παναγίου Πνεύματος, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

 

π. Κωνσταντίνου Καλλιανού

Γι᾿ ἄλλη μιὰ χρονιὰ κι ἐτούτη τὴ βραδυὰ τοῦ Μ. Σαββατου σιωπηλοὶ βαδίζουμε πρὸς τὸ ναό,  ὥστε νὰ ζησουμε μὲ λαμπρότητα καὶ  κατάνυξη τὶς κορυφαῖες καὶ ἀθάνατες στιγμὲς τῆς Ἀναστάσεως. Πορευόμαστε μὲ τὴν ἀναστάσιμη λαμπάδα στὸ χέρι καὶ στοχαζόμαστε, πόση εὐφροσύνη καὶ εὐλογία ἀκτινοβολοῦν στὴν πληγωμένη μας ψυχὴ αὐτὲς οἱ πάντιμες στιγμές. Στιγμὲς δέους καὶ αἰσιοδοξίας καθὼς εἶναι, ποὺ μόνο ὁ συνειδητὰ πιστὸς μπορεῖ νὰ βιώσει, νὰ αἰσθανθεῖ, νὰ καταννοήσει. Ὁ πιστός, ποὺ σημαίνει ὁ συμμέτοχος στὸ μεγαλο κι εύεργετικὸ  γεγονὸς τοῦ θείου Πάθους. Γιατὶ δὲν μπορεῖς νὰ ξεπεράσεις «τὸν δι᾿ ἡμᾶς Σταυρωθέντα Κύριον...», ἀλλὰ καὶ «τὴν θεόσωμον Ταφήν Του, καὶ τὴν εἰς ᾍδου Κάθοδόν Του... δι' ὧν τῆς φθορᾶς τὸ ἡμέτερον γένος ἀνακληθέν, πρὸς αἰωνίαν ζωὴν μεταβέβηκε». Ἐπειδὴ τότε θὰ εἶναι μεγάλη ἡ ἀγνωμοσύνη καὶ χαμένος ὁ χρόνος γιὰ ὅσους ἔρχονται στὴν ἐκκλησιὰ  νὰ «παρακολουθήσουν» μονάχα,  τὴν Τελετὴ τῆς Ἀναστάσεως. Ἔτσι, γιὰ τὸ καλό!!! Ἀλήθεια, ποιὸ καλό, ὅταν αὐτὸ δὲ φέρει τὴ σφραγίδα τῆς συμπόρευσης καὶ συναναβάσεως μὲ Ἐκεῖνον;

Συμπόρευση, λοιπόν,  ποὺ δὲν εἶναι ἁπλῶς μετοχή, ἀλλὰ πάνω ἀπ᾿ ὅλα εἶναι ἀφιέρωση, διότι μόνάχα ἄν συνιειδητοποιήσουμε τὶς εὐεργεσίες του καὶ πάνω ἀπ᾿ ὅλα ὅτι «Οὗτος τὰς ἁμαρτίας ἡμῶς φέρει καὶ περὶ ἡμῶν ὀδυνᾶται» (Ἤσ.53, 4 ) , τότε θὰ ἀνακάλύψουμε μέσα στὴν ἀποψινὴ βραδυὰ τὸ κλειδί,  ποὺ θὰ μᾶς ἀνοίξει τὴν θύρα τοῦ Παραδείσου. Αὐτήν,  ποὺ ἀπὸ ἀνοησία κλείσαμε πίσω μας, πιστεύοντας πὼς μακρυά Του θὰ τὰ καταφέρουμε. Κι ὅμως...

Φορτωμένοι ἀπόψε τοὺς βασανισμοὺς τῆς καθημερινότητας, ποὺ δὲν ἔχει καμμία,  μὰ καμμία στοργὴ καὶ φιλανθρωπία, πορευόμαστε πρὸς Ἐκεῖνον ἀναμένοντας  τὸ φῶς τῆς Ἀναστάσεως νὰ λάμψει μέσα μας καὶ στὴ ζωή μας, φωτίζοντας ἀνήλιαγες γωνιές τῆς ψυχῆς καὶ νὰ ζεστάνει τὴν παγωμένη καρδιά. Παγωμένη ἀπὸ τὴν ψυχρότητα ποὺ ἐκπέμπει  ἡ  συμπεριφορὰ τῶν πολλῶν: Φίλων καὶ γνωστῶν.... Γι᾿ αὐτὸ καὶ μέσα στὴν Ἀναστάσιμη θαλπωρὴ νοιώθουμε τὴν ἀπαραίτητη ἀσφάλεια καὶ εὐφροσύνη, κάτι ποὺ δὲν μπορεῖ ὁ κόσμος νὰ μᾶς προσφέρει νὰ μᾶς χαρίσει, ὅσο κι ἄν τὸν ἐρευνήσουμε.

Ὡστόσο δὲν πρέπει νὰ μᾶς διαφεύγει καὶ κάτι ἀκόμη. Πὼς ἡ Ἀνάσταση δὲν εἶναι γεγονὸς αὐτόνομο καὶ ξεχωριστό. Μὲ λίγα λόγια δὲ νοεῖται Ἀνασταση δίχως τὸ Σταυρό, τὸ θάνατο καί, φυσικά, δίχως τὸν σαββατισμό, τὴν ἐθελούσιο, δηλαδή, ἀπουσία τοῦ Κύρίου ἀπὸ τῶν ἔργων Αὐτοῦ. Δίχως τὴν «πολὺν σιγὴν» (Ἁγ.Ἐπιφανιος Κύπρου), ποὺ ἀπαιτεῖται γιὰ νὰ «κυοφορηθεῖ» ἡ Ἀνάσταση  καὶ συνάμα γιὰ νὰ «κατέλθῃ (Ἐκεῖνος) ἐν τοῖς κατωτάτοις τῆς γῆς», ὥστε νὰ θλάσει μοχλοὺς αἰωνίους καὶ παράλληλα «τὸν Ἁδὰμ σὺν τῇ Εὔα» νὰ λυτρώσει «παγγενῆ». Γι᾿ αὐτὸ καὶ εἶναι ὑπερευλογημένο τὸ Μ. Σάββατο, ἐπειδὴ ἀλλιῶς δὲν θὰ μπορέσει νὰ ὑπάρξει «Αὕτη ἡ κλητὴ καὶ ἁγία ἡμέρα, ἡ μία τῶν Σαββάτων, ἡ βασιλὶς καὶ κυρία, (τῶν) ἑορτῶν ( ἡ) ἑορτή, καὶ (ἡ) πανήγυρις (τῶν) πανηγύρεων...».Ἤ πιὸ ἁπλᾶ «Ἀναστάσεως ἡμέρα...(ὤστε νὰ) λαμπρυνθῶμεν» ἀπομακρύνοντας ἀπὸ μέσα μας ὅλα τὰ σκοτάδια,  τὴν κατήφεια καὶ τὴν ἀπόγνωση. Γιατί, «Χριστός Ἀνέστη».

Καθηγητή Γεωργίου Πατρώνου

Το όρος των ελαιών και ο κήπος της αγωνίας, είναι η Γεσθημανή του καθενός ανθρώπου, όπου σώζεται δια της αγωνίας και του θανάτου του Χριστού. Εκεί στην αγωνία της Γεσθημανή συνθλίβεται κανείς, αλλά εκεί βρίσκει συγχρόνως και το έλεος του Θεού. Είναι ενδεικτικό, ότι Γεσθημανή στα εβραϊκά σημαίνει ‘σύνθλιψη των ελαιών’ ή ελαιοτριβείο’, και από τη σύνθλιψη αυτή βγαίνει καρπός ζωής. Εκεί στη Γεσθημανή όπου ο χώρος και ο τόπος της πανανθρώπινης αγωνίας, ο Ιησούς καθαγίασε κάθε ανθρώπινη οδύνη και υπαρξιακή αγωνία.

Σταύρου Σ. Φωτίου

Ο Χριστός βασανίζεται και σταυρώνεται ύστερα από τη θρησκευτική καταδίκη του από το Μέγα Συνέδριο των Ιουδαίων και την πολιτική καταδίκη του από τον Ρωμαίο Επίτροπο της Ιουδαίας Πόντιο Πιλάτο. Ο λόγος της καταδίκης του είναι η σύγκρουσή του με τις δυνάμεις που αντιμάχονται τη βασιλεία του Θεού, τον κόσμο της ελευθερίας και της αγάπης.

Ο ίδιος ο Χριστός αποτελεί την κρίση των ανθρώπων. Επειδή ενσαρκώνει και φανερώνει την αλήθεια σε κάθε πτυχή της ζωής, η παρουσία του και μόνο κρίνει κάθε ψεύδος και αλλοτρίωση. Στη συνάντησή του με τον Χριστό κάθε άνθρωπος κρίνεται, κατανοεί σε ποια βαθμίδα βρίσκεται στην κλίμακα της αλήθειας. Ο άνθρωπος βλέπει τι είναι αληθινό και έτσι αντιλαμβάνεται πόσο απέχει από αυτό.

Η αλήθεια όμως δεν είναι αρεστή σε όλους, ιδιαίτερα σε όσους επέλεξαν να συμμαχήσουν με τις δαιμονικές δυνάμεις. Έτσι ο Χριστός προκαλεί την αντίδραση των θρησκευτικών ηγετών του Ιουδαϊσμού. Τον καταδικάζουν για βλασφημία, αφού δεν τον αναγνωρίζουν ως Θεό, ως τον αναμενόμενο μεσσία. Και τούτο γιατί ο Χριστός καταδικάζει το νομικισμό και την τυπολατρία, το φαρισαϊσμό και την ψευδοευσέβεια, προβάλλει ένα Θεό που αγαπά τον άνθρωπο και τον καλεί στην ελευθερία.

Επιπλέον ο Χριστός σκανδαλίζει γιατί κάνει παρέα με πόρνες, τελώνες και άλλους αμαρτωλούς, που οι Γραμματείς και Φαρισαίοι περιφρονούν και θεωρούν ότι δεν αξίζουν σωτηρίας. Για τον Χριστό, όμως, κάθε άνθρωπος είναι παιδί του Θεού, κεκλημένο στη βασιλεία του. Σε αυτή δε τη βασιλεία του Θεού ο Χριστός προσκαλεί όχι μόνο τους Ισραηλίτες αλλά όλους τους ανθρώπους, χωρίς καμία εξαίρεση. Το οικουμενικό αυτό μήνυμά του συγκρούεται με την αντίληψη των συμπατριωτών του ότι ο Θεός νοιάζεται μόνο γι᾽ αυτούς.

Ακόμη, ο Χριστός συγκρούεται με τους Ρωμαίους, αφού καταδικάζει κάθε εξουσία που δυναστεύει και υποτάσσει τους ανθρώπους στις άνομές της επιδιώξεις. Για τον Χριστό μόνη επιτρεπτή μορφή εξουσίας είναι η διακονία των άλλων. Άλλωστε ο ίδιος είναι φτωχός, δεν επιδιώκει να κερδίσει κάποια επίζηλη θέση, δεν περιμένει ανταλλάγματα από αυτούς που βοηθά, δεν συγκινείται από όσους κατέχουν αξιώματα. Γι᾽ αυτόν κάθε άνθρωπος μπορεί να βιώσει την αλήθεια, ανεξάρτητα από την καταγωγή ή την κοινωνική του κατάσταση.

Περαιτέρω ο Χριστός απογοητεύει το πλήθος που τον θέλει πολιτικό μεσσία και στρατιωτικό αρχηγό, που θα νικήσει τους Ρωμαίους και θα τους αντικαταστήσει στην παγκόσμια ηγεμονία. Η βασιλεία του Χριστού είναι άλλης τάξης: πρόκειται για τη συναδέλφωση των ανθρώπων και την αρμονική τους συνύπαρξη. Ο Χριστός ζητά από κάθε άνθρωπο να αναλάβει την ευθύνη που του αναλογεί για τα δρώμενα στον κόσμο, να συνεισφέρει όσο μπορεί στη μεταμόρφωσή του. Γι᾽ αυτό και απορρίπτει κάθε από μηχανής Θεό, κάθε μαγική αντίληψη για οποιαδήποτε αλλαγή.

Κατά συνέπεια, Ιερείς, Φαρισαίοι, Γραμματείς, Ρωμαίοι και πλήθος συμφωνούν σε ένα: ο Χριστός πρέπει να πεθάνει. Ο Χριστός πρέπει να πεθάνει για να μην ενοχλεί τη συνείδησή τους, να μην ταράσσει την υπαρξιακή τους ύπνωση, να μην αναμοχλεύει τα άδικα και παράνομα της ζωής τους.

Παρά ταύτα ο θάνατος του Χριστού δεν είναι ένας θάνατος που δέχθηκε να τον υποστεί γιατί υπήρξε πολιτικός επαναστάτης ή κοινωνικός αναμορφωτής. Ο Χριστός δέχθηκε εκούσια να πεθάνει πάνω στο σταυρό, γιατί ως Θεός που θέλει να σώσει τον άνθρωπο έπρεπε να αντιμετωπίσει και τον μέγιστο εχθρό του ανθρώπου, τον θάνατο. Με τον θάνατο και την ανάστασή του ο Χριστός νικά τον θάνατο και απελευθερώνει τους ανθρώπους από την κυριαρχία του.

Τούτο σημαίνει ότι στην παρούσα ζωή η αγάπη είναι συνώνυμη της θυσίας, γι᾽ αυτό και είναι σταυρωμένη. Για να μπορέσει ο άνθρωπος να αγαπήσει πρέπει να σταυρώσει τα πάθη του, να νικήσει τη φιλαυτία. Η πορεία προς την ανάσταση διέρχεται διά του σταυρού, τον οποίο ο πιστός όταν συναντήσει δεν πρέπει να φοβηθεί γιατί γνωρίζει ότι ακολουθεί η ανάσταση.

Η ορθόδοξη εικόνα της Σταυρώσεως του Χριστού δεν τον παρουσιάζει πάνω στο σταυρό σε άθλια σωματική κατάσταση ―όπως κάνει η δυτική απεικόνιση― αλλά τον παρουσιάζει ως το βασιλέα της δόξας, εκείνον που νικά τη φθορά και τον θάνατο.

Από το βιβλίο «Η ορθόδοξη πίστη»

 

Μητροπολίτη Λεμεσού Αθανασίου

Οι άγιοι κι όταν αμάρταναν είχαν την δύναμη να ξανασηκωθούν με μια απλότητα και με μια υγεία. Αν αμάρτησαν μετανοούσαν εκ βάθους καρδίας και άχρι θανάτου, αλλά δεν πάθαιναν ψυχοπλάκωμα και κατάθλιψη. Ενώ εμείς αν έχουμε καμιά αμαρτία αρχίζουμε το γιατί μετά, μα γιατί να το κάνω, γιατί να το σκεφτώ, γιατί να το διαπράξω, λες και είναι παράξενο πράγμα να κάνουμε μια αμαρτία. Γιατί δηλαδή να μη το κάνεις, τί νόμιζες ότι ήσουν; Νόμιζες ότι ήσουν τόσο σπουδαίος, αλάνθαστος και δεν μπορούσες ποτέ σου να αποτύχεις εσύ, να κάνεις μια αμαρτία;

Πηγή: pemptousia.gr 

π.  Μιχαήλ Βοσκού

Ἡ λειτουργικὴ ἀτμόσφαιρα τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς εἶναι ἐντελῶς διαφορετικὴ ἀπὸ τὴ λειτουργικὴ ἀτμόσφαιρα τοῦ ὑπολοίπου ἐκκλησιαστικοῦ μας ἔτους. Οἱ Ἀκολουθίες εἶναι μακρὲς καὶ κατανυκτικές, κυριαρχοῦν δὲ σὲ αὐτὲς τὰ πολλὰ “διαβαστὰ” (ψαλμοί, ἀναγνώσματα, εὐχές), ἡ λιτότητα καὶ ἡ ἀρχαιοπρέπεια. Ἡ σημαντικότερη διαφορὰ τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς ἀπὸ τὸ ὑπόλοιπο ἐκκλησιαστικὸ ἔτος εἶναι ἡ ἀπαγόρευση τῆς τελέσεως τῆς Θείας Λειτουργίας ἐκτὸς Σαββάτου καὶ Κυριακῆς. Ἀντὶ τῆς κανονικῆς Θείας Λειτουργίας τελεῖται κατὰ τὶς καθημερινὲς τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς (κυρίως τὶς Τετάρτες καὶ τὶς Παρασκευὲς) ἡ Θεία Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων Τιμίων Δώρων, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ χωρὶς ἀμφιβολία τὴν καρδιὰ τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς.

Τὴ λειτουργικὴ ἀτμόσφαιρα τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς συμπληρώνουν οἱ Κατανυκτικοὶ Ἑσπερινοὶ τῶν Κυριακῶν, τὸ Μεγάλο ᾽Απόδειπνο ποὺ ἀναγινώσκεται ἀπὸ τὴ Δευτέρα μέχρι τὴν Πέμπτη μὲ ψαλμωδία μέρους τοῦ Μεγάλου Κανόνος τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου Κρήτης κατὰ τὴν πρώτη ἑβδομάδα καὶ Κανόνων ἀπὸ τὸ Θεοτοκάριο κατὰ τὶς ὑπόλοιπες ἑβδομάδες, ὁ Ὄρθρος, οἱ Ὧρες καὶ ὁ Ἑσπερινός, ποὺ ἔχουν αὐτὴ τὴν περίοδο ἔντονο κατανυκτικὸ χρῶμα, καὶ φυσικὰ ἡ ἰδιαίτερα λαοφιλὴς Ἀκολουθία τῶν Χαιρετισμῶν στὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο ποὺ τελεῖται κάθε Παρασκευή. Μὲ τὴν Ἀκολουθία τῶν Χαιρετισμῶν διακόπτεται γιὰ δύο ἡμέρες ἡ πένθιμη καὶ κατανυκτικὴ ἀτμόσφαιρα τῶν καθημερινῶν τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς, γιὰ νὰ ἐπανέλθει καὶ πάλι τὸ ἀπόγευμα τῆς Κυριακῆς μὲ τὸν Κατανυκτικὸ Ἑσπερινό, ἀφοῦ πρῶτα ζήσουμε τὴν χαρμόσυνη και ἀναστάσιμη ἀτμόσφαιρα τῶν Κυριακῶν τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς μὲ τὴν τέλεση τῆς Θείας Λειτουργίας τοῦ Μεγάλου Βασιλείου καὶ τὴ διπλή τους θεματολογία.

Ἡ νηστεία, ἡ ἐντονώτερη προσευχὴ καὶ ἡ κατὰ τὸ δυνατὸν συμμετοχὴ στὶς κατανυκτικὲς Ἀκολουθίες τῆς περιόδου τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς μᾶς ὑποβοηθοῦν νὰ ἐντείνουμε ὅσο μποροῦμε περισσότερο τὸν πνευματικό μας ἀγώνα, ποὺ δὲν εἶναι ἀγώνας μόνο τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς, ἀλλὰ ἀγώνας ὁλόκληρής μας τῆς ζωῆς, καὶ ἀποσκοπεῖ στὴν καταπολέμηση τῶν παθῶν, τῶν ἀδυναμιῶν καὶ τῶν ἐλαττωμάτων μας καὶ τὴν καλλιέργεια τῶν χριστιανικῶν ἀρετῶν, στὴν κάθαρση τῆς ψυχῆς ἀπὸ ὅ,τι ἀμαυρώνει τὴν στολή της, γιὰ νὰ μπορέσει νὰ βρεῖ χῶρο μέσα μας ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ νὰ ἐνεργήσει. Ὁ πνευματικὸς ἀγώνας ὅμως,γιὰ νὰ φέρει πραγματικὰ ἀποτελέσματα, πρέπει νὰ θεμελιωθεῖ πάνω στὴ βάση τῆς ταπεινώσεως καὶ νὰ στολιστεῖ μὲ τοὺς καρποὺς τῆς μετάνοιας.

 

π. Χαράλαμπου Παπαδόπουλου

 

 

Όχι δεν μπορώ σαν Χριστιανός να δεχθώ ότι o Θεός και η Παναγία θέλουν να πεθαίνουν οι άνθρωποι, να σκοτώνονται στις εθνικές οδούς, να σφάζονται στους πολέμους και να υποφέρουν στα ογκολογικά τμήματα των νοσοκομείων.
Ο Θεός που αποκάλυψε ο Χριστός δεν είναι ένας αιμοσταγής μανιακός δολοφόνος, εραστής του θανάτου, που χαίρετε τον κοπετό, τα δάκρυα και την οδύνη των ανθρώπων. Δεν κατασκευάζει θανάτους, δεν προκαλεί δυστυχήματα, δεν ζητά τον θάνατο του ανθρώπου. Διαλέγει να πεθάνει Εκείνος αντί για μας. Ο Σταυρός του θα παραμένει πάντα σκάνδαλο στον παραλογισμό της ανθρώπινης ιστορίας. Πειστήριο ότι ουδέποτε θέλησε τον δικό μας θάνατο, αλλά πέθανε αυτός αντί για εμάς.
«Ο Θεός των Χριστιανών είναι από τους πιο παράξενους, δεν ομοιάζει σε τίποτε με τις ανθρώπινες ιδέες περί Θεού και αυτός ο ανήκουστος χαρακτήρας καθορίζει την πνευματική ζωή....επάνω στον Σταυρό ο Θεός παίρνει το μέρος των ανθρώπων έναντι της ιδίας του της θεïκότητος, πεθαίνει ο ίδιος για να ζήσει ο άνθρωπος».
Ο Θεός του Χριστού, και των Ευαγγελίων, δεν προκαλεί κακό και έπειτα στέκεται απέναντι από πενθηφόρους ανθρώπους που με ρακένδυτες και ρημαγμένες καρδιές θρηνούν την απώλεια των αγαπημένων τους. Δεν είναι απέναντι στον πόνο τους, αλλά μαζί τους, δίπλα τους, μέσα τους ως πάσχω δούλος.
Ο κόσμος αυτός δεν είναι εκείνος που θέλησε ο Θεός, αλλά εκείνος που η ανθρώπινη ελευθερία παραμόρφωσε και παραχάραξε σε μια ατελείωτη νύχτα θανάτου.
Ο Θεός στο κόσμο αυτόν πάσχει. Πάσχει κάτω από την ελευθερία μας, που τον συκοφάντησε, τον πρόδωσε, τον δίκασε, τον σταύρωσε, τον σκότωσε.
Ο Χριστός ξανασταυρώνεται κάθε φορά που η λάθος επιλογές μας και συμπεριφορές, εκείνες οι αυτοκαταστροφικές επιθυμίες μας διαμορφώνουν μια κοινωνία θανάτου.
Όχι δεν προκαλεί ο Θεός τα ατυχήματα και τις αρρώστιες. Αντιθέτως Εκείνος τις μεταμορφώνει σε Πάσχα, σε πέρασμα στην αιωνιότητα Του. Μας συμπαραστέκεται, δεν μας καταδικάζει. Η σιωπή του Θεού είναι τα δάκρυά Του. Η θέση του Θεού σε μια μάνα που θρηνεί το παιδί της, δεν είναι απέναντι της, αλλά δίπλα και μαζί της. Γιατί όπως λέει η Αγία Γραφή ο Θεός ουδέποτε θέλησε τον θάνατο και το κακό.
Οι πηγές του κακού είναι οι εξής: Το φυσικό κακό, το κακό που κάνουμε εμείς στους άλλους, το κακό που κάνουν οι άλλοι σε εμάς, το κακό που κάνουμε εμείς στο εαυτό μας, και ο διάβολος. Ο Θεός δεν έχει καμία σχέση με το κακό αλλά μονάχα με την ομορφιά που στο τέλος ως λέει και ο Ντοστογιέφσκυ θα σώσει τον κόσμο.
Ο Θεός δεν παράγει κακό, αλλά όπου το βρει το μεταμορφώνει. Τον θάνατο σε Πάσχα και Ανάσταση.
Ο Θεός παίρνει τα πάθη, τα λάθη και τις αστοχίες μας και τις μεταμορφώνει σε ευλογίες. Εκεί που μια ανεύθυνη και άδικη πράξη σκορπά τον θάνατο, ο Θεός απαντά με την Ανάσταση.

 

Μητροπολίτη Λεμεσού Αθανασίου

Εσύ κάνε αυτό που μπορείς· κάνε ό,τι μπορείς, χωρίς ν’ αγχώνεσαι, χωρίς ν’ αγωνιάς, χωρίς να ταλαιπωρείσαι. Αφού κάνεις αυτό που μπορείς και η συνείδησή σου σού καταμαρτυρεί ότι «έκανα ότι μπορούσα, μέχρις εδώ! Από εδώ και κάτω δεν μπορώ να κάνω τίποτα!» Τότε παραδίδεις το θέμα, το πρόβλημα, το παιδί σου, την υγεία σου, τα οικονομικά σου, ό,τι έχεις που σε βαραίνει το παραδίδεις στα χέρια του Θεού. Και τότε πράγματι, εκεί ο Θεός εμφανίζεται!

Πηγή: pemptousia.gr

Μητροπολίτη Ἀλεξανδρουπόλεως Ἀνθίμου

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μόνο ὅταν ἀνοίγεται, μόνο τότε εἶναι καὶ Ὀρθόδοξη εἶναι καὶ Ἐκκλησία! Τί θὰ πεῖ "ἀνοίγεται ἡ Ἐκκλησία";

Θὰ πεῖ, νὰ διδαχθοῦμε σωστὰ τὴν Πίστη μας, τὸ Εὐαγγέλιο καὶ τὴν Παράδοσή μας.

Θὰ πεῖ, νὰ προσευχόμαστε σωστὰ γιὰ ὅλους καὶ γιὰ ὅλα.

Θὰ πεῖ, νὰ ἀνοίξουμε τὶς καρδιές μας.

Νὰ πάψουμε τὶς διγλωσσίες καὶ νὰ συνομιλήσουμε μὲ ὅλους.

Νὰ ἀποδεχτοῦμε τοὺς πάντες γύρω μας, μὲ ἀγάπη. Ὄχι ἁπλῶς νὰ τοὺς ἀνεχτοῦμε, ἀλλὰ νὰ τοὺς προσλάβουμε μὲ κατανόηση.

Νὰ πετάξουμε τὸν ἄγονο ἐγωϊσμό μας, τάχα μὴν παρεξηγηθοῦμε ἢ μᾶς χαλάσει τὸ "καλό μας ὄνομα".

Νὰ διώξουμε τὶς φοβίες μας γιὰ τὴν Ἐκκλησία, λές καὶ δὲν ὑπάρχει Χριστὸς ἢ λὲς καὶ κοιμᾶται.

Νὰ γίνουμε οἱ ἱερεῖς, Πατέρες γιὰ τοὺς χριστιανούς μας, κι ὄχι εἰσαγγελεῖς.

Νὰ γίνουμε οἱ χριστιανοί, ἀδελφοὶ μὲ ὅλους κι ὄχι μισσιονάριοι.

Νὰ ἐμπιστευθοῦμε ἀκόμα περισσότερο τὸ Χριστὸ καὶ τὸ Σῶμα του, ποὺ εἶναι ἡ Ἐκκλησία.

Νὰ παραδεχτοῦμε μὲ εἰλικρίνεια τὶς ἦττες μας, προσωπικὲς καὶ ἐκκλησιαστικές.

Νὰ μετανοήσουμε ὡς πρόσωπα καὶ ὡς Ἐκκλησία.

Νὰ δράσουμε μέσα στὸν κόσμο ὡς Ἐκκλησία, ὄχι ὡς κρατικὴ ὑπηρεσία, οὔτε ὡς προνοιακὸ ἵδρυμα ἢ ὡς ἐθνικοπατριωτικὸ κίνημα.

Νὰ τολμήσουμε νὰ δοκιμαστοῦμε στὰ μαρμαρένια ἁλώνια τῆς πραγματικότητος καὶ νὰ δοκιμάσουμε πόση εἶναι ἡ δραστικότητα τῶν λόγων τοῦ Χριστοῦ σήμερα (ἔτσι ὅπως ψελλίζεται μὲ τὰ χλιαρὰ λόγια μας καὶ διαφαίνεται μὲ τὴν ἀσυνεπῆ ζωή μας).

 

Μοναχού Μωυσή Αγιορείτη

Οδηγείται ο Χριστός στον Γολγοθά και καρφώνεται στον σταυρό. Από τον σταυρό ο Χριστός είπε επτά λόγους μεγάλης σημασίας και αξίας:

α) «Πάτερ άφες αυτοίς ου γαρ οίδασι τί ποιούσι».

Δικαιολογεί ο Σταυρωμένος τους σταυρωτές Του. Δεν κακιώνει μαζί τους ούτε αυτή την ώρα του φρικτού μαρτυρίου Του. Ο πόνος ήταν βαθύς και μεγάλος. Πρόκειται για λόγο άφθαστου μεγαλείου. Μόνο ένας Θεός μπορούσε να τον πει. Η μεγαλειώδης ανεξικακία απέναντι στην αδικαιολόγητη ανθρώπινη θρασύτητα, αυθάδεια, κακία και μοχθηρία. Η μεγαλόστομη κι ανυπέρβλητη αγάπη της συγχωρητικότητας μπροστά στη βαρβαρότητα της πώρωσης. Η σταυρωμένη αγάπη αντίκρυ στον επηρμένο φθόνο. Λόγια με πνεύμα και αίμα μέσα από την άφατη οδύνη, που τα έλεγε πριν, αλλά τα λέγει και τώρα από το ύψος του σταυρού· αγάπη προς δόλους και προς τους εχθρούς, ακόμη και τους σταυρωτές, ορισμένοι από τους οποίους αργότερα θα μετανοήσουν.

β) «Αμήν, λέγω σοι. σήμερον μετ’ εμού έση εν τω παραδείσω».

Ο αναμάρτητος Χριστός σταυρώθηκε ανάμεσα σε δύο αμαρτωλούς, σε δύο ληστές. Ό,τι έβλεπε κι άκουγε ο ένας, έβλεπε κι άκουγε κι ο άλλος. Ληστές κι οι δύο, σταυρωμένοι κι οι δύο. Ο ένας προκαλεί, βλασφημεί, ειρωνεύεται, αυθαδιάζει. Ο άλλος κάμπτεται, λυγίζει, επανορθώνει, παρακαλεί, μετανοεί. Σαν να εκπροσωπούν οι δύο συσταυρούμενοι τη σύμπασα ανθρωπότητα, τους αμετανόητους και τους μετανοημένους. Ο λόγος του Χριστού στον εκ δεξιών Του ληστή είναι λίαν παραμυθητικός για όλους τους αμαρτωλούς. Ας μην απογοητεύεται κανένας πια. Η φράση αυτή χαρίζει φτερά, κουράγια, ελπίδες σε όλους τους πολλούς αμαρτωλούς. Με πολύ λίγα λόγια αυτός ο ληστής φανέρωσε την ειλικρινή του μετάνοια, παραδέ-χθηκε την αμαρτωλότητά του απροφάσιστα, θέλησε να διορθώσει ταπεινά και τον συναμαρτωλό του, έστω την τελευταία αυτή ώρα, ομολόγησε τον Χριστό αναμάρτητο, Τον παρακάλεσε να τον δεχθεί στην ουράνια βασιλεία Του. Με τη γεύση του καρπού του δένδρου της γνώσεως καλού και κακού, του ξύλου εκείνου, έκλεισε ο παράδεισος για τον πρώτο Αδάμ. Με το ξύλο του σταυρού άνοιξε ο παράδεισος και πρώτος του οικήτορας έγινε ένας μετανοημένος ληστής. Πόση ενίσχυση λαβαίνουν τώρα όλοι οι αμαρτωλοί.

γ) Προς την Παναγία: «Γύναι, ιδού ο υιός σου». Και προς τον Ιωάννη: «ιδού η μήτηρ σου».

Καταπληκτική, κατανυκτική και συγκινητική η στιγμή. Την ώρα του άφατου πόνου, παραμένει ατάραχος, δεν λησμονεί τη μητέρα Του, την Παναγία, την πάνω απ’ όλες τις αγίες, τη σεμνότερη, καθαρότερη, ταπεινότερη γυναίκα όλου του κόσμου, όλων των εποχών. Εκείνη που Του δάνεισε τη σάρκα και το αίμα της, Τον μεγάλωσε και Τον φρόντισε. Δεν την αφήνει μόνη, απροστάτευτη, έρημη. Της δίνει νέο υιό. Έναν εξαίρετο κι αγαπημένο μαθητή του, που τού λέει κι αυτού πως από τώρα έχει νέα μάνα, που τη συνοδεύει και τη φροντίζει έως της μακάριας κοιμήσεως και μεταστάσεώς της. Γίνεται αδελφόθεος. Αδελφόθεοι γινόμαστε και μείς παραμένοντας στη σκιά του Εσταυρωμένου.

δ) «Θεέ μου. Θεέ μου ίνα τί με εγκατέλειπες;».

Μερικοί θεώρησαν τον εκ βαθέων αυτό λόγο ως πικρό γογγυσμό και ως απελπιστική ικεσία. Πρόκειται για λόγο που περιέχει άμετρο βάθος θεολογίας. Ο σταυρωμένος Χριστός γίνεται την ώρα εκείνη ο «επικατάρατος κρεμάμενος επί ξύλου», η «κατάρα» για μας κατά τον θείο Παύλο. Ο Σταυρωθείς σηκώνει τις αμαρτίες όλου του κόσμου, του τότε, του πριν και του μετά, όλων των αιώνων, όλων των ανθρώπων. Κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, μιλά για μας τους εγκαταλελειμμένους και παραθεωρημένους, που ο Θεός μάς προσέλαβε. Ο όσιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, κατά τον άριστο βιογράφο του Γέροντα Σωφρόνιο, όταν έχασε τη χάρη, αισθάνθηκε τη θεοεγκατάλειψη, τον πόνο του Αδάμ έξω του παραδείσου, τον πόνο του σταυρού, την απουσία της θεοκοινωνίας.

ε) «Διψώ».

Τα προηγηθέντα μαρτύρια, η άρση του σταυρού, η κοπιώδης ανάβαση στον Γολγοθά, η αγωνία του θανάτου, η οδύνη της σταυρώσεως, έφερε τη δίψα. Τον ξεδιψούν με ξύδι και χολή, πικρό κι απαίσιο κράμα. Πρόκειται για την ύψιστη έξαρση της ανθρώπινης αναξιοπρέπειας, αχαριστίας, αναισχυντίας κι ασέβειας. Ζητά νερό και του δίνουν ξύδι. Ορισμένοι ωραία θέλησαν να ερμηνεύσουν μεταφορικά το ρήμα αυτό λέγοντας πως διψούσε για τη σωτηρία των σταυρωτών Του, το είδαμε στον πρώτο Του λόγο να τους δικαιολογεί και να ζητά από τον ουράνιο πατέρα Του να τους συγχωρέσει. Λέγουν πως διψούσε για την εξάπλωση του ευαγγελίου σε όλη την οικουμένη, για την επικράτηση της ειρήνης, της αγάπης, της αλήθειας και της ελευθερίας.

στ) «Τετέλεσται».

Μια εύκολη ερμηνεία της λέξης αυτής θα σήμαινε ότι όλα πια τέλειωσαν. Στέρεψαν επιτέλους τα μαρτύρια Του. Τί άλλο μαρτύριο θα μπορούσαν ακόμη να σκεφθούν; Λέγοντας αυτό δεν αισθανόταν ανθρώπινη ανακούφιση, Το «τετέλεσται» σημαίνει την ολοκλήρωση του απολυτρωτικού έργου Του. Ο δαίμονας είχε κατατροπωθεί. Το πανάχραντο αίμα Του μας είχε εξαγοράσει από την κατάρα του νόμου. Το προφητικό κήρυγμα είχε πλήρως εκπληρωθεί. Οι πύλες του παραδείσου ήταν ορθάνοιχτες για όλους τους μετανοημένους, με πρώτο οίκητορα τον μετανοημένο ληστή.

ζ) «Πάτερ εις χείρας σου παρατίθεμαι το πνεύμα μου».

Παραδίδει τον εαυτό Του στον Θεό Πατέρα. Πεθαίνει σωματικά ως άνθρωπος, όχι μοναχά γιατί το θέλησαν οι εχθροί Του, αλλά και γιατί το ήθελε ο ίδιος.

Αναμφισβήτητα το μεγαλύτερο έγκλημα των ανθρώπων όλων των αιώνων είναι η σταύρωση του Χριστού, που έγινε όμως πηγή αγιασμού, σωτηρίας και λυτρώσεως. Δεν μπορούμε να μεταβούμε στο φως, τη χαρά και τη δόξα της Κυριακής του Πάσχα, αν απαραίτητα δεν διέλθουμε από τον λόφο της Μ. Παρασκευής, δεν αναπνεύσουμε το κλίμα που επικρατεί εκεί, δεν σκιασθούμε στον σταυρό, δεν προσκυνήσουμε ταπεινά, δεν προσλάβουμε γνήσιο ασκητικομαρτυρικό φρόνημα, δεν σταυρώσουμε πάθη κι επιθυμίες. Η μωρία, η αισχύνη, η ατίμωση, η ήττα του σταυρού, γίνεται για τους πιστούς καύχηση, τιμή, δόξα, νίκη. Το νεκρό ξύλο γίνεται ζωοπάροχο. Το σύμβολο του χριστιανισμού είναι ο απλός, λιτός, απέρριτος, μαρτυρικός σταυρός. Η Ορθοδοξία είναι σταυρωμένη, ταπεινή, αμόλυντη, αρυτίδωτη. Κόσμημα, έμβλημα, τρόπαιο της Εκκλησίας ο σταυρός. Αυτός είναι ο πλούτος της, το κάλλος της, η δύναμη της, η επιρροή της, η έμπνευσή της. Σταυρώσιμη η Εκκλησία, σταυροφόροι οι χριστιανοί. Στον σταυρό μετρούμεθα, ζυγιαζόμαστε, οριοθετούμεθα. καθρεφτιζόμαστε, καυχόμαστε με τον πρωτοκορυφαίο Παύλο. Ο ευλογημένος σταυρός του Χριστού διδάσκει, φρονηματίζει, χαριτώνει, ενισχύει, φυλάγει, παραμυθεί.

(Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, «Η εύλαλη σιωπή», εκδ. Εν πλω, σ. 213-219)

http://www.pemptousia.gr

Τῆς Προηγιασμένης τὸ ἱερὸ τὸ θάμβος

(Ποιμαντικὰ Βιώματα τῆς Σαρακοστῆς)

π. Κωνσταντίνου Καλλιανού

Ἀπὸ τὶς μέγιστες δωρεὲς τοῦ Θεοῦ στὸν κάθε ποιμένα εἶναι κι αὐτὴ τῶν βιωμάτων ποὺ κερδίζει ὁ δεύτερος τὸν καιρὸ τῆς Σαρακοστῆς καί, μάλιστα, τὶς ἡμέρες ποὺ τελεῖ τὴν τῶν Προηγιασμένων Δώρων Θεία Λειτουργία. Γιατὶ μπορεῖ ἡ Σαρακοστὴ νὰ εἶναι ἡ κατανυκτικότατη περίοδος τοῦ ἔτους, ὅμως ἡ κορύφωση τῆς κατανύξεως συντελεῖται κατὰ τὴν τέλεση τῆς Λειτουργίας τῶν Προηγιασμένων καί, φυσικά, κατὰ τὴ Μ. Ἑβδομαδα. Κι αὐτό, ἐπειδὴ οἱ ἱερὲς ἐκεῖνες στιγμὲς ἔχουν μέγιστο ἀνθρωπολογικὸ καὶ σωτηριολογικὸ περιέχόμενο.

«Σύ Κύριε ἐλευθέρωσε ὅλες μας τίς αἰσθήσεις ἀπό κάθε ἐμπαθῆ νέκρωσή τους, βάζοντας ὁδηγό σ’ αὐτές τόν νοῦ πού κρίνει κατά τό θέλημά Σου. Ὥστε τά μάτια μας νά ἀποφεύγουν τά πονηρά, ἡ ἀκοή μας νά μήν ἀνέχεται μάταιους καί ἁμαρτωλούς λόγους, ἡ γλώσσα μας νά εἶναι καθαρή ἀπό αἰσχρά λόγια, τά χείλη μας πού σέ ὑμνοῦν νά εἶναι ἀγνά Κύριε, τά χέρια μας νά ἀποφεύγουν κάθε φαύλη ἐνέργεια καί νά ἐνεργοῦν μόνο ὅσα εἶναι εὐάρεστα σέ Σένα· ὅλα μας τά μέλη καί ἡ σκέψη νά ἀσφαλιστοῦν μέ σταθερότητα ἀπό τήν θεία χάρη σου». (Α΄ Εὐχὴ Πιστῶν)

Μέσα, λοιπόν, στὸ εὐκατάνυκτο κλίμα τῆς Σαρακοστῆς, ποὺ ἐπιχειρεῖται ἡ ἐν Χριστῷ ἀνακαίνιση τῆς ἀνθρώπινης ὑπάρξεως, ἡ γλώσσα καὶ ἡ δομὴ τῆς Προηγιασμένης συμβἀλλουν πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπό. Γιατὶ εἶναι βέβαιο πώς ἡ συνειδὴ ἀνθρώπινη ψυχὴ ἰκετεύει,

«Κύριε, ἐσένα παρακαλοῦμε πού εἶσαι γεμάτος καλωσύνη καί ἔλεος, νά κατανοήσεις ἐμᾶς τούς ἁμαρτωλούς καί νά μᾶς κάνεις ἀξίους τῆς ὑποδοχῆς τοῦ μονογενοῦς Υἱοῦ καί Θεοῦ μας, τοῦ Βασιλέως τῆς Δόξης Χριστοῦ. Γιατί νά, τό ἄχραντο Σῶμα του καί τό ζωοποιό αἷμα του μετά ἀπό λίγο θά ἔλθουν καί θά ἀποτεθοῦν σ’ αὐτήν τήν ἁγία μυστική Τράπεζα, περικυκλούμενα ἀπό πλῆθος οὐρανίων ἀγγέλων. Κάνε, Κύριε, νά εἶναι ἀκατάκριτη γιά μᾶς ἡ μετάληψή τους ὥστε φωτιζόμενοι στά ἐσωτερικά μας κριτήρια νά γινόμαστε παιδιά τῆς δικῆς σου ἡμέρας καί τοῦ δικοῦ σου φωτός».(Β᾿ Εὐχὴ Πιστῶν).

Κι ἀκόμα περισσότερο, ἐκεῖ ποὺ λυγίζει κυριολεκτικὰ ἡ ἀνθρώπινη ὐπαρξη, πρῶτα τοῦ λειτουργοῦ ἱερέα κι ὕστερα κάθε πιστοῦ, καθὼς κατανοοῦν «τὰ πλήθη τῶν πεπεραγμένων (τους) δεινῶν», εἶναι ἡ στιγμὴ ποὺ λιτανεύεται «ο Βασιλεὺς τῆς Δόξης».

«Ἐσύ Κύριε πού εἶσαι Θεός τῶν ἀνεκφράστων καί ἀθεάτων Μυστηρίων, ἐσύ πού εἶσαι θησαυρός σοφίας καί γνώσεως ἀπέραντης καί κρυμμένης· Ἐσύ πού μᾶς ἔδωσες, μέ την χειροτονία, τήν διακονία αὐτῆς τῆς λειτουργίας καί ἔβαλες ἀπό τή μεγάλη σου φιλανθρωπία ἐμᾶς τούς ἁμαρτωλούς καί ἀνάξιους νά σοῦ προσφέρουμε δῶρα καί θυσίες γιά τίς δικές μας ἁμαρτίες καί γιά τοῦ λαοῦ τίς ἀπό ἄγνοια παραβάσεις. Ἐσύ, Ἀόρατε Βασιλεῦ, πού ἔφτιαξες μεγάλα, ἀναρίθμητα καί ἀνεξερεύνητα, λαμπρά καί ἐξαίσια δημιουργήματα· Ἐσύ, τώρα δές στοργικἀ ἐμᾶς πού παριστάμεθα γύρω ἀπό τό θυσιαστήριο σάν νά εἴμασταν μπροστά στόν Χερουβικό σου Θρόνο, πάνω στόν ὁποῖο ὁ μονογενής σου Υἱός καί Θεός μας ἐπαναπαύεται μέ τήν μορφή τῶν φρικτῶν Μυστηρίων πού βρίσκονται μπροστά μας. Ἐσύ Κύριε, ἐλευθέρωσε καί μᾶς καί τόν πιστό σου λαό ἀπό κάθε ἁμαρτία καί ἁγίασε τίς ψυχές καί τά σώματα ὅλων μας μέ ἁγιασμό μόνιμο, ὥστε μέ καθαρή τήν συνείδηση, ἀνεπαίσχυντο τό πρόσωπο καί γεμάτη ἁγιασμό τήν καρδιά μας, νά μεταλαμβάνουμε τῶν ἁγίων ἐτούτων Μυστηρίων καί ζωοποιημένοι ἀπό αὐτά νά ἑνωθοῦμε μέ τόν Χριστό τόν ἀληθινό Θεό μας πού εἶπε: Αὐτός πού τρώει τήν σάρκα μου καί πίνει τό αἷμα μου, εἶναι ἑνωμένος μαζί μου καί ἐγώ μέ αὐτόν. Ἄς κυριαρχεῖ μέσα μας ὁ Λόγος σου Κύριε, ὥστε νά γίνουμε ναός τοῦ Παναγίου καί προσκυνητοῦ σου Πνεύματος...». (Εὐχὴ τῶν Πληρωτικῶν)
Εἶναι ἀλήθεια πὼς συγκλονίζεται ὁ ἱερουργὸς αὐτὲς τὶς θεῖες καὶ ἀνεπανάληπτες στιγμές, καθὼς ψαύει μὲ τρεμάμενη καρδιά, ἀλλὰ καὶ χέρια τοῦ πανιέρου καὶ ζωοποιοῦ Σώματος καὶ Αἵματος τοῦ Κυρίου του. Γιατὶ τὸ εἶχε δηλώσει στὴν Κυριακάτικη λειτουργία, κατὰ τὴν ὁποία καθαγιάστηκε ὁ Ἀμνὸς ποὺ ἔχει μπροστά του: «ἰκανωσόν με...» νὰ τελέσω τὴ λειτουργία αὐτή, καθόσον «οὐδεὶς ἄξιος τῶν συνδεδεμενων ταῖς σαρκικαῖς ὲπιθυμίαις καὶ ἡδοναῖς προσέρχεσθαι ἤ προσεγγίζειν ἤ λειτουργεῖν σοι, Βασιλεῦ τῆς δόξης· τὸ γάρ διακονεῖν σοι μέγα καὶ φοβερόν καὶ αὐταῖς ταῖς ἐπουρανίαις δυνάμεσιν....».( Εὐχὴ Χερουβεικοῦ).
Κι ἔρχεται ἡ στιγμὴ ποὺ «δι᾿ εὐχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων» κοινωνεῖ ὁ ἴδιος καὶ στὴ συνέχεια, δι᾿ αὐτοῦ καὶ οἱ πιστοί.
Αὐτὴ τὴν ἀγαλλίαση τῆς Θείας Μεταλήψεως, ποὺ νοιώθει ὁ ἴδιος κι οἱ ὑπόλοιποι πιστοὶ μέσα στὸ πένθιμο τοπίο τῆς Σαρακοστῆς ἐκφράζει μὲ τὴν παρακάτω ὀπισθάμβωνο εὐχή, ποὺ γίνεται συνάμα καὶ ἰκέσιος λόγος γιὰ εὐλογημένη συνέχεια στὸν φωτοποιὸ καιρὸ τῆς Ἐγκρατείας.
«Παντοκράτορ Κύριε, σύ πού ἐδημιούργησες ”ἐν σοφίᾳ” ὅλη την κτίση, σύ πού κατά τήν ἀνέκφραστη πρόνοια καί πολλή καλωσύνη σου μᾶς κράτησες στή ζωή μέχρι αὐτές τις πάνσεπτες ἡμέρες γιά καθαρισμό τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων μας γιά ἐγκράτεια ἀπό τά πάθη, γιά βάθεμα στήν ἐλπίδα τῆς Ἀναστάσεως, σύ πού ἔδωσες στά χέρια τοῦ δούλου σου τοῦΜωϋσῆ τίς δέκα ἐντολές μετά ἀπό τήν τεσσαρακονθήμερη νηστεία, χάρισαι καί σέ μᾶς εὔσπλαχνε Κύριε νά ἀγωνιστοῦμε τόν καλό ἀγώνα αὐτῆς τῆς περιόδου,νά τελειώσουμε τήν διαδρομή τῆς νηστείας,νά μείνουμε σταθεροί στήν πίστη, νά συντρίψουμε τά κεφάλια τῶν ἀοράτων δαιμόνων,νά νικήσουμε τήν ἁμαρτία καί νά φθάσουμε νά προσκυνήσουμε ἀκατακρίτως καί τήν Ἁγία Ἀνάσταση».

 

π. Κωνσταντίνου Καλλιανού

Σταθήκαμε καὶ πάλι μπροστὰ στὴ Χάρη Της,  κι ἀρχίσαμε νὰ Τῆς ἀπευθύνουμε  τὰ ἀμέτρητα Χαῖρε, ἀντλώντας κι ἐμεῖς  Χαρὰ, ἔστω καὶ Χαρμολύπη,  ἀπὸ τὴν Παρουσία Της, ἀπὸ τὴν ἀνύστακτη ἐπίβλέψή Της ἐν εὐμενείᾳ. Γι᾿ αὐτὸ καὶ τὶς Παρασκευὲς τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς, ὅταν πιὰ ἀποτραβιέται τὸ μισοφωτισμένο παραπέτασμα τῶν προηγούμενων ἡμερῶν, τότε ἔρχεται Ἐκείνη, χρωματίζει μὲ αἰσιοδοξία τ᾿ ἀπόβραδο τῆς κάθε Σαρακοστιανῆς Παρασκευῆς καὶ μᾶς ραίνει μὲ τὸ ροδόσταμο τῆς Χάρης Της. Γιατὶ μᾶς προσκομίζει «τὸ θαῦμα τῶν Χαιρετισμῶν Της νὰ νανουρίσει τὶς ψυχές μας». ( μητροπολίτης Πέργης κ. Εὐαγγελος, Ἐκ Φαναρίου 1, σελ. 63). Τότε ἀναγαλλιάζει ἡ ψυχή μας, παίρνουμε κουράγιο καὶ μέσα στὴν ὅλη αὐτὴ εὐλογημένη καὶ θεοκατάνυκτη ἀτμόσφαιρα, Τῆς ἀπευθύνουμε τὰ ἀτέλειωτα χαῖρε. Μὲ νόημα ἀληθινὸ Τῆς τὰ ἀπευθυνουμε, τά «Χαῖρε», γιατὶ μαζί Της ζοῦμε τὶς ἀτέλειωτες καὶ φιλάνθρωπες δωρεὲς τοῦ Θεοῦ. Δωρεὲς ποὺ διαλύουν κάθε ἀμφιβολία, σκοτοδίνη καὶ ἀνησυχία. Κι ἄλλα πολλά.

«Χαῖρε δι᾿ ἧς νεουργεῖται ἡ Κτίσις...

Χαῖρε, κλῖμαξ ἐπουράνιε, δι᾿ ἧς κατεβη ὁ Θεός·

Χαῖρε, γέφυρα μετάγουσα τοὺς ἐκ γῆς πρὸς οὐρανόν...»

Τῆς λέμε, κι ἡ φωνή μας πάλλεται ἀπὸ ἄφατη συγκίνηση, τὰ χέρια μουδιάζουν καὶ στὰ μάτια μας ἀνεβαίνουν μικροὶ κρύσταλλοι τὰ δάκρυα. Γιατὶ δὲν ξέρουμε πῶς νὰ Τὴν εὐχαριστήσουμε «ἔτι καὶ ἔτι».

Καὶ τὰ Χαῖρε δὲν ἔχουν τελειωμό. Γιατὶ ὅπως ὁ Ἄγγελος μᾶς δίδαξε, ὅταν Τὴν ἐπισκέφτηκε στὸν Εὐαγγελισμό Της καὶ Τῆς ἀπηύθυνε Τὸ «Χαῖρε», ἔτσι κάνουμε κι ἐμεῖς: τὰ καταθέτουμε συγκινημένοι καὶ κατενυγμένοι στὴν Ἀγάπη Της. Ὄχι μονάχα τώρα, ἀλλὰ κι ὅποτε Τὴν Ἐγκωμιάζουμε, ὅπως π. χ στὴν πάνσεπτη Κοίμησή Της, ποὺ ψάλλουμε μὲ ὄλη μας τὴ συντριβὴ καὶ τὴ συγκίνηση: «Κεχαριτωμένη, Χαῖρε»...Κι Ἐκείνη νὰ εἶναι κεκοιμημένη...

Ὅταν ὁ Ἀπόστολος Παῦλος εὔχεται στοὺς Φιλιππησίους  τὸ «Χαίρετε, καὶ πάλι ἐρῶ χαίρετε», πιστεύω ὅτι συμπυκνώνει τὴν ἐπιθυμία τῆς Ἐκκλησίας,  ὥστε τὰ μέλλη Της νὰ χαίρονται πραγματικά. Κι ἐπειδὴ αὐτὸ δὲν εἶναι πάντα κατορθωτό - γιατὶ «πολλαὶ αἱ θλίψεις τῶν δικαίων» - τοποθέτησε ἀναμεσά μας τὴ θεοστήρικτη λέξη «Χαρμολύπη» γιὰ νὰ τὰ ἰσοζυγιάσει ὅλα. Κι ἔτσι ἔγινε.

Ὡστόσο, ἐκεῖνο ποὺ ἀπομένει ὡς φίλεμα ἱερὸ τὶς μέρες αὐτὲς τὶς Σαρακοστιανές,  εἶναι ἄλλο. Εἶναι αὐτὸ ποὺ κλείνουν οἱ παρακάτω λίγες λέξεις, λέξεις μὲ ἀφάνταστα ἐκρηκτικὸ περιεχόμενο, ἀλλὰ κι  αἰσιοδοξία καὶ φῶς.

«Χαῖρε, δι᾿ ἧς ἡ χαρὰ ἐκλάμψε

χαῖρε, δι᾿ ἧς ἡ ἀρὰ ἐκλείψει»

Πῶς λοιπόν, νὰ μὴν Τῆς προσφέρουμε  τὰ τόσα Χαῖρε, ἀφοῦ ἀπομένει καὶ εἶναι ἡ αἰτία τῆς κάθε μας χαρᾶς; Τῆς τὸ  λέμε, ἄλλωστε:

«Χαρᾶς αἰτία χαρίτωσον, ἡμῶν τὸν λογισμὸ τοῦ κραυγάζειν σοι·

Χαῖρε....νεφέλη ὁλόφωτε, ἡ τοὺς πιστοὺς ἀπάυστως ἐπισκιάζουσα»

( Μετὰ τὴν Ἀκολουθία τῶν Χαιρετισμῶν)

 

Σάββα Αλεξάνδρου

Είναι γεγονός ότι ο σύγχρονος άνθρωπος υποφέρει από τη λεγόμενη κρίση ταυτότητος. Αγνοεί δηλαδή τον βαθύτερο εαυτό του και αυτό εξαιτίας της φοβερής εξωστρέφειας που τον χαρακτηρίζει. Οι μέριμνες του βίου τούτου τον αναγκάζουν να διαχέεται διαρκώς προς τα έξω. Γι' αυτό ακριβώς και ο Άγιος Δωρόθεος θα πει: «άνθρωπος πολυμέριμνος, πράος και ησύχιος γενέσθαι ου δύναται». Ο άνθρωπος που διαρκώς εμπλέκεται μόνο με ό,τι σχετίζεται με την υλική διάσταση της ζωής και έχει πολλές φροντίδες και μέριμνες, οπωσδήποτε είναι αγχώδης και δεν μπορεί να ησυχάσει ούτε μπορεί να έχει την αρετή της πραότητας στη ζωή του.

Στην προκειμένη περίπτωση οι Πατέρες πιστεύουν πως ο άνθρωπος όντας διφυής ύπαρξη πρέπει και με θέματα αυτού του βίου να ασχολείται αφού ως υλική υπόσταση πρέπει να επιβιώσει, όμως και ως ψυχή συνάμα, στο μέτρο του δυνατού πρέπει να επιδιώκει την κατά Θεόν ησυχία η οποία γι' αυτούς αποτελεί μέσον αναγωγής προς τον Θεό. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, δίνοντας τη θεολογική διάσταση της ησυχίας, την οποία ο ίδιος αποκαλεί ερημία, παρατηρεί: «την ερημίαν εγώ πάντων μάλιστα ησπασάμην και ταύτην εγώ ως συνεργό θείας αναβάσεως και θεοποιόν ηράσθην και πάντων των εν τω βίω προεστησάμην». Την ησυχία εγώ θεώρησα ως το πιο σπουδαίο πράγμα γιατί πιστεύω πως βοηθά τον άνθρωπο στο να ανέβει πνευματικά και ουσιαστικά δέχομαι πως αυτή τον καθιστά Θεό κατά χάρη.

Ο Μέγας Βασίλειος πάλι, από την πλευρά τη δική του, θα τονίσει πως η κατά Θεόν ησυχία σε συνδυασμό με την πνευματική μελέτη αποτελούν αιτία φωτισμού της διάνοιας του ανθρώπου. Λέει χαρακτηριστικά: «ουδέν ούτως πέφυκεν σκοτίζειν την διάνοιαν ως η πονηρία και ουδέν ούτως πέφυκεν φωτίζειν την διάνοιαν ως η ανάγνωσις εν ησυχία». Ο ίδιος θα τονίσει εμφαντικά πως ο άνθρωπος που λειτουργεί αφαιρετικά ως προς τα υλικά αγαθά και δεν προσκολλάται σε εφήμερα πράγματα, όντας εν ησυχία στρέφει τον νου προς τον εαυτό του και με τη χάρη του Θεού ελλάμπεται μέσα στο θείο άκτιστο φως. «Νους μη σκεδαννύμενος επί τα έξω, μηδέ υπό των αισθητηρίων προς τον κόσμο διαχεόμενος, προς εαυτόν επάνεισιν και δι' αυτού προς την του Θεού έννοιαν αναβαίνει κακείνω τω Θείω φωτί ελλαμπόμενος πάντοτε».

Στην ορθόδοξη θεολογική σκέψη η πνευματική μελέτη βοηθά τον άνθρωπο στην επίτευξη της κατά Θεόν ησυχίας. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς θα επισημάνει: «διά της μελέτης του θείου λόγου, θέρμη εγγίνεται τη καρδία ήτις ως μυίας αποσοβεί τους πονηρούς λογισμούς και ειρήνην πνευματική και παράκλησιν εμποιεί την ψυχή». Δηλαδή με τη μελέτη του θείου λόγου η καρδιά θερμαίνεται και σαν μύγες αποδιώχνει από αυτήν τους πονηρούς λογισμούς. Δηλαδή τις κακές και αρνητικές σκέψεις. Και τότε γεννιέται σε αυτήν η πνευματική ηρεμία και η παρηγοριά.

Είναι γνωστή η θέση του οσίου Στάρετς Παΐσιου Βελιτσκόφσκι που μετέφρασε τη Φιλοκαλία στα Σλαβονικά. Υπήρξε ηγούμενος της μεγάλης Μονής Νεάμιτς στη Ρουμανία και όταν κάποτε ρωτήθηκε από τους μοναχούς της συνοδείας του γιατί διάβαζε με τόσο πάθος, απάντησε: «με άλλους από εσάς όταν έρχεστε στο κελί μου προβληματίζομαι, με άλλους χαίρομαι, με άλλους στεναχωριέμαι, αλλά σαν φύγετε και πάρω στα χέρια μου ένα βιβλίο και αρχίσω να μελετώ νιώθω τόση ησυχία και ηρεμία, ως και να βρίσκομαι στην έρημο του Ιορδάνη, τόση ησυχία νιώθει η ψυχή μου».

Η κατά Θεόν ησυχία λοιπόν έχει σωτηριολογικές προεκτάσεις αφού βοηθά τον άνθρωπο να βυθοσκοπήσει τον εαυτό του και να αγωνιστεί έτσι ενάντια στα πάθη του. Με αυτό το σκεπτικό ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος στα «Ασκητικά» του θα τονίσει: «αγάπησον την αργίαν της ησυχίας υπέρ του εμπλήσαι πεινώντας εν τω κόσμω ή επιστρέψαι έθνη εις προσκύνησιν Θεού». Δηλαδή αγάπησε περισσότερον την κατά Θεόν ησυχίαν και θεώρησε την πως από πνευματική άποψη στέκει πιο ψηλά από το να ασχολείσαι με την εξωτερική ιεραποστολή ή με θέματα ανθρωπιστικά. Γι' αυτό ακριβώς τον λόγο ο νηπτικός αυτός πατέρας της εκκλησίας μας θα χαρακτηρίσει τον άνθρωπο της κατά Θεόν ησυχίας ως το άλας της γης: «Ει ζητείς το άλας το επί της γης, ιδού άνθρωπος ησύχιος και ευθύς».

Στην ορθόδοξη πατερική σκέψη, η κατά Θεόν ησυχία βοηθά τον άνθρωπο να γίνει αυθεντικό πρόσωπο. Δηλαδή ον που κοινωνεί διά της αγάπης με όλους. Ο άγιος Νείλος λέει χαρακτηριστικά πως ο μοναχός που βιώνει σε ύψιστο βαθμό την κατά Θεόν ησυχία, ενώ ουσιαστικά ζει μόνος, νιώθει να είναι ενωμένος με όλους. Θα πει: «μοναχός εστίν ο από πάντων χωρισθείς και πάσι συνηρμοσμένος». Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης, που έχοντας καταφέρει τη θέωση και τον αγιασμό στην ησυχία του Αγίου Όρους, έγινε αυθεντικό πρόσωπο που ανάπαυσε με την αγάπη, τα θαύματα και τον λόγο του χιλιάδες ανθρώπους. Έλεγε συγκεκριμένα για μια περίπτωση θαυμαστής διάσωσης νέου από τροχαίο από τον ίδιο και τα ακόλουθα: «το μόνο που μπορώ να κάνω είναι με πόνο, ταπεινά να εύχομαι όλη τη νύκτα για όσους βρίσκονται στους δρόμους και κινδυνεύουν. Ο καλός Θεός λοιπόν που αγαπά τα παιδιά του, παίρνει αφορμή από τη δική μου προσευχή και ενεργεί εκείνος».

Μητροπολίτη Ἀλεξανδρουπόλεως Ἀνθίμου

Κάποιοι λένε ὅτι ἡ Μεγ. Σαρακοστὴ εἶναι πένθιμη περίοδος. Δὲν εἶναι βέβαια ἔτσι ἐπειδὴ ἡ Ἐκκλησία ποτὲ δὲν πενθεῖ. Ἐμφανίζεται ὅμως ἔτσι, μὲ τὸ μουσικὸ καὶ χρωματικὸ τελετουργικό της προκειμένου νὰ κατανοήσουμε τὸν κατανυκτικὸ χαρακτῆρα τῆς περιόδου αὐτῆς. Ἕνας χαρακτῆρας ἐσωτερικῆς προσεγγίσεως τῆς ψυχῆς μας, εἰλικρινοῦς αὐτοκριτικῆς, μὲ ἀγωνία γιὰ τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς μας, μὲ διάθεση ἀγωνιστική, γιὰ νὰ ἀποσείσουμε τὴ ραθυμία μας καὶ λαχτάρα, γιὰ νὰ λυτρωθοῦμε ἀπὸ τὴν ὑποκρισία ποὺ ὑποβόσκει μέσα μας καὶ τρώει τὴν προσωπικότητά μας.

π. Χαράλαμπου Παπαδόπουλου

 

Μόνο ἕνα πράγμα θά σᾶς ζητήσω νά ἔχετε στήν σκέψη σας καθώς θά προσκυνᾶτε τήν εἰκόνα ἑνός ἁγίου ἤ ἁγίας: ὅτι πίσω ἀπό τό φωτοστέφανο πού ἐσεῖς βλέπετε, καμαρώνετε καί παρηγορῆστε, νά θυμάστε ὅτι ὁ ἅγιος ὑπῆρξε πρόσωπο πού πάλεψε πολύ μέ τόν ἑαυτό του. Πού ἡ σχέση μέ τόν Θεό τοῦ στοίχισε καί τόν «τσάκισε». Στά λαμπερά μάτια τῶν εἰκόνων, νά βλέπετε τόν ἀνείπωτο πόνο τοῦ σταυροῦ, τίς νύχτες τίς ἀπόλυτα μοναχικές πού τό ξημέρωμα ἔμοιαζε ὡς λύτρωση. Γι’ αὐτό ὅταν φιλᾶτε τίς εἰκόνες τῶν ἁγίων μήν ζητᾶτε μόνο, πεῖτε κι ἕνα εὐχαριστῶ, ἕνα σέ ἀγαπῶ γί αὐτά πού πέρασες καί εἶσαι.

 

Ἐπισκόπου Κάλλιστου Ware

Ὁ πρωταρχικός σκοπός τῆς νηστείας εἶναι νά μᾶς κάνει νά συνειδητοποιήσουμε τήν ἐξάρτησή μας ἀπό τόν Θεόν. Ἄν ἐξασκεῖται σοβαρά, ἡ Σαρακοστιανή ἀποχή ἀπό τό φαγητό (ἰδιαίτερα τίς πρῶτες μέρες) περικλείει μία σημαντική δόση πραγματικῆς πείνας κι ἐπίσης ἕνα συναίσθημα κόπωσης καί σωματικῆς ἐξάντλησης. Ὁ σκοπός της εἶναι νά μᾶς ὁδηγήσει μέ τήν σειρά της σ’ ἕνα συναίσθημα ἐσωτερικῆς ταπείνωσης καί συντριβῆς· νά μᾶς φέρει, δηλαδή, στό σημεῖο ὅπου μποροῦμε νά ἐκτιμήσουμε ὅλη τήν ἰσχύν τῆς δήλωσης τοῦ Χριστοῦ: «χωρίς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν».

Ἄν πάντοτε χορτάνουμε καί ξεδιψοῦμε πλήρως, εὔκολα ἀναπτύσσουμε μία λανθασμένη αἴσθηση αὐτονομίας καί αὐτάρκειας. Ἡ τήρηση μίας σωματικῆς νηστείας κλονίζει αὐτήν τήν ἁμαρτωλή αὐτάρκεια. Μᾶς ἀπογυμνώνει ἀπό τήν ἐπίπλαστη ἀσφάλεια τοῦ Φαρισαίου (ὁ ὁποῖος νήστευε, εἶναι ἀλήθεια, ἀλλά ὄχι μέ το σωστό πνεῦμα). Ἡ νηστεία τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς μᾶς δίνει τήν σωτηρία αὐτή – δυσαρέσκεια τοῦ Τελώνη. Αὐτή εἶναι ἡ ἀποστολή τῆς πείνας καί τῆς κόπωσης: γιά νά συνειδητοποιήσουμε τήν ἀδυναμία μας καί τήν ἐξάρτησή μας ἀπό τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ.

Subscribe to Email