Κείμενα Ορθόδοξης Θεολογίας

Μητροπολίτη Σουρόζ Αντώνιου Bloom

Κυριακή μετά την Ύψωση του Σταυρού

Στὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος

Τὴν ἡμέρα ποὺ θυμόμαστε τὸν Σταυρὸ τοῦ Κυρίου, πρέπει νὰ δίνουμε ἰδιαίτερη προσοχὴ σ’ ὅ,τι εἶναι ἡ Θεϊκὴ ἀγάπη. Τόσο πολὺ ἀγάπησε ὁ Θεὸς τὸν κόσμο ποὺ θυσίασε τὸν Μονογενῆ του Υἱό, ὥστε κανεὶς ἄνθρωπος δὲν θὰ πρέπει νὰ λησμονηθεῖ καὶ ν’ ἀγνοηθεῖ.

Ἂν εἶναι ἀλήθεια αὐτό, πῶς θὰ πρέπει νὰ ἀντιμετωπίζουμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον; Ἂν ὁ κάθε ἕνας ἀπὸ ἐμᾶς σημαίνει τόσα πολλὰ γιὰ τὸν Θεό, ἐὰν Ἐκεῖνος ἀγαπάει τὸν ἄνθρωπο σὲ τέτοιο βαθμό, ὥστε νὰ θυσιάσει τὴν ζωή Του, ὁ θάνατός Του εἶναι εὐπρόσδεκτος- πῶς θὰ πρέπει λοιπὸν νὰ φερόμαστε στὸν πλησίον μας;

Ὑπάρχουν ἄνθρωποι ποὺ ἀγαπᾶμε ἐκ φύσεως, ποὺ μὲ τόσους πολλοὺς τρόπους μοιάζουν μὲ μᾶς στὸ μυαλό, τὸ συναίσθημα – ἀλλὰ εἶναι αὐτὸ ἀγάπη; Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἀγαπᾶμε αὐτὸ τὸ πρόσωπο σὰν τὸ πιὸ πολύτιμο πρόσωπο στὰ μάτια τοῦ Θεοῦ καὶ τὰ δικά μου, ἐπειδὴ λαχταρῶ νὰ εἶμαι μὲ τὸν Θεό, νὰ μοιράζομαι τὶς σκέψεις Του, τὴ στάση Του ἀπέναντι στὴ ζωή.

Καὶ πόσοι ἄνθρωποι ὑπάρχουν ποὺ τοὺς φερόμαστε μὲ ἀδιαφορία, δὲν εὐχόμαστε κάτι κακὸ γι’ αὐτοὺς – δὲν ὑπάρχουν γιὰ μᾶς! Ἂς ρίξουμε μιὰ ματιὰ γύρω μας σὲ τούτη τὴ συνάθροιση καὶ γιὰ μῆνες ἂς ἀναρωτηθοῦμε: «τί σημαίνει αὐτὸ τὸ πρόσωπο γιὰ μένα;» – Τίποτα· ἁπλὰ κάποιος ποὺ παρευρίσκεται στὴν ἴδια ἐκκλησία, ποὺ πιστεύει στὸν ἴδιο Θεό, ποὺ λαμβάνει τὴν ἴδια κοινωνία- καὶ λησμονοῦμε ὅτι ἐκεῖνοι ποὺ λαμβάνουν τὴν ἴδια κοινωνία, ἔχουν γίνει μέρος τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς ζεῖ μέσα τους, ὅτι θὰ πρέπει νὰ στραφοῦμε σ’ αὐτούς, νὰ τοὺς κοιτάξουμε, καὶ νὰ δοῦμε ὅτι ἀποτελοῦν ναὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, μιὰ συνέχεια τῆς Ἐνσάρκωσης.

Ἂς θέσουμε στὸν ἑαυτὸ μας σοβαρὰ καὶ κρίσιμα ἐρωτήματα γιὰ τὸ πῶς φερόμαστε καὶ πῶς βλέπουμε τὸν διπλανό μας. Ἂς ἀφιερώσουμε ὅλη τὴν ἑβδομάδα γιὰ νὰ σκεφτοῦμε τὸ ἕνα πρόσωπο μετὰ τὸ ἄλλο καὶ ἂς ἀναρωτηθοῦμε: «ὑπάρχει ἀγάπη στὴν καρδιά μου; » Ὄχι μιὰ συναισθηματικὴ ἀγάπη, ἀλλὰ μιὰ ἀγάπη ποὺ μέσα στὸ φῶς τοῦ Θεοῦ κάνει ἕναν ἄνθρωπο πολύτιμο, – πολύτιμο στὸ βαθμὸ ποὺ θὰ πρέπει νὰ εἶμαι προετοιμασμένος νὰ δώσω τὴν ζωή μου γι’αὐτὸ τὸ πρόσωπο. Καὶ ὅταν τὴν ἑπόμενη ἑβδομάδα προσέλθουμε στὸ μυστήριο τῆς Ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως, ἀνάμεσα στὰ ἄλλα, ἂς φέρουμε, ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, αὐτὸ τὸ ἐρώτημα: «Ὑπάρχει γιὰ μένα ὁ πλησίον; Τί σημαίνει γιὰ μένα; » Γιὰ τὸν Θεὸ εἶναι τὰ πάντα· ἐὰν γιὰ μένα δὲν εἶναι τίποτα, ποιὰ εἶναι ἡ θέση μου ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ; Ἀμήν.

 (Πηγή: http://kirigmata.blogspot.com.cy/2014/09/anthony-bloom.html#more)

 

Γέροντα Μωυσή Αγιορείτη

Πολύ απουσιάζει στους βιαστικούς καιρούς μας η αρετή της υπομονής. Οι υπομονετικοί συνήθως κερδίζουν. Η ανυπομονησία είναι πηγή αρκετών σοβαρών προβλημάτων.

Η υπομονή στις δυσκολίες της ζωής δίνει πνευματική ωρίμανση. Η υπομονή φανερώνει ανδρεία, γενναία και σοφή ψυχή. Οι ανυπόμονοι φοβούνται, δειλιάζουν και χάνουν. Οι ασθενείς, οι τραυματίες, οι ανάπηροι, οι άνεργοι, οι φτωχοί, έχουν μεγάλη την ανάγκη της υπομονής. Δίχως αυτή εύκολα απελπίζονται.

Συχνά λέμε να κάνουν οι άλλοι υπομονή. Δεν είναι πάντοτε τόσο εύκολο. Στο Άγιον Όρος εύχονται «καλές υπομονές!». Συνηθισμένη έκφραση η υπομονή, αλλά δυσκολοκατόρθωτη. Θέλει κόπο, μόχθο, γνώση, ταπείνωση, ανεκτικότητα, επιμέλεια και καλλιέργεια. Η ανυπομονησία συνήθως προέρχεται από τον εγωισμό. Δεν μπορεί κάποιος να αγαπά αληθινά και να μην υπομένει πάντοτε. Όποιος υπομένει ελπίζει κι έτσι ελευθερώνεται από πικρές περιπέτειες. Οι ελπιδοφόροι είναι αισιόδοξοι, καρτερικοί και θαρραλέοι. Θέτουμε ασφυκτικούς χρόνους στους συνανθρώπους μας, τους θέτουμε αυστηρούς όρους και στεναχωρούμεθα που δεν ανταποκρίνονται. Πόσο διαφορετική θα ήταν η ζωή μας αν ήμασταν πιο καρτερικοί.

Ακόμη και στην πνευματική ζωή μερικές φορές υπάρχει μία προπέτεια. Ο Δίκαιος Ιώβ είναι κλασικό παράδειγμα μεγάλης υπομονής. Τους ανυπόμονους δεν τους εμπιστεύεται ο Θεός. Οι άνθρωποι θέλουν γρήγορες και άμοχθες κατακτήσεις. Τα αγαθά όμως αποκτιούνται με κόπο. Μέσα από τη σωματική ασθένεια μπορεί να έλθει η ψυχική υγεία. Είναι πολλές οι ευκαιρίες στη ζωή που από το πικρό μπορεί να προέλθει το καλό. Τα εμπόδια της ζωής θέλουν να μας αναστήσουν από την οκνηρία, την αμέλεια και τη χαύνωση. Οι ανυπόμονοι δεν έχουν χάρη πνευματική, αφού χαρακτηρίζονται από λύπη, θλίψη, στενοχώρια, κατάθλιψη, μελαγχολία και απογοήτευση.

Σε ένα λαβύρινθο αντιξοοτήτων, σκανδάλων, κοσμικοτήτων, ηδονών, πλεονεξιών και πλανών, ο άνθρωπος παρασύρεται. Όποιος έχει ταπείνωση και υπομονή αντιστέκεται και κερδίζει. Η υπομονή θα τον συνδράμει σε πολλά καλά. Δεν θα λυγίσει στις συμφορές, δεν θα οδηγηθεί στο διαζύγιο, θα περιορίσει το στόμα του, δεν θα τυραννιέται από τα διάφορα αντίξοα γεγονότα της ζωής. Είναι μεγάλη υπόθεση να υπομένει κανείς τα πικρά συμβάντα της ζωής ατάραχα και αδιαμαρτύρητα. Οι πολλές προκλήσεις, περιέργειες, παραξενιές και δυσκολίες δεν αφήνουν κανέναν να υπομείνει. Η σφοδρή επιθυμία όσων έχουν οι άλλοι και λείπουν στους ίδιους τους κάνει να ανυπομονούν.

Στις διαπροσωπικές σχέσεις χρειάζεται οπωσδήποτε μεγάλη υπομονή. Θα πρέπει να παίρνουμε και τη θέση του άλλου, να ακούμε τον πόνο του, να βλέπουμε τη δυσκολία του, να του μιλάμε με επιείκεια και καλοσύνη. Δεν μπορούμε να στεκόμαστε απέναντι του άλλου μόνο με παρατηρήσεις. Υπομονή θα πρέπει να κάνουμε και στον εαυτό μας, να τον γνωρίσουμε, να τον αποδεχθούμε, όποιος κι αν είναι. Η υπομονή δεν προέρχεται μόνο από την ελπίδα, αλλά και από την αγάπη. Αγάπη προς Θεό και άνθρωπο. Αγάπη θυσιαστική. Αυτός που υπομένει τον άλλο είναι ανεκτικός, πράος, καλοσυνάτος, αζηλόφθονος, χαμογελαστός και ειρηνικός.

Η υπομονή έχει πολλά καλά να προσφέρει στη δύσκολη σύγχρονη ζωή. Είμαστε υποχρεωμένοι να υπομένουμε την αταξία των καιρών, τα προβλήματα των άλλων, τις δυσκολίες του εαυτού μας. Μακάριοι οι υπομένοντες έως τέλους.

 

Αρχιμανδρίτου Βασιλείου Ιβηρήτη

Δεν ανοίγουν τα λουλούδια μέσα στο χειμώνα και στο ξεροβόρι, ανοίγουν την άνοιξη μέσα στη ζέστη. Δεν ανοίγει κάποιος την καρδιά του μπροστά σε απειλές. Την ανοίγει μέσα στην αγάπη, εκεί που του έχει δημιουργηθεί κλίμα εμπιστοσύνης. Και η αγάπη δεν είναι συναισθηματισμός αλλά είναι θυσία. Και οι Άγιοι αγαπούν και αποδεικνύουν ότι ο Θεός είναι πατέρας μας, και είναι αγάπη εκστατική. 

 

Αρχιμ. Παύλου Παπαδόπουλου

Νομίζουμε πολλές φορές ότι άγιος είναι ο κατά πάντα τέλειος άνθρωπος· αυτός που δεν έσφαλε ποτέ του, που δεν έκανε κάποιο λάθος, που δεν πίκρανε ποτέ του κάποιον άλλο, που δεν αστόχησε, που δεν απίστησε, που δεν απόκαμε. Αυτό όμως είναι ψέμα. Άγιος είναι αυτός που την ατέλειά του, την αμαρτία του, την απιστία του την έκανε ταπείνωση και μετάνοια.

Καθώς διαβάζεις λοιπόν τα συναξάρια των Αγίων, μην μείνεις σ’ αυτά που διαβάζεις· αφουγκράσου κι αυτά που δεν έχουνε γραφτεί. Γιατί αυτά που βίωσαν και πράξανε οι άγιοι κρυφίως, τα άγνωστα, τα άγραφα, είναι τελικά που τους κατέστησαν θαυματουργούς, οσίους, μάρτυρες, αγίους.

Γι’ αυτό και γενικότερα μην μένεις σ’ αυτά που βλέπεις και μαθαίνεις για τους άλλους. Γιατί δεν γνωρίζεις τα κρύφια των καρδιών τους. Δεν γνωρίζεις τις μάχες τους, την μετάνοιά τους ή την υποκρισία τους (από την άλλη μεριά).

Τα φαινόμενα απατούν. Πολλές φορές παράδεισοι είναι κρυμμένοι σε σώματα κολασμένα και ζωές σακατεμένες· αλλά και κολασμένες ψυχές κρύβονται αρκετές φορές πίσω από ηθικές και “χριστιανικές” ζωές.

 

Πρωτ. Μιχαήλ Βοσκοῦ

          Ὅλοι γνωρίζουμε ὅτι ἡ πρώτη ἡμέρα τοῦ ἔτους, ἡ Πρωτοχρονιά, εἶναι ἡ πρώτη τοῦ μηνός Ἰανουαρίου. Λίγοι ὅμως γνωρίζουν ὅτι ἡ πρώτη ἡμέρα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ μας ἔτους, ἡ Ἐκκλησιαστική Πρωτοχρονιά, εἶναι ἡ πρώτη τοῦ μηνός Σεπτεμβρίου, ἡ Ἀρχή τῆς Ἰνδίκτου, ὅπως ἀναφέρουν τά λειτουργικά βιβλία τῆς Ἐκκλησίας μας.

          Ἡ λέξη Ἰνδικτιών (ἡ ὁποία προέρχεται ἀπό τή λατινική λέξη Indictio καί σημαίνει ὁρισμός ἤ διάγγελμα) δηλώνει διάταγμα τῶν Ρωμαίων αὐτοκρατόρων, βάσει τοῦ ὁποίου ἐπεβάλλετο στούς ὑπηκόους τους ἡ κατ᾿ ἔτος πληρωμή γενικοῦ φόρου γιά τή συντήρηση τοῦ ρωμαϊκοῦ στρατοῦ. Αὐτό τό διάταγμα ἀνανεωνόταν κάθε δεκαπέντε χρόνια, γιατί τόσα χρόνια διαρκοῦσε ἡ στρατιωτική θητεία τῶν Ρωμαίων πολιτῶν. Ἔτσι καί ἡ ἀρίθμηση τῶν ἐτῶν στήν Ἀρχαία Ρώμη γινόταν ἐπί τῇ βάσει τοῦ ἀριθμοῦ τῆς Ἰνδικτιῶνος, πού σήμαινε περίοδο δεκαπέντε ἐτῶν (π.χ. δέκατο ἔτος τῆς δεκάτης Ἰνδικτιῶνος). Οἱ Πατριάρχες τῆς Κωνσταντινουπόλεως παρέλαβαν καί χρησιμοποιοῦσαν τή λέξη Ἰνδικτιών καί στά δικά τους θεσπίσματα καί ἐγκυκλίους, χωρίς βέβαια νά ἀριθμοῦν καί τήν ἀκολουθία τῶν Ἰνδικτιώνων.

          Ὁ μήνας Σεπτέμβριος εἶναι ὁ μήνας κατά τόν ὁποῖο, μετά τήν συγκομιδή τῶν καρπῶν, ἀρχίζει καί πάλι ἡ σπορά τῆς γῆς. Ἔτσι λογίζεται ὡς ἀρχή τοῦ νέου ἔτους, τοῦ νέου ἐνιαυτοῦ. Κατά τήν πρώτη αὐτοῦ τοῦ μηνός στήν Ἐκκλησία μας ψάλλεται ἡ Ἀκολουθία τῆς Ἀρχῆς τῆς Ἰνδίκτου, πού εἶναι μιά μοναδικοῦ κάλλους Ἀκολουθία. Ἑορτάζοντας τήν Ἐκκλησιαστική Πρωτοχρονιά ζητοῦμε ἀπό τόν Δημιουργό τῆς κτίσεως, ὁ Ὁποῖος ἔθεσε “καιρούς καί χρόνους ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐξουσίᾳ”, νά εὐλογήσει “τόν στέφανον τοῦ ἐνιαυτοῦ τῆς χρηστότητός του”, νά φυλάττει ἐν εἰρήνῃ τά πλήθη τῶν Ὀρθοδόξων, νά καταβάλει τίς ποικίλες αἱρέσεις, νά μᾶς χαρίζει καιρούς καρποφόρους, εὐκρασίαν ἀέρων καὶ βροχάς ἐγκαίρους.

          Ὑπάρχει ὅμως ἀκόμη ἕνα δεδομένο στήν Ἀκολουθία τῆς Ἀρχῆς τῆς Ἰνδίκτου, πού τήν καθιστᾶ πανηγυρικώτερη καί τῆς προσδίδει τόν χαρακτήρα Δεσποτικῆς ἑορτῆς. Σύμφωνα μέ τό Συναξάριο τῆς πρώτης τοῦ Σεπτεμβρίου, κατ᾿ αὐτήν τήν ἡμέρα εἰσῆλθε ὁ Κύριός μας στή Συναγωγή τῆς πατρίδας Του τῆς Ναζαρέτ καί ἔκανε τό πρῶτο Του κήρυγμα, στό ὁποῖο μίλησε γιά το σωτηριολογικό Του ἔργο. Τοῦ δόθηκε τό χειρόγραφο τοῦ Προφήτη Ἡσαΐα, ὅπως μᾶς διηγεῖται ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς (Λουκ. 4,16 κ.ἑ.), καί ἀφοῦ τό ξετύλιξε βρῆκε καί διάβασε τό σημεῖο ὅπου ἦταν γραμμένα τά λόγια:“Πνεῦμα Κυρίου ἐπ᾿ἐμέ, οὗ εἵνεκεν ἔχρισέ με, εὐαγγελίσασθαι πτωχοῖς ἀπέσταλκέ με, ἰάσασθαι τούς συντετριμμένους τήν καρδίαν … κηρύξαι ἐνιαυτόν Κυρίου δεκτόν”. Ὕστερα τύλιξε τό χειρόγραφο, τό ἔδωσε στόν ὑπηρέτη τῆς Συναγωγῆς καί ἐξήγησε στό συγκεντρωμένο πλῆθος ὅτι ἡ προφητεία αὐτή βρῆκε τήν ἐκπλήρωσή της στό πρόσωπό Του. “Σήμερον πεπλήρωται ἡ γραφή αὕτη ἐν τοῖς ὠσίν ὑμῶν”.

*********

          Ἡ ἔννοια τοῦ χρόνου πάντοτε ἀσκοῦσε καί ἀσκεῖ στούς ἀνθρώπους μιά ἰδιαίτερη γοητεία· ἡ ἔννοια τοῦ χρόνου βέβαια, ὅπως οἱ ἄνθρωποι τοῦ παρόντος κόσμου τὴν κατανοοῦν, ὡς διαδοχή δηλαδή παρελθόντος, παρόντος καί μέλλοντος. Αὐτήν τή γοητεία τήν ζοῦμε κάθε χρόνο ὅταν φεύγει ὁ παλιός ὁ χρόνος καί ἔρχεται ὁ νέος· τήν ζήσαμε δὲ ἀκόμη ἐντονώτερα μέ τήν πρόσφατη ἀλλαγή τοῦ αἰώνα καί τῆς χιλιετίας. Γιά μᾶς τούς Ὀρθοδόξους Χριστιανούς ὅμως ἄλλη εἶναι ἡ ἐκκλησιαστική ἔννοια τοῦ χρόνου.

          Κατ᾿ἀρχάς γιά μᾶς τούς Χριστιανούς ὁ χρόνος δέν εἶναι μιά ἔννοια ὑπερφυσική, ὅπως εἶναι γιά πολλούς ἀνθρώπους, ἀλλά εἶναι δημιούργημα τοῦ Θεοῦ. Ὁ Τριαδικός Θεός εἶναι ἔξω καί πάνω ἀπό τόν χρόνο, γι᾿ αὐτό καί ὀνομάζεται ἄχρονος καί ἀΐδιος. Δημιούργησε δέ τόν χρόνο, ὅταν δημιουργοῦσε τὸν κόσμο. Πρίν ἀπό τή δημιουργία τοῦ κόσμου δέν ὑπάρχει χρόνος, γιατί ὑπάρχει μόνο ὁ ἄκτιστος καί ἀδημιούργητος, ὁ ἄχρονος καί ἀΐδιος Θεός. Ὁ χρόνος εἶναι μιά κατηγορία τοῦ παρόντος κόσμου, πού ἔχει ἀρχή, ἀλλά θά ἔχει καί τέλος, γιατί στήν αἰώνια Βασιλεία τῶν οὐρανῶν θά ξεπεραστεῖ ἡ ἔννοια τοῦ χρόνου, ὅπως κατανοεῖται ἀπό τούς ἀνθρώπους τοῦ παρόντος κόσμου.

Μετά τήν πτώση τῶν Πρωτοπλάστων ὁ χρόνος ὑπηρετοῦσε τή φθορά καί τόν θάνατο, μέχρι τήν στιγμή πού εἰσῆλθε μέ τόν πιό ἐντυπωσιακό τρόπο στόν χρόνο ὁ ἄχρονος Θεός, μέχρι τήν στιγμή πού τό αἰώνιο εἰσέβαλε στήν Ἱστορία τοῦ κόσμου. Πότε ἔγινε αὐτή ἡ μεγάλη τομή στήν Ἱστορία τοῦ κόσμου; Ὅταν ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, τό δεύτερο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος κατεδέχθη νά γίνει ἄνθρωπος, νά συλληφθεῖ ἐκ Πνεύματος Ἁγίου στή μήτρα τῆς Παρθένου Μαρίας καί νά γεννηθεῖ μέσα στά δεδομένα τοῦ δικοῦ μας κόσμου. Ἔκτοτε ὁ χρόνος παύει νά ὑπηρετεῖ πλέον τή φθορά καί τόν θάνατο, ἀλλά μεταμορφώνεται μέσα στή ζωή τοῦ ζῶντος Σώματος τοῦ Χριστοῦ, πού εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Μέσα στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας ὁ χρόνος δέν εἶναι πιά μιά σταθερή πορεία ἀπό τό παρελθόν πρός τό μέλλον, ἀλλά εἶναι ἕνα διαρκές παρόν, ὅπου συναντῶνται παρελθόν καί μέλλον. Ὅπως γιά τόν ἄχρονο καί ἀΐδιο Θεό δέν ὑπάρχει παρελθόν, παρόν καί μέλλον, γιατί “μία ἡμέρα παρά Κυρίῳ ὡς χίλια ἔτη, καί χίλια ἔτη ὡς ἡμέρα μία” (Β’ Πέτρ. 3,8), ἔτσι καί γιά τή ζωή τῆς Ἐκκλησίας δέν ὑπάρχει παρελθόν, παρόν καί μέλλον, ἀλλά μποροῦμε τόσο τὸ παρελθόν ὅσο καί τό μέλλον νά τά ζήσουμε στό παρόν.

Τά γεγονότα τοῦ παρελθόντος εἶναι διαρκῶς παρόντα στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτός δέ εἶναι καί ὁ λόγος πού ψάλλουμε «Σήμερον γεννᾶται ἐκ Παρθένου …» ἤ «Σήμερον κρεμμᾶται ἐπί ξύλου …», ὄχι γιατί ὁ Χριστός ξαναγεννιέται ἤ ξανασταυρώνεται, ἀλλά γιατί ἡ Γέννηση καί ἡ Σταύρωσή Του δέν εἶναι γεγονότα τοῦ παρελθόντος, ἀλλά γεγονότα διαχρονικά, γεγονότα πού τά ζοῦμε σήμερα ὅπως τά ἔζησαν καί οἱ ἄνθρωποι τοῦ τότε. Κατά τόν διο τρόπο καί τά γεγονότα τοῦ μέλλοντος εἶναι διαρκῶς παρόντα στή ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Μέσα στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας καί κυρίως μέσα στή Θεία Λειτουργία ζοῦμε τήν ἀναμενομένη αἰώνια Βασιλεία τῶν οὐρανῶν ὡς παροῦσα.

Ὁ χρόνος εἶναι ἐντελῶς μεταμορφωμένος μέσα στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας κι αὐτὸν τόν μεταμορφωμένο χρόνο, αὐτήν τήν ὑπέρβαση τοῦ χρόνου ζοῦν οἱ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ πού ἐνοικεῖ μέσα τους. Αὐτόν τόν μεταμορφωμένο χρόνο, αὐτήν τήν ὑπέρβαση τοῦ χρόνου καλούμαστε κι ἐμεῖς νά ζήσουμε στήν προσωπική μας ζωή, γιά νά μπορέσουμε νά ζήσουμε, ὅπως καί οἱ Ἅγιοί μας, τήν ἀναμενομένη αἰώνια Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἤδη ἀπό αὐτήν τή ζωή.

 

Μητροπολίτη Κύκκου Νικηφόρου

Τα ονόματα και τα κατορθώματα των Αγίων δεν διαφημίζονται στις εφημερίδες, στις τηλεοράσεις, στα μέσα μαζικής επικοινωνίας. Οι Άγιοι κατά τη διάρκεια της επίγειας ζωής τους, επιζητούσαν την αφάνεια. Ήθελαν να παραμένουν άγνωστοι κι ας ζούσαν μέσα στον κόσμο, όπως και σήμερα μπορεί να είναι, άνθρωποι της διπλανής πόρτας, του διπλανού διαμερίσματος. Η αγιότητα παραμένει σιωπηλή, γιατί δεν στοχεύει στην ανθρώπινη δόξα. Δεν την ενδιαφέρει η γνώμη των πολλών.  Την ενδιαφέρει μόνο η ευαρέσκεια του Κυρίου του ουρανού και της γης. Αυτού που γνωρίζει τους αγώνες μας και περιμένει να μας δώσει το στέμμα της αφθαρσίας.

Οι Άγιοι μας προβάλλονται, όμως, μέσα στην Εκκλησία μας, ως φώτα ολόφωτα, για να φωτίζουν τον δρόμο της ολοκληρώσεων της αρετής και της θεώσεως. Και προβάλλονται εμμελώς μέσα από τους ύμνους και τις ιερές Ακολουθίες. 

 

Μητροπολίτη Λεμεσού Γέροντα Αθανασίου

Με την είσοδον του Χριστού εις τον κόσμον έχουμε την ύπαρξιν της Εκκλησίας. Η Εκκλησία είναι ο χώρος ο οποίος πραγματοποιεί αυτά, τα οποία μας έφερε ο Θεός, ο Χριστός. Και είναι,μπορούμε να πούμε, το νοσοκομείον μέσα στο οποίον ο ιατρός Χριστός θεραπεύει κάθε έναν, που μπαίνει μέσα σ’ αυτό.

Βέβαια, υπάρχουν και μερικοί, που μπήκαν στο νοσοκομείο και πέθαναν, γιατί θέλησαν να πεθάνουν. Είναι αυτοί οι οποίοι δεν θέλησαν να συνεργαστούν με τον Θεό, δε θέλησαν να τον αφήσουν να μπει και να τους θεραπεύσει κι έτσι δεν δέχθηκαν τα φάρμακα τα πνευματικά και απέθαναν.

Όμως έχομεν, ευτυχώς, και ανθρώπους, οι οποίοι έγιναν υγιείς, έγιναν αρκετά υγιείς ή έγιναν τελείως υγιείς ή έγιναν και ιατροί ακόμα. Αυτοί οι άνθρωποι είναι αυτοί, τους οποίους ο Θεός αναδεικνύει στην Εκκλησίαν ως πνευματικούς πατέρες, οι οποίοι έχοντας εμπειρίαν ήδη της πορείας της ασθενείας και της θεραπείας στον εαυτόν τους, μπορούν να την εφαρμόσουν σ’ άλλους. Αυτοί είναι οι πραγματικοί πνευματικοί πατέρες της Εκκλησίας. 

 (Απόσπασμα απομαγνητοφωνημένης ομιλίας που έγινε στο Πανεπιστήμιο Κύπρου)

π. Δημητρίου Μπόκου 

Πώς θα ήταν ο κόσμος αύριο, αν σταματούσε σήμερα να ανατέλλει ο ήλιος; Δεν θα γινόταν μόνο σκοτεινός, αλλά θα έχανε σιγά-σιγά και κάθε ζωή. Φυτά και ζώα θα γίνονταν αναιμικά, θα ζούσαν για λίγο μια σκιώδη ζωή, φάντασμα της προηγούμενης ζωντάνιας τους και τελικά θα έσβηναν στην παγωνιά ενός ανήλιαγου κόσμου. Αν πάλι κάποιος ζούσε διαρκώς όχι στο φως και στον αέρα, αλλά στο σκοτεινό κελλί μιας φυλακής, για ποιά ποιότητα ζωής θα μπορούσε να καυχηθεί; Πηγή ζωής είναι το φως, η ζωογόνα ζεστασιά του ήλιου. 

Μα απουσία ζωής και παγωνιά δεν φέρνει μόνο η σκοτεινή φυλακή, η μόνιμη έκλειψη του ήλιου η το σκοτάδι της νύχτας. Γράφει ο Γάλλος συγγραφέας Αλμπέρ Καμύ: 

«Το βράδυ ήρθε η Μαρί και με ρώτησε αν ήθελα να παντρευτούμε. Της είπα ότι το ίδιο μού έκανε κι ότι θα μπορούσαμε να παντρευτούμε αν το ήθελε. Τότε ζήτησε να μάθει αν την αγαπούσα. Απάντησα, όπως το ’χα κάνει κιόλας μια φορά, ότι αυτό δε σήμαινε τίποτα, μα ότι σίγουρα δεν την αγαπούσα. “Τότε λοιπόν γιατί να με παντρευτείς;” είπε. Της εξήγησα πως αυτό δεν είχε καμιά σημασία και πως, αν το επιθυμούσε πολύ, μπορούσαμε να παντρευτούμε. Άλλωστε, εκείνη το ζητούσε κι εμένα μου αρκούσε να πω το ναι. Παρατήρησε τότε πως ο γάμος ήταν κάτι σοβαρό. Αποκρίθηκα: “Όχι”. 

Σώπασε για λίγο και με κοίταξε σιωπηλή. Ύστερα μίλησε. Ήθελε απλώς να ξέρει αν θα αποδεχόμουν την ίδια πρόταση από μια άλλη γυναίκα που θα είχα μαζί της παρόμοιο δεσμό. Είπα: “Φυσικά”. Τότε αναρωτήθηκε αν μ' αγαπούσε, κι εγώ δεν είχα καμιά γνώμη πάνω σ' αυτό. Μετά από μια καινούργια σιωπή, μουρμούρισε ότι ήμουν παράξενος, ότι σίγουρα μ' αγαπούσε ακριβώς γι' αυτό, μα ότι ίσως μια μέρα να με σιχαινόταν για τον ίδιο λόγο. Καθώς σιωπούσα, μια και δεν είχα τίποτα να προσθέσω, μου ’πιασε χαμογελώντας το χέρι και δήλωσε ότι ήθελε να με παντρευτεί. Απάντησα ότι θα παντρευόμασταν όποτε ήθελε» (Αλμπέρ Καμύ, Ο ξένος).

Να, λοιπόν, μια σχέση, όπου η αγάπη δεν έχει καμιά σημασία, δεν έχει να διαδραματίσει σ’ αυτήν κανένα απολύτως ρόλο.  Δεν είναι ζοφερό και αποτρόπαιο αυτό; Ένα σύγκρυο μάς διατρέχει στην τρομακτική αίσθηση, ότι μπορεί να μας τυλίξει κάποτε η παγωνιά μιας τέτοιας προοπτικής. Όπου οι άνθρωποι θα περιέλθουν σε μια σχέση τελείως μηχανιστική, πέτρινη, χωρίς συναίσθημα, σαν τα ρομπότ. Τί θα διέφερε η χωρίς αγάπη ζωή από έναν κόσμο δίχως ήλιο;

Πόση δυστυχία θα σωρευόταν σ’ έναν κόσμο ψυχρών μόνο σχέσεων, όπου η αγάπη δεν θα σήμαινε τίποτα; Τί κόλαση μοναξιάς θα εισορμούσε μέσα μας; Τί ομορφιά θα μπορούσε να έχει οποιοδήποτε έργο μας, αν δεν είχε κίνητρο την αγάπη; 

Πώς όμως γίνεται να μη χαθεί ποτέ ο ήλιος αυτός, η αγάπη που ζεσταίνει, φωτίζει και νοστιμίζει τη ζωή; Μα γι’ αυτό ακριβώς υπάρχει ο Χριστός, «ο νοητός ήλιος της δικαιοσύνης», «το φως του κόσμου», «η εξ ύψους ανατολή». Αυτός ανέτειλε στη ζωή μας ως αγάπη. Ό,τι έκαμε, ήταν για να μας διδάξει ότι η αγάπη είναι το παν. Και ότι, χωρίς αυτήν, η ζωή μας είναι ένας κόσμος γεμάτος σκοτάδι. Ο Χριστός θυσιάσθηκε, προσφέρθηκε σε μας από αγάπη, μας τίμησε κάνοντάς μας φίλους του αγαπητούς. Έδειξε τον τρόπο της αληθινής αγάπης, διδάσκοντάς μας με το τέλειο παράδειγμά του πως δεν υπάρχει μεγαλύτερη αγάπη, απ’ το να ζεις και να πεθαίνεις για τον άλλο. 

Αυτή και μόνο η αγάπη αποτελεί την ανυπέρβλητη καταξίωσή μας. Διότι «πλήρης ων της αγάπης» ο άνθρωπος, αγγίζει την τελειότητα, γίνεται όμοιος με τον Πατέρα του τον «εν τοις ουρανοίς» (Λουκ. 6, 36). Και βαθιά μέσα μας, στη δική μας καρδιά, αυτός ο Θεός έ¬βα¬λε την α¬γά¬πη, Αυ¬τός την τρο¬φο¬δο¬τεί, Αυτός την αναζωπυρώνει αδιάκοπα, αρκεί εμείς να ζούμε κατά τις εντολές του (Ιω. 14, 21• 15, 13-15).

Καιρός να πλησιάσουμε αυτή τη θεϊκή φωτιά της αγάπης του, πριν η δική μας καταντήσει μια μικρή, αδύναμη σπίθα, έτοιμη να σβήσει απ’ την παγωνιά του κακού. Αν συμβεί κάτι τέτοιο, «πώς θα ζεσταθεί με μια σπίθα εκείνος που άφησε τη φωτιά πίσω του;» (Άγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς).

 

 

Αρχιμ. Παύλου Παπαδόπουλου

 

Μέσα στην Αγία Γραφή ακούγεται η πρόσκληση «υιέ μου δος μοι σην καρδίαν». Την καρδιά του ανθρώπου ζητά ο Θεός, για να ζει και να αναπνέει με το θέλημά Του.

Μέσα ακόμη όμως και στον χώρο των λεγομένων πιστών δεν κυριαρχεί, δυστυχώς, το θέλημα του Θεού, αλλά το ίδιον θέλημα. Εδώ τα πράγματα γίνονται τραγικά, διότι ενώ γνωρίζουν το λόγο του Θεού, όμως τον διαμορφώνουν σύμφωνα με τα μέτρα τους.

Πνευματικοί «γέροντες» κόβουν και ράβουν όπως βολεύει στην άνεση και την ευκολία των τέκνων τους, μόνο και μόνο για να μη τους χάσουν και να ονομάζονται οι ίδιοι καλοί και άγιοι και όχι για να καθοδηγούν αυτούς που τους εμπιστεύτηκε ο Θεός προς την σωτηρία τους. Νομοθετούν δικές τους γνώμες και παραθέτουν παραδόσεις που έλαβαν χωρίς να ελέγξουν αν είναι η Παράδοση της Εκκλησίας, άσχετα αν είναι κάτι το παλαιικό. Κάθε παλαιικό δεν είναι και παράδοση του Ευαγγελίου. Το θέλημα του Θεού αντικαθίσταται με ένα «έτερον ευαγγέλιον» και γίνεται ένας σκοτεινός ανελεύθερος γεροντισμός με παραδόσεις ανίερες και εντάλματα ανθρώπων χάριν επιβολής εξουσίας πνευματικής και αιχμαλωσίας ψυχών.

Έτσι π.χ. για το θέμα της Θείας Κοινωνίας δεν επικρατεί το θέλημα του Θεού, αλλά η παράδοση των ανθρώπων. Φορτώνουν τους χριστιανούς με δυσβάστακτα βάρη και «παραδόσεις» και αυτό γίνεται έμμεσα η αιτία να απομακρύνονται από την Θεία Κοινωνία. Επιβάλλουν δηλαδή νηστείες του λαδιού και του αλάδωτου με έντονο τον καταναγκασμό και τον φόβο. Ορίζουν χρόνους και διαστήματα προσέλευσης στο Μυστήριο, αγνοώντας το λόγο του Χριστού και την Ιερά Παράδοση της Εκκλησίας περί συνεχούς Θείας Κοινωνίας. Απαιτούν την νηστεία ως απαραίτητο γεγονός πριν από την μετοχή τους στο Μυστήριο, πράγμα που δεν υπάρχει πουθενά γραμμένο ή παραδεδομένο.

Όλα εστιάζονται στο τι θα φάγουν και τι θα πιουν και πότε και μέχρι ποια ώρα, και αφήνουν την κύρια καλλιέργεια της πνευματικής προετοιμασίας που συγκεκριμενοποιείται στην πρόσκληση: «μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης προσέλθετε». Πολλοί χριστιανοί λοιπόν απέχουν της Θείας Κοινωνίας, διότι δεν νήστεψαν παρ’ όλον που ο πόθος τους είναι ασυγκράτητος και η μετάνοια ενεργή και ζώσα…αντιθέτως πολλοί θρησκευόμενοι έρχονται και κοινωνούν επειδή νήστεψαν με ένα άγριο κυνηγητό αποχής του φαγητού, ικανοποιημένοι με το έργο τους αυτό, διότι ζει μέσα τους φαρισαϊκά ένας εσωτερικός αυτοηδονισμός του δήθεν αγίου και αξίου.

Για να προσέλθουμε λοιπόν στο Μέγα Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι, έχοντας βεβαίως πάρει και την ευλογία του πνευματικού μας πατέρα ο οποίος βλέποντας την μετάνοιά μας, αναγνωρίζοντας την διάθεσή μας να μεταμορφωθούμε σε καινούς ανθρώπους μας προτρέπει μετά φόβου πίστεως και αγάπης να προσέλθουμε στο Μέγα Μυστήριο.

Για να μην παρεξηγηθούμε λοιπόν, ο κάθε χριστιανός θα πρέπει να προετοιμάζεται ορθά για να λάβει τον ίδιο τον Κύριο μέσα του. Όμως όσον αναφορά την αποχή από τις τροφές (νηστεία), πουθενά η Εκκλησία δεν έχει βάλει κάποιον τέτοιον κανόνα, αλλά η Εκκλησία λέγει: Ο Χριστιανός θα πρέπει να νηστεύει την Τετάρτη και την Παρασκευή, την Σαρακοστή Χριστουγέννων και Πάσχα, Δεκαπενταύγουστο κ.τ.λ. Η Εκκλησία λοιπόν έχει συγκεκριμένες ημέρες μέσα στο έτος και προτρέπει τους πιστούς να νηστέψουν.

ΠΟΥΘΕΝΑ η Εκκλησία δεν έχει πει ότι είναι κανόνας να νηστέψεις για να κοινωνήσεις. Νηστεύεις όλες τις καθορισμένες νηστείες της Εκκλησίας μας; Εάν ναι τότε δεν θα έπρεπε να σε απασχολεί άλλο αυτό το θέμα. Όμως εάν ο πνευματικός σου πατέρας κρίνει ότι για την δική σου καλύτερη προετοιμασία καλό θα ήταν να νηστέψεις π.χ. μία ημέρα, θα το κάνεις για την υπακοή στον πνευματικό σου και όχι διότι είναι κανόνας της Εκκλησίας μας.

Εάν δεν ίσχυε το παραπάνω τότε είναι παράλογο η Εκκλησία να θεσπίσει συγκεκριμένες νηστίσιμες ημέρες του έτους, αλλά θα έλεγε να νηστεύουμε 1,2,3 ημέρες πριν κοινωνήσουμε. Επίσης τα μικρά παιδιάκια θα έπρεπε να νηστεύουν και αυτά, να κάνουν αλάδωτο!!! Νηστεία λοιπόν και Θεία Κοινωνία δεν συνδέονται άμεσα, ίσως έμμεσα υπό το πρίσμα του ασκητικού φρονήματος που θα πρέπει να έχουμε όλοι.

 

π. Κωνσταντίνου Καλλιανού

Στὴ μνήμη τῆς Μητέρας μου.

«Ὅμως ἐμεῖς τό μόνο πού προσέχαμε ἦταν ἐκεῖνες οἱ φωνές μέσα στά σκοτεινά, πού ἀνέβαιναν, καυτές ἀκόμη ἀπό τήν πίσσα τοῦ βυθοῦ ἤ τό θειάφι. «Ὅι, ὅι, μάνα μου», «ὅι, ὅι, μάνα μου»...( Ὀδ. Ἐλύτης, Ἄξιόν Ἐστι)

«Στήν ἀγκαλιά σου τή γλυκειά, μανούλα μου, ν’   ἀράξω μές στό βαθύ τὸ πέλαγο αὐτό πριχοῦ βουλιάξω».   ( Ἀλ. Παπαδιαμάντης)

Μέρες τρυφερές, μητρικῆς φροντίδας καὶ στοργῆς ἅγιες μέρες ἀνοίχτηκαν μπροστά μας, ἴσαμε,  μὲ τὸν Ἀποστόλων τὸν δῆμον συνοδοιπορον, νὰ  τιμήσουμε, ἑορτάσουμε, πανηγυρίσουμε «τὸ   τελευταῖον ἐν αὐτῇ Μυστήριον». Τὴν Πάνσεπτόν Της Κοίμηση, Τῆς Μητέρας μας τῆς Παναγιᾶς τὴν Κοίμηση.

Εὐωδιαστὲς, ὄντως,  ἀφήνονται οι μέρες αὐτὲς νὰ μᾶς ταξιδέψουν σ᾿ ἕνα καιρὸ ξεχασμένο, δυστυχως,  ὅπου ἡ ἄλλη  ἡ Μητρικὴ στοργή, τῆς μάνας ποὺ μᾶς γέννησε,   δαψιλῶς συμπληρώνονταν ἀπὸ τὴ Χάρη Της. Γιατὶ καὶ στὴ μία καὶ στὴν ἀλλη ἀκουμπούσαμε «τῶν λυπηρῶν τὰς ἐπαγωγάς», ποὺ ράμφιζαν τὴν ψυχή μας. Κι ἀναζητούσαμε, καὶ στὴ μιὰ καὶ στὴν ἄλλη τὴν παραμυθία, ἀνασαίναμε σιμά τους, αἰσιοδοξίας καὶ πλησμονῆς ἐλέους,  εὐωδίες μοναδικές. Μέχρι νἄρθουν  ἄλλα «νέφη τῶν λυπηρῶν» νὰ σταθοὺν ἀπειλητικά, ὅπως οἱ ἐπιθετικὲς καταιγίδες πάνω μας. Γιὰ νὰ τὶς ξεπεράσουμε κι αὐτές, «τῆ μεσιτείᾳ Της», στηριγμένη ἐξαπαντος στὴν εὐχή τῆς μανας μας.

Κι ὕστερα ἦρθε καιρὸς ποὺ μιὰ ἀπὸ τὶς δύο, ἡ κατὰ σαρκα μάνα μας δηλαδή, σταύρωσε τὰ χέρια της, σφραγισε τὸ στόμα της, ἔκλεισε τὰ μάτια κι ἀποκοιμήθηκε. Γιὰ πάντα. Αὐτήν, λοιπόν,  τὴν ἀπουσία ἐκεἰνης  συμπληρώνει ἡ Χάρη Της, καθὼς ἀποπνέει κάθε ἐμπιστοσύνη ἡ Μορφή Της καὶ περισσότερο, ἀφοῦ ἄγρυπνο «προστάτιν  τῆς ζωῆς» μας Τὴν καταλαβαίνουμε καὶ φρουρὰ ἀσφαλεστάτην τὴ νοιώθουμε σὲ τοῦτα τὰ μονοπατια τοῦ βίου τὰ δύσβατα καὶ ἀκανθώδη. Ὅπως καταλαβαίναμε τὴ μάνα μας σὲ ὦρες πυρεττοῦ, ἀδιαθεσίας καὶ ὀδυνηρῶν περιστάσεων ποὺ μᾶς κυκλωναν. Κι ἀφοῦ πλήρωσε τὸ κοινὸν χρέος ἡ μιά,  συμπορευόμαστε μὲ τὴν Ἄλλη,  ἀφήνοντας πίσω μας κάθε τί  τὸ δυσχερὲς καὶ προσβλητικὸ σχήμα τοῦ κοσμου καὶ προστρέχουμε στὴ σκέπη Της.

Δὲ νοιώθουμε καμμιὰν ὀρφάνια, γιατὶ παραμυθούμεθα ἀπὸ τὴν ἔγνοια Της, μᾶς νανουρίζει ἡ ἀγρύπνια Της καὶ  φωτίζει τὰ σκοταδια μας ἠ στοργή Της. Κι ἔτσι πορευόμαστε μέσα στὸ χρόνο, μοναχικοὶ καὶ ἀποσυνάγωγοι ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ γεμᾶτοι παρουσίες ἀπὸ τὴν δικιά Της συμπαράσταση. «Καὶ ποῦ λοιπόν ἄλλην εὐρήσω ἀντίληψιν, ποῦ δὲ καὶ σωθήσομαι...». Οἰ ἀνθρωποι ξεχνοῦν γρήγορα, ξιπάζονται ἀναζητοῦν τὴ δόξα-πάντα τὴν ἐφημερη, φυσικά, γιατὶ ἡ ἄλλη δὲν εἶναι προϊὸν δημοσίων σχεσεων καὶ αὐτοπροβολής ἀλλ᾿ εἶναι βραβεῖο, ἔπαινος, πληρωμὴ τοῦ Θεοῦ.

Δεκαπενταυγουστος! Εὔχυμος χρόνος προσευχῆς και δεήσεων. Μέσα στὸ Ἑλληνικὸ τὸ καλοκαίρι, εὐτυχῶς, γιὰ νὰ κατανοοῦμε τὶς δωρεές Του, πάντα τῇ μεσιτείᾳ Της. Ἀφθονία καρπῶν, μέρες περιούσιες, θεϊκὲς λές, εὐκαιρίες γιὰ δοξολογία ἤ καὶ παρακληση-αἴτηση. Ὅλα δοσμένα μὲ μέτρο. Μέτρο ποὺ ὑπολογιζει καὶ τὴν παραμικρὴ λεπτομερεια. Γιατὶ μονάχα ἔτσι καταλαβαίνει ὁ Θεὸς τὰ τῶν ἀνθρώπων, ὅταν ἀπέδωσε τὸν κόσμο ὁλόκληρο στοὺς πρωτόπλαστους δημιουργημένο «καλὰ λίαν» ( Γεν 1, 31).

Δεκαπενταυγουστος, λοιπόν,  μὲ χαρμολύπη στολισμένο καὶ μὲ κέντρο τῆς Γιορτῆς μιὰ κηδεία. Ὅμως, «ζῇ ἀεὶ Θεομήτωρ, κἂν δεκάτῃ θάνε πέμπτῃ». Ὅπως ξέρουμε πιά, ὅτι σιμά Της ζεῖ κι ἡ μάνα μας καὶ μᾶς ἀφουγκράζεται κάθε φορὰ ποὺ ὁ στεναγμός μας, σὲ ὧρες πνιγηρὲς, ἀνεβαίνει ἀπὸ τὸν πυθμένα τοῦ εἶναι μας: «Ἄχ, μάνα μου...Παναγιά μου, Ἐσύ!», ἤ ὅπως συνειδητὰ Τῆς ψάλλουμε, «Οἱ μισοῦντες μάτην βέλεμνα καὶ ξίφη καὶ λάκκον ηὐπράπισαν, καὶ ἐπιζητοῦσι τὸ παναθλιον σῶμα σπαράξαι μου, καὶ καταβιβάσαι, πρὸς γῆν Ἁγνὴ ἐπιζητοῦσιιν· ἀλλ᾿ ἐκ τούτων προφθάσα σῶσον με». Γιατὶ οἱ ὁρατὲς κι ἀὀρατες ρομφαῖες δὲ λέιπουν ποτέ...

Δεκαπενταύγουστος 2017

 

Μητροπολίτη Λεμεσοῦ Ἀθανασίου

Ὁ ταπεινός ἄνθρωπος, ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος δέν ἐπιμένει στό δικό του, δέν θέλει νά γίνονται ὅλα ὅπως αὐτός σχεδίασε, ἀλλά ὑποχωρεῖ καί λέγει ὅτι, ἀφοῦ δέν μπορῶ νά κάνω κάτι περισσότερο, μᾶλλον τά ἔκανα θάλασσα μέχρι τώρα, ἄς τά ἀφήσω στά χέρια τοῦ Θεοῦ. Ὄχι ἀδιαφορώντας ἀλλά ἔχοντας ἐμπιστοσύνη στό Θεό καί δίνοντας χῶρο σ’ Αὐτόν νά ἐργασθεῖ. Ὑποχωρώντας, λέγοντας, ἄς γίνει τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἄς δώσω τήν ὕπαρξή μου ὁλόκληρη στό Θεό μέ πᾶσα ἐμπιστοσύνη, ὅπως τό μικρό παιδάκι πού ἀναπαύεται στήν ἀγκαλιά τῆς μάνας του καί ἐκεῖ αἰσθάνεται τήν πιό μεγάλη εὐτυχία. Ἐκείνη ἡ ἀγκαλιά εἶναι ἡ πιό δυνατή ἐμπειρία, πού μπορεῖ νά ζήσει ἕνας ἄνθρωπος. Ἐκεῖ δέν ἀγωνιᾶ, δέν ἀνησυχεῖ, δέν ἀντιδρᾶ ἀλλά ἀναπαύεται.

 Ὁ ἄνθρωπος ὁ καθημερινός βρίσκει ἀνάπαυση, ἄν ἀφήσει τόν Θεό στή ζωή του καί φύγει ἀπό τά θελήματά του καί μάθει τήν ταπείνωση ἀπό τόν Χριστό. Νά μάθει αὐτό πού εἶναι τό πιό δυνατό μάθημα ἀπό ὅλα τά ἄλλα. Νά δίνει στόν Χριστό τή ζωή του ὁλόκληρη. Τό λέμε στή Θεία Λειτουργία: «ἑαυτούς καί ἀλλήλους καί πᾶσαν τήν ζωήν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα». Μέσα στή Λειτουργία καλούμαστε νά παραδώσουμε στά χέρια τοῦ Χριστοῦ τόν ἑαυτό μας καί τούς γύρω ἀνθρώπους. Δέν μποροῦμε ἐμεῖς νά βαστάξουμε καί νά σηκώσουμε τό βάρος ὅλων αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων καί ὅλων τῶν πραγμάτων, οὔτε καί τό βάρος τοῦ ἑαυτοῦ μας ἀκόμα. 

 

π. Γεωργίου Κόρτα

Η Ορθόδοξη Εκκλησία τονίζει ότι η Ιερά Παράδοση, προϋπήρχε των Γραφών. Ο Χριστιανισμός δεν υπήρξε θρησκεία κάποιας θεόσταλτης Βίβλου (Τορά, Κοράνιο) αλλά ζωντανή εμπειρία κοινωνίας - σχέσης με τον μοναδικό θεανδρικό και ταυτόχρονα ιστορικό Πρόσωπο «Ιησούς Χριστός», η οποία αγκαλιάζει τους πάντες και ταυτόχρονα οδηγεί στην οριστική ένωση Θεού και ανθρώπου.

Η ίδια η Εκκλησία έζησε και χωρίς την Καινή Διαθήκη. Δεν έζησε όμως χωρίς την μετάληψη του Σώματος και του Αίματος του Χριστού. Πρέπει να τονίσουμε ότι η Καινή Διαθήκη (Κ.Δ), δεν είναι εγχειρίδιο ηθικής, όπως μας τονίζει και ο αείμνηστος καθηγητής Σάββας Αγουρίδης, αν και περιέχει πλούσια ηθική διδασκαλία. Η Κ.Δ. είναι ευαγγέλιο, το ευαγγέλιο του Θεού στον κόσμο. Είναι το χαρούμενο μήνυμα για τη λύτρωση που η ανεξερεύνητη αγάπη του Θεού ενήργησε για χάρη του λαού Του.

Στη ζωή και στο θάνατο του Ιησού Χριστού ο Λόγος του Θεού ενώνεται με την προβληματική ανθρώπινη ύπαρξη, την ανακαινίζει και τη μεταμορφώνει. Ο θάνατος του Ιησού Χριστού προσλαμβάνει μεγάλη σημασία μεταξύ των άλλων γεγονότων της ζωής Του, διότι ακριβώς επί του Σταυρού ο Λόγος συναντά τον κυριότερο εχθρό της ανθρωπότητας, το θάνατο και τον εκμηδενισμό. Το ευαγγέλιο είναι υπερνίκηση της αμαρτίας και του κακού στις σχέσεις με τον συνάνθρωπο κι η δημιουργία ενός νέου λαού, του λαού του Θεού, που στηρίζεται στην κοινωνία αγάπης του Υιού Αυτού.

 

π. Δημητρίου Μπόκου

Τί είναι αυτό που θέλει να δείξει με τη Μεταμόρφωσή του ο Χριστός; Ότι πραγματικά και κατά κυριολεξία είναι «το φως το αληθινόν», και έχει συνεπώς τη δύναμη να φωτίζει «πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον».

Και πάλι αποφεύγει να δείξει όλη τη λαμπρότητά του ο Χριστός. Φανερώνει μόνο όση μπορούν να αντέξουν τα μάτια των μαθητών του, «καθώς ηδύναντο» και «ως εχώρουν». Και μόνο αφού προηγουμένως τα έχει δυναμώσει με τη Θεία Χάρη και έχει διευρύνει τη φυσική τους δυνατότητα. Γιατί κανένας δεν μπορεί να δει το πρόσωπο του Θεού, την πραγματική του δόξα, και να ζήσει, κατά τον λόγο του Κυρίου στον Μωυσή. «Ου γαρ μη ίδη άνθρωπος το πρόσωπόν μου και ζήσεται» (Εξ. 33, 20· πρβλ. και Κριτ. 6, 23).

Ο άνθρωπος φυσιολογικά πεθαίνει, λειώνει όπως το κερί στη φωτιά, όταν βρεθεί μπροστά στο φοβερό μεγαλείο του Θεού. Είναι σαν το άχυρο, που αναπόφευκτα αναφλέγεται και γίνεται στάχτη αν πλησιάσει στη φωτιά. Γι’ αυτό και ο Χριστός ενίσχυσε τους μαθητές του, ώστε το άυλο πυρ της θεότητάς του να μην καταφλέξει τα υλικά τους σώματα. Έτσι στο Θαβώρ δεν μεταμορφώνεται μόνο ο Χριστός, αλλά και οι μαθητές του, ώστε να γίνουν ικανοί να τον ιδούν στη θεϊκή του δόξα.

Το συγκλονιστικό γεγονός της Μεταμορφώσεως δείχνει τη λάμψη, τη δόξα της θεότητας. Για πρώτη φορά ο Χριστός παρουσιάζει στα μάτια των ανθρώπων «το αρχέτυπον κάλλος της εικόνος»,την αληθινή δηλαδή ομορφιά την οποία είχε αρχικά και στην οποία τώρα μπορεί να ξαναφτάσει ο άνθρωπος, αφού πλάσθηκε «κατ’ εικόνα» του Θεού. Η ανθρώπινη φύση του Χριστού, επειδή είχε ενωθεί απ’ τη στιγμή της συλλήψεώς του τέλεια και αδιάρρηκτα με τη θεϊκή του φύση, είχε ήδη το κάλλος αυτό, αλλά στα μάτια των ανθρώπων παρέμενε ακόμα συνεσκιασμένο, κρυφό.

«Μόνο ο άνθρωπος φανερώνει τον Θεό», λέγει κάποιος. Και αυτός ο άνθρωπος είναι ο Χριστός, ο πρώτος αληθινός, πλήρης, τέλειος άνθρωπος που υπήρξε, αφότου πλάστηκε το ανθρώπινο γένος. Ο Χριστός, μοναδικός Υιός του Ανθρώπου, απέβη ως νέος Αδάμ το πρότυπο, η πραγματική εικόνα του ανθρώπου. Γι’ αυτό και εξ αρχής «το θείο σχέδιο της δημιουργίας του ανθρώπου κρύβει μέσα του εν σπέρματι τη μέλλουσα ενανθρώπηση του Λόγου. Δημιουργία και ενανθρώπηση αλληλοεξαρτώνται. Η μία ολοκληρώνει την άλλη. Για τον λόγο αυτό, κατά τους ανατολικούς Πατέρες, η ενανθρώπηση θα γινόταν ακόμη και χωρίς την πτώση του ανθρώπου, σαν έκφραση της θείας αγάπης και έσχατο τέλος της κοινωνίας μεταξύ του Θεού και του ανθρώπου» (PaulEvdokimof, Το Άγιο Πνεύμα στην Ορθόδοξη παράδοση, σσ. 18 καὶ 23). Ο Χριστός, μοναδικός Υιός του Θεού, «σφραγίς ισότυπος, εν εαυτώ δεικνύς τον Πατέρα», θα ερχόταν οπωσδήποτε στον κόσμο για να φανερώσει την πραγματική εικόνα του Θεού, την πλήρη αγαθότητα του Πατέρα, ότι «οικτίρμων και ελεήμων εστί, μακρόθυμος και πολυέλεος» (Ψαλμ. 102, 8).

Η πραγματική ένωση μεταξύ Θεού και ανθρώπου, που στο εξής θα λαμβάνει χώρα στην ευχαριστιακή Θεία Κοινωνία, πραγματοποιείται πρώτα και πλήρως στον Χριστό, ο οποίος μεταμορφώνεται, για να φανερώσει αυτήν ακριβώς την ένωση. Τη στιγμή εκείνη το πρόσωπό του ήταν ταυτόχρονα η αληθινή εικόνα του ανθρώπου και η αληθινή εικόνα του Θεού. Με τη Μεταμόρφωσή του ο Χριστός δείχνει καθαρά ότι, αν και είναι ένα πρόσωπο, μία υπόσταση, ένα ον, ο Υιός και Λόγος του Θεού, όμως έχει επάνω του δύο φύσεις, θεϊκή και ανθρώπινη, ενωμένες μεν και αδιαίρετες, ασύγχυτες όμως και διακριτές μεταξύ τους (όρος Δ΄ Οἰ­κουμ. Συνόδου). Είναι ο αληθινός Θεάνθρωπος.

Τη διπλή του αυτή διάσταση ακριβώς ήθελε να κάμει γνωστή στους ανθρώπους ο Χριστός πριν από τη Σταύρωσή του. Δεν μεταμορφώθηκε τη στιγμή εκείνη σε κάτι που δεν ήταν πριν. Αλλά έδειξε στους μαθητές του αυτό που είχε πάντα, τη δόξα της θεότητάς του, που στα μάτια των ανθρώπων παρέμενε αφανής, κρυμμένη απ’ τη στιγμή της συλλήψεώς του κάτω από τη σάρκα του.

Στο Θαβώρ έχουμε, όπως και στον Ιορδάνη, πανηγυρική φανέρωση του Τριαδικού Θεού. Ο Υιός φανερώνεται μέσα στη θεϊκή του λαμπρότητα, ο Πατέρας τον αναγνωρίζει ως γνήσιο Υιό του και η άκτιστη Χάρη του Αγίου Πνεύματος κατεβαίνει και επισκιάζει ως νεφέλη φωτεινή.

 

π. Δημητρίου Μπόκου

Στις ιδιαίτερα λαμπρές εορτές του καλοκαιριού ανήκει και η Μεταμόρφωση του Σωτήρος, στις 6 Αυγούστου. Ο εορτασμός της αρχίζει με προεισαγωγικούς ύμνους (καταβασίες και κοντάκιο) από τις 27 Ιουλίου και εκτείνεται μέχρι και τις 13 Αυγούστου (απόδοση της εορτής). Είναι εορτή του Χριστού, Δεσποτική, γι’ αυτό και κατά την κύρια ημέρα της (6 Αυγούστου) επιτρέπεται κατάλυση ιχθύος, να τρώμε δηλαδή ψάρια, αν και βρισκόμαστε μέσα στην αυστηρή νηστεία της Παναγίας.

Πότε και γιατί συνέβη;

Η Μεταμόρφωση συνέβη λίγο πριν από το πάθος του Κυρίου, τη Σταύρωση δηλαδή και την Ανάσταση. Επειδή ακριβώς επρόκειτο να δοκιμασθεί σκληρά η πίστη των αποστόλων και να εξανεμισθούν εντελώς οι ελπίδες που είχαν στηρίξει πάνω στον δάσκαλό τους όταν θα τον έβλεπαν να πεθαίνει με τον χειρότερο τρόπο, ο Χριστός θέλησε να τους στερεώσει καλά, «πληροφορών αυτούς» ότι δεν είναι μόνο ο,τι φαινόταν, άνθρωπος δηλαδή απλός, αλλά και Θεός τέλειος, «Κύριος και Βασιλεύς των αιώνων». Ώστε οι μαθητές βλέποντας «τα θαυμάσιά του», να μη δειλιάσουν εμπρός στα παθήματά του.

Πώς έγινε;

Έτσι λοιπόν λίγο πριν από τη Σταύρωσή του (σαράντα μέρες, κατά την παράδοση), παραλαμβάνει ο Ιησούς «τους προκρίτους των μαθητών», Πέτρο, Ιάκωβο και Ιωάννη, και ανεβαίνει μαζί τους «εις όρος υψηλόν», το Θαβώρ, για να προσευχηθεί. Και ενώ προσευχόταν, «μετεμορφώθη έμπροσθεν αυτών». Το πρόσωπό του άλλαξε μορφή, έλαμψε «ως ο ήλιος» και τα ενδύματά του έγιναν αστραφτερά, «λευκά λίαν ως χιών» και «ως το φως». Κανένας βαφέας πάνω στη γη δεν θα μπορούσε να τα λευκάνει τόσο πολύ. Ταυτόχρονα, μέσα σε λαμπρό φως, εμφανίστηκαν οι δύο θεόπτες προφήτες Μωυσής και Ηλίας και συνομιλούσαν μαζί του, προλέγοντας την επικείμενη έξοδό του από τον κόσμο, δηλαδή τον σταυρικό του θάνατο, την Ανάσταση και την Ανάληψή του, που κατά τα λεγόμενα των προφητών θα συνέβαιναν στην Ιερουσαλήμ.

Οι τρεις μαθητές, κυριευμένοι αρχικά από βαρειά νύστα, κατάφεραν να την αποτινάξουν και να έλθουν σε εγρήγορση. Είδαν τότε τη δόξα του, καθώς και τους δύο άνδρες που τον παράστεκαν. Τη στιγμή που οι δύο προφήτες επρόκειτο να χωρισθούν από τον Χριστό, χωρίς να καταλαβαίνει καλά-καλά ο Πέτρος τι γίνεται, συνεπαρμένος από το θέαμα, είπε: «Κύριε, καλά είναι να μείνουμε εδώ για πάντα. Να κάνουμε, αν θέλεις, τρεις σκηνές, μία για σένα, μία για τον Μωυσή και μία για τον Ηλία».

Μα ενώ μιλούσε ακόμα, μία νεφέλη, ένα σύννεφο φωτεινό τους επισκίασε. Οι τρεις μαθητές φοβήθηκαν όταν ο Χριστός και οι δύο προφήτες μπήκαν μέσα στη νεφέλη. Ακούστηκε τότε απ’ τη νεφέλη μια φωνή να λέει: «Αυτός είναι ο Υιός μου ο αγαπητός. Αυτόν να ακούτε». Οι τρεις μαθητές τρόμαξαν τόσο πολύ, που έπεσαν πρηνείς, με το πρόσωπο στη γη. Μετά τη φωνή όμως εκείνη ο Ιησούς τους πλησίασε, τους άγγιξε και τους είπε: «Σηκωθείτε! Μη φοβάστε». Οι μαθητές του σήκωσαν τα μάτια, μα δεν είδαν κανένα άλλον, παρά μονάχα τον Ιησού.

Και όταν κατέβαιναν από το όρος, ο Χριστός τους έδωσε εντολή λέγοντας: Ο,τι είδατε δεν θα το πείτε σε κανέναν, μέχρις ότου εγώ, ο Υιός του Ανθρώπου, αναστηθώ εκ νεκρών. Ο Χριστός και εδώ, ακολουθώντας τη συνήθη τακτική του, φανερούμενος κρύπτεται.Πολύ μακράν από πειρασμό αυτοπροβολής και ανθρώπινης δόξας, περισσότερο αποκρύπτει, παρά φανερώνει τη θεϊκή του δύναμη. Στην πλειονότητα των θαυμάτων του περισσότερο κόπο καταβάλλει να τα αποκρύψει παρά να τα δημοσιοποιήσει. Και τώρα, σχίζοντας ελάχιστα το πέπλο που καλύπτει την ανέκφραστη δόξα του, παραγυμνώνει αμυδρά την υπερκόσμια μορφή του. Μεταμορφώνεται μπροστά σε τρεις μόνο μαθητές του. Αλλά και σ’ αυτούς δίνει ρητή εντολή να μη μιλήσουν καθόλουμέχρι την Ανάστασή του.

Μα δεν έπρεπε να επιδιώκει το αντίθετο; Να προσπαθεί να πείσει, ει δυνατόν, τους πάντες ότι είναι και Θεός, ώστε να μην κλονισθούν από το επικείμενο επώδυνο «τέλος» του;

Ο Χριστός δεν διακατέχεται από τη συνήθη δική μας, ανθρωπίνως δικαιολογημένη, σε παρόμοιες περιπτώσεις ανυπομονησία. Δεν βιάζεται για πρόωρα αποτελέσματα. Και εφόσον «ούπω εληλύθει η ώρα αυτού», και «ούπω πάρεστιν ο καιρός» του, περιμένει.

Όσο τα αυτιά των ανθρώπων δεν έχουν ακόμη ασκηθεί επαρκώς στο «ακουέτω», και τα μάτια τους ατενίζουν χωρίς να βλέπουν, χωρίς να κατανοούν, ο Χριστός παραδίδει κρυφά το μυστήριό του, μιλώντας σιγανά «προς το ους», ψιθυρίζοντας μόνο σε έμπιστα αυτιά. Δεν είναι η ώρα να κηρυχθεί «επί των δωμάτων» τίποτε ακόμη. Δεν ρίχνει «τους μαργαρίτας έμπροσθεν των χοίρων». Γνωρίζει την κατάλληλη στιγμή για όλα. Το πλήρωμα του χρόνου. «Καιρός τω παντί πράγματι υπό τον ουρανόν». Χειρίζεται τα πάντα με αλάνθαστη, τέλεια κρίση. Τίποτε δεν μπορεί να διαλάθει της προσοχής του, να ξεφύγει από τον απόλυτο έλεγχό του. 

 

Παναγιώτη Κανελλόπουλου

Το μεγάλο μυστήριο της παρουσίας του Θεού μέσα στην ανθρώπινη ψυχή... «Ιδού έστηκα επί την θύραν και κρούω», λέγει ο Θεός «Έστηκα»! Δεν μπαίνει μέσα, αν δεν του ανοίξεις να μπει. Και δεν μπορείς να του ανοίξεις, αν δεν φτάσεις στο σημείο να μην περιμένεις τίποτε άλλο και κανένα άλλον, εκτός από Αυτόν.

π. Κωνσταντίνου Καλλιανού

Ὅσο περνοῦν τὰ χρόνια, ὅσο δηλαδή στοιβάζονται, μαζὶ μὲ τὶς μέρες, τὶς ἑβδομαδες, τοὺς μῆνες,  ἐμπειρίες καὶ γεγονότα, κυρίως ἀπὸ συμπεριφορὲς συν-ανθρώπων (συναδέλφων, προϊσταμένων, φίλων ἤ συγγενῶν) τόσο  καὶ μαζεύται κανεὶς στὸ «καβούκι» του, κατὰ τὴ λαϊκὴ τὴ ρήση. Μαζεύεται καὶ ἀρχίζει νὰ μετρᾶ τὸν ὑπόλοιπο χρόνο του μὲ περίσκεψη καὶ προσοχή, γιατὶ περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλη φορὰ ἔρχεται ἐκεῖνο τὸ Γεροντικὸ τὸ λόγιο νὰ τοῦ θυμίσει τὴ ρευστότητα τῶν ἀνθρωπίνων σχέσεων, νὰ τοῦ ὑπογραμμίσει τὴν ἀνάγκη γιὰ περισσότερη ἀνοχὴ στὶς ἀδυναμίες τῶν ἄλλων καί, φυσικά, στὶς ὅποιες ἀπρέπειές τους. Γιατὶ ἄν ὑπολογίσει κανεὶς τὰ ὄσα  χρήσιμα, καὶ μὲ πυκνὰ νοήματα εἰπωμένα,  περικλέιονται στὸ παρακατω λόγιο, τότε εἶναι εὔκολο νὰ δικαιολογήσει τὴν ὅποια καταφυγὴ στὴ γνήσια Ἀσκητικὴ σοφὶα καὶ διδαχή.

- Εἶπεν ὁ Ἀϐϐᾶς Ἁλώνιος· ἐὰν μὴ εἴπῃ ἄνθρωπος ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ, ὅτι ἐγὼ μὸνος καὶ ὁ Θεὸς ἐσμὲν ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ, οὐχ ἕξει ἀνάπαυσιν.

Μὲ λίγα λόγια, τὸ παραπανω λόγιο μᾶς συμβουλεύει, πὼς καμμιὰ ἀνάπαυση δὲν μπορεῖ νὰ νοιώσει κάποιος -ὅσες συντυχίες, φιλίες, γνωριμίες καὶ συναναστροφὲς κι ἄν κάνει. Γιατὶ ἡ ἀπογοήτευση παραφυλᾶ στὴ πόρτα ἐξ αἰτίας τῶν ἀδυναμιῶν καὶ τῶν παθῶν ποὺ ἔχουμε κληρονομήσει. Κι εἶναι γνωστὸ ὅτι οἱ γεννήτορές μας, ὁ Ἀδὰμ,  δηλαδή, κι ἡ Εὔα μᾶς κληροδότησαν πολλά...Ἑπομένως οἱ ὅποιες φιλίες καὶ σχέσεις ἔχουν τὰ προβλήματά τους καὶ τὶς ἀστοχίες τους. Γι᾿ αὐτὸ καὶ τὴν μόνη ἀνάπαυση ποὺ νοιώθει κάποιος εἶναι μονάχα ἄν παραμερίσουν τὰ πάντα μέσα του (ὑλικὰ ἀγαθὰ καὶ ἀνθρώπινες παρουσίες) καὶ μονάχα ὀ Θεὸς κυριαρχήσει στὴ ζωή του. Ἤ πιὸ ἁπλᾶ,  βιωθεῖ μὲ ὄλο του τὸ μεγαλεῖο καὶ τὴ δύναμη ποὺ κρύβει ἡ Κυριακὴ προσευχή, τὸ γνωστό μας «Πάτερ ἡμῶν». Ἐκεῖνο, π.χ.  τό, «Γενηθήτω τὸ θελημά Σου...», ἀλήθεια, ποιὸς τὸ βίωσε καὶ δὲν ἀναπαυτηκε ἠ ψυχή του;

Φυσικά, ὅπως εἶναι ἄλλωστε κατανοητό, στὸν ἐπιγειο βίο του κανεὶς,  μὰ κανεὶς,  δὲν μπορεῖ νὰ μείνει μόνος του. Θὰ ὑπάρξει δηλαδή, ἡ ἀδιαμφισβήτητη κι ἡ ἐν πολλοὶς ἀπαραίτητη ἐπι-κοινωνία μὲ τὸν συνάνθρωπο, τὸν συναδελφο, τὸν γνωστό, τὸ φίλο κι ἀδελφό.

Ἀλήθεια, πῶς ὁρίζεται αὐτὴ ἡ συνύπαρξη καὶ ἡ ὅποια συντυχία; Κι ἐδῶ πάλι ἡ ἀλάνθαστη σοφία τῆς Ἐρήμου ἔχει ἀπάντηση. Ἀπάντηση στερεη καὶ ὑπέυθυνη.

 « Εἶπεν ὁ Ἀϐϐᾶς Ποιμήν· ἄνθρωπος συνοικῶν τῷ πλησίον, ὀφείλει εἶναι ὡς στήλη λιθίνη, ὑϐριζόμενος καὶ μὴ ὁργιζόμενος, δοξαζόμενος καὶ μὴ ἐπαιρόμενος».

Ἀλήθεια, ποιὸς μπορεῖ ν᾿ ἀντέξει αὐτὴ τὴ γνήσια ἀλήθεια, ἤ πιὸ ἁπλᾶ τὸ Σταυρὸ ἐτοῦτο, πού, ὡστόστο, ἄν τὸν γυρίσει  ἀναποδα θὰ δεῖ  καὶ θὰ βιώσει τὴν Ἀνασταση; Ἤ, γιὰ νὰ λέμε τὰ πράγματα μὲ τ᾿ ὄνομά τους, θὰ  γεμίσει ἠ ψυχή του θεῖο φῶς, κατανυξη καὶ χαρά. Ἤ, ὅπως παραγγέλλει ὁ Ἀπ. Παῦλος, «Χαίρετε ἐν Κυρίῳ καὶ πάλιν ἐρῶ χαίρετε» ( Φιλ. 4, 4). Αὐτὸ δὲ θέλουμε; Ἤ πιὸ ἁπλᾶ αὐτὸ δὲν μᾶς εἰρηεύει,  ἀναπαύει καὶ ζωοποιεῖ;

 

Αρχιμανδρίτου Βασιλείου

Κοντά σ’ έναν Άγιο διδάσκεται ο άνθρωπος την πραγματική θεολογία. Και τη διδάσκεται όχι με τα λόγια-αν θέλετε και με τα λόγια-αλλά προπαντός με την παρουσία του Αγίου. Οι Άγιοι, κατά τον άγιο Ιωάννη το Δαμασκηνό, και όταν ζούσαν ήσαν γεμάτοι με τη χάρη του Θεού, και μετά την κοίμηση τους δε χωρίστηκε η χάρη του Θεού από τις ψυχές και από τα σώματα τους, από τους τάφους, από τα άγια λείψανά τους και από τις εικόνες τους.

Ακριβώς γι’ αυτό μπορούμε να δούμε ότι οι Άγιοι και όταν είναι παρόντες είναι απόντες, και όταν φεύγουν είναι μαζί μας. Εξηγούμαι: Όταν βλέπουμε έναν Άγιο, δεν παίρνουμε απλώς κάτι με τις σκέψεις που διατυπώνει ή με κάτι άλλο που θα μας δώσει, αλλά αυτό που έχει σημασία είναι ότι έχει αγιαστεί η ψυχή και το σώμα του. Έχει γίνει ολόκληρος πυρ από την αγάπη του Θεού, και έτσι μας δίδει κάτι άλλο, το οποίο δεν παρέρχεται, το οποίο δεν περνά ποτέ. Και για να το δεχθεί αυτό ο άνθρωπος θα πρέπει να έχει ορισμένες προϋποθέσεις.

Μοναχού Μωυσή Αγιορείτη

Η παρουσία του πόνου στη ζωή μας δεν μπορεί παρά να είναι για όλους ένα γεγονός αδιαμφισβήτητο. Το αρχαίο ερώτημα, δικαιολογημένο και σαφές, είναι πάντοτε και σήμερα το αυτό. Γιατί να πονάμε; Έχει κάποιο νόημα ο πόνος στη ζωή του καθενός μας; Η απάντηση μη νομίζετε πως είναι τόσο εύκολη. Μόνο ο Θεός μπορεί να βοηθήσει σε αυτή την αρκετά χρή­σιμη και ωφέλιμη κατανόηση.

Υπάρχει άφθονος, ποικίλος, σωματικός πόνος προερχόμενος συνήθως από πρόσκαιρες ή ανίατες α­σθένειες, που ταλαιπωρούν πολύ τον άνθρωπο. Υπάρ­χει επίσης πλούσιος ψυχικός πόνος, που μπορεί νάναι και πιο δυνατός του σωματικού. Πόνος που προέρχε­ται από ξαφνική ορφάνια, χηρεία, ξενιτεμό, προσφυ­γιά, πένθος, αποτυχία, αδυναμία, μειονεξία, στέρηση, έλλειψη, ανικανότητα, ανεπάρκεια, απόρριψη, απώ­λεια, φτώχεια, κακουχία, δυστυχία, ειρωνεία, εμπαιγ­μό, προδοσία, εξαπάτηση, ψέμα, επιορκία, βουλιμία, κατάχρηση, καταδίκη, φυλάκιση, απομόνωση, μονα­ξιά….

Υπάρχει ο πόνος του προδότη και του προδομέ­νου, του εκμεταλλευτή και του εκμεταλλευόμενου, του εξαπατούντα και του εξαπατώμενου. Πόνος της νο­σταλγίας, του έρωτος, του πάθους, του κενού, του ανι­κανοποίητου και ανολοκλήρωτου του ανθρώπου. Πό­νος της χαμένης ολότητος, των ενοχών, του ορθολο­γισμού, της εξουσιαστικότητος, των ψευδαισθήσεων, των διαψεύσεων, των φαντασιώσεων, των διαπροσω­πικών συγκρούσεων, δια κακιών, ζηλοτυπιών, ύβρε­ων, φθόνων, κατηγοριών, συκοφαντιών κι εχθροτή­των. Δυνατός ο πόνος του φόβου, επικείμενων κατα­στροφών, αγωνιών, υποκρισιών, απογνώσεων, απελπι­σιών, απαισιοδοξιών, μελαγχολιών, καταθλίψεων και θανάτων. Πόνος μεγάλος η αντιφατικότητα, η αμφιθυ­μία, η αμφιβολία, η αναποφασιστικότητα, η αναβλη­τικότητα. Επίσης η δικαιολόγηση της μετριότητος, της ρηχότητος, της καθημερινότητος, της αυτάρκειας, της υποκρισίας. Ακόμη το ξεγέλασμα του εαυτού μας, η ψυχολογική κατάρρευση, η συνεχής ανταγωνιστι­κότητα, η βάναυση εξουσιαστικότητα, η παράφορη κτητικότητα, η άκρατη πλεονεξία, ο ευδαιμονισμός, η κραιπάλη, η ασωτεία, η εμπάθεια, η κακότητα…

 

π. Φιλόθεου Φάρου

Tο μεγαλύτερο μέρος της κακοδαιμονίας που μαστίζει την εκκλησιαστική μας ζωή σήμερα οφείλεται στη διαστροφή της εκκλησιαστικής μας παραδόσεως, που είχε σαν συνέπεια τη διαστροφή του ήθους του λαού μας. σαν αποτέλεσμα αυτής της διαστροφής, το τωρινό μας ήθος είναι έκφραση μιας θρησκευτικής παραδόσεως ξένης και συχνά αντίθετης προς τη δική μας εκκλησιαστική παράδοση.

Μία περιοχή της εκκλησιαστικής μας παραδόσεως, της οποίας η διαστροφή έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στη σημερινή κακοδαιμονία της εκκλησιαστικής μας ζωής, είναι η περί ιερωσύνης διδασκαλία της Εκκλησίας μας.

Οι μισσιονάριοι, που έδρασαν πριν και μετά την Επανάσταση στο χώρο μας, σαν γνήσιοι προτεστάντες, πίστευαν ότι η προσφορά του κληρικού εξαρτάται αποκλειστικά από τις προσωπικές του ικανότητες. Με άλλα λόγια και σ’ αυτό το θέμα εφήρμοζαν, και συνεχίζουν βέβαια να εφαρμόζουν, τις ανθρωποκεντρικές τους πεποιθήσεις, που σε τελική ανάλυση είναι έκφραση μιας στυγνής ειδωλολατρίας, αφού καταργούν ουσιαστικά το Θεό και τον υποκαθιστούν με τον άνθρωπο.

Με βάση πάντως αυτές τις αντιλήψεις τους, οι προτεστάντες μισσιονάριοι, μετρούσαν την προσφορά των κληρικών με το μέτρο των προσωπικών τους ανθρωπίνων επιτευγμάτων, όπως η διαλεκτική σοφία, η εξωτερική ευσέβεια και πολύ συχνά η αγγλοσαξονική ευπρέπεια, που στο δικό τους σύστημα αξιών είχε πρωτεύουσα θέση.

Οι αντιλήψεις αυτές των προτεσταντών μισσιοναρίων επηρέασαν βαθειά το ήθος του λαού μας, επειδή κυρίως τις αποδέχτηκαν με φανατισμό οι διανοούμενοί μας. Αυτοί άρχισαν να ντρέπονται για τους κληρικούς μας που δεν μιλούσαν με το «σεις» και με το «σας», που έτρωγαν σκόρδο, που δεν χρησιμοποιούσαν το «μανδάμ» όταν απευθύνοντο στις….κυρίες και, προπαντός, που δεν ήξεραν να χρησιμοποιούν τη μάσκα της αγγλοσαξονικής ευπρέπειας για να κρύβουν την ανθρώπινή τους κατάντια.

Οι αντιλήψεις αυτές, που επιβάλλουν στην ανθρώπινη εμπειρία μία ολότελα ανυποψίαστη ειδωλολατρία, διαμόρφωσαν το ήθος μας έτσι, που τώρα οι πιο πολλοί από μας να έχουμε χάσει κάθε ελπίδα, επειδή τα είδωλα πια δεν πείθουν, και μερικοί «ευσεβείς» να αναζητούμε ακόμη κάποιον «καλό κληρικό» που κάνει «καλή λειτουργία», «καλό ευχέλαιο» ή που είναι «ενάρετος», για να βεβαιωθούμε ότι δεν έχουν χαθεί όλα και να αισθανθούμε ανακούφιση.

Μάλιστα, για την καλλιέργεια αυτού του κλίματος εδημιουργήθη ένα ολόκληρο κίνημα, που διέθετε, και ακόμη διαθέτει, διαπρεπείς και φλογερούς προφήτες, που, ευχαριστημένοι οι ίδιοι που περιελαμβάνοντο ή που περιλαμβάνονται στη χορεία των «καλών», προσέφεραν και συνεχίζουν να προσφέρουν με…ταπεινή αυταρέσκεια τον εαυτό τους, για να τον λατρέψουν τα πλήθη και εκφράζουν την ασυγκράτητη αποστροφή τους για όλους αυτούς, τους…ανάξιους κληρικούς, που η ύπαρξή τους αμαυρώνει τη λάμψη της δικής τους υπεροχής.

Η σωτηρία μας δεν οφείλεται ασφαλώς ούτε στα ανθρώπινα ούτε στους ανθρώπους. Τη Βασιλεία του Θεού τη δημιούργησε ο Θεός και Εκείνος την προσφέρει στον άνθρωπο. Δεν τη δημιουργεί και δεν την προσφέρει σ’ αυτόν ο κληρικός. Όμως ο κληρικός μπορεί να διευκολύνει ή να παρεμποδίσει την είσοδό του σ’ αυτήν, όπως έκαναν οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι στους οποίους έλεγε ο Χριστός: «Κλείετε την βασιλείαν των ουρανών έμπροσθεν των ανθρώπων, υμείς γαρ ουκ εισέρχεσθε, ουδέ τους εισερχομένους αφίετε εισελθείν» (Ματθ. 23,14).

Είναι επίσης γεγονός πως οι κληρικοί μπορούν περιστατικά να δυσχεράνουν την επικοινωνία μας με το Θεό, πως μπορούν να παρεμβληθούν ανάμεσα σε μας και σε Εκείνον, τόσο με την κακία τους όσο και με την «αρετή» τους.

Μάλιστα αν η κακία του κληρικού μπορεί να μας κρύψει περιστατικά τη θέα του Θεού, η «αρετή» του μπορεί να μας αποπροσανατολίσει τόσο, ώστε να βλέπουμε αυτόν ή κάποιον άλλο «ενάρετο» άνθρωπο αντί για το Θεό κι έτσι να βρεθούμε σ’ έναν πραγματικά πολύ μεγάλο πνευματικό κίνδυνο.

Ο πραγματικά ενάρετος κληρικός είναι αυτός που δεν κρύβει από τους ανθρώπους το Χριστό με τη δική του «αρετή». Η γνήσια αρετή δοξάζει το Θεό, στον οποίο πραγματικά οφείλεται, και όχι τον άνθρωπο, που μόνο γίνεται ο φορέας της.

Πάντως αυτό που τελικά έχει αποφασιστική σημασία είναι να βεβαιωθούμε ότι σωτήρας και λυτρωτής μας είναι ο Ιησούς Χριστός, που μπορεί να μας σώσει και όταν ακόμη έχει χαθεί κάθε ελπίδα απ’ την πλευρά των ανθρώπων. Γιατί «δύναται ο Θεός εκ των λίθων τούτων εγείραι τέκνα τω Αβραάμ» (Ματθ.3,9) και γιατί «παράκλητον έχομεν προς τον Πατέρα Ιησούν Χριστόν δίκαιον» (Ά Ιωάν. 2,1) ο οποίος «σώζειν εις το παντελές δύναται τους προσερχομένους δι’ αυτού τω Θεώ, πάντοτε ζων εις το εντυγχάνειν υπέρ αυτών» (Εβρ. 7,25).

Αν δεν αποκτήσουμε αυτή τη βεβαιότητα, θα διατρέξουμε οπωσδήποτε μεγάλο κίνδυνο, γι’ αυτό και η χριστιανική παράδοση ανέπτυξε μία θεολογία της ιερωσύνης, που μπορεί να μας προφυλάξει απ’ αυτόν.

Σύμφωνα λοιπόν μ’ αυτή τη θεολογία της ιερωσύνης, εφόσον ο λυτρωτής μας δεν είναι ένας άνθρωπος αλλά ο Χριστός και εφόσον ο κληρικός είναι φορέας της χάριτος που εκπηγάζει από το λυτρωτικό έργο του Χριστού, θα πρέπει να τιμούμε τον κληρικό με την πεποίθηση ότι τιμούμε τον Ιησού Χριστό και όχι το ανθρώπινο πρόσωπο του κληρικού και ότι από το Χριστό δια του κληρικού σωζόμεθα.

«Τίμα τους ιερείς με προσήλωση ως καλούς οικονόμους. Απόδωσε την οφειλομένη τιμή στο λειτούργημά τους και μην ερευνάς τις πράξεις τους. Όσον αφορά το λειτούργημά του ο ιερέας είναι ένας άγγελος, όσον αφορά τις πράξεις του είναι ένας άνθρωπος. Με το έλεος του Θεού έχει γίνει ένας μεσίτης ανάμεσα στο Θεό και στον άνθρωπο».

 Από το βιβλίο «ΚΛΗΡΟΣ, η ανεκπλήρωτη υπόσχεση πατρότητος». Εκδόσεις Ακρίτας

π. Χρήστου Ηρακλέους

Η έννοια του «ξένου» και η φιλάνθρωπη στάση προς αυτόν υπήρξε διαχρονικά βασικό γνώρισμα του ελληνικού πολιτισμού. Κατά τα ομηρικά χρόνια οι άνθρωποι έδιναν εξαιρετική σημασία στην αγάπη των ξένων, ανάγοντας τη φιλοξενία σε μια ηθική αρετή. Η ιερότητα της φιλοξενίας ήταν τόσο διαδεδομένη, γεγονός που την καθιστούσε αναπόσπαστο μέρος της ευλάβειας και του φόβου προς τους θεούς. Άνθρωποι ή λαοί που δεν ήταν φιλόξενοι δεν μπορούσαν να είναι ούτε δίκαιοι ούτε ευσεβείς.

Ο θεσμός αυτός της φιλοξενίας διατηρήθηκε αναλλοίωτος και απαράλλαχτος στους χριστιανικούς χρόνους και καλλιεργήθηκε με φιλάδελφο τρόπο στην ελληνική ανατολή. Η σπουδή της εκκλησιαστικής παράδοσης μπορεί να αποκαλύψει ότι η έγνοια για τον «άλλο», τον «ξένο», όχι μόνο δεν συνιστά εξαίρεση, αλλά αποτελεί βασικό άξονά της, ο οποίος μπορεί να μας τροφοδοτήσει σήμερα με σημαντικά κριτήρια για μια στάση αλληλεγγύης και κοινωνικής κριτικής.

          Κάτω από το φως της αγιογραφικής και πατερικής διδασκαλίας η φιλοξενίαθα πάρει μια ιδιαίτερη χροιά στην ἐν Χριστῷ εφαρμογή της· η αντιμετώπιση του «ξένου» και η φιλοξενία που οφείλει να παρέχει ο Χριστιανός απέναντί του, συνίσταται στην κένωση του εαυτού του και στην υποδοχή του «ξένου», η οποία αποτελεί αρχικό στάδιο στη συμμετοχή στο σχέδιο της απροϋπόθετης αγάπης του Θεού. Θεωρείται μια άσκηση πνευματική, μια ευκαιρία, για να φανερωθεί έμπρακτα στον Θεό η γνησιότητα της πίστης και της αγάπης που υπάρχει μέσα στην ανθρώπινη ύπαρξη.

Στην Καινή Διαθήκη η αρετή της φιλοξενίας κατέχει εξέχουσα θέση. Ο ίδιος ο Χριστός ξενιτεύτηκε από τον ουρανό και έζησε ως «ξένος» στη γη, για να φιλοξενήσει στην επουράνιο βασιλεία Του τον αποξενωμένο από τον Θεό άνθρωπο. Ο Χριστός συνελήφθη από την Παναγία στη Ναζαρέτ και γεννήθηκε στη Βηθλεέμ σαν «ξένος» μέσα σε στάβλο, όταν η Θεοτόκος αναγκάστηκε να μετακινηθεί για την απογραφή της οικογένειάς της. Στο θείο βρέφος πρόσφεραν δώρα ξενίας οι Μάγοι ανανεώνοντας έτσι ως «πατρῷοι ξένοι ἀλλήλοις» τη συνθήκη της διαθήκης του Αβραάμ. Στα πρώτα ήδη χρόνια της ζωής του, λόγω της απειλής του Ηρώδη, κατέφυγε στη γειτονική Αίγυπτο, για να ζητήσει άσυλο βιώνοντας έτσι την ξενιτεία ενός πολιτικού πρόσφυγα. Τέλος, έζησε περιπλανώμενος και ανέστιος, δεχόμενος σαν σπίτι του όλους τους τόπους· όταν οι μαθητές του τον ρώτησαν πού μένει, έδωσε τη χαρακτηριστική απάντηση: «αἱ ἀλώπεκες φωλεοὺς ἔχουσι καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατασκηνώσεις, ὁ δὲ Ὑιὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἔχει ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ».

Κορυφαία είναι η αναφορά του Κυρίου στη φιλοξενία ως εξαίρετη εκδήλωση της αγάπης και, επιπλέον, ως προϋπόθεση της σωτηρίας. Στην παραβολή της τελικής κρίσης ο ίδιος ο Χριστός εμφανίζεται ως «ξένος» που χρειάζεται φιλοξενία και φροντίδα. Με την παραβολή αυτή μας υποδεικνύει τη φιλάνθρωπο στάση την οποία πρέπει να τηρούμε έναντι «τῶν ἐλαχίστων ἀδελφῶν» μας. Στο πρόσωπο του κάθε συνανθρώπου μας συναντάμε καθημερινά τον ίδιο τον Χριστό. Γι’ αυτό κάθε προσφορά προς αυτόν αποτελεί προσφορά προς τον Χριστό. Η διακονία προς τον «ξένο» αποτελεί το βασικό κριτήριο για τη σωτηρία του ανθρώπου.

Τέλος, η ξενιτεία του Κυρίου κατά την επίγεια παρουσία και δράση Του καταγράφεται με ποιητικό τρόπο σε έναν από τους ωραιότατους ύμνους που ακούγονται στον όρθρο του Μ. Σαββάτου γύρω από τον επιτάφιο πάνω στον οποίο βρίσκεται απλωμένος άπνους στο σάβανό του ο Θεάνθρωπος. Η έκκληση του Ιωσήφ στον Πιλάτο να του δώσει τον «ξένο» αποτελεί έσχατη ένδειξη πρόσληψης της άκρας επίγειας ξενιτείας του Κυρίου: «. . . δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, τὸν ἐκ βρέφους ὡς ξένον ξενωθέντα ἐν κόσμῳ∙ δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν ὁμόφυλοι, μισοῦντες, θανατοῦσιν ὡς ξένον∙ δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν ξενίζομαι βλέπων τοῦ θανάτου τὸ ξένον∙ δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὅστις οἶδε ξενίζειν τοὺς πτωχοὺς καὶ τοὺς ξένους∙ δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν Ἑβραῖοι τῷ φθόνῳ ἀπεξένωσαν κόσμῳ∙ δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ἵνα κρύψω ἐν τάφῳ, ὃς ὡς ξένος οὐκ ἔχει τὴν κεφαλὴν ποῦ κλίνῃ . . .».

Μητροπολίτη Προικοννήσου Ἰωσήφ

Ἡ Εὐχαριστία ἤ Θεία Λειτουργία, δέν εἶναι μία ἁπλή προσευχητική συναξις τῶν πιστῶν, οὔτε ἕνα (ἀνάμεσα σέ πολλά) μυστήριο.  Ἕνα εἶναι τό Μυστήριον, τό παμμυστήριον, ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία, καί συνισταμένη τοῦ παμμυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ Θεία Εὐχαριστία τῶν πιστευόντων καί βεβαπτισμένων.

Ἡ σύναξι στήν Εὐχαριστία εἶναι βέβαια κίνησις ἀνθρώπινη, ἔργο τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ (ἐξ οὐ καί Λειτουργία), ἀλλά κυρίως εἶναι ἐνέργεια τοῦ Πνεύματος: «Σήμερον ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἡμᾶς συνήγαγε» ψάλλομε τήν Κυριακή τῶν Βαΐων, ἀλλ’ αὐτό ἀκριβῶς ἰσχύει γιά κάθε Θεία Λειτουργία.  Ὁ ὑπό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος συναγμένος λαός τοῦ Θεοῦ, ἐπικαλεῖται ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι τό Ἕνα Μεσίτην Θεοῦ καί ἀνθρώπων Κύριο Ἰησοῦ Χριστό («οὐδείς δύναται εἰπείν Κύριον Ἰησοῦν ἤ μή ἐν Πνεύματι Ἁγίω), δοξάζει δι’ Αὐτοῦ τόν Πατέρα, ἀκούει τήν φωνή Του ἀπό τά Ἁγιογραφικά ἀναγνώσματα (Ἀπόστολο καί Εὐαγγέλιο) καί τό ἱερό κήρυγμα, καί προσφέρει διά τῶν χειρῶν τοῦ Ἐπισκόπου (ἤ Πρεσβυτέρου) του στόν Θεό τόν ἄρτο τοῦ βίου του καί τόν οἴνο τῆς κατανύξεώς του, τόν κόπο κι τόν καρπό ὅλου τοῦ γεωργικοῦ ἔτους, δήλ. τά δικά Του πρός ἐμᾶς δῶρα, ὡς ἀντίδωρο εὐχαριστίας γιά ὅλες τίς φανερές καί ἀφανεῖς εὐεργεσίες Του πρός τό πλάσμα Του.

 

Αρχιμανδρίτου Βασιλείου Γοντικάκη

Ως ιερείς και ως άνθρωποι που ζούμε μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία, όταν ακούμε για τον Άγιο, θυμόμαστε αυθόρμητα μια ιερή στιγμή της Θείας Λειτουργίας, όταν ακριβώς πριν από τη Θεία Μετάληψη ο ιερέας λέει: «Τα άγια τοις αγίοις». Και τότε τα χάνει κανείς, και νιώθει ότι δεν είναι κανείς Άγιος, γι’ αυτό ο λαός απαντά με το στόμα των ψαλτάδων:  «Εις άγιος, εις Κύριος Ιησούς Χριστός εις δόξαν Θεού Πατρός Αμήν». Και ακριβώς επειδή υπάρχει αυτός ο εις Άγιος, ο εις Κύριος, γι’ αυτό ελπίζουμε και γι’ αυτό μπορούμε να σταθούμε στα πόδια μας. Και βλέπουμε ότι από τον Ένα Άγιο προέρχεται κάθε αγιότης και κάθε καλοσύνη και αυτός ο Άγιος είναι ο Ιησούς Χριστός, είναι ο Υιός του Θεού˙ αυτός ο Άγιος είναι ο Θεός.

Από το βιβλίο: «Το αρχέτυπο της Ορθοδοξίας στην πράξη: ο Άγιος»

 

Μοναχού Μωυσή Αγιορείτη

Οι ιερείς της Εκκλησίας μας είναι νοσηλευτές και η Εκκλησία μας θεραπευτήριο. Οι ιερείς πλησιά­ζουν τους ασθενείς για να τους απελευθερώσουν, να τους επαναπροσανατολίσουν, να τους ανορθώσουν δια της μετανοίας. Συμμετέχουν όσο μπορούν στον πόνο για να τους τον απαλύνουν και να κάνουν πιο ε­λαφρύ τον σταυρό τους. Είναι μεγάλη η παράκληση των πασχόντων όταν κατανοήσουν το νόημα του σταυρού τους. Η προσωπική άρση του σταυρού νοηματιζόμενη συντελεί στην ανόρθωση. Βλέποντας ο ταλαιπωρούμενος και δοκιμαζόμενος άνθρωπος τη δοκιμασία του ως θεία επίσκεψη και θεία παιδαγωγία μεταβάλλει τη στάση του, αντιμετωπίζει το πρόβλημα πολύ διαφορετικά, αν δεν γεμίζει χαρά γεμίζει πάντως ελπίδα. Η θεία Χάρη μπορεί να οδηγήσει σε αυτή την ωριμότητα τον σκληρά δοκιμαζόμενο. Εμείς θα πούμε τον καλό λόγο, αλλά η Χάρη του Θεού θα ολο­κληρώσει το έργο αυτό.

Το ευχολόγιο στα χέρια του ιερέως είναι πολύ πα­ρηγορητικό στις δύσκολες αυτές ώρες. Η σύνοψη ή το προσευχητάρι, με την Παράκληση της Παναγίας και τους υπέροχους Χαιρετισμούς, στα χέρια του α­σθενούς είναι φτερά ειρήνης. Η Παναγία, η μάνα ό­λων των πονεμένων, που πόνεσε τόσο πολύ και συ­μπονά όλους τους πονεμένους, δίνει μια γλυκειά πα­ραμυθία και μεγάλη ενίσχυση σε όλους. Μη φοβόμα­στε το ιερατικό πετραχήλι, τον τίμιο σταυρό, το άγιο έλαιο, τα τίμια και χαριτόβρυτα λείψανα, τον αγια­σμό, το αντίδωρο, τη θεία Κοινωνία.

Επανερχόμενοι στο δύσκολο ερώτημα γιατί ο Θε­ός να επιτρέπει να ταλαιπωρείται το πλάσμα του, να βασανίζεται και ν’ αγωνιά μέσα στον πολύ πόνο, τα­πεινά θα πούμε πάλι: Ο πόνος μας αφυπνίζει να ενδιαφερθούμε καλύτερα για τη μετάνοια, την ταπείνωση, την αναθέρμανση της πίστης μας και τη συμπόνια του πλησίον μας. Ο πόνος, σωματικός ή ψυχικός, μας ε­πισκέπτεται για κάποιο ιδιαίτερα σοβαρό λόγο. Για να ξαναδούμε την πορεία, τους στόχους και τον σκο­πό της εφήμερης ζωής μας. Είπαμε πως μερικές φορές ένας ψυχικός πόνος είναι δριμύτερος του σωματικού και ίσως και πιο δυσκολοθεράπευτος. Ο μεγάλος ψυ­χίατρος Γιούνγκ πάντως λέει πως το πρόβλημα του ψυχικώς πάσχοντος, κατά ασυγκρίτως ανώτερο λόγο ανήκει στον πνευματικό παρά στον ιατρό!

Άνθρωποι δίχως Θεό και ηθικές αρχές στον πόνο της ασθένειας διαλύονται και καταντούν αξιολύπητοι. Ο Θεός δεν τους αποστρέφεται, αλλά τους επισκέπτε­ται διαφορότροπα, με διάφορα φάρμακα για να τους θεραπεύσει κι όχι να τους πληγώσει και πικράνει. Ο θείος και ιερός Χρυσόστομος θαυμάσια συμβουλεύει να μη γογγύζουμε εύκολα με τα δυσάρεστα που μας βρίσκουν και μάλιστα να μη βλασφημούμε. Μήπως έτσι, λέει, θα γίνει πιο ελαφρύς ο πόνος μας; Ούτε χρειάζεται να πολυεξετάζουμε τους λόγους και τις αι­τίες και τις αφορμές και να ζητάμε πολλές εξηγήσεις για όλα αυτά που μας επιτρέπει η πανσοφία του Θεού. Να μη λησμονάμε ποτέ πως η παρούσα ζωή είναι στά­διο άθλων και αγώνων και η άλλη ζωή είναι επάθλων και αιώνιας ανάπαυσης. Στις δυσκολίες, τις συμφορές και τους πόνους να επικαλούμεθα τη σωστική βοή­θεια του Θεού με κάθε εμπιστοσύνη.

Πάντοτε παραμένει επίκαιρο το θέμα της ασθέ­νειας. Πολλοί οι ασθενείς στα σπίτια, στα νοσοκο­μεία, στους δρόμους. Είμαστε εμείς οι ίδιοι ασθενείς ή δικοί μας άνθρωποι. Σήμερα εμείς, αύριο άλλοι και το αντίθετο. Ο πόνος κτυπά όλες τις πόρτες, όλες τις ώρες αδιάκριτα, πλουσίων, φτωχών, νέων, ηλικιωμέ­νων, μορφωμένων, αμόρφωτων, όλων. Γιατί ν’ αρρω­σταίνουμε και γιατί να πονάμε; Το ίδιο ερώτημα επα­νέρχεται με δριμύτητα. Δεν είναι μόνο από τις αμαρ­τίες οι διάφορες αρρώστειες. Αρρώστειες πολλές και μεγάλες είχαν και οι άγιοι. Οι αρρώστειες μας κάνουν να θυμηθούμε τον λησμονημένο Θεό, να τον επικαλε­σθούμε, να συνδεθούμε μαζί του. Η μνήμη του Θεού συντείνει στην ειλικρινή μετάνοια. Οι αρρώστειες εί­ναι, αλήθεια, για να μας φέρουν πιο κοντά στον Θεό και όχι να μας απομακρύνουν από Αυτόν. Την πίστη μας στον Θεό αποδεικνύουμε με την υπομονή στις δο­κιμασίες και μάλιστα στον πόνο των ασθενειών.

Αν ο πόνος σ’ έκανε συμπονετικό κέρδισες. Αν η ασθένεια σ’ έφερε να θυμάσαι πιο πολύ τον ουρανό εί­σαι ευλογημένος και μακάριος. Αν ο πόνος σου κα­θάρισε τα μάτια, για να βλέπεις πιο βαθειά τα γεγονό­τα και τα πράγματα, τότε είσαι πλούσια κερδισμένος. Αν ο άγιος πόνος σ’ έκανε, αδελφέ μου, πιο καρτερι­κό, πιο γενναίο, πιο διαλλακτικό και ανεκτικό να ευ­χαριστείς εκ βαθέων τον Θεό που αρρώστησες. Γιατί αρρώστησες και κέρδισες τελικά έτσι. Δίχως πόνο έχεις πολλές κατακτήσεις, αλλά όχι αληθινές γνώσεις. Ο πόνος σμιλεύει και τελειοποιεί τον άνθρωπο. Δί­χως τον πόνο ο άνθρωπος θα ήταν σκληρός και ακα­τέργαστος. Ο πόνος γεννά τα δάκρυα και τα δάκρυα την κάθαρση. Τα δάκρυα ποτίζουν τα ευώδη άνθη της κατάνυξης, της συντριβής, της ευλάβειας, της ευσέ­βειας, της ευλογίας.

Δεν υπάρχει άνθρωπος δίχως πόνο. Πήγε κάποτε ένας να πει τον πόνο του σε κάποιον και δεν πρόλαβε και του είπε πρώτα ο άλλος τον πόνο του κι ήταν τό­σο πιο μεγάλος που δεν τόλμησε να πει τον δικό του. Δίχως τον πόνο θα είμασταν πιο πονεμένοι, πιο σκλη­ροί, πιο ανάλγητοι, πιο αδιάφοροι και πιο άγριοι. Κα­τά τον ιερό Χρυσόστομο δεν υπάρχει άνθρωπος στον κόσμο αυτό που να μη δοκιμάζει στη ζωή του πόνο. Αν δεν πονέσει σήμερα, θα πονέσει αύριο κι αν όχι αύριο σίγουρα μεθαύριο. Κύρια πηγή του πόνου η α­μαρτία.

Ο πόνος είπαν είναι ο φρουρός της υγείας. Σαν έ­να καμπανάκι μας αφυπνίζει. Αν δεν πονούσαμε δεν θα πηγαίναμε ποτέ στον ιατρό. Ο πόνος είναι σαν ένα σήμα κινδύνου, που εκπέμπεται για να μας γλυτώσει από τα χειρότερα. Αυτά ισχύουν και για το σώμα και για την ψυχή. Έτσι ο πόνος καταντά σ’ ευλογία και για το σώμα και για την ψυχή. Ο πόνος ακόμη καθίσταται σαν ένα προληπτικό εμβόλιο για να μη υπερηφανευόμεθα. Ο πόνος μπορεί να γίνει μία οδός επι­στροφής στον Θεό. Ο πόνος γεννά την ωραία και θεάρεστη συμπόνια. Ο πόνος δοκιμάζει την αγάπη μας στον Θεό. Ο πόνος μας ζυγίζει, μας σμιλεύει, μας καλλιεργεί, μας ωριμάζει, μας ωραιοποιεί.

 

«Όποιος θέλει να μην πέσει προσέχει»


Μητροπολίτη Λεμεσού Αθανασίου


Η αμαρτία και η αποτυχία είναι δίπλα μας κάθε στιγμή· είμαστε ζυμωμένοι με αυτό το πράγμα. Είναι πολύ φυσικό, γι’ αυτό και ο ταπεινός άνθρωπος προσέχει. Λέει κοίταξε προσέχω, δεν εκθέτω τον εαυτό μου. Ο ταπεινός προσέχει, ο υπερήφανος δεν προσέχει.
Πηγή: pemptousia.gr

«Πάντα χορηγετΠνεμα τὸ Ἅγιον» -

λίγα τιν περτοΤρίτου Προσώπου τς γίας Τριάδος

Πρωτ. Μιχαλ Βοσκο

          Ἡ ἡμέρα τς Πεντηκοστς χαρακτηρίζεται ς γενέθλιος μέρα τς κκλησίας. χι, βεβαίως, γιατδν πρχε πρν π ατν τν μέρα ἡ Ἐκκλησία. ἩἘκκλησία, σύμφωνα μτος κκλησιαστικος Πατέρες καΔιδασκάλους, προϋπρχε στ βουλ κατν πρόθεση τοΘεο καὶ ἀποτελετν πρώτη κτίση καδημιουργία Του. ναφέρεται σχετικστν “Ποιμένα” τοῦἙρμ, τι ἡ Ἐκκλησία “πάντων πρώτη κτίσθη· διτοτο πρεσβυτέρα, καδι ταύτην κόσμος κατηρτίσθη”. Ἡ ἀρχτς κκλησίας τοποθετεται στν πρώτη δημιουργία, τδημιουργία το πνευματικοκόσμου, τοκόσμου δηλαδτν γγέλων. στόσο καττν μέρα τς Πεντηκοστς ρχίζει μινέα περίοδος πάρξεως τς κκλησίας. Καττν μέρα τς Πεντηκοστς κα μτν πιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στος ποστόλους ρχίζει ἡ ἱστορικζωτς κκλησίας πτς γς ς τοζωντανοΣώματος τοΧριστο, ποζε μτ χαρίσματα κατν πενέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

          λόκληρο τὸ ἀπολυτρωτικὸ ἔργο τοΘεανθρώπου ησοΧριστοῦ ἀπέβλεπε κριβς σ᾿ ατν τστιγμή, τστιγμτς λεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τστιγμτς ν εἴδει πυρίνων γλωσσν πιφοιτήσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πτος γίους Μαθητς καὶ Ἀποστόλους. Πρν πτΠάθος Του Κύριος εχε πεστος Μαθητές Του, τι τος συμφέρει νὰ ἀπέλθει ὁ Ἴδιος, γι ν πέμψει πρς ατος τὸ Ἅγιο Πνεμα, τΠνεμα τς ληθείας. Κα πρν πτν νάληψή Του τος παρήγγειλε νμφύγουν πτὰ Ἱεροσόλυμα, λλ νὰ ἀναμένουν τν κάθοδο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. τσι λοιπν ἡ ἡμέρα τς Πεντηκοστς δν εναι μονάχα γενέθλιος μέρα τςκκλησίας, λλεναι ταυτοχρόνως καὶ ἡ κατ᾿ ἐξοχν μέρα ορτασμοτοΤρίτου Προσώπου τς γίας Τριάδος, τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Δευτέρα μεττν Κυριακτς Πεντηκοστς, λλ καὶ ὁλόκληρη ἡ ἑβδομάδα ποὺ ἀκολουθε, εναι φιερωμένες στ Πανάγιον καΖωοποιν Πνεμα. ναφέρεται στΣυναξάριο τς Δευτέρας μεττν Πεντηκοστὴ ὅτι ορτάζουμε “αττ πανάγιον καζωοποιν καπαντοδύναμον Πνεμα, τν να τς Τριάδος Θεόν, τὸ ὁμότιμον καὶ ὁμοούσιον καὶ ὁμόδοξον τ Πατρ κατΥἱῷ”.

          ταν παγγέλλουμε τΣύμβολο τς Πίστεως, μολογομε τι πιστεύουμε “ες να Θεόν”. Ὁ ἀληθινς Θες μως, στν ποον πιστεύουμε μες οΧριστιανοί, δν εναι οτε τὸ ἀκίνητον ν τοῦ Ἀριστοτέλη οτε ποιαδήποτε λλη φιλοσοφικὴ ἔννοια περβατικοῦ Ἀπολύτου, λλεναι κοινωνία Προσώπων, Θες Τριαδικός. Χωρς σ καμι περίπτωση ν μπορομε νμιλήσουμε γιτρες θεούς, φοττρία Πρόσωπα τς γίας Τριάδος εναι μοούσια, χουν δηλαδμία κατν ατοσία, μιλομε στόσο γιτρία Πρόσωπα, γιΘεν Πατέρα, Θεν Υἱὸν καΘεν γιον Πνεμα. Ττρία Πρόσωπα τς γίας Τριάδος δν ποτελον τρόπους φανερώσεως τοῦ ἑνς Θεοστν στορία, πως σφαλμένα σχυριζόταν αρετικς Σαβέλλιος, λλὰ ἀποτελον διαίτερες ποστάσεις, στε ν μπορομε νμιλομε γιΜονάδα ν Τριάδι καγιΤριάδα ν Μονάδι. Θεός, στν ποον πιστεύουμε, εναι νας καττν οσία τφύση καΤριαδικς καττΠρόσωπα τς ποστάσεις.

          Τὰ  τρία Πρόσωπα τς γίας Τριάδος χουν, πως εἴδαμε, μία κατν ατοσία. πίσης οἱ ἐνέργειές τους εναι κοινές. μως διακρίνονται μεταξύ τους πὸ ἕνα διαίτερο γνώρισμα, τὸ ὁποο νομάζεται στθεολογικγλώσσα προσωπικὸ ἢ ὑποστατικὸ ἰδίωμα κατὸ ὁποο ναφέρεται στμεταξύ τους σχέση. τσι λοιπν Θες Πατρ εναι κενος ὁ Ὁποος γενν προαιωνίως καὶ ἀϊδίως τν Υἱὸ καὶ ἐκπορεύει προαιωνίως καὶ ἀϊδίως τὸ Ἅγιο Πνεμα ντας πηγτς θεότητος, Θες Υἱὸς εναι κενος ὁ Ὁποος γεννται προαιωνίως καὶ ἀϊδίως πτν Πατέρα κατὸ Ἅγιο Πνεμα εναι κενο τὸ Ὁποο κπορεύεται προαιωνίως καὶ ἀϊδίως πτν Πατέρα καμόνο πτν Πατέρα. Τ προσωπικὸ ἢ ὑποστατικὸ ἰδίωμα το Πατρς εναι ς κ τούτου ἡ ἀγεννησία, τοΥοῦ ἡ ἐκ το Πατρς γέννηση κατοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἡ ἐκ το Πατρς κπόρευση. Ατν τσχέση τν Τριν Προσώπων τς γίας Τριάδος νατρέπει ντελς παπικδιδασκαλία περτοfilioque, διδασκαλία δηλαδ περτς κπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κ το Πατρς καὶ ἐκ τοΥο, μιδιδασκαλία ποεσήγαγαν ο Παπικο κα σ᾿ αττἴδιο τΣύμβολο τς Πίστεως. Μ᾿ ατν τδιδασκαλία νατρέπεται οσιαστικὰ ἡ ἰσορροπία στς σχέσεις τν Προσώπων τς γίας Τριάδος, φοτὸ ὑποστατικὸ ἰδίωμα το Πατρς ποδίδεται καστν Υό, νῶ ὑποτιμται σαφς τΤρίτο Πρόσωπο τς γίας Τριάδος, τὸ Ἅγιο Πνεμα σσχέση μτν Πατέρα κατν Υό, φο Πατρ καΥἱὸς χουν κάτι κοινμεταξύ τους ποδν τὸ ἔχει τὸ Ἅγιο Πνεμα.

          Τὸ Ἅγιο Πνεμα χαρακτηρίζεται πτος κκλησιαστικος Πατέρες καΔιδασκάλους ς ψυχτς κκλησίας. Εναι κενο ποσυγκροτεῖ ὁλόκληρο τὸν θεσμτς κκλησίας, πως τονίζεται σ᾿ἕνα διαίτερα γνωστστιχηρτοῦ Ἑσπερινοτς ορτς τς Πεντηκοστς, πτὸ ὁποο πήραμε κατν τίτλο ατοτοκειμένου. Χωρς τν πενέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καχωρς τ χαρίσματά Του δν μπορεοτε κκλησία νὰ ὑπάρξει, οτε Μυστήρια ντελεστον, οτε μολογία πίστεως νγίνει, οτε γιότητα βίου νὰ ἐπιτευχθε. Τὸ Ἅγιο Πνεμα εναι κενο τὸ Ὁποο μίλησε κασυνεχιζει νμιλδιτν Προφητν, κενο τὸ Ὁποο χαριτώνει καφωτίζει τος γίους νθρώπους, τελειοτος ερες κατΜυστήρια ποτελονται π ατούς, μεταβάλλει τν ρτο κατν ονο σΣμα καΑμα Χριστο, στε ν μπορομε νγινόμαστε σύσσωμοι κασύναιμοι Χριστο. Σὲ ἀντίθεση μτν παπικὴ ἐκκλησία, πού, πως εἴδαμε, ποβάθμισε σαφς τθέση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στν καθόλου κκλησιαστικζωή, στν ρθόδοξη κκλησία τ πάντα συντελονται μτν πίκληση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τ πάντα πιτυγχάνονται μτν χάρη κατν πενέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Κλείνοντας ατν τσύντομη ναφορά μας στΤρίτο Πρόσωπο τς γίας Τριάδος, θ πρέπει ντονίσουμε τι λόκληρη ζω καὶ ὁλόκληρος πνευματικς γώνας τοῦ Ὀρθοδόξου Χριστιανοῦ ἀποσκοπεστ ν᾿ ἀποκτήσει τ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, στ νγίνει δοχεο τς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος· ποσκοπεστελευταία νάλυση στ ν καταστήσει τγεγονς τς Πεντηκοστς διαρκς βίωμα στζωή του.

Ἀπό τὸ περιοδικὸ “Παράκληση”, Ἱερᾶς Μητροπόλεως Λεμεσοῦ

 

ΤΟ ΔΩΡΟ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ

Ἐπισκόπου Κάλλιστου Ware

Σχετικά μέ τό δῶρο τοῦ Παρακλήτου τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς τρία πράγματα εἶναι ἰδιαίτερα ἐντυπωσιακά:

Πρῶτο, εἶναι ἕνα δῶρο σ’ ὅλους τούς ἀνθρώπους τοῦ Θεοῦ: «καί ἐπλήσθησαν ἅπαντες Πνεύματος Ἁγίου». Τό δῶρο ἤ χάρισμα τοῦ Πνεύματος δέν ἀπονέμεται μόνο στούς ἐπισκόπους καί τόν κλῆρο, ἀλλά σέ κάθε βαπτισμένο. Ὅλοι εἶναι Πνευματοφόροι, ὅλοι εἶναι - μέ τήν κατάλληλη ἔννοια τῆς λέξης - «χαρισματικοί».

Δεύτερο, εἶναι ἕνα δῶρο ἑνότητας: «ἦσαν ἅπαντες ὁμοθυμαδόν ἐπί τό αὐτό». Τό Ἅγιο Πνεῦμα κάνει τούς πολλούς νά εἶναι ἕνα Σῶμα ἐν Χριστῷ. Ἡ κάθοδος τοῦ Πνεύματος τήν Πεντηκοστή ἀντιστρέφει τό ἀποτέλεσμα τοῦ πύργου τῆς Βαβέλ. Ὅπως λέμε στό Κοντάκιο τῆς γιορτῆς τῆς Πεντηκοστῆς:

Ὅτε καταβάς τάς γλώσσας συνέχεε,

διεμέριζεν ἔθνη ὁ Ὕψιστος•

ὅτε τοῦ πυρός τάς γλώσσας διένειμεν,

εἰς ἑνότητα πάντας ἐκάλεσε•

καί συμφώνως δοξάζομεν τό πανάγιον Πνεῦμα.

Τό Πνεῦμα φέρνει ἑνότητα καί ἀμοιβαία κατανόηση, ἱκανώνοντάς μας νά μιλᾶμε «ἐν μιᾷ φωνῇ». Μεταμορφώνει τά ἄτομα σέ πρόσωπα. Γιά τήν πρώτη Χριστιανική κοινότητα στά Ἱεροσόλυμα, στήν περίοδο ἀμέσως μετά τήν Πεντηκοστή, λέγεται ὅτι «εἶχον ἅπαντα κοινά» καί ὅτι «τοῦ πλήθους τῶν πιστευσάντων ἦν ἡ καρδία καί ἡ ψυχή μία», κι αὐτό θά’ ἔπρεπε νἆναι τό σημάδι τῆς κοινότητας τοῦ Χριστοῦ τῆς Πεντηκοστῆς σέ κάθε ἐποχή.

Τρίτο, τό δῶρο τοῦ Πνεύματος εἶναι ἕνα δῶρο διαφοροποίησης∙ οἱ γλῶσσες τῆς φωτιᾶς «διαμερίζονται» ἤ «χωρίζονται» καί κατανέμονται ἄμεσα στόν καθένα. Τό Ἅγιο Πνεῦμα δέ μᾶς κάνει μόνο ὅλους ἕνα, ἄλλα κάνει καί τόν καθένα μας διαφορετικό. Στήν Πεντηκοστή ἡ πολλαπλότητα τῶν γλωσσῶν δέν καταργήθηκε ἀλλά ἔπαψε νά εἶναι ἡ αἰτία τοῦ χωρισμοῦ∙ ὅπως προηγουμένως, ὁ καθένας μιλοῦσε στή δική του γλώσσα, ἀλλά μέ τή δύναμη τοῦ Πνεύματος ὁ καθένας μποροῦσε νά καταλάβει τούς ἄλλους. Γιά μένα τό νά εἶμαι Πνευματοφόρος σημαίνει ν’ ἀντιλαμβάνομαι ὅλα τά διακριτικά χαρακτηριστικά τῆς προσωπικότητάς μου• σημαίνει νά γίνω ἀληθινά ἐλεύθερος, ἀληθινά ὁ ἑαυτός μου μέσα στή μοναδικότητά μου. Ἡ ζωή μέσα στό Πνεῦμα ἔχει μιά ἀνεξάντλητη ποικιλία• εἶναι σφάλμα, καί ὄχι ἁγιότητα, ὅτι εἶναι ἀνιαρή καί μονότονη.

 

Διπλή αλήθεια

Γερόντισσας Αικατερίνης 

«Θαρσείτε, εγώ ειμί∙ μη φοβείσθε» (Ματ. 14,27). Σ’ αυτές τις πέντε λέξεις του Κυρίου, βλέπουμε κατά τρόπο ζωντανό και ανάγλυφο από τη μια την αδυναμία και μετριότητα του ανθρώπου και από την άλλη την αγάπη και Παντοδυναμία του Θεού

Κι αρχίζουμε με την περίπτωση του Αποστόλου  Πέτρου, που ζητά να περπατήσει πάνω στα κύματα. Στην αρχή ξεκινά καλά. Μόλις όμως εισέρχεται η ολιγοπιστία και η δειλία  στην ψυχή  του, αρχίζει να βυθίζεται και να κράζει με αγωνία και τρόμο, παρ’ όλον  ότι σαν ψαράς που ήταν θα γνώριζε ασφαλώς να κολυμπά. Κι ο Πέτρος  θα πνιγόταν, αν δεν ήταν εκεί μπροστά του ο Παντοδύναμος Κύριος, που τον πρόλαβε, τον έπιασε και τον έσωσε. Και μόλις μπαίνουν στο πλοίο κοπάζει και ο άνεμος. Το παράδειγμα αυτό του Πέτρου, μας δείχνει ότι δεν είμαστε μόνοι στις δύσκολες στιγμές της ζωής μας .Γι’ αυτό και δεν επιτρέπεται η συναίσθηση ότι είμαστε μικροί και αδύναμοι να μας οδηγεί σε δειλία και απελπισία  και να τα χάνουμε μπροστά στα εμπόδια και τις δυσκολίες της ζωής.

Αλλά, ούτε λόγω της ολιγοπιστίας μας να λησμονούμε τον Θεό και να πιανόμαστε από ψευδή και μάταια ανθρώπινα στηρίγματα. Αυτό που χρειάζεται είναι να ενθυμούμαστε στις στιγμές των δοκιμασιών μας  την αγάπη και  Παντοδυναμία του Κυρίου.

Γι’ αυτό η ορθή τακτική που πρέπει να ακολουθούμε, αφού και εμείς είμαστε αδύναμοι, είναι να εμπιστευόμαστε πλήρως   και τελείως και να στηριζόμαστε απόλυτα στη δύναμη και αγάπη Εκείνου που είναι Παντοδύναμος.

Στην περίπτωση αυτή, ας ενθυμούμαστε πάντοτε, εκείνο που  μας λέει ο Απόστολος Παύλος: «Όλα τα μπορώ, χάρη στο Χριστό που με δυναμώνει» (Φιλιπ. δ’13).

Αυτή λοιπόν ας είναι η ορθή τοποθέτησή μας μπροστά στη διπλή αλήθεια, ότι ο Κύριος  είναι Παντοδύναμος κι εμείς μικροί και αδύνατοι. Προσοχή, επομένως, από τον εγωισμό και την αλαζονεία και από την απελπισία  και την ολιγοπιστία.

 

Ο Θεός μας έκανε να είμαστε βασιλείς

Μητροπολίτη Λεμεσού Αθανασίου

Ο Θεός μας έκανε να είμαστε βασιλείς, δε μας έκανε να είμαστε ηττοπαθείς και δουλοπρεπείς. Αφού βασιλεύσουμε πρώτα στα πάθη και στην αμαρτία που μας δουλώνουν, μετά η ελευθερία η πνευματική γίνεται και βασιλεία ελεύθερη και πνευματική και στη φύση, άρα και στις αποφάσεις μας.


Πηγή: pemptousia.gr

Όχι μόνο με ψωμί: η άσκηση στην εποχή της κατανάλωσης

 Σταύρου Φωτίου

Η αρμονική κοινωνία του ανθρώπου με τον Θεό και, κατ᾽ επέκταση, με τον εαυτό του, τον συνάνθρωπό του και τη φύση, είναι η πρόταση ζωής που φανερώνει στους ανθρώπους ο Χριστός. Κάθε άνθρωπος καλείται να υποδεχθεί την αγάπη του Θεού, να κατανοήσει τον έσωθέν του κόσμο, να εκλάβει τον συνάνθρωπο ως αδελφό, να θεωρήσει τη φύση ως μέγα οίκο μέσα στον οποίο φιλοξενείται η ζωή. Για την επίτευξη της υπαρξιακής αυτής στοχοθεσίας απαιτείται προσπάθεια, πράγμα που στη θεολογική ορολογία ονομάζεται άσκηση.

Τα ιερά και τίμια της ζωής, τα βαθιά υπαρξιακά βιώματα, δεν επιτυγχάνονται αυτόματα αλλά προϋποθέτουν αγώνα πολλύ. Κατά συνέπεια η άσκηση βρίσκεται στους αντίποδες της μαγικής νοοτροπίας, χαρακτηριστικού γνωρίσματος του ανώριμου πνευματικά ανθρώπου. Ο αρχάριος της ζωής αναζητά έναν εύκολο τρόπο με τον οποίο θα λύσει διά μιας όλα του τα προβλήματα -οικογενειακά, οικονομικά, κοινωνικά. Στη μαγική θεώρηση της ζωής η προπαρασκευή και η προεργασία, ο μόχθος και ο κόπος, παραγνωρίζονται. Ο άνθρωπος επιζητεί να έχει το μέγιστο αποτέλεσμα καταβάλλοντας το ελάχιστο τίμημα. Η Εκκλησία, προβάλλοντας την άσκηση, καλεί τους ανθρώπους να εγκαταλείψουν τη μαγική νοοτροπία, κάθε φαντασιακή παντοδυναμία ή παθητική μοιρολατρία.

Η συνάντηση με τον Θεό και οι αυθεντικές ανθρώπινες σχέσεις απαιτούν διαρκή καλλιέργεια, βασική δε προϋπόθεσή τους είναι η νίκη επί της φιλαυτίας, δηλαδή της φιλοδοξίας, της φιληδονίας και της φιλοχρηματίας. Kάθε αυτοδικαίωση και φαρισαϊσμός, η αρχή της ήσσονος προσπάθειας και η δικαιολογία «για όλα φταίνε οι άλλοι», απορρίπτονται. Αθλούμενοι οι άνθρωποι, ενηλικιώνονται πνευματικά, που σημαίνει αναλαμβάνουν την ευθύνη τους για ό,τι συμβαίνει μέσα τους και ανάμεσά τους: ευθύνη όχι μόνο για αυτά που πράττουν αλλά και ευθύνη για αυτά που αποφεύγουν να πράξουν.

Στους καιρούς της κοσμικής επίδειξης και του «όλα επιτρέπονται» η άσκηση συγκρούεται με την καταναλωτική λογική, για την οποία τα πάντα είναι αναλώσιμα. Έτσι, η άσκηση θυμίζει ότι π.χ. στον γάμο και τη φιλία, στην εργασία και την αγωγή, οι άνθρωποι είναι πρόσωπα μοναδικά και ανεπανάληπτα, και συνεπώς μη αντικαταστατά. Οι όντως διαπροσωπικές σχέσεις είναι σχέσεις χάριτος και δωρεάς, υπερβαίνουν την ανταλλακτική αγοραπωλησία. Η άσκηση θα βοηθήσει τον άνθρωπο να τιθασσεύσει τον εγωκεντρισμό του για να φανερωθεί το εσύ και να αναδειχθεί το εμείς.

Τρεις δε είναι οι κύριες μορφές της: η προσευχή, η νηστεία και η αγρυπνία. Με την προσευχή ο άνθρωπος θα αφουγκραστεί τη φωνή του Θεού και θα ιεραρχήσει σωστά τις ανάγκες του. Τότε θα αναδυθεί σε υπεύθυνο πρόσωπο, που δεν προσδιορίζεται από κανένα βιολογικό ή κοινωνικό προκαθορισμό, αλλά ελεύθερα καλείται να κατευθύνει την ιστορία προς τη φιλοθεΐα και τη φιλανθρωπία και όχι προς το Άουσβιτς και τη Χιροσίμα. Με τη νηστεία θα διακρίνει τις πραγματικές από τις πλασματικές ανάγκες, το αναγκαίο από το περιττό. Έτσι θα μειώσει τις ανάγκες του στο ελάχιστο για να προσφέρει στον συνάνθρωπο το μέγιστο. Θα μάθει ότι ο συνάνθρωπος έχει ανάγκες, για τη θεραπεία των οποίων οφείλει να μεριμνά. Τότε θα μοιράζεται ό,τι έχει και ό,τι είναι: χρήματα και χρόνο, γνώσεις και πράγματα, στοργή και τρυφερότητα. Θα ανακαλύψει ότι όπως χωρίς βιολογική τροφή ο άνθρωπος πεθαίνει, παρόμοια πεθαίνει και χωρίς τροφή υπαρξιακή.

Μέγιστη δε υπαρξιακή τροφή του ανθρώπου είναι η κοινωνία του με τον Θεό, στην οποία θα βιώσει την ελευθερία και την αγάπη, τη δικαιοσύνη και την αδελφοσύνη. Με την αγρυπνία ο άνθρωπος θα αφυπνισθεί από την υπαρξιακή ύπνωση, θα θυμηθεί τον υπαρξιακό του προορισμό. Θα πιστοποιήσει εμπειρικά ότι μόνο η γενναιοδωρία και η καλοσύνη δεν χάνονται στο διάβα του χρόνου, μόνο η αυτοπροσφορά και η αυτοθυσία διασώζουν το πέρασμα του ανθρώπου στη γη. Θα αγωνισθεί για να εκλείψει ο θάνατος από ασιτία και ο θάνατος από νόημα ζωής, για να λαμπροφορήσει η ζωή και να καρπίσουν τα όνειρα. Με την άσκηση η Eκκλησία θυμίζει στον άνθρωπο τον έσχατο σκοπό της ζωής: τη θεογνωσία, που επιφέρει την αυτογνωσία, την κοινωνικότητα και τη φυσική θεωρία.

 

Το προνόμιο της αποτυχίας

Αρχιμ. Βασίλειου Γοντικάκη

Την «κοινωνία του Αγίου Πνεύματος» την δέχονται «τα μη όντα», οι «ανύπαρκτοι», οι ταπεινοί και υπάρχουν κάποιοι «ανύπαρκτοι που βγάζουν μία ευωδία που ανασταίνει νεκρούς», γι’ αυτό είναι δράμα να είσαι «επιτυχημένος».

Μητροπολίτη Λεμεσού Αθανασίου

Κι αν ακόμα αργήσουν να γίνουν τα πράγματα, όπως πιθανόν πρέπει να γίνουν, κι αν ακόμα φανεί ότι ο Θεός σιωπά και δεν ενεργεί και παραμείνει ο άνθρωπος μέσα στην εμπιστοσύνη του Θεού, τότε ο Θεός αποκαλύπτει πράγματι με θαυμαστό τρόπο τον εαυτό Του. Κανένας, λέγει η Γραφή, κανένας δεν ήλπισε επί Κύριον και καταισχύνθηκε. Λέει ο Δαβίδ ένα ωραίο λόγο: «Εμβλέψετε, κοιτάξετε στις αρχαίες γενεές, βρέστε μου ένα άνθρωπο ο οποίος ήλπισε επί Κύριον και εντράπηκε. Ένας άνθρωπος να βρεθεί που να πει ότι εγώ, είχα την ελπίδα μου στον Χριστό κι ο Χριστός δεν ανταποκρίθηκε. Δεν με βοήθησε. Μ’ εγκατέλειψε!» Κανένας!
Πηγή: pemptousia.gr

π. Βασιλείου Θερμού


Εμπειρία που μου εξωτερίκευσε πνευματικός: η Όλγα έρχεται για εξομολόγηση από τα 15. Ξαφνικά, στα 23 της, ξεκινά λέγοντας: ‘Πάτερ, δεν μπορώ πια να σας κάνω υπακοή’!
Εύλογα ακολούθησε η απορία του: ‘Πότε σου ζήτησα να μου κάνεις υπακοή;’ Πράγματι αυτός ο πνευματικός πιστεύει στην ελευθερία των ανθρώπων. Χρειάστηκαν αρκετές συζητήσεις και κάποιος χρόνος για να καταλάβει η Όλγα ότι το ξέσπασμά της είχε να κάνει με το πώς αντιλαμβανόταν αυτή τόσα χρόνια το δήθεν ‘καθήκον’ της και τις δήθεν προθέσεις του πνευματικού της. Πρώτο παιδί της οικογένειας, εξοπλισμένη με αυστηρό υπερεγώ, δυσκολεύθηκε να διακρίνει πότε και πώς πίεζε τον εαυτό της και έπνιγε τις επιθυμίες της στο όνομα της καλής εντύπωσης και της απροθυμίας να αναλάβει την ευθύνη της ιδιοπροσωπίας της. Στα ελλείμματα του πνευματικού καταγράφεται η αδυναμία του να αντιληφθή αυτή την αυτόβουλη καταστολή μιας ψυχής που προθυμοποιείται να γίνεται ‘βασιλικώτερη του βασιλέως’.
Ο γέροντας Σωφρόνιος διέκρινε αυτή την διαβάθμιση: «Το πρώτο γνώρισμα της ελευθερίας είναι η απροθυμία μας να εξουσιάζουμε οποιονδήποτε. Η επόμενη βαθμίδα είναι η εσωτερική μας χειραφέτηση από την εξουσία των άλλων πάνω μας». Αν η περίπτωση αυτή ανήκει στις εύκολα ιάσιμες και χωρίς σοβαρές επιπτώσεις, αξίζει να σταθούμε σε εκείνους που είναι τόσο βαριά αλλοτριωμένοι, ώστε αναζητούν σκόπιμα ή πνευματικό που καλλιεργεί την ανελευθερία ή οποιονδήποτε άλλον πνευματικό τον οποίο όμως εξωθούν διαρκώς σε πιεστικές στάσεις και συμπεριφορές απέναντί τους, μέσα από μια μαζοχιστική υποδομή. Εδώ δεν καταπιέζει ο πνευματικός αλλά οι ανάγκες του ψυχισμού οι οποίες δεν έχουν σε καμία υπόληψη το αυτεξούσιό τους. Ο εχθρός βρίσκεται μέσα από τα τείχη, γι’ αυτό και είναι δυσκολώτερα αντιμετωπίσιμος.
To τρομακτικό άγχος μπροστά στην ελευθερία (και στη συνακόλουθη ευθύνη) γίνεται πολυμήχανο και εφευρετικό. Ο άνθρωπος τότε πρόθυμα υποδουλώνεται στις άμυνές του, αρκεί να γευτή την ασφάλεια της παλινδρόμησης προς τους πρώιμους και γνώριμους ‘παραδείσους’ όπου κάποιος άλλος σκέφτεται και αποφασίζει αντί γι’ αυτόν. Άλλοτε η ψυχοπαθολογία αυτή αποτελεί συνέχεια της οικογενειακής δομής. Άλλοτε στηρίζεται εξ ολοκλήρου στη ενοχή. Άλλοτε πηγάζει από φόβο προς τις επιθυμίες και τα συναισθήματα, δηλαδή προς το ‘παθητικόν’ μέρος της ψυχής. Όποια και να είναι η συγκεκριμένη αιτία, σημασία έχει πως ο ψυχισμός δεν αντέχει το θεόσδοτο δώρο της ελευθερίας, ούτε στον εαυτό του ούτε και στους άλλους. Αυτό το δεύτερο έχει ως αποτέλεσμα να εξανίσταται ο ψυχισμός εναντίον εκείνων που δείχνουν να απολαμβάνουν τη ελευθερία τους, είτε εντός είτε εκτός Εκκλησίας. Ο πειρασμός του φθόνου είναι προφανής.
Εννοείται ότι στα πλαίσια αυτής της ασυνείδητης ανελευθερίας δεν μπορεί να γίνει λόγος για γνήσια πνευματική ζωή που θα αποδώσει καρπούς κατά Θεόν. Μόνο σε συμμόρφωση μπορούμε να ελπίζουμε. Ανήκει στην αποστολή του πνευματικού να αντιληφθή τη διαφορά μεταξύ συμμόρφωσης και εκούσιας αυτοπαράδοσης στον Χριστό με αγάπη και εμπιστοσύνη. Έτσι καθίσταται αναγκαία και πάντοτε επίκαιρη η συζήτηση για το κατά πόσο ο ίδιος ο πνευματικός έχει κατακτήσει στην πράξη αυτή τη διάκριση και συνεπώς για το τι είδους εσωτερικευμένο αντικείμενο αποτελεί γι’ αυτόν ο Θεός.

 

Λέγοντας «Χαίρετε», γνώριζε ότι λέγεις «Χριστός ανέστη»

με ένα άλλο τρόπο

Πρωτοπρ. Γεωργίου  Μεταλληνού

Ο αναστάσιμος χαιρετισμός, που διαμορφώθηκε στην Ελληνική γλώσσα και μεταδόθηκε σ’ όλους τους Ορθοδόξους και στον υπόλοιπο χριστιανικό κόσμο, είναι το «ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ»! Δεν είναι λόγος ευχής, αλλά χαιρετισμός και διακήρυξη της πίστεως στο γεγονός της Ανάστασης του Χριστού, με ότι αυτό συνεπάγεται για τον πιστό στον Χριστό άνθρωπο. Πόσοι όμως γνωρίζουμε ότι ο αναστάσιμος χαιρετισμός του Χριστού, αμέσως μετά την Ανάστασή Του, είναι ο (και πάλι) Ελληνικός λόγος «Χαίρετε»! Με αυτό τον χαιρετισμό απευθύνεται ο αναστάς Χριστός στις Μυροφόρες, μόλις βγήκαν από το «κενό μνημείο» (Ματθ. 28, 8-9). Η συνήθης αυτή ελληνική προσφώνηση, από την εποχή των Ομηρικών επών, αποκτά μιάν ιδιαίτερη πνευματική και χριστιανική σημασία. Η λέξη ανανοηματοδοτείται, εντασσόμενη σε ένα καθαρά αγιοπνευματικό πλαίσιο, και γίνεται το πρώτο «ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ» της χριστιανικής ιστορίας. Οι Μυροφόρες βγαίνουν από το μνημείο, στο οποίο πήγαν, για να τελέσουν τα συνήθη νεκρικά έθιμα στον νεκρό Χριστό, με ανάμικτα συναισθήματα «φόβου και χαράς» (Ματθ, 28, 8), κάτι το φυσιολογικό στη συνταρακτική πνευματική εμπειρία, που έζησαν, ακούοντας από τον Άγγελο, ότι ο Κύριός τους «ηγέρθη από των νεκρών» (στ.7). Ο λόγος, λοιπόν, του Χριστού προς αυτές «Χαίρετε», αποκτά ειδική σημασία, που μπορεί να προσδιορισθεί με τα ακόλουθα λόγια: «Μη φοβείσθε (Ματθ. 28, 5), αλλά χαίρετε! Να αισθάνεσθε χαρά, διότι η Ανάσταση, ως έκφραση της αγάπης του Θεού, νικά τον φόβο (Α’ Ιω. 1,18), αλλά και τον θάνατο, κάθε είδος θανάτου, διότι είναι πηγή ζωής, ζωής αιωνίου. Εκ του τάφου ανέτειλε ζωή και ελπίδα». Η Ανάσταση του Χριστού είναι, έτσι, πηγή χαράς και δεν μπορεί να εκφρασθεί αποδοτικότερα παρά με τον (Ελληνικό) χαιρετισμό «Χαίρετε»! Η λέξη δέχεται χριστιανικά μιάν υπέροχη υπέρβαση. Δεν μένει στην ενδοιστορική πραγματικότητα, σχετιζόμενη με πρόσκαιρα αγαθά («χαίρε, υγίαινε», και σήμερα «γειά-χαρά»), αλλά συνδεόμενη με υπερφυσικές εμπειρίες, όπως η μετοχή στην Ανάσταση του Χριστού και η βεβαιότητα για την νίκη πάνω στο θάνατο και την εξουσία του στον φθαρτό τούτο κόσμο. Ο πιστός στον Χριστό Έλληνας έχει σαφή γνώση, ότι με την προσφώνηση «Χαίρετε», που επαναλαμβάνει πολλές φορές την ημέρα, προσφωνεί τους άλλους με τον Αναστάσιμο λόγο του Χριστού καλώντας τους στη μετοχή στο γεγονός της Ανάστασης. Λέγοντας «Χαίρετε», γνώριζε ότι λέγεις «Χριστός ανέστη» με ένα άλλο τρόπο. 

 

Ἡ  λησμονημένη Παράδοση...

ἤ,

ποιός θυμᾶται σήμερα νὰ χαιρετίσει τὸν ἄλλον μὲ τό, «Χριστὸς Ἀνέστη»

π. Κωνσταντίνου Καλλιανού

Μέρες Ἀναστάσιμες, αἰσιόδοξες, φωτεινὲς καὶ μὲ τὴν Ἄνοιξη νὰ μεριμνᾶ, ὥστε ν᾿ ἀποτινάξουμε τὴν ὅποια στἀχτη τοῦ χειμώνα καὶ νὰ εὐελπιστοῦμε, ὅτι ὅλα, θὰ δρομολογηθοῦν στὸν  ἔγγοπο βίο μας, μὲ τὴ σφραγίδα τῆς ἀδιάλειπτης Παρουσίας Του καὶ στοργῆς.

Οἱ Ἐκκλησιὲς ἀκόμα εὐωδιάζουν ἀπὸ τὰ μῦρα τοῦ Ἐπιταφίου καὶ τῆς Ἀνάστασης. Τὰ κεριὰ στὰ μανουάλια ἀκόμα φωτίζουν μὲ τὸ ἀνέσπερο φῶς τῆς Ἀναστάσεως καὶ φωταγωγοῦν τὶς ψυχὲς τῶν πιστῶν, ὅμως μέσα στὸν κόσμο, στὸν κόσμο ποὺ δέχτηκε τὸν Ἐπιταφιο, ποὺ χάρηκε τὴν Ἀνάσταση, ποὺ γιόρτασε καὶ χάρηκε, μιὰ ἀδιαφορία γιὰ ὅλ᾿ αὐτὰ πλανᾶται. Ἀδιαφορία ντυμένη μὲ τὸ ἔνδυμα τῆς προοδευτικότητας καὶ τοῦ συγχρονισμοῦ, ὥστε νὰ μὴ φανοῦμε πὼς εἴμαστε καθυστερημένοι ἤ ἀνακόλουθοι τῶν ὅσων συμβαίνουν ἤ ἐξελίσσονται γύρω μας. Ἔτσι, μέρες ποὺ εἶναι, δὲν μπορεῖ νὰ θεωρεῖται σωστὸ ὥστε ὁ χαιρετισμὸς μεταξὺ τῶν πιστῶν νὰ εἶναι:

-Χριστὸς Ἀνέστη!

-Ἀλήθῶς, ὁ Κύριος!

Γιατὶ κάτι τέτοιο εἶναι παρωχημένο πιά. Δὲ χρειάζεται, γι᾿ αὐτὸ  καὶ λέγεται ἡ ἀόριστη φράση «Χρόνια Πολλά», ἔτσι ὤστε νὰ τὰ καλύψει ὄλα.

Ὅμως, ἔτσι ἔπρεπε νὰ ἐξελιχτοῦν τὰ πράγματα καὶ γιατί, τάχα;

Γιὰ νὰ εἴαστε τίμιοι μὲ αὐτὰ ποὺ πιστεύουμε καλὸ θὰ εἶναι νὰ σεβόμαστε ὅ,τι μᾶς παραδίδεται κι ὄχι νὰ τὸ ἀπορρίπτουμε χωρὶς νὰ τὸ ἐρευνήσουμε καλῶς.

Ἐπειδὴ ἄν σταθοῦμε μὲ σύνεση καὶ προσοχὴ πάνω στὸν χαιρετισμὸ αὐτόν, τότε θὰ καταλάβουμε πραγματικὰ τί σημαίνει Ἀνάσταση καὶ γιατὶ ἡ Ἐκκλησία γιὰ σαράντα ὁλόκληρες μέρες πανηγυρίζει τὸ μέγα αὐτὸ γεγονός: ὅτι δηλαδή, «Χριστὸς ἐγερθεὶς ἐκ νεκρῶν, ἀπαρχὴ τῶν κεκεοιμημένων ἐγένετο»  (ἱ. Χρυσόστομος). Αὐτὸ ἄλλωστε δὲν εἶναι καὶ τὸ μέγα ζητούμενο γιὰ τὸν κάθε θνητό;

Ἑπομένως γιατὶ νὰ πάψουμε νὰ τιμᾶμε τὴν ὅμορφη αὐτὴ συνήθεια τὼν προγόνων μας, ἡ ὁποία σὺν τοὶς ἄλλοις εἶναι καὶ μιὰ ὁμολογία γιὰ τὸν κάθε πιστὸ ὁ ὁποῖος, σύμφωνα μὲ τὰ ὄσα διακήρυξε τὴν ὥρα τοῦ Βαπτίσματός του καὶ τὸ ἀνανεώνει σὲ κάθε εὐχαριστιακὴ σύναξη, «προδοκᾶ Ἀνάσταση νεκρῶν..» (Σύμβολο τῆς Πίστεως);

Ἄς πάψουμε, λοιπόν, νὰ εἴμαστε συντονισμένοι μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ κόσμου, ποὺ εὔχεται ἀόριστα «Χρόνια πολλὰ» κι ἄς ζήσουμε τὴ χαρὰ τῆς Ἀναστάσεως μὲ τὸν ἀξεπέραστο χαιρετισμό,

-Χριστὸς Ἀνέστη

-Ἀληθῶς,Ἀνέστη.

Κυριακὴ τοῦ Θωμᾶ 2017

 

Φωτη Κόντογλου

Οι άνθρωποι έχουν στην καρδιά τους μεγάλο φόβο μήπως απομείνουν απροστάτευτοι και φτωχοί στη ζωή τους, και για τούτο, ο νους κι’ ο λογισμός τους είναι στο να μαζέψουν χρήματα η ν’ αποκτήσουν κτήματα κι’ άλλα πλούτη, για να τα ‘χουνε στην ανάγκη τους.

Και καλά για εκείνους που δεν πιστεύουν στον Θεό, και κρεμούνε την ελπίδα τους στα χρήματα και στ’ άλλα πλούτη. Άλλα τι να πει κανένας για εκείνους που λέγονται χριστιανοί, που πάνε στην εκκλησία και παρακαλούνε τον Θεό να τους βοηθήσει στη ζωή και που λένε πώς έχουνε την ελπίδα τους στον Χριστό, στην Παναγία και στους Αγίους, κι’ από την άλλη μεριά είναι φιλάργυροι, δεν δίνουνε τίποτα στ’ αδέλφια τους, τους φτωχούς, κι’ ολοένα μαζεύουνε χρήματα και πλούτη; Στη ζωή μου είδα πώς οι τέτοιοι λεγόμενοι χριστιανοί είναι οι περισσότεροι, κι’ απορεί κανένας πώς μπορούνε να συμβιβάσουν μία ζωή συμφεροντολογική, με τα λόγια του Χριστού, που λέει και ξαναλέει: «Μη φροντίζετε για το τι θα φάτε και για το τι θα πιείτε και για το τι θα ντυθείτε. Κοιτάξετε τα πουλιά, μήτε κοπιάζουν, μήτε μαζεύουν, κι’ όμως ο Πατέρας τους ο ουράνιος τα θρέφει. Κοιτάξετε με πόση μεγαλοπρέπεια είναι ντυμένα τα αγριολούλουδα, που κι’ ο ίδιος ο Σολομώντας δεν στολίσθηκε σαν αυτά τα τιποτένια λουλούδια. Λοιπόν, αν για το χορτάρι του χωραφιού, που σήμερα λουλουδίζει κι’ αύριο το καίγουνε στον φούρνο, φροντίζει ο Πατέρας σας που είναι στον ουρανό, ποσό περισσότερο θα φροντίσει για σάς, ολιγόπιστοι;».

Αυτά είναι λογία καθαρά, απλά, σίγουρα, και δείχνουν πώς πρέπει να είναι η βάση και το θεμέλιο της διδασκαλίας του Χριστού. Γιατί πώς μπορεί να έχει πίστη στον Χριστό ένας άνθρωπος, και μαζί να είναι κολλημένος στα χρήματα και στο συμφέρον, πολλές φορές μάλιστα περισσότερο κι’ από τους άθεους; θα πει πως νομίζει πώς θα ξεγελάσει τον Θεό. Άλλα «Θεός ου μυκτηρίζεται» δηλαδή, ο Θεός δεν περιπαίζεται.

Κι’ όμως, η πονηρή γνώμη του ανθρώπου όλα μπορεί να τα συμβιβάσει: Να είναι γαντζωμένος καλά στο χρήμα, δηλαδή στο διάβολο, που τον λέγει ο Χριστός Μαμωνά, Θεό της φιλαργυρίας, και τον ίδιο καιρό να παρουσιάζεται για χριστιανός, να πηγαίνει στην εκκλησιά, να κάνει σταυρούς και μετάνοιες, να κλαίει πολλές φορές από την αγάπη του για τον Χριστό, άλλα να μην μπορεί να ξεγαντζωθεί από τα λεφτά κι’ από τη μανία του παρά. Λογική δεν χωρά καθόλου σ’ αυτούς. Είναι ολότελα αναίσθητοι και πονηροί, κι’ ό,τι κάνουν το κάνουν για να το έχουν δίπορτο, κι’ ό,τι κερδίσουν. «Βάστα γερά», σου λέει, τα λεφτά, που είναι χειροπιαστά, άναβε και κανένα κερί, κάνε και καμιά μετάνοια, για να 'χεις το μέσο και με τον Χριστό. Αν βγούνε αληθινά τα λογία του για παράδεισο και για κόλαση, έχουμε κι’ από κει τη σιγουράντζα. Ό,τι και να γίνει, είναι κανένας κερδισμένος».

Ο Απόστολος Παύλος λέει: «Αν, ελπίζουμε στον Χριστό μοναχά για τούτη τη ζωή, είμαστε οι πιο ελεεινοί άνθρωποι». Γιατί οι ψευτοχριστιανοί παρακαλούνε τον Χριστό προπάντων για τις υποθέσεις τούτου του κόσμου, για τις δουλειές τους, για τη σωματική υγεία τους, για τα παιδιά τους, και μόλις σκοτεινιάσει η κατάσταση, αρχίζουν τα παράπονα γιατί ο Χριστός κι’ η Παναγία δεν τρέξανε να τους βοηθήσουν στις δουλειές τους, πολλές φορές σε τέτοιες δουλειές που είναι απάνθρωπες και που τους κάνουν να κακουργούν καταπάνω στ’ αδέλφια τους.

Ο Απόστολος Παύλος λέει πάλι αλλού: «Είναι κάλο να στερεώνετε την καρδιά σας με την ελπίδα στη χάρη του θεού, κι’ όχι με φαγητά (δηλαδή με σαρκικά και υλικά πράγματα), που μ' αυτά δεν ωφεληθήκαν όσοι αφιερώσανε τη ζωή τους σ’ αυτά, δηλαδή στο να μαζέψουν χρήματα, ξεγελώντας τον εαυτό τους πως μ’ αυτά εξασφαλίζονται». Γιατί «επελθών γαρ ο θάνατος, ταύτα πάντα εξηφάνισται».

Δεν υπάρχει κανένα πράγμα πιο σίγουρο από την ματαιότητα του κόσμου, κανένα. Όλη η ιστορία της ανθρωπότητας φανερώνει αυτή την απελπιστική ματαιότητα. Και όμως, πόσοι άνθρωποι στον κόσμο κάθισαν και σκεφθήκανε πάνω σ’ αυτό το φανερότατο και σιγουρότατο φαινόμενο, στη ματαιότητα, που θα ‘πρεπε ο κάθε άνθρωπος να το 'χει μέρα - νύχτα μπροστά του; Μα εμείς κάνουμε σαν το καμηλοπούλι (στρουθοκάμηλο), που χώνει το κεφάλι του στον άμμο για να μη βλέπει τον φονιά του, και θαρρεί πώς κρύφτηκε από αυτόν.

Ποσό αξιολύπητοι σ’ αυτό απάνω είναι οι σπουδαίοι άνθρωποι της γης! Ενώ βλέπουν καθαρά πώς το βάραθρο που κατάπιε όλους τους σπουδαίους από καταβολής κόσμου, και πώς τ’ ανοιχτό στόμα του περιμένει να τους καταπιεί κι’ αυτούς, εκείνοι δος του και καταγίνονται με «μάταια και ψευδή», με πολιτικές πονηριές, με πολέμους, με ψευτομεγαλεία παιδιακίσια, και με ανοησίες, που διαλαλώνται σ’ όλη την οικούμενη. Ω ανοησία εκείνων που τους λέει ο κόσμος σοβαρούς, μυαλωμένους, τετραπέρατους, μεγαλοφυείς! Τι φτώχεια αληθινά από κρίση κι’ από γνώση! Κι' από τέτοιους κυβερνιέται ο κόσμος. Η οι άλλοι που καταγίνονται με μανία στις μάταιες φιλοσοφίες και στις τέχνες, και τούς αποθεώνουν οι άλλοι, οι πολλοί που δεν έχουν κουκούτσι κρίση, ενώ ξέρουν καλά πώς δεν θα περάσει πολύς καιρός πού θα σβήσουν όλοι από τον κόσμο!

Απόσπασμα από το βιβλίο του Φώτη Κόντογλου, Ασάλευτο θεμέλιο, Έκδ. Ακρίτας

Μητροπολίτη Λεμεσοῦ Γέροντος Ἀθανασίου

 

Σήμερα ἡ Ἐκκλησία ὀφείλει νά ἀποδείξει ὅτι ὄντως ὁ Χριστός ἀνέστη καί ἐμεῖς εἴμαστε ἀναστημένοι. Καί πῶς θά τό ἀποδείξουμε; Πῶς ἡ Ἐκκλησία σήμερα θά ἀπαντήσει σέ αὐτό τό ἀμείλικτο ἐρώτημα τοῦ θανάτου τοῦ ἀνθρώπου; Μᾶς τό ἀπάντησε ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἐκείνη τή νύχτα, «τῇ μιᾷ τῶν Σαββάτων», τή λαμπροφόρο ἐκείνη νύχτα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου. Λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος:  «μηδείς φοβείσθω θάνατον! Ἠλευθέρωσε γάρ ἡμᾶς ὁ τοῦ Σωτῆρος θάνατος». Τί μεγάλος λόγος εἶναι αὐτός μέσα ἀπό τήν ἐμπειρία τῶν Ἁγίων! Μέσα ἀπό τό παραλήρημα τῆς χαρᾶς τῆς Ἀναστάσεως ἔρχεται ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος καί λέει, κανένας σας νά μήν φοβᾶται τόν θάνατο, «μηδείς φοβείσθω θάνατον! Ἠλευθέρωσε γάρ ἡμᾶς ὁ τοῦ Σωτῆρος θάνατος», κανένας σας νά μήν κλαίει γιά τά πταίσματα καί τά λάθη του, διότι ἀπό τόν τάφο ἀνέτειλε ἡ συγγνώμη. «Μηδείς θρηνείτω πενίαν», κανείς νά μήν κλαίει γιά τή φτώχια του, διότι ἀνέτειλε ἡ κοινή βασιλεία ἀπό τόν τάφο τοῦ Χριστοῦ. «Ἀνέστη Χριστός καί νεκρός οὐδείς ἐν τῷ μνήματι!» Ἀνέστη ὁ Κύριος καί κανένας νεκρός δέν εἶναι μέσα στό μνῆμα. Γιατί; Διότι αὐτός εἶναι ἡ Ἀνάστασή μας.

 

Εὔχομαι ὁλόψυχα, ὁ Θεός, ὁ ζωντανός Θεός, Αὐτός ὁ ὁποῖος καλεῖ τόν ἄνθρωπο εἰς τήν πανήγυριν τῆς δόξης τῆς βασιλείας Του, νά δώσει καί σέ μᾶς τή μεγάλη ἐμπειρία, νά ὑπερβοῦμε τά παρόντα, νά ξεπεράσουμε τόν θάνατο, νά διαλύσουμε τό σκότος τοῦ μνήματος τοῦ παρόντος αἰῶνος καί νά γευθοῦμε τή μεγάλη ἐμπειρία τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ. Νά καταλάβουμε ὅτι ὁ Χριστός γιά μᾶς εἶναι πατέρας μας, εἶναι ἀδελφός μας, εἶναι φίλος μας, εἶναι ἡ ζωή μας ἡ ἴδια. «Αὐτός ἐστιν ἡ χαρά καί ἡ ζωή καί ἡ Ἀνάστασις ἡμῶν»!

 

Αρχιμ. Φιλόθεου Μαχαιριώτη

Άνοιξη κι η φύση ντυμένη τα καλά της, συνθέτει μια πολύχρωμη εικόνα, μυρωδιών και ήχων, που αποτελούν ό,τι έχει περάσει «από τη μνήμη στην καρδιά».

Το ένα κερί παίρνει τη θέση του δίπλα στο άλλο στο μανουάλι κι οι χριστιανοί τη θέση τους μέσα στην εκκλησία. Λαμπροφορεμένη η εκκλησία, λαμπροφορεμένος ο κόσμος, αστράφτουν τα πρόσωπα. Έφτασε η Λαμπρή: «Χριστός Ανέστη! Νέοι, γέροι και κόρες, όλοι, μικροί, μεγάλοι, ετοιμαστείτε. Μέσα στις εκκλησιές τις δαφνοφόρες, με το φως της χαράς συμμαζωχτείτε. Ανοίξτε αγκαλιές ειρηνοφόρες, μπροστά στους Αγίους και φιληθείτε. Πέστε: Χριστός Ανέστη, εχθροί και φίλοι». («Η ημέρα της Λαμπρής», Διονύσιος Σολωμός). Ανοίγουν τα ροδοπέταλα της καρδιάς κάθε χριστιανού, για να δεχθεί μέσα της το χαρμόσυνο μήνυμα: Χριστός Ανέστη! Η φύση, οι άνθρωποι, οι άγγελοι κι ο Ίδιος ο Χριστός, κατά τον Άγιο Ιωάννη το Χρυσόστομο, συνεορτάζουν τη νίκη της ζωής κατά του θανάτου. Ας μη μείνει κανείς  έξω απ’ αυτή τη μεγάλη γιορτή: «εισέλθετε πάντες εις την χαράν του Κυρίου».

Το Πάσχα συμβολίζει το ξεκίνημα μιας νέας ζωής. Ο κάθε χριστιανός που αποβάλλει από μέσα του την αμαρτία προστρέχοντας στο λουτρό της μετάνοιας, που με συντετριμμένη καρδία συμμετέχει στο ύψιστο των μυστηρίων, τη Θεία Ευχαριστία, αυτός ενώνεται με το Χριστό και αναγεννιέται. Κατά τον Άγιο Συμεών το Νέο Θεολόγο, όταν εμείς οι άνθρωποι εξερχόμαστε από τον κόσμο και εισερχόμαστε με την εξομοίωση των παθημάτων του Κυρίου στον τάφο της μετανοίας και της ταπεινώσεως, Αυτός ο Ίδιος κατεβαίνει από τους ουρανούς, εισέρχεται στο σώμα μας σαν σε τάφο, ενώνεται με τις νεκρωμένες πνευματικά ψυχές μας και τις ανασταίνει. Έτσι παρέχει τη δυνατότητα σ’ εκείνον που συναναστήθηκε μαζί του να βλέπει τη δόξα της μυστικής του αναστάσεως.

Η ανάσταση της ψυχής είναι η ένωσή της με τη Ζωή και το ξεκίνημα μιας νέας, εν Χριστώ ζωής. Αυτή είναι η νέα διάσταση, που δίνει στη ζωή μας η Ανάσταση του Κυρίου μας. Γι’ αυτό και η Ανάσταση δεν τελειώνει εκείνο το βράδυ, ούτε διαρκεί μόνο μία εβδομάδα. Η Ανάσταση είναι ένα γεγονός, που οι χριστιανοί βιώνουν καθημερινά.  Η Ανάσταση του Χριστού μάς γεμίζει με φως, χάρη, χαρά, ελπίδα και νοηματοδοτεί τη ζωή μας. Κατά τον ιερό Χρυσόστομο, ο Χριστός ανέστη και μαζί του συνανέστησε την οικουμένη. «Και αυτός μεν ανέστη θραύσας τα δεσμά του θανάτου, ημάς δε ανέστησε συντρίψας τας αλυσίδας των αμαρτιών μας». Ο Χριστός με την Ανάστασή Του ελευθερώνει όλη την ανθρωπότητα και τον κάθε άνθρωπο ξεχωριστά από το βαρύ φορτίο των αμαρτιών του. Γι’ αυτό πλεόν «μηδείς οδυρέσθω πταίσματα˙ συγγνώμη γάρ εκ του τάφου ανέτειλε.» Ας μην απελπιζόμαστε για τις αμαρτίες μας. Τώρα υπάρχει σωτηρία. Τώρα υπάρχει τρόπος επιστροφής. Η θυσία του Χριστού πάνω στο Σταυρό δεν αφήνει περιθώρια απόγνωσης κι απελπισίας, αλλά φωτίζει το δρόμο της ελπίδας με οδηγό την αληθινή μετάνοια και την ταπείνωση.

«Ας εορτάσωμεν, λοιπόν, την εορτήν της Αναστάσεως του Κυρίου. Είδες το κατόρθωμα της Αναστάσεως; Είδες την φιλανθρωπίαν του Κυρίου; Είδες μέγεθος φροντίδος;», πανηγυρίζει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος και μας προτρέπει να ευγνωμονούμε τον Κύριό  μας για τη μεγάλη του φιλανθρωπία και ανεξάντλητη αγάπη. Ας χαιρετούμε καθημερινά το συνάνθρωπό μας προσφωνώντας τον «Χριστός Ανέστη, χαρά μου!», όπως συνήθιζε ο Άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ, σκορπώντας παντού το χαρμόσυνο μήνυμα της Αναστάσεως.

 

«Ἀναστάσεως ἡμέρα, λαμπρυνθῶμεν λαοί,

Πάσχα, Κυρίου Πάσχα»

 

 Ἡγουμένου Ἱ. Μ. Μαχαιρᾶ, Ἐπισκόπου Λήδρας Ἐπιφανίου

 

 

 

Πραγματικά! Τί σπουδαία ἡμέρα! Τί λαμπρή ἡμέρα! Τί ὁλόφωτη ἡμέρα! Τί χαρούμενη ἡμέρα! «Καί τήν χαράν ἡμῶν οὐδείς αἴρει ἀφ᾽ ἡμῶν» μᾶς εἶπεν ὁ Κύριος καί μᾶς παρήγγειλε: «Πορευθέντες ἀπαγγείλατε ἐν τοῖς ἔθνεσιν ὅτι Κύριος ἐβασίλευσε, καί γάρ κατώρθωσε τήν οἰκουμένην ἥτις οὐ σαλευθήσεται», διότι ὑμεῖς «ἔσεσθέ μοι μάρτυρες» (Πρ. α´ 8) τῆς Ἀναστάσεως. Μαρτυροῦμεν καί κηρύττομεν στεντορείᾳ τῇ φωνῇ: «Ποῦ σου, θάνατε, τό κέντρον; Ποῦ σου, ᾍδη, τό νῖκος; Ἀνέστη Χριστός, καί σύ καταβέβλησαι. Ἀνέστη Χριστός, καί πεπτώκασι δαίμονες. Ἀνέστη Χριστός, καί χαίρουσιν ἄγγελοι» (Κατηχητικός Λόγος Ἁγ. Ἰωάννου Χρυσοστόμου), καί χαίρουσιν ἄνθρωποι, καί χαίρει σύμπασα ἡ κτίσις. Γι᾽ αὐτό ἀναφωνεῖ ὁ Ἅγ. Σεραφείμ: «Χριστός ἀνέστη! Χαρά μου!»

Ὁ θριαμβευτικός αὐτός παιάνας σπάει τίς σιδηρόφρακτες πύλες τοῦ ᾍδη· φωταγωγεῖ τά ἀνήλια βασίλεια τῆς καταχνιᾶς, τοῦ σκότους, τῆς κατάθλιψης· ἐλευθερώνει σύνολον τόν ἄνθρωπον ἀπό τήν αἰχμαλωσίαν τοῦ θανάτου· ἐγκαινίζει τό πρόσωπον· νεουργεῖ τήν κτίσιν· μεταμορφώνει τό εἶναι τοῦ ἀνθρώπου· ἐνδοξάζει τόν ἄνθρωπον ψυχῇ τε καί σώματι.

Ἡ ἀπελπισία φυγαδεύεται καί ἡ ἐλπίδα εἰσέρχεται, στερεώνεται μέ τήν πίστιν καί περιτειχίζεται μέ τήν ἀγάπην. Ἡ Ἀγάπη ἐνοικεῖ στήν ἀγάπην, ὁ Θεός ἐνσαρκώνεται καί ἐνοικεῖ στήν ἀνθρωπότητα, μεταδίδει αὐτό πού ἔχει, τήν θείαν του Χάριν, στήν ἀνθρωπότητα. Ἡ λύπη παύει, διότι ἐκ τοῦ τάφου ἡ χαρά ἀνέτειλεν. Καί αὐτή ἡ χαρά δέν εἶναι ἰδέα, δέν εἶναι φαντασία, δέν εἶναι συναίσθημα, δέν εἶναι... πρᾶγμα ἀνθρώπινον. Ἡ Χαρά αὐτή, ὁ Χριστός ἐστι. «Ἀνάστασιν Χριστοῦ θεασάμενοι, προσκυνήσωμεν ἅγιον Κύριον Ἰησοῦν... ἰδού γάρ ἦλθε διά τοῦ σταυροῦ χαρά ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ...». Ὁ Κύριος ἡμῶν «Ἰησοῦς Χριστός, χθές καί σήμερον ὁ αὐτός καί εἰς τούς αἰῶνας» (Ἑβρ. ιγ´ 8). Καί ὁ Κύριος μᾶς προτρέπει: «Ὁ τρώγων μου τήν σάρκα καί πίνων μου τό αἷμα ἐν ἐμοί μένει, κἀγώ ἐν αὐτῷ» (Ἰωάν. στ´ 56). «Ταῦτα λελάληκα ὑμῖν, ἵνα ἡ χαρά ἡ ἐμή ἐν ὑμῖν μείνῃ καί ἡ χαρά ὑμῶν πληρωθῇ» (Ἰωάν. ιε´ 11).

Τότε, ὁ μέγας λίθος τοῦ μνημείου τῆς καρδιᾶς μας, πού εἶναι ἡ ἁμαρτία καί ἡ ἀσέβεια, θά μετακινηθεῖ ἀπό τόν ἄγγελον τοῦ Θεοῦ πού θά μᾶς στείλει, τόν πνευματικόν μας καθοδηγητήν στήν ὁδόν τοῦ Κυρίου, καί θεραπευτή Θεοῦ τῆς ἀσθενείας τοῦ εἶναι μας, νοουμένου ὅτι ἐμεῖς θά τηρήσουμε τάς ἐντολάς μέ ὑπακοήν, καί θά ἀγωνιστοῦμε νομίμως καί ἀξίως τῆς κλήσεώς μας. Τότε θά δοῦμε τόν ἑαυτό μας μετά φόβου καί χαρᾶς μεγάλης νά τρέχει, γιά νά ἀπαγγείλει πᾶσι τοῖς μακράν καί τοῖς ἐγγύς, στούς γνωστούς καί στούς ἀγνώστους, στούς πιστούς καί στούς ἀπίστους, τά μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ ὡς μάρτυρας τῆς Ἀναστάσεώς Του.

Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός εἶναι τό πᾶν. Ἄς ἀνοίξωμε τήν καρδιά μας καί ἄς τόν παρακαλέσωμε: Ἔρχου, Κύριε Ἰησοῦ, ἐλθέ καί σκήνωσον ἐν ἐμοί, καί ἀπέλασον ἀπ᾽ ἐμοῦ τήν σκοτόμαιναν, καταλαμπρύνων με τῷ φωτί τοῦ προσώπου σου, καί δίωξον τά πονηρά πνεύματα τά καθ᾽ ἑκάστην πολεμοῦντά με καί τήν ψυχήν μου ζητοῦσι τοῦ θανατῶσαι, παρέχων μοι τήν ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν καί τήν τοῦ Πνεύματος δωρεάν εἰς ἐλευθερίαν, ἐκρίζωσον τά πάθη τά τυραννοῦντά με, ἐμφυτεύων τά πολυπίκοιλα ἄνθη τῶν ἀρετῶν εἰς τόν λειμῶνα τῆς ψυχῆς μου. Ἔνδυσόν με ἔνδυμα γάμου, κατακοσμῶν με τόν πλοῦτον τῶν χαρισμάτων σου, καί θῆσον ἐπί τήν κεφαλήν μου στέφανον ἐκ λίθων τιμίων, ἵνα μή εὑρεθῶ γυμνός καί κατησχυμμένος, ἀποπεμπόμενος μακράν ἀπό σοῦ. Ἀξίωσόν με τῆς εἰσόδου τῶν Ἁγίων σου ἐν τῇ Βασιλείᾳ σου, ὅπου ἦχος καθαρός ἑορταζόντων καί φωνή ἀγαλλιάσεως καί χαρά ἀνεκλάλητος, χαίροντα καί ἀγαλλόμενον τῇ παγκάλῳ θέᾳ τοῦ προσώπου σου, εὐφραινόμενον μετά πάντων τῶν Ἁγίων τῶν ἀπ᾽ αἰώνων σοι εὐαρεστησάντων εἰς δόξαν σήν, τοῦ μονογενοῦς Υἱοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, μετά τοῦ ἀνάρχου σου Πατρός καί τοῦ Παναγίου Πνεύματος, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

 

π. Κωνσταντίνου Καλλιανού

Γι᾿ ἄλλη μιὰ χρονιὰ κι ἐτούτη τὴ βραδυὰ τοῦ Μ. Σαββατου σιωπηλοὶ βαδίζουμε πρὸς τὸ ναό,  ὥστε νὰ ζησουμε μὲ λαμπρότητα καὶ  κατάνυξη τὶς κορυφαῖες καὶ ἀθάνατες στιγμὲς τῆς Ἀναστάσεως. Πορευόμαστε μὲ τὴν ἀναστάσιμη λαμπάδα στὸ χέρι καὶ στοχαζόμαστε, πόση εὐφροσύνη καὶ εὐλογία ἀκτινοβολοῦν στὴν πληγωμένη μας ψυχὴ αὐτὲς οἱ πάντιμες στιγμές. Στιγμὲς δέους καὶ αἰσιοδοξίας καθὼς εἶναι, ποὺ μόνο ὁ συνειδητὰ πιστὸς μπορεῖ νὰ βιώσει, νὰ αἰσθανθεῖ, νὰ καταννοήσει. Ὁ πιστός, ποὺ σημαίνει ὁ συμμέτοχος στὸ μεγαλο κι εύεργετικὸ  γεγονὸς τοῦ θείου Πάθους. Γιατὶ δὲν μπορεῖς νὰ ξεπεράσεις «τὸν δι᾿ ἡμᾶς Σταυρωθέντα Κύριον...», ἀλλὰ καὶ «τὴν θεόσωμον Ταφήν Του, καὶ τὴν εἰς ᾍδου Κάθοδόν Του... δι' ὧν τῆς φθορᾶς τὸ ἡμέτερον γένος ἀνακληθέν, πρὸς αἰωνίαν ζωὴν μεταβέβηκε». Ἐπειδὴ τότε θὰ εἶναι μεγάλη ἡ ἀγνωμοσύνη καὶ χαμένος ὁ χρόνος γιὰ ὅσους ἔρχονται στὴν ἐκκλησιὰ  νὰ «παρακολουθήσουν» μονάχα,  τὴν Τελετὴ τῆς Ἀναστάσεως. Ἔτσι, γιὰ τὸ καλό!!! Ἀλήθεια, ποιὸ καλό, ὅταν αὐτὸ δὲ φέρει τὴ σφραγίδα τῆς συμπόρευσης καὶ συναναβάσεως μὲ Ἐκεῖνον;

Συμπόρευση, λοιπόν,  ποὺ δὲν εἶναι ἁπλῶς μετοχή, ἀλλὰ πάνω ἀπ᾿ ὅλα εἶναι ἀφιέρωση, διότι μόνάχα ἄν συνιειδητοποιήσουμε τὶς εὐεργεσίες του καὶ πάνω ἀπ᾿ ὅλα ὅτι «Οὗτος τὰς ἁμαρτίας ἡμῶς φέρει καὶ περὶ ἡμῶν ὀδυνᾶται» (Ἤσ.53, 4 ) , τότε θὰ ἀνακάλύψουμε μέσα στὴν ἀποψινὴ βραδυὰ τὸ κλειδί,  ποὺ θὰ μᾶς ἀνοίξει τὴν θύρα τοῦ Παραδείσου. Αὐτήν,  ποὺ ἀπὸ ἀνοησία κλείσαμε πίσω μας, πιστεύοντας πὼς μακρυά Του θὰ τὰ καταφέρουμε. Κι ὅμως...

Φορτωμένοι ἀπόψε τοὺς βασανισμοὺς τῆς καθημερινότητας, ποὺ δὲν ἔχει καμμία,  μὰ καμμία στοργὴ καὶ φιλανθρωπία, πορευόμαστε πρὸς Ἐκεῖνον ἀναμένοντας  τὸ φῶς τῆς Ἀναστάσεως νὰ λάμψει μέσα μας καὶ στὴ ζωή μας, φωτίζοντας ἀνήλιαγες γωνιές τῆς ψυχῆς καὶ νὰ ζεστάνει τὴν παγωμένη καρδιά. Παγωμένη ἀπὸ τὴν ψυχρότητα ποὺ ἐκπέμπει  ἡ  συμπεριφορὰ τῶν πολλῶν: Φίλων καὶ γνωστῶν.... Γι᾿ αὐτὸ καὶ μέσα στὴν Ἀναστάσιμη θαλπωρὴ νοιώθουμε τὴν ἀπαραίτητη ἀσφάλεια καὶ εὐφροσύνη, κάτι ποὺ δὲν μπορεῖ ὁ κόσμος νὰ μᾶς προσφέρει νὰ μᾶς χαρίσει, ὅσο κι ἄν τὸν ἐρευνήσουμε.

Ὡστόσο δὲν πρέπει νὰ μᾶς διαφεύγει καὶ κάτι ἀκόμη. Πὼς ἡ Ἀνάσταση δὲν εἶναι γεγονὸς αὐτόνομο καὶ ξεχωριστό. Μὲ λίγα λόγια δὲ νοεῖται Ἀνασταση δίχως τὸ Σταυρό, τὸ θάνατο καί, φυσικά, δίχως τὸν σαββατισμό, τὴν ἐθελούσιο, δηλαδή, ἀπουσία τοῦ Κύρίου ἀπὸ τῶν ἔργων Αὐτοῦ. Δίχως τὴν «πολὺν σιγὴν» (Ἁγ.Ἐπιφανιος Κύπρου), ποὺ ἀπαιτεῖται γιὰ νὰ «κυοφορηθεῖ» ἡ Ἀνάσταση  καὶ συνάμα γιὰ νὰ «κατέλθῃ (Ἐκεῖνος) ἐν τοῖς κατωτάτοις τῆς γῆς», ὥστε νὰ θλάσει μοχλοὺς αἰωνίους καὶ παράλληλα «τὸν Ἁδὰμ σὺν τῇ Εὔα» νὰ λυτρώσει «παγγενῆ». Γι᾿ αὐτὸ καὶ εἶναι ὑπερευλογημένο τὸ Μ. Σάββατο, ἐπειδὴ ἀλλιῶς δὲν θὰ μπορέσει νὰ ὑπάρξει «Αὕτη ἡ κλητὴ καὶ ἁγία ἡμέρα, ἡ μία τῶν Σαββάτων, ἡ βασιλὶς καὶ κυρία, (τῶν) ἑορτῶν ( ἡ) ἑορτή, καὶ (ἡ) πανήγυρις (τῶν) πανηγύρεων...».Ἤ πιὸ ἁπλᾶ «Ἀναστάσεως ἡμέρα...(ὤστε νὰ) λαμπρυνθῶμεν» ἀπομακρύνοντας ἀπὸ μέσα μας ὅλα τὰ σκοτάδια,  τὴν κατήφεια καὶ τὴν ἀπόγνωση. Γιατί, «Χριστός Ἀνέστη».

Καθηγητή Γεωργίου Πατρώνου

Το όρος των ελαιών και ο κήπος της αγωνίας, είναι η Γεσθημανή του καθενός ανθρώπου, όπου σώζεται δια της αγωνίας και του θανάτου του Χριστού. Εκεί στην αγωνία της Γεσθημανή συνθλίβεται κανείς, αλλά εκεί βρίσκει συγχρόνως και το έλεος του Θεού. Είναι ενδεικτικό, ότι Γεσθημανή στα εβραϊκά σημαίνει ‘σύνθλιψη των ελαιών’ ή ελαιοτριβείο’, και από τη σύνθλιψη αυτή βγαίνει καρπός ζωής. Εκεί στη Γεσθημανή όπου ο χώρος και ο τόπος της πανανθρώπινης αγωνίας, ο Ιησούς καθαγίασε κάθε ανθρώπινη οδύνη και υπαρξιακή αγωνία.

Σταύρου Σ. Φωτίου

Ο Χριστός βασανίζεται και σταυρώνεται ύστερα από τη θρησκευτική καταδίκη του από το Μέγα Συνέδριο των Ιουδαίων και την πολιτική καταδίκη του από τον Ρωμαίο Επίτροπο της Ιουδαίας Πόντιο Πιλάτο. Ο λόγος της καταδίκης του είναι η σύγκρουσή του με τις δυνάμεις που αντιμάχονται τη βασιλεία του Θεού, τον κόσμο της ελευθερίας και της αγάπης.

Ο ίδιος ο Χριστός αποτελεί την κρίση των ανθρώπων. Επειδή ενσαρκώνει και φανερώνει την αλήθεια σε κάθε πτυχή της ζωής, η παρουσία του και μόνο κρίνει κάθε ψεύδος και αλλοτρίωση. Στη συνάντησή του με τον Χριστό κάθε άνθρωπος κρίνεται, κατανοεί σε ποια βαθμίδα βρίσκεται στην κλίμακα της αλήθειας. Ο άνθρωπος βλέπει τι είναι αληθινό και έτσι αντιλαμβάνεται πόσο απέχει από αυτό.

Η αλήθεια όμως δεν είναι αρεστή σε όλους, ιδιαίτερα σε όσους επέλεξαν να συμμαχήσουν με τις δαιμονικές δυνάμεις. Έτσι ο Χριστός προκαλεί την αντίδραση των θρησκευτικών ηγετών του Ιουδαϊσμού. Τον καταδικάζουν για βλασφημία, αφού δεν τον αναγνωρίζουν ως Θεό, ως τον αναμενόμενο μεσσία. Και τούτο γιατί ο Χριστός καταδικάζει το νομικισμό και την τυπολατρία, το φαρισαϊσμό και την ψευδοευσέβεια, προβάλλει ένα Θεό που αγαπά τον άνθρωπο και τον καλεί στην ελευθερία.

Επιπλέον ο Χριστός σκανδαλίζει γιατί κάνει παρέα με πόρνες, τελώνες και άλλους αμαρτωλούς, που οι Γραμματείς και Φαρισαίοι περιφρονούν και θεωρούν ότι δεν αξίζουν σωτηρίας. Για τον Χριστό, όμως, κάθε άνθρωπος είναι παιδί του Θεού, κεκλημένο στη βασιλεία του. Σε αυτή δε τη βασιλεία του Θεού ο Χριστός προσκαλεί όχι μόνο τους Ισραηλίτες αλλά όλους τους ανθρώπους, χωρίς καμία εξαίρεση. Το οικουμενικό αυτό μήνυμά του συγκρούεται με την αντίληψη των συμπατριωτών του ότι ο Θεός νοιάζεται μόνο γι᾽ αυτούς.

Ακόμη, ο Χριστός συγκρούεται με τους Ρωμαίους, αφού καταδικάζει κάθε εξουσία που δυναστεύει και υποτάσσει τους ανθρώπους στις άνομές της επιδιώξεις. Για τον Χριστό μόνη επιτρεπτή μορφή εξουσίας είναι η διακονία των άλλων. Άλλωστε ο ίδιος είναι φτωχός, δεν επιδιώκει να κερδίσει κάποια επίζηλη θέση, δεν περιμένει ανταλλάγματα από αυτούς που βοηθά, δεν συγκινείται από όσους κατέχουν αξιώματα. Γι᾽ αυτόν κάθε άνθρωπος μπορεί να βιώσει την αλήθεια, ανεξάρτητα από την καταγωγή ή την κοινωνική του κατάσταση.

Περαιτέρω ο Χριστός απογοητεύει το πλήθος που τον θέλει πολιτικό μεσσία και στρατιωτικό αρχηγό, που θα νικήσει τους Ρωμαίους και θα τους αντικαταστήσει στην παγκόσμια ηγεμονία. Η βασιλεία του Χριστού είναι άλλης τάξης: πρόκειται για τη συναδέλφωση των ανθρώπων και την αρμονική τους συνύπαρξη. Ο Χριστός ζητά από κάθε άνθρωπο να αναλάβει την ευθύνη που του αναλογεί για τα δρώμενα στον κόσμο, να συνεισφέρει όσο μπορεί στη μεταμόρφωσή του. Γι᾽ αυτό και απορρίπτει κάθε από μηχανής Θεό, κάθε μαγική αντίληψη για οποιαδήποτε αλλαγή.

Κατά συνέπεια, Ιερείς, Φαρισαίοι, Γραμματείς, Ρωμαίοι και πλήθος συμφωνούν σε ένα: ο Χριστός πρέπει να πεθάνει. Ο Χριστός πρέπει να πεθάνει για να μην ενοχλεί τη συνείδησή τους, να μην ταράσσει την υπαρξιακή τους ύπνωση, να μην αναμοχλεύει τα άδικα και παράνομα της ζωής τους.

Παρά ταύτα ο θάνατος του Χριστού δεν είναι ένας θάνατος που δέχθηκε να τον υποστεί γιατί υπήρξε πολιτικός επαναστάτης ή κοινωνικός αναμορφωτής. Ο Χριστός δέχθηκε εκούσια να πεθάνει πάνω στο σταυρό, γιατί ως Θεός που θέλει να σώσει τον άνθρωπο έπρεπε να αντιμετωπίσει και τον μέγιστο εχθρό του ανθρώπου, τον θάνατο. Με τον θάνατο και την ανάστασή του ο Χριστός νικά τον θάνατο και απελευθερώνει τους ανθρώπους από την κυριαρχία του.

Τούτο σημαίνει ότι στην παρούσα ζωή η αγάπη είναι συνώνυμη της θυσίας, γι᾽ αυτό και είναι σταυρωμένη. Για να μπορέσει ο άνθρωπος να αγαπήσει πρέπει να σταυρώσει τα πάθη του, να νικήσει τη φιλαυτία. Η πορεία προς την ανάσταση διέρχεται διά του σταυρού, τον οποίο ο πιστός όταν συναντήσει δεν πρέπει να φοβηθεί γιατί γνωρίζει ότι ακολουθεί η ανάσταση.

Η ορθόδοξη εικόνα της Σταυρώσεως του Χριστού δεν τον παρουσιάζει πάνω στο σταυρό σε άθλια σωματική κατάσταση ―όπως κάνει η δυτική απεικόνιση― αλλά τον παρουσιάζει ως το βασιλέα της δόξας, εκείνον που νικά τη φθορά και τον θάνατο.

Από το βιβλίο «Η ορθόδοξη πίστη»

 

Μητροπολίτη Λεμεσού Αθανασίου

Οι άγιοι κι όταν αμάρταναν είχαν την δύναμη να ξανασηκωθούν με μια απλότητα και με μια υγεία. Αν αμάρτησαν μετανοούσαν εκ βάθους καρδίας και άχρι θανάτου, αλλά δεν πάθαιναν ψυχοπλάκωμα και κατάθλιψη. Ενώ εμείς αν έχουμε καμιά αμαρτία αρχίζουμε το γιατί μετά, μα γιατί να το κάνω, γιατί να το σκεφτώ, γιατί να το διαπράξω, λες και είναι παράξενο πράγμα να κάνουμε μια αμαρτία. Γιατί δηλαδή να μη το κάνεις, τί νόμιζες ότι ήσουν; Νόμιζες ότι ήσουν τόσο σπουδαίος, αλάνθαστος και δεν μπορούσες ποτέ σου να αποτύχεις εσύ, να κάνεις μια αμαρτία;

Πηγή: pemptousia.gr 

π.  Μιχαήλ Βοσκού

Ἡ λειτουργικὴ ἀτμόσφαιρα τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς εἶναι ἐντελῶς διαφορετικὴ ἀπὸ τὴ λειτουργικὴ ἀτμόσφαιρα τοῦ ὑπολοίπου ἐκκλησιαστικοῦ μας ἔτους. Οἱ Ἀκολουθίες εἶναι μακρὲς καὶ κατανυκτικές, κυριαρχοῦν δὲ σὲ αὐτὲς τὰ πολλὰ “διαβαστὰ” (ψαλμοί, ἀναγνώσματα, εὐχές), ἡ λιτότητα καὶ ἡ ἀρχαιοπρέπεια. Ἡ σημαντικότερη διαφορὰ τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς ἀπὸ τὸ ὑπόλοιπο ἐκκλησιαστικὸ ἔτος εἶναι ἡ ἀπαγόρευση τῆς τελέσεως τῆς Θείας Λειτουργίας ἐκτὸς Σαββάτου καὶ Κυριακῆς. Ἀντὶ τῆς κανονικῆς Θείας Λειτουργίας τελεῖται κατὰ τὶς καθημερινὲς τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς (κυρίως τὶς Τετάρτες καὶ τὶς Παρασκευὲς) ἡ Θεία Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων Τιμίων Δώρων, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ χωρὶς ἀμφιβολία τὴν καρδιὰ τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς.

Τὴ λειτουργικὴ ἀτμόσφαιρα τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς συμπληρώνουν οἱ Κατανυκτικοὶ Ἑσπερινοὶ τῶν Κυριακῶν, τὸ Μεγάλο ᾽Απόδειπνο ποὺ ἀναγινώσκεται ἀπὸ τὴ Δευτέρα μέχρι τὴν Πέμπτη μὲ ψαλμωδία μέρους τοῦ Μεγάλου Κανόνος τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου Κρήτης κατὰ τὴν πρώτη ἑβδομάδα καὶ Κανόνων ἀπὸ τὸ Θεοτοκάριο κατὰ τὶς ὑπόλοιπες ἑβδομάδες, ὁ Ὄρθρος, οἱ Ὧρες καὶ ὁ Ἑσπερινός, ποὺ ἔχουν αὐτὴ τὴν περίοδο ἔντονο κατανυκτικὸ χρῶμα, καὶ φυσικὰ ἡ ἰδιαίτερα λαοφιλὴς Ἀκολουθία τῶν Χαιρετισμῶν στὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο ποὺ τελεῖται κάθε Παρασκευή. Μὲ τὴν Ἀκολουθία τῶν Χαιρετισμῶν διακόπτεται γιὰ δύο ἡμέρες ἡ πένθιμη καὶ κατανυκτικὴ ἀτμόσφαιρα τῶν καθημερινῶν τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς, γιὰ νὰ ἐπανέλθει καὶ πάλι τὸ ἀπόγευμα τῆς Κυριακῆς μὲ τὸν Κατανυκτικὸ Ἑσπερινό, ἀφοῦ πρῶτα ζήσουμε τὴν χαρμόσυνη και ἀναστάσιμη ἀτμόσφαιρα τῶν Κυριακῶν τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς μὲ τὴν τέλεση τῆς Θείας Λειτουργίας τοῦ Μεγάλου Βασιλείου καὶ τὴ διπλή τους θεματολογία.

Ἡ νηστεία, ἡ ἐντονώτερη προσευχὴ καὶ ἡ κατὰ τὸ δυνατὸν συμμετοχὴ στὶς κατανυκτικὲς Ἀκολουθίες τῆς περιόδου τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς μᾶς ὑποβοηθοῦν νὰ ἐντείνουμε ὅσο μποροῦμε περισσότερο τὸν πνευματικό μας ἀγώνα, ποὺ δὲν εἶναι ἀγώνας μόνο τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς, ἀλλὰ ἀγώνας ὁλόκληρής μας τῆς ζωῆς, καὶ ἀποσκοπεῖ στὴν καταπολέμηση τῶν παθῶν, τῶν ἀδυναμιῶν καὶ τῶν ἐλαττωμάτων μας καὶ τὴν καλλιέργεια τῶν χριστιανικῶν ἀρετῶν, στὴν κάθαρση τῆς ψυχῆς ἀπὸ ὅ,τι ἀμαυρώνει τὴν στολή της, γιὰ νὰ μπορέσει νὰ βρεῖ χῶρο μέσα μας ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ νὰ ἐνεργήσει. Ὁ πνευματικὸς ἀγώνας ὅμως,γιὰ νὰ φέρει πραγματικὰ ἀποτελέσματα, πρέπει νὰ θεμελιωθεῖ πάνω στὴ βάση τῆς ταπεινώσεως καὶ νὰ στολιστεῖ μὲ τοὺς καρποὺς τῆς μετάνοιας.

 

π. Χαράλαμπου Παπαδόπουλου

 

 

Όχι δεν μπορώ σαν Χριστιανός να δεχθώ ότι o Θεός και η Παναγία θέλουν να πεθαίνουν οι άνθρωποι, να σκοτώνονται στις εθνικές οδούς, να σφάζονται στους πολέμους και να υποφέρουν στα ογκολογικά τμήματα των νοσοκομείων.
Ο Θεός που αποκάλυψε ο Χριστός δεν είναι ένας αιμοσταγής μανιακός δολοφόνος, εραστής του θανάτου, που χαίρετε τον κοπετό, τα δάκρυα και την οδύνη των ανθρώπων. Δεν κατασκευάζει θανάτους, δεν προκαλεί δυστυχήματα, δεν ζητά τον θάνατο του ανθρώπου. Διαλέγει να πεθάνει Εκείνος αντί για μας. Ο Σταυρός του θα παραμένει πάντα σκάνδαλο στον παραλογισμό της ανθρώπινης ιστορίας. Πειστήριο ότι ουδέποτε θέλησε τον δικό μας θάνατο, αλλά πέθανε αυτός αντί για εμάς.
«Ο Θεός των Χριστιανών είναι από τους πιο παράξενους, δεν ομοιάζει σε τίποτε με τις ανθρώπινες ιδέες περί Θεού και αυτός ο ανήκουστος χαρακτήρας καθορίζει την πνευματική ζωή....επάνω στον Σταυρό ο Θεός παίρνει το μέρος των ανθρώπων έναντι της ιδίας του της θεïκότητος, πεθαίνει ο ίδιος για να ζήσει ο άνθρωπος».
Ο Θεός του Χριστού, και των Ευαγγελίων, δεν προκαλεί κακό και έπειτα στέκεται απέναντι από πενθηφόρους ανθρώπους που με ρακένδυτες και ρημαγμένες καρδιές θρηνούν την απώλεια των αγαπημένων τους. Δεν είναι απέναντι στον πόνο τους, αλλά μαζί τους, δίπλα τους, μέσα τους ως πάσχω δούλος.
Ο κόσμος αυτός δεν είναι εκείνος που θέλησε ο Θεός, αλλά εκείνος που η ανθρώπινη ελευθερία παραμόρφωσε και παραχάραξε σε μια ατελείωτη νύχτα θανάτου.
Ο Θεός στο κόσμο αυτόν πάσχει. Πάσχει κάτω από την ελευθερία μας, που τον συκοφάντησε, τον πρόδωσε, τον δίκασε, τον σταύρωσε, τον σκότωσε.
Ο Χριστός ξανασταυρώνεται κάθε φορά που η λάθος επιλογές μας και συμπεριφορές, εκείνες οι αυτοκαταστροφικές επιθυμίες μας διαμορφώνουν μια κοινωνία θανάτου.
Όχι δεν προκαλεί ο Θεός τα ατυχήματα και τις αρρώστιες. Αντιθέτως Εκείνος τις μεταμορφώνει σε Πάσχα, σε πέρασμα στην αιωνιότητα Του. Μας συμπαραστέκεται, δεν μας καταδικάζει. Η σιωπή του Θεού είναι τα δάκρυά Του. Η θέση του Θεού σε μια μάνα που θρηνεί το παιδί της, δεν είναι απέναντι της, αλλά δίπλα και μαζί της. Γιατί όπως λέει η Αγία Γραφή ο Θεός ουδέποτε θέλησε τον θάνατο και το κακό.
Οι πηγές του κακού είναι οι εξής: Το φυσικό κακό, το κακό που κάνουμε εμείς στους άλλους, το κακό που κάνουν οι άλλοι σε εμάς, το κακό που κάνουμε εμείς στο εαυτό μας, και ο διάβολος. Ο Θεός δεν έχει καμία σχέση με το κακό αλλά μονάχα με την ομορφιά που στο τέλος ως λέει και ο Ντοστογιέφσκυ θα σώσει τον κόσμο.
Ο Θεός δεν παράγει κακό, αλλά όπου το βρει το μεταμορφώνει. Τον θάνατο σε Πάσχα και Ανάσταση.
Ο Θεός παίρνει τα πάθη, τα λάθη και τις αστοχίες μας και τις μεταμορφώνει σε ευλογίες. Εκεί που μια ανεύθυνη και άδικη πράξη σκορπά τον θάνατο, ο Θεός απαντά με την Ανάσταση.

 

Μητροπολίτη Λεμεσού Αθανασίου

Εσύ κάνε αυτό που μπορείς· κάνε ό,τι μπορείς, χωρίς ν’ αγχώνεσαι, χωρίς ν’ αγωνιάς, χωρίς να ταλαιπωρείσαι. Αφού κάνεις αυτό που μπορείς και η συνείδησή σου σού καταμαρτυρεί ότι «έκανα ότι μπορούσα, μέχρις εδώ! Από εδώ και κάτω δεν μπορώ να κάνω τίποτα!» Τότε παραδίδεις το θέμα, το πρόβλημα, το παιδί σου, την υγεία σου, τα οικονομικά σου, ό,τι έχεις που σε βαραίνει το παραδίδεις στα χέρια του Θεού. Και τότε πράγματι, εκεί ο Θεός εμφανίζεται!

Πηγή: pemptousia.gr

Μητροπολίτη Ἀλεξανδρουπόλεως Ἀνθίμου

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μόνο ὅταν ἀνοίγεται, μόνο τότε εἶναι καὶ Ὀρθόδοξη εἶναι καὶ Ἐκκλησία! Τί θὰ πεῖ "ἀνοίγεται ἡ Ἐκκλησία";

Θὰ πεῖ, νὰ διδαχθοῦμε σωστὰ τὴν Πίστη μας, τὸ Εὐαγγέλιο καὶ τὴν Παράδοσή μας.

Θὰ πεῖ, νὰ προσευχόμαστε σωστὰ γιὰ ὅλους καὶ γιὰ ὅλα.

Θὰ πεῖ, νὰ ἀνοίξουμε τὶς καρδιές μας.

Νὰ πάψουμε τὶς διγλωσσίες καὶ νὰ συνομιλήσουμε μὲ ὅλους.

Νὰ ἀποδεχτοῦμε τοὺς πάντες γύρω μας, μὲ ἀγάπη. Ὄχι ἁπλῶς νὰ τοὺς ἀνεχτοῦμε, ἀλλὰ νὰ τοὺς προσλάβουμε μὲ κατανόηση.

Νὰ πετάξουμε τὸν ἄγονο ἐγωϊσμό μας, τάχα μὴν παρεξηγηθοῦμε ἢ μᾶς χαλάσει τὸ "καλό μας ὄνομα".

Νὰ διώξουμε τὶς φοβίες μας γιὰ τὴν Ἐκκλησία, λές καὶ δὲν ὑπάρχει Χριστὸς ἢ λὲς καὶ κοιμᾶται.

Νὰ γίνουμε οἱ ἱερεῖς, Πατέρες γιὰ τοὺς χριστιανούς μας, κι ὄχι εἰσαγγελεῖς.

Νὰ γίνουμε οἱ χριστιανοί, ἀδελφοὶ μὲ ὅλους κι ὄχι μισσιονάριοι.

Νὰ ἐμπιστευθοῦμε ἀκόμα περισσότερο τὸ Χριστὸ καὶ τὸ Σῶμα του, ποὺ εἶναι ἡ Ἐκκλησία.

Νὰ παραδεχτοῦμε μὲ εἰλικρίνεια τὶς ἦττες μας, προσωπικὲς καὶ ἐκκλησιαστικές.

Νὰ μετανοήσουμε ὡς πρόσωπα καὶ ὡς Ἐκκλησία.

Νὰ δράσουμε μέσα στὸν κόσμο ὡς Ἐκκλησία, ὄχι ὡς κρατικὴ ὑπηρεσία, οὔτε ὡς προνοιακὸ ἵδρυμα ἢ ὡς ἐθνικοπατριωτικὸ κίνημα.

Νὰ τολμήσουμε νὰ δοκιμαστοῦμε στὰ μαρμαρένια ἁλώνια τῆς πραγματικότητος καὶ νὰ δοκιμάσουμε πόση εἶναι ἡ δραστικότητα τῶν λόγων τοῦ Χριστοῦ σήμερα (ἔτσι ὅπως ψελλίζεται μὲ τὰ χλιαρὰ λόγια μας καὶ διαφαίνεται μὲ τὴν ἀσυνεπῆ ζωή μας).

 

Μοναχού Μωυσή Αγιορείτη

Οδηγείται ο Χριστός στον Γολγοθά και καρφώνεται στον σταυρό. Από τον σταυρό ο Χριστός είπε επτά λόγους μεγάλης σημασίας και αξίας:

α) «Πάτερ άφες αυτοίς ου γαρ οίδασι τί ποιούσι».

Δικαιολογεί ο Σταυρωμένος τους σταυρωτές Του. Δεν κακιώνει μαζί τους ούτε αυτή την ώρα του φρικτού μαρτυρίου Του. Ο πόνος ήταν βαθύς και μεγάλος. Πρόκειται για λόγο άφθαστου μεγαλείου. Μόνο ένας Θεός μπορούσε να τον πει. Η μεγαλειώδης ανεξικακία απέναντι στην αδικαιολόγητη ανθρώπινη θρασύτητα, αυθάδεια, κακία και μοχθηρία. Η μεγαλόστομη κι ανυπέρβλητη αγάπη της συγχωρητικότητας μπροστά στη βαρβαρότητα της πώρωσης. Η σταυρωμένη αγάπη αντίκρυ στον επηρμένο φθόνο. Λόγια με πνεύμα και αίμα μέσα από την άφατη οδύνη, που τα έλεγε πριν, αλλά τα λέγει και τώρα από το ύψος του σταυρού· αγάπη προς δόλους και προς τους εχθρούς, ακόμη και τους σταυρωτές, ορισμένοι από τους οποίους αργότερα θα μετανοήσουν.

β) «Αμήν, λέγω σοι. σήμερον μετ’ εμού έση εν τω παραδείσω».

Ο αναμάρτητος Χριστός σταυρώθηκε ανάμεσα σε δύο αμαρτωλούς, σε δύο ληστές. Ό,τι έβλεπε κι άκουγε ο ένας, έβλεπε κι άκουγε κι ο άλλος. Ληστές κι οι δύο, σταυρωμένοι κι οι δύο. Ο ένας προκαλεί, βλασφημεί, ειρωνεύεται, αυθαδιάζει. Ο άλλος κάμπτεται, λυγίζει, επανορθώνει, παρακαλεί, μετανοεί. Σαν να εκπροσωπούν οι δύο συσταυρούμενοι τη σύμπασα ανθρωπότητα, τους αμετανόητους και τους μετανοημένους. Ο λόγος του Χριστού στον εκ δεξιών Του ληστή είναι λίαν παραμυθητικός για όλους τους αμαρτωλούς. Ας μην απογοητεύεται κανένας πια. Η φράση αυτή χαρίζει φτερά, κουράγια, ελπίδες σε όλους τους πολλούς αμαρτωλούς. Με πολύ λίγα λόγια αυτός ο ληστής φανέρωσε την ειλικρινή του μετάνοια, παραδέ-χθηκε την αμαρτωλότητά του απροφάσιστα, θέλησε να διορθώσει ταπεινά και τον συναμαρτωλό του, έστω την τελευταία αυτή ώρα, ομολόγησε τον Χριστό αναμάρτητο, Τον παρακάλεσε να τον δεχθεί στην ουράνια βασιλεία Του. Με τη γεύση του καρπού του δένδρου της γνώσεως καλού και κακού, του ξύλου εκείνου, έκλεισε ο παράδεισος για τον πρώτο Αδάμ. Με το ξύλο του σταυρού άνοιξε ο παράδεισος και πρώτος του οικήτορας έγινε ένας μετανοημένος ληστής. Πόση ενίσχυση λαβαίνουν τώρα όλοι οι αμαρτωλοί.

γ) Προς την Παναγία: «Γύναι, ιδού ο υιός σου». Και προς τον Ιωάννη: «ιδού η μήτηρ σου».

Καταπληκτική, κατανυκτική και συγκινητική η στιγμή. Την ώρα του άφατου πόνου, παραμένει ατάραχος, δεν λησμονεί τη μητέρα Του, την Παναγία, την πάνω απ’ όλες τις αγίες, τη σεμνότερη, καθαρότερη, ταπεινότερη γυναίκα όλου του κόσμου, όλων των εποχών. Εκείνη που Του δάνεισε τη σάρκα και το αίμα της, Τον μεγάλωσε και Τον φρόντισε. Δεν την αφήνει μόνη, απροστάτευτη, έρημη. Της δίνει νέο υιό. Έναν εξαίρετο κι αγαπημένο μαθητή του, που τού λέει κι αυτού πως από τώρα έχει νέα μάνα, που τη συνοδεύει και τη φροντίζει έως της μακάριας κοιμήσεως και μεταστάσεώς της. Γίνεται αδελφόθεος. Αδελφόθεοι γινόμαστε και μείς παραμένοντας στη σκιά του Εσταυρωμένου.

δ) «Θεέ μου. Θεέ μου ίνα τί με εγκατέλειπες;».

Μερικοί θεώρησαν τον εκ βαθέων αυτό λόγο ως πικρό γογγυσμό και ως απελπιστική ικεσία. Πρόκειται για λόγο που περιέχει άμετρο βάθος θεολογίας. Ο σταυρωμένος Χριστός γίνεται την ώρα εκείνη ο «επικατάρατος κρεμάμενος επί ξύλου», η «κατάρα» για μας κατά τον θείο Παύλο. Ο Σταυρωθείς σηκώνει τις αμαρτίες όλου του κόσμου, του τότε, του πριν και του μετά, όλων των αιώνων, όλων των ανθρώπων. Κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, μιλά για μας τους εγκαταλελειμμένους και παραθεωρημένους, που ο Θεός μάς προσέλαβε. Ο όσιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, κατά τον άριστο βιογράφο του Γέροντα Σωφρόνιο, όταν έχασε τη χάρη, αισθάνθηκε τη θεοεγκατάλειψη, τον πόνο του Αδάμ έξω του παραδείσου, τον πόνο του σταυρού, την απουσία της θεοκοινωνίας.

ε) «Διψώ».

Τα προηγηθέντα μαρτύρια, η άρση του σταυρού, η κοπιώδης ανάβαση στον Γολγοθά, η αγωνία του θανάτου, η οδύνη της σταυρώσεως, έφερε τη δίψα. Τον ξεδιψούν με ξύδι και χολή, πικρό κι απαίσιο κράμα. Πρόκειται για την ύψιστη έξαρση της ανθρώπινης αναξιοπρέπειας, αχαριστίας, αναισχυντίας κι ασέβειας. Ζητά νερό και του δίνουν ξύδι. Ορισμένοι ωραία θέλησαν να ερμηνεύσουν μεταφορικά το ρήμα αυτό λέγοντας πως διψούσε για τη σωτηρία των σταυρωτών Του, το είδαμε στον πρώτο Του λόγο να τους δικαιολογεί και να ζητά από τον ουράνιο πατέρα Του να τους συγχωρέσει. Λέγουν πως διψούσε για την εξάπλωση του ευαγγελίου σε όλη την οικουμένη, για την επικράτηση της ειρήνης, της αγάπης, της αλήθειας και της ελευθερίας.

στ) «Τετέλεσται».

Μια εύκολη ερμηνεία της λέξης αυτής θα σήμαινε ότι όλα πια τέλειωσαν. Στέρεψαν επιτέλους τα μαρτύρια Του. Τί άλλο μαρτύριο θα μπορούσαν ακόμη να σκεφθούν; Λέγοντας αυτό δεν αισθανόταν ανθρώπινη ανακούφιση, Το «τετέλεσται» σημαίνει την ολοκλήρωση του απολυτρωτικού έργου Του. Ο δαίμονας είχε κατατροπωθεί. Το πανάχραντο αίμα Του μας είχε εξαγοράσει από την κατάρα του νόμου. Το προφητικό κήρυγμα είχε πλήρως εκπληρωθεί. Οι πύλες του παραδείσου ήταν ορθάνοιχτες για όλους τους μετανοημένους, με πρώτο οίκητορα τον μετανοημένο ληστή.

ζ) «Πάτερ εις χείρας σου παρατίθεμαι το πνεύμα μου».

Παραδίδει τον εαυτό Του στον Θεό Πατέρα. Πεθαίνει σωματικά ως άνθρωπος, όχι μοναχά γιατί το θέλησαν οι εχθροί Του, αλλά και γιατί το ήθελε ο ίδιος.

Αναμφισβήτητα το μεγαλύτερο έγκλημα των ανθρώπων όλων των αιώνων είναι η σταύρωση του Χριστού, που έγινε όμως πηγή αγιασμού, σωτηρίας και λυτρώσεως. Δεν μπορούμε να μεταβούμε στο φως, τη χαρά και τη δόξα της Κυριακής του Πάσχα, αν απαραίτητα δεν διέλθουμε από τον λόφο της Μ. Παρασκευής, δεν αναπνεύσουμε το κλίμα που επικρατεί εκεί, δεν σκιασθούμε στον σταυρό, δεν προσκυνήσουμε ταπεινά, δεν προσλάβουμε γνήσιο ασκητικομαρτυρικό φρόνημα, δεν σταυρώσουμε πάθη κι επιθυμίες. Η μωρία, η αισχύνη, η ατίμωση, η ήττα του σταυρού, γίνεται για τους πιστούς καύχηση, τιμή, δόξα, νίκη. Το νεκρό ξύλο γίνεται ζωοπάροχο. Το σύμβολο του χριστιανισμού είναι ο απλός, λιτός, απέρριτος, μαρτυρικός σταυρός. Η Ορθοδοξία είναι σταυρωμένη, ταπεινή, αμόλυντη, αρυτίδωτη. Κόσμημα, έμβλημα, τρόπαιο της Εκκλησίας ο σταυρός. Αυτός είναι ο πλούτος της, το κάλλος της, η δύναμη της, η επιρροή της, η έμπνευσή της. Σταυρώσιμη η Εκκλησία, σταυροφόροι οι χριστιανοί. Στον σταυρό μετρούμεθα, ζυγιαζόμαστε, οριοθετούμεθα. καθρεφτιζόμαστε, καυχόμαστε με τον πρωτοκορυφαίο Παύλο. Ο ευλογημένος σταυρός του Χριστού διδάσκει, φρονηματίζει, χαριτώνει, ενισχύει, φυλάγει, παραμυθεί.

(Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, «Η εύλαλη σιωπή», εκδ. Εν πλω, σ. 213-219)

http://www.pemptousia.gr

Τῆς Προηγιασμένης τὸ ἱερὸ τὸ θάμβος

(Ποιμαντικὰ Βιώματα τῆς Σαρακοστῆς)

π. Κωνσταντίνου Καλλιανού

Ἀπὸ τὶς μέγιστες δωρεὲς τοῦ Θεοῦ στὸν κάθε ποιμένα εἶναι κι αὐτὴ τῶν βιωμάτων ποὺ κερδίζει ὁ δεύτερος τὸν καιρὸ τῆς Σαρακοστῆς καί, μάλιστα, τὶς ἡμέρες ποὺ τελεῖ τὴν τῶν Προηγιασμένων Δώρων Θεία Λειτουργία. Γιατὶ μπορεῖ ἡ Σαρακοστὴ νὰ εἶναι ἡ κατανυκτικότατη περίοδος τοῦ ἔτους, ὅμως ἡ κορύφωση τῆς κατανύξεως συντελεῖται κατὰ τὴν τέλεση τῆς Λειτουργίας τῶν Προηγιασμένων καί, φυσικά, κατὰ τὴ Μ. Ἑβδομαδα. Κι αὐτό, ἐπειδὴ οἱ ἱερὲς ἐκεῖνες στιγμὲς ἔχουν μέγιστο ἀνθρωπολογικὸ καὶ σωτηριολογικὸ περιέχόμενο.

«Σύ Κύριε ἐλευθέρωσε ὅλες μας τίς αἰσθήσεις ἀπό κάθε ἐμπαθῆ νέκρωσή τους, βάζοντας ὁδηγό σ’ αὐτές τόν νοῦ πού κρίνει κατά τό θέλημά Σου. Ὥστε τά μάτια μας νά ἀποφεύγουν τά πονηρά, ἡ ἀκοή μας νά μήν ἀνέχεται μάταιους καί ἁμαρτωλούς λόγους, ἡ γλώσσα μας νά εἶναι καθαρή ἀπό αἰσχρά λόγια, τά χείλη μας πού σέ ὑμνοῦν νά εἶναι ἀγνά Κύριε, τά χέρια μας νά ἀποφεύγουν κάθε φαύλη ἐνέργεια καί νά ἐνεργοῦν μόνο ὅσα εἶναι εὐάρεστα σέ Σένα· ὅλα μας τά μέλη καί ἡ σκέψη νά ἀσφαλιστοῦν μέ σταθερότητα ἀπό τήν θεία χάρη σου». (Α΄ Εὐχὴ Πιστῶν)

Μέσα, λοιπόν, στὸ εὐκατάνυκτο κλίμα τῆς Σαρακοστῆς, ποὺ ἐπιχειρεῖται ἡ ἐν Χριστῷ ἀνακαίνιση τῆς ἀνθρώπινης ὑπάρξεως, ἡ γλώσσα καὶ ἡ δομὴ τῆς Προηγιασμένης συμβἀλλουν πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπό. Γιατὶ εἶναι βέβαιο πώς ἡ συνειδὴ ἀνθρώπινη ψυχὴ ἰκετεύει,

«Κύριε, ἐσένα παρακαλοῦμε πού εἶσαι γεμάτος καλωσύνη καί ἔλεος, νά κατανοήσεις ἐμᾶς τούς ἁμαρτωλούς καί νά μᾶς κάνεις ἀξίους τῆς ὑποδοχῆς τοῦ μονογενοῦς Υἱοῦ καί Θεοῦ μας, τοῦ Βασιλέως τῆς Δόξης Χριστοῦ. Γιατί νά, τό ἄχραντο Σῶμα του καί τό ζωοποιό αἷμα του μετά ἀπό λίγο θά ἔλθουν καί θά ἀποτεθοῦν σ’ αὐτήν τήν ἁγία μυστική Τράπεζα, περικυκλούμενα ἀπό πλῆθος οὐρανίων ἀγγέλων. Κάνε, Κύριε, νά εἶναι ἀκατάκριτη γιά μᾶς ἡ μετάληψή τους ὥστε φωτιζόμενοι στά ἐσωτερικά μας κριτήρια νά γινόμαστε παιδιά τῆς δικῆς σου ἡμέρας καί τοῦ δικοῦ σου φωτός».(Β᾿ Εὐχὴ Πιστῶν).

Κι ἀκόμα περισσότερο, ἐκεῖ ποὺ λυγίζει κυριολεκτικὰ ἡ ἀνθρώπινη ὐπαρξη, πρῶτα τοῦ λειτουργοῦ ἱερέα κι ὕστερα κάθε πιστοῦ, καθὼς κατανοοῦν «τὰ πλήθη τῶν πεπεραγμένων (τους) δεινῶν», εἶναι ἡ στιγμὴ ποὺ λιτανεύεται «ο Βασιλεὺς τῆς Δόξης».

«Ἐσύ Κύριε πού εἶσαι Θεός τῶν ἀνεκφράστων καί ἀθεάτων Μυστηρίων, ἐσύ πού εἶσαι θησαυρός σοφίας καί γνώσεως ἀπέραντης καί κρυμμένης· Ἐσύ πού μᾶς ἔδωσες, μέ την χειροτονία, τήν διακονία αὐτῆς τῆς λειτουργίας καί ἔβαλες ἀπό τή μεγάλη σου φιλανθρωπία ἐμᾶς τούς ἁμαρτωλούς καί ἀνάξιους νά σοῦ προσφέρουμε δῶρα καί θυσίες γιά τίς δικές μας ἁμαρτίες καί γιά τοῦ λαοῦ τίς ἀπό ἄγνοια παραβάσεις. Ἐσύ, Ἀόρατε Βασιλεῦ, πού ἔφτιαξες μεγάλα, ἀναρίθμητα καί ἀνεξερεύνητα, λαμπρά καί ἐξαίσια δημιουργήματα· Ἐσύ, τώρα δές στοργικἀ ἐμᾶς πού παριστάμεθα γύρω ἀπό τό θυσιαστήριο σάν νά εἴμασταν μπροστά στόν Χερουβικό σου Θρόνο, πάνω στόν ὁποῖο ὁ μονογενής σου Υἱός καί Θεός μας ἐπαναπαύεται μέ τήν μορφή τῶν φρικτῶν Μυστηρίων πού βρίσκονται μπροστά μας. Ἐσύ Κύριε, ἐλευθέρωσε καί μᾶς καί τόν πιστό σου λαό ἀπό κάθε ἁμαρτία καί ἁγίασε τίς ψυχές καί τά σώματα ὅλων μας μέ ἁγιασμό μόνιμο, ὥστε μέ καθαρή τήν συνείδηση, ἀνεπαίσχυντο τό πρόσωπο καί γεμάτη ἁγιασμό τήν καρδιά μας, νά μεταλαμβάνουμε τῶν ἁγίων ἐτούτων Μυστηρίων καί ζωοποιημένοι ἀπό αὐτά νά ἑνωθοῦμε μέ τόν Χριστό τόν ἀληθινό Θεό μας πού εἶπε: Αὐτός πού τρώει τήν σάρκα μου καί πίνει τό αἷμα μου, εἶναι ἑνωμένος μαζί μου καί ἐγώ μέ αὐτόν. Ἄς κυριαρχεῖ μέσα μας ὁ Λόγος σου Κύριε, ὥστε νά γίνουμε ναός τοῦ Παναγίου καί προσκυνητοῦ σου Πνεύματος...». (Εὐχὴ τῶν Πληρωτικῶν)
Εἶναι ἀλήθεια πὼς συγκλονίζεται ὁ ἱερουργὸς αὐτὲς τὶς θεῖες καὶ ἀνεπανάληπτες στιγμές, καθὼς ψαύει μὲ τρεμάμενη καρδιά, ἀλλὰ καὶ χέρια τοῦ πανιέρου καὶ ζωοποιοῦ Σώματος καὶ Αἵματος τοῦ Κυρίου του. Γιατὶ τὸ εἶχε δηλώσει στὴν Κυριακάτικη λειτουργία, κατὰ τὴν ὁποία καθαγιάστηκε ὁ Ἀμνὸς ποὺ ἔχει μπροστά του: «ἰκανωσόν με...» νὰ τελέσω τὴ λειτουργία αὐτή, καθόσον «οὐδεὶς ἄξιος τῶν συνδεδεμενων ταῖς σαρκικαῖς ὲπιθυμίαις καὶ ἡδοναῖς προσέρχεσθαι ἤ προσεγγίζειν ἤ λειτουργεῖν σοι, Βασιλεῦ τῆς δόξης· τὸ γάρ διακονεῖν σοι μέγα καὶ φοβερόν καὶ αὐταῖς ταῖς ἐπουρανίαις δυνάμεσιν....».( Εὐχὴ Χερουβεικοῦ).
Κι ἔρχεται ἡ στιγμὴ ποὺ «δι᾿ εὐχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων» κοινωνεῖ ὁ ἴδιος καὶ στὴ συνέχεια, δι᾿ αὐτοῦ καὶ οἱ πιστοί.
Αὐτὴ τὴν ἀγαλλίαση τῆς Θείας Μεταλήψεως, ποὺ νοιώθει ὁ ἴδιος κι οἱ ὑπόλοιποι πιστοὶ μέσα στὸ πένθιμο τοπίο τῆς Σαρακοστῆς ἐκφράζει μὲ τὴν παρακάτω ὀπισθάμβωνο εὐχή, ποὺ γίνεται συνάμα καὶ ἰκέσιος λόγος γιὰ εὐλογημένη συνέχεια στὸν φωτοποιὸ καιρὸ τῆς Ἐγκρατείας.
«Παντοκράτορ Κύριε, σύ πού ἐδημιούργησες ”ἐν σοφίᾳ” ὅλη την κτίση, σύ πού κατά τήν ἀνέκφραστη πρόνοια καί πολλή καλωσύνη σου μᾶς κράτησες στή ζωή μέχρι αὐτές τις πάνσεπτες ἡμέρες γιά καθαρισμό τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων μας γιά ἐγκράτεια ἀπό τά πάθη, γιά βάθεμα στήν ἐλπίδα τῆς Ἀναστάσεως, σύ πού ἔδωσες στά χέρια τοῦ δούλου σου τοῦΜωϋσῆ τίς δέκα ἐντολές μετά ἀπό τήν τεσσαρακονθήμερη νηστεία, χάρισαι καί σέ μᾶς εὔσπλαχνε Κύριε νά ἀγωνιστοῦμε τόν καλό ἀγώνα αὐτῆς τῆς περιόδου,νά τελειώσουμε τήν διαδρομή τῆς νηστείας,νά μείνουμε σταθεροί στήν πίστη, νά συντρίψουμε τά κεφάλια τῶν ἀοράτων δαιμόνων,νά νικήσουμε τήν ἁμαρτία καί νά φθάσουμε νά προσκυνήσουμε ἀκατακρίτως καί τήν Ἁγία Ἀνάσταση».

 

π. Κωνσταντίνου Καλλιανού

Σταθήκαμε καὶ πάλι μπροστὰ στὴ Χάρη Της,  κι ἀρχίσαμε νὰ Τῆς ἀπευθύνουμε  τὰ ἀμέτρητα Χαῖρε, ἀντλώντας κι ἐμεῖς  Χαρὰ, ἔστω καὶ Χαρμολύπη,  ἀπὸ τὴν Παρουσία Της, ἀπὸ τὴν ἀνύστακτη ἐπίβλέψή Της ἐν εὐμενείᾳ. Γι᾿ αὐτὸ καὶ τὶς Παρασκευὲς τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς, ὅταν πιὰ ἀποτραβιέται τὸ μισοφωτισμένο παραπέτασμα τῶν προηγούμενων ἡμερῶν, τότε ἔρχεται Ἐκείνη, χρωματίζει μὲ αἰσιοδοξία τ᾿ ἀπόβραδο τῆς κάθε Σαρακοστιανῆς Παρασκευῆς καὶ μᾶς ραίνει μὲ τὸ ροδόσταμο τῆς Χάρης Της. Γιατὶ μᾶς προσκομίζει «τὸ θαῦμα τῶν Χαιρετισμῶν Της νὰ νανουρίσει τὶς ψυχές μας». ( μητροπολίτης Πέργης κ. Εὐαγγελος, Ἐκ Φαναρίου 1, σελ. 63). Τότε ἀναγαλλιάζει ἡ ψυχή μας, παίρνουμε κουράγιο καὶ μέσα στὴν ὅλη αὐτὴ εὐλογημένη καὶ θεοκατάνυκτη ἀτμόσφαιρα, Τῆς ἀπευθύνουμε τὰ ἀτέλειωτα χαῖρε. Μὲ νόημα ἀληθινὸ Τῆς τὰ ἀπευθυνουμε, τά «Χαῖρε», γιατὶ μαζί Της ζοῦμε τὶς ἀτέλειωτες καὶ φιλάνθρωπες δωρεὲς τοῦ Θεοῦ. Δωρεὲς ποὺ διαλύουν κάθε ἀμφιβολία, σκοτοδίνη καὶ ἀνησυχία. Κι ἄλλα πολλά.

«Χαῖρε δι᾿ ἧς νεουργεῖται ἡ Κτίσις...

Χαῖρε, κλῖμαξ ἐπουράνιε, δι᾿ ἧς κατεβη ὁ Θεός·

Χαῖρε, γέφυρα μετάγουσα τοὺς ἐκ γῆς πρὸς οὐρανόν...»

Τῆς λέμε, κι ἡ φωνή μας πάλλεται ἀπὸ ἄφατη συγκίνηση, τὰ χέρια μουδιάζουν καὶ στὰ μάτια μας ἀνεβαίνουν μικροὶ κρύσταλλοι τὰ δάκρυα. Γιατὶ δὲν ξέρουμε πῶς νὰ Τὴν εὐχαριστήσουμε «ἔτι καὶ ἔτι».

Καὶ τὰ Χαῖρε δὲν ἔχουν τελειωμό. Γιατὶ ὅπως ὁ Ἄγγελος μᾶς δίδαξε, ὅταν Τὴν ἐπισκέφτηκε στὸν Εὐαγγελισμό Της καὶ Τῆς ἀπηύθυνε Τὸ «Χαῖρε», ἔτσι κάνουμε κι ἐμεῖς: τὰ καταθέτουμε συγκινημένοι καὶ κατενυγμένοι στὴν Ἀγάπη Της. Ὄχι μονάχα τώρα, ἀλλὰ κι ὅποτε Τὴν Ἐγκωμιάζουμε, ὅπως π. χ στὴν πάνσεπτη Κοίμησή Της, ποὺ ψάλλουμε μὲ ὄλη μας τὴ συντριβὴ καὶ τὴ συγκίνηση: «Κεχαριτωμένη, Χαῖρε»...Κι Ἐκείνη νὰ εἶναι κεκοιμημένη...

Ὅταν ὁ Ἀπόστολος Παῦλος εὔχεται στοὺς Φιλιππησίους  τὸ «Χαίρετε, καὶ πάλι ἐρῶ χαίρετε», πιστεύω ὅτι συμπυκνώνει τὴν ἐπιθυμία τῆς Ἐκκλησίας,  ὥστε τὰ μέλλη Της νὰ χαίρονται πραγματικά. Κι ἐπειδὴ αὐτὸ δὲν εἶναι πάντα κατορθωτό - γιατὶ «πολλαὶ αἱ θλίψεις τῶν δικαίων» - τοποθέτησε ἀναμεσά μας τὴ θεοστήρικτη λέξη «Χαρμολύπη» γιὰ νὰ τὰ ἰσοζυγιάσει ὅλα. Κι ἔτσι ἔγινε.

Ὡστόσο, ἐκεῖνο ποὺ ἀπομένει ὡς φίλεμα ἱερὸ τὶς μέρες αὐτὲς τὶς Σαρακοστιανές,  εἶναι ἄλλο. Εἶναι αὐτὸ ποὺ κλείνουν οἱ παρακάτω λίγες λέξεις, λέξεις μὲ ἀφάνταστα ἐκρηκτικὸ περιεχόμενο, ἀλλὰ κι  αἰσιοδοξία καὶ φῶς.

«Χαῖρε, δι᾿ ἧς ἡ χαρὰ ἐκλάμψε

χαῖρε, δι᾿ ἧς ἡ ἀρὰ ἐκλείψει»

Πῶς λοιπόν, νὰ μὴν Τῆς προσφέρουμε  τὰ τόσα Χαῖρε, ἀφοῦ ἀπομένει καὶ εἶναι ἡ αἰτία τῆς κάθε μας χαρᾶς; Τῆς τὸ  λέμε, ἄλλωστε:

«Χαρᾶς αἰτία χαρίτωσον, ἡμῶν τὸν λογισμὸ τοῦ κραυγάζειν σοι·

Χαῖρε....νεφέλη ὁλόφωτε, ἡ τοὺς πιστοὺς ἀπάυστως ἐπισκιάζουσα»

( Μετὰ τὴν Ἀκολουθία τῶν Χαιρετισμῶν)

 

Σάββα Αλεξάνδρου

Είναι γεγονός ότι ο σύγχρονος άνθρωπος υποφέρει από τη λεγόμενη κρίση ταυτότητος. Αγνοεί δηλαδή τον βαθύτερο εαυτό του και αυτό εξαιτίας της φοβερής εξωστρέφειας που τον χαρακτηρίζει. Οι μέριμνες του βίου τούτου τον αναγκάζουν να διαχέεται διαρκώς προς τα έξω. Γι' αυτό ακριβώς και ο Άγιος Δωρόθεος θα πει: «άνθρωπος πολυμέριμνος, πράος και ησύχιος γενέσθαι ου δύναται». Ο άνθρωπος που διαρκώς εμπλέκεται μόνο με ό,τι σχετίζεται με την υλική διάσταση της ζωής και έχει πολλές φροντίδες και μέριμνες, οπωσδήποτε είναι αγχώδης και δεν μπορεί να ησυχάσει ούτε μπορεί να έχει την αρετή της πραότητας στη ζωή του.

Στην προκειμένη περίπτωση οι Πατέρες πιστεύουν πως ο άνθρωπος όντας διφυής ύπαρξη πρέπει και με θέματα αυτού του βίου να ασχολείται αφού ως υλική υπόσταση πρέπει να επιβιώσει, όμως και ως ψυχή συνάμα, στο μέτρο του δυνατού πρέπει να επιδιώκει την κατά Θεόν ησυχία η οποία γι' αυτούς αποτελεί μέσον αναγωγής προς τον Θεό. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, δίνοντας τη θεολογική διάσταση της ησυχίας, την οποία ο ίδιος αποκαλεί ερημία, παρατηρεί: «την ερημίαν εγώ πάντων μάλιστα ησπασάμην και ταύτην εγώ ως συνεργό θείας αναβάσεως και θεοποιόν ηράσθην και πάντων των εν τω βίω προεστησάμην». Την ησυχία εγώ θεώρησα ως το πιο σπουδαίο πράγμα γιατί πιστεύω πως βοηθά τον άνθρωπο στο να ανέβει πνευματικά και ουσιαστικά δέχομαι πως αυτή τον καθιστά Θεό κατά χάρη.

Ο Μέγας Βασίλειος πάλι, από την πλευρά τη δική του, θα τονίσει πως η κατά Θεόν ησυχία σε συνδυασμό με την πνευματική μελέτη αποτελούν αιτία φωτισμού της διάνοιας του ανθρώπου. Λέει χαρακτηριστικά: «ουδέν ούτως πέφυκεν σκοτίζειν την διάνοιαν ως η πονηρία και ουδέν ούτως πέφυκεν φωτίζειν την διάνοιαν ως η ανάγνωσις εν ησυχία». Ο ίδιος θα τονίσει εμφαντικά πως ο άνθρωπος που λειτουργεί αφαιρετικά ως προς τα υλικά αγαθά και δεν προσκολλάται σε εφήμερα πράγματα, όντας εν ησυχία στρέφει τον νου προς τον εαυτό του και με τη χάρη του Θεού ελλάμπεται μέσα στο θείο άκτιστο φως. «Νους μη σκεδαννύμενος επί τα έξω, μηδέ υπό των αισθητηρίων προς τον κόσμο διαχεόμενος, προς εαυτόν επάνεισιν και δι' αυτού προς την του Θεού έννοιαν αναβαίνει κακείνω τω Θείω φωτί ελλαμπόμενος πάντοτε».

Στην ορθόδοξη θεολογική σκέψη η πνευματική μελέτη βοηθά τον άνθρωπο στην επίτευξη της κατά Θεόν ησυχίας. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς θα επισημάνει: «διά της μελέτης του θείου λόγου, θέρμη εγγίνεται τη καρδία ήτις ως μυίας αποσοβεί τους πονηρούς λογισμούς και ειρήνην πνευματική και παράκλησιν εμποιεί την ψυχή». Δηλαδή με τη μελέτη του θείου λόγου η καρδιά θερμαίνεται και σαν μύγες αποδιώχνει από αυτήν τους πονηρούς λογισμούς. Δηλαδή τις κακές και αρνητικές σκέψεις. Και τότε γεννιέται σε αυτήν η πνευματική ηρεμία και η παρηγοριά.

Είναι γνωστή η θέση του οσίου Στάρετς Παΐσιου Βελιτσκόφσκι που μετέφρασε τη Φιλοκαλία στα Σλαβονικά. Υπήρξε ηγούμενος της μεγάλης Μονής Νεάμιτς στη Ρουμανία και όταν κάποτε ρωτήθηκε από τους μοναχούς της συνοδείας του γιατί διάβαζε με τόσο πάθος, απάντησε: «με άλλους από εσάς όταν έρχεστε στο κελί μου προβληματίζομαι, με άλλους χαίρομαι, με άλλους στεναχωριέμαι, αλλά σαν φύγετε και πάρω στα χέρια μου ένα βιβλίο και αρχίσω να μελετώ νιώθω τόση ησυχία και ηρεμία, ως και να βρίσκομαι στην έρημο του Ιορδάνη, τόση ησυχία νιώθει η ψυχή μου».

Η κατά Θεόν ησυχία λοιπόν έχει σωτηριολογικές προεκτάσεις αφού βοηθά τον άνθρωπο να βυθοσκοπήσει τον εαυτό του και να αγωνιστεί έτσι ενάντια στα πάθη του. Με αυτό το σκεπτικό ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος στα «Ασκητικά» του θα τονίσει: «αγάπησον την αργίαν της ησυχίας υπέρ του εμπλήσαι πεινώντας εν τω κόσμω ή επιστρέψαι έθνη εις προσκύνησιν Θεού». Δηλαδή αγάπησε περισσότερον την κατά Θεόν ησυχίαν και θεώρησε την πως από πνευματική άποψη στέκει πιο ψηλά από το να ασχολείσαι με την εξωτερική ιεραποστολή ή με θέματα ανθρωπιστικά. Γι' αυτό ακριβώς τον λόγο ο νηπτικός αυτός πατέρας της εκκλησίας μας θα χαρακτηρίσει τον άνθρωπο της κατά Θεόν ησυχίας ως το άλας της γης: «Ει ζητείς το άλας το επί της γης, ιδού άνθρωπος ησύχιος και ευθύς».

Στην ορθόδοξη πατερική σκέψη, η κατά Θεόν ησυχία βοηθά τον άνθρωπο να γίνει αυθεντικό πρόσωπο. Δηλαδή ον που κοινωνεί διά της αγάπης με όλους. Ο άγιος Νείλος λέει χαρακτηριστικά πως ο μοναχός που βιώνει σε ύψιστο βαθμό την κατά Θεόν ησυχία, ενώ ουσιαστικά ζει μόνος, νιώθει να είναι ενωμένος με όλους. Θα πει: «μοναχός εστίν ο από πάντων χωρισθείς και πάσι συνηρμοσμένος». Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης, που έχοντας καταφέρει τη θέωση και τον αγιασμό στην ησυχία του Αγίου Όρους, έγινε αυθεντικό πρόσωπο που ανάπαυσε με την αγάπη, τα θαύματα και τον λόγο του χιλιάδες ανθρώπους. Έλεγε συγκεκριμένα για μια περίπτωση θαυμαστής διάσωσης νέου από τροχαίο από τον ίδιο και τα ακόλουθα: «το μόνο που μπορώ να κάνω είναι με πόνο, ταπεινά να εύχομαι όλη τη νύκτα για όσους βρίσκονται στους δρόμους και κινδυνεύουν. Ο καλός Θεός λοιπόν που αγαπά τα παιδιά του, παίρνει αφορμή από τη δική μου προσευχή και ενεργεί εκείνος».

Μητροπολίτη Ἀλεξανδρουπόλεως Ἀνθίμου

Κάποιοι λένε ὅτι ἡ Μεγ. Σαρακοστὴ εἶναι πένθιμη περίοδος. Δὲν εἶναι βέβαια ἔτσι ἐπειδὴ ἡ Ἐκκλησία ποτὲ δὲν πενθεῖ. Ἐμφανίζεται ὅμως ἔτσι, μὲ τὸ μουσικὸ καὶ χρωματικὸ τελετουργικό της προκειμένου νὰ κατανοήσουμε τὸν κατανυκτικὸ χαρακτῆρα τῆς περιόδου αὐτῆς. Ἕνας χαρακτῆρας ἐσωτερικῆς προσεγγίσεως τῆς ψυχῆς μας, εἰλικρινοῦς αὐτοκριτικῆς, μὲ ἀγωνία γιὰ τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς μας, μὲ διάθεση ἀγωνιστική, γιὰ νὰ ἀποσείσουμε τὴ ραθυμία μας καὶ λαχτάρα, γιὰ νὰ λυτρωθοῦμε ἀπὸ τὴν ὑποκρισία ποὺ ὑποβόσκει μέσα μας καὶ τρώει τὴν προσωπικότητά μας.

π. Χαράλαμπου Παπαδόπουλου

 

Μόνο ἕνα πράγμα θά σᾶς ζητήσω νά ἔχετε στήν σκέψη σας καθώς θά προσκυνᾶτε τήν εἰκόνα ἑνός ἁγίου ἤ ἁγίας: ὅτι πίσω ἀπό τό φωτοστέφανο πού ἐσεῖς βλέπετε, καμαρώνετε καί παρηγορῆστε, νά θυμάστε ὅτι ὁ ἅγιος ὑπῆρξε πρόσωπο πού πάλεψε πολύ μέ τόν ἑαυτό του. Πού ἡ σχέση μέ τόν Θεό τοῦ στοίχισε καί τόν «τσάκισε». Στά λαμπερά μάτια τῶν εἰκόνων, νά βλέπετε τόν ἀνείπωτο πόνο τοῦ σταυροῦ, τίς νύχτες τίς ἀπόλυτα μοναχικές πού τό ξημέρωμα ἔμοιαζε ὡς λύτρωση. Γι’ αὐτό ὅταν φιλᾶτε τίς εἰκόνες τῶν ἁγίων μήν ζητᾶτε μόνο, πεῖτε κι ἕνα εὐχαριστῶ, ἕνα σέ ἀγαπῶ γί αὐτά πού πέρασες καί εἶσαι.

 

Ἐπισκόπου Κάλλιστου Ware

Ὁ πρωταρχικός σκοπός τῆς νηστείας εἶναι νά μᾶς κάνει νά συνειδητοποιήσουμε τήν ἐξάρτησή μας ἀπό τόν Θεόν. Ἄν ἐξασκεῖται σοβαρά, ἡ Σαρακοστιανή ἀποχή ἀπό τό φαγητό (ἰδιαίτερα τίς πρῶτες μέρες) περικλείει μία σημαντική δόση πραγματικῆς πείνας κι ἐπίσης ἕνα συναίσθημα κόπωσης καί σωματικῆς ἐξάντλησης. Ὁ σκοπός της εἶναι νά μᾶς ὁδηγήσει μέ τήν σειρά της σ’ ἕνα συναίσθημα ἐσωτερικῆς ταπείνωσης καί συντριβῆς· νά μᾶς φέρει, δηλαδή, στό σημεῖο ὅπου μποροῦμε νά ἐκτιμήσουμε ὅλη τήν ἰσχύν τῆς δήλωσης τοῦ Χριστοῦ: «χωρίς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν».

Ἄν πάντοτε χορτάνουμε καί ξεδιψοῦμε πλήρως, εὔκολα ἀναπτύσσουμε μία λανθασμένη αἴσθηση αὐτονομίας καί αὐτάρκειας. Ἡ τήρηση μίας σωματικῆς νηστείας κλονίζει αὐτήν τήν ἁμαρτωλή αὐτάρκεια. Μᾶς ἀπογυμνώνει ἀπό τήν ἐπίπλαστη ἀσφάλεια τοῦ Φαρισαίου (ὁ ὁποῖος νήστευε, εἶναι ἀλήθεια, ἀλλά ὄχι μέ το σωστό πνεῦμα). Ἡ νηστεία τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς μᾶς δίνει τήν σωτηρία αὐτή – δυσαρέσκεια τοῦ Τελώνη. Αὐτή εἶναι ἡ ἀποστολή τῆς πείνας καί τῆς κόπωσης: γιά νά συνειδητοποιήσουμε τήν ἀδυναμία μας καί τήν ἐξάρτησή μας ἀπό τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ.

π. Ανδρέα Γκατζέλης

          Κάθε χρόνο, περίπου τέτοια εποχή, η Εκκλησία προβάλλει το ασκητικό φρόνημα του Χριστιανού και μας καλεί σε αγώνα εναντίον των παθών μας. Σε απέκδυση του παλαιού ανθρώπου ή του κακού μας εαυτού και σε προσπάθεια (συν)ταυτίσεως μας με τον τρόπο ύπαρξης του Αγίου Θεού.

          Πολλές φορές, όμως, αυτή η ευλογημένη περίοδος του χρόνου παρουσιάζεται με έναν πολύ αρνητικό τρόπο. Σε πολλά σχετικά κείμενα διαβάζουμε για τα πολλά πρέπει που οφείλουμε να επιβάλουμε στον εαυτό μας, έτσι ώστε να συμπορευθούμε με το Χριστό στο Γολγοθά, χωρίς να εκφράζεται η θετική απάντηση της αγάπης του Θεού. Αν όμως υπάρχει έμπνευση θεϊκή στην καρδιά του ανθρώπου, τότε αυτός εύκολα παραδίδεται σε όλες τις «στερήσεις» και τις ασκήσεις που προτείνει η Εκκλησία μας. Και η έμπνευση αυτή θα έρθει όταν κατανοήσουμε το βασικότερο σκοπό της άσκησης στη ζωή μας.

          Ο άνθρωπος έχει προικισθεί από το Θεό με δύο γνωστικά όργανα: τη διάνοια και την καρδιά. Με τη διάνοιά του ο άνθρωπος γνωρίζει τον κόσμο γύρω του, τις τέχνες, τις επιστήμες και τα γράμματα αλλά με την καρδιά του γνωρίζει τα πρόσωπα των άλλων ανθρώπων και κυρίως βλέπει Πρόσωπον Θεού. Λόγω όμως της αμαρτίας η καρδιά του ανθρώπου έγινε σκληρή σαν πέτρα, σαν γρανίτης και κατά συνέπεια ανίκανη να δοθεί στην ευαγγελική αγάπη. Έτσι, σκοπός της ποικιλόμορφης άσκησης είναι η ανακάλυψη και κατάκτηση της καρδιάς μας και στη συνέχεια το ολοκληρωτικό δόσιμό της στην αγάπη του Θεού, για το Θεό και δι’ Αυτού για όλο τον κόσμο.

          Στον αγώνα για να αποκτήσουμε καρδιά ευαίσθητη, τρυφερή, στοργική, ευσπλαχνική και όμοια με την καρδιά του Ιησού, οποιοδήποτε εμπόδιο παρουσιάζεται είναι αυτό που έχουμε μάθει να ονομάζουμε αμαρτία.Ο άνθρωπος, επειδή είναι εικόνα του Ζωντανού Θεού αλλά κι επειδή μετέχει στα Άγια Μυστήρια της Εκκλησίας, είναι ικανός να αγαπά με τον τρόπο που ο Θεός αγαπά. Να συμπεριφέρεται με τον τρόπο που ο Θεός συμπεριφέρεται. Είναι ικανός όχι μόνο να γνωρίσει το θεϊκό τρόπο ύπαρξης αλλά και να ζει αιωνίως με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που ζει ο Θεός. Αρκεί να μάθει να ζει τη ζωή της καρδιάς του.  Όποια πράξη, σκέψη, λόγος, θεωρία, ιδεολογία ή καρδιακή κίνηση δυσκολεύει την ευαισθητοποίηση και αφύπνιση της καρδιάς μας, πρέπει να αποφεύγεται ως δηλητήριο.

Η νηστεία και η προσευχή αποκτούν ξεχωριστό νόημα και θέλγουν γοητευτικά την ψυχή μας, όταν γευτούμε εμπειρικά πόσο μαλακώνουν και αφυπνίζουν την πεπωρωμένη από την πίκρα της ζωής καρδιά μας. Οι εντολές του Θεού, από νομικές επιταγές και ηθικές απαιτήσεις, κατανοούνται ως αποκαλυπτικοί οδοδείκτες στην πορεία για την κατάκτηση της ευαγγελικής αγάπης. Οι εντολές μάς δείχνουν άριστους τρόπους έκφρασης της αγάπης, της στοργής και της ευσπλαχνίας που ο Θεός Πατέρας εγκέντρισε στη φύση μας.

Ο αγώνας, λοιπόν, για την κάθαρση της καρδιάς έχει μια πολύ θετική οπτική προσέγγιση. Είναι αγώνας για να μάθουμε να αγαπάμε, να είμαστε ευσπλαχνικοί, να κατανοούμε τη θέση του άλλου. Ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός μάς παρέδωσε τον εαυτό Του με τη μορφή εντολών αλλά και στα Άγια Μυστήρια. Η ολόκαρδη συμμετοχή μας στη ζωή του Χριστού και της Εκκλησίας Του είναι το νόημα της Μεγάλης και Αγίας Τεσσαρακοστής.  

 

π. Κωνσταντίνου καλλιανού

Τὸ ἀπόβραδο εὐωδιάζει πρώιμη ἄνοιξη καὶ θυμίαμα. Μισοφωτισμένος ναός, διακοσμημένος μὲ κρέπια ἀπὸ τὶς στερνὲς τίς ἡλιαχτίδες νὰ κρέμονται στοὺς τοίχους, στὸ τέμπλο στὶς θύρες καὶ στὰ παράθυρα.

Ἔξω ἡ χαλαλοὴ τοῦ κόσμου καὶ τὸ ξεφάντωμα, ἀφοῦ σφραγίζει πιὰ τὶς θὐρες του τὸ λεγόμενο στὸν κόσμο Τριώδιο, μὲ τὴν Ἀποκριά, τοὺς μασκαράδες, τὰ κοσμικὰ δρὠμενα τῶν ἡμερῶν μὲ τοὺς χορούς, τὰ γλέντια, τὶς  ὅποιες γιορταστικὲς ἐκδηλώσεις. Πράγματα τοῦ κόσμου δηλαδή, ἐφήμερα μέν, ἀλλὰ καὶ ἀναγκαῖα, γιὰ νὰ καταλάβει ὅποιος  τὸ ἐπιθυμεῖ, τὸ πόση διάκριση ἀπαιτεῖται, ὥστε νὰ βιωθεῖ μὲ κάθε ἀκρίβεια «τὸ θεῖον  στάδιον, τῆς ἀμώμου Νηστείας», ποὺ ἤδη ἀχνοφάινεται. Διότι ναί μέν, «Τὸ στάδιον τῶν ἀρετῶν ἠνέωκται..», γιὰ νὰ εἰσέλθουν εἰς αὐτὸ «οἱ βουλόμενοι ἀθλῆσαι» κι ὄχι ὁ κάθενας. Κι ὅπως καταλαβαίνει ὁ κάθε συνειδητὸς πιστός, Μάθημα μέγιστο εἶναι κι αὐτό,  ἐλευθερίας μάθημα  ἀπὸ τὴ Μητέρα Ἐκκλησία, πού, δυστυχῶς, λίγοι τὸ προσέχουν, ἀκόμα λίγότεροι τὸ καταννοοῦν καὶ ἐλάχιστοι τὸ μαθαίνουν. 

Μέγα Προκέιμενον. « Μὴ ἀποστρέψῃς, ψάλλουμε, τὸ πρόσωπόν Σου ἀπὸ τοῦ παιδός Σου,  ὅτι θλίβομαι». Κι ὕστερα ἀνοίγουμε σιωπηλὰ τὴ θύρα τῆς Σαρακοστῆς.

«Μὴ ἀποστέψῃς τὸ πρόσωπόν Σου ἀπὸ τοῦ παιδός Σου...», Τὸν ἰκετεύουμε. Ἴσως καὶ μὲ κάποιο παράπονο ὅτι δὲν μᾶς προσέχει, δὲ μᾶς δίνει σημασία. Ὅμως εἶναι, ἄραγε, ἔτσι τὰ πράγματα;

Μὲ λίγα λόγια, ὅποιος ἔχει ἀνάγκη τὸ Θεὸ καὶ κάπου νοιώθει ὅτι δὲν τὸν προσέχει-σὰν τὸ παιδὶ ποὺ δὲν τοῦ πολυδίνει σημασία ὁ γονιός- εἶναι φυσικὸ νὰ παραπονιεται μὲ τὸν τρόπο αὐτό. Ἴσως γιατὶ στὸ βάθος τῆς ψυχῆς του νὰ καταλαβαίνει, πὼς  ὁ Θεὸς Πατέρας δὲ συνερίζεται, τὸ ξέρουμε δά κι ἀπὸ τὴν Παραβολὴ τοῦ σπλαχνικοῦ πατερα (Λκ. 15,13-32) κανένα, μόνο περιμένει τὴν ἐπιστροφή, τὴ μετάνοια, τὴν εἰλικρινῆ φιλοτιμία μας.

Γιατὶ ὅταν ἐμεῖς Τοῦ λέμε «μὴ ἀποστρέψῃς τὸ πρόσωπόν Σου ἀπὸ τοῦ παιδός Σου, ὅτι θλίβομαι, Ἐκεῖνος μᾶς ἀπαντᾶ τίμια καὶ δίχως καμμιὰ ἀμφισβήτηση: «Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, καγὼ ἀναπαυσω ὐμᾶς» ( Μτθ. 11, 28).

Ἀλήθεια, τί ἄλλο θέλουμε; Καλὴ κι εὐλογημένη Σαρακοστή ῍

Κυριακὴ τῆς Τυρινῆς 2017 

 

Πρωτ. Μιχαὴλ Βοσκοῦ

          Ἡ ἀληθινὴ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, δηλαδὴ ἡ ἁγία μας Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, εἶναι, ὅπως λέμε στὴ γλώσσα τῆς θεολογίας, ἕνας θεανθρώπινος ὀργανισμός. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι δὲν εἶναι οὔτε μόνο θεῖος οὔτε μόνο ἀνθρώπινος ὀργανισμός, ἀλλὰ τὸ συναμφότερον, ὅπως ἀκριβῶς καὶ ὁ Kύριος μας Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι Θεάνθρωπος, εἶναι δηλαδὴ τέλειος Θεὸς καὶ ταυτοχρόνως τέλειος ἄνθρωπος. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἕνας θεῖος ὀργανισμός, γιατὶ ἀποτελεῖ τὸ Σῶμα τοῦ ζῶντος Χριστοῦ, ἔχει κεφαλή της τὸν Θεάνθρωπο Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ ζεῖ μὲ τὰ χαρίσματα καὶ τὴν ἐπενέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὸ Ὁποῖο ἀποτελεῖ τὴν ψυχή της. Εἶναι ὅμως ταυτοχρόνως καὶ ἕνας ἀνθρώπινος ὀργανισμός, γιατὶ ἀποτελεῖ μιὰ συγκεκριμένη ἱστορικὴ κοινότητα ἀποτελούμενη ἀπὸ ἀνθρώπους ἁμαρτωλούς, οἱ ὁποῖοι ἀγωνίζονται μὲ τὰ μέσα ποὺ αὐτὴ τοὺς παρέχει γιὰ τὴν ἐν Χριστῷ σωτηρία τους. Ὡς ἀνθρώπινος ὀργανισμὸς καὶ ὡς ἱστορικὴ κοινότητα ἡ Ἐκκλησία ἔχει θεσμικὸ χαρακτήρα καὶ διαθέτει τὴ δική της ἱεραρχικὴ δομή. Αὐτὴ ἡ ἱεραρχικὴ δομὴ συνδέεται μὲ τὸ μυστήριο τῆς ἱερωσύνης, ἕνα ἀπὸ τὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας, καὶ μὲ τὸν θεσμὸ τῶν ἐπισκόπων.

          Ἐνῶ κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας εἶναι, ὅπως ἀναφέραμε, ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς Χριστός, ὁρατὴ κεφαλὴ τῆς κάθε τοπικῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ οἰκεῖος Ἐπίσκοπος, ὁ ὁποῖος εἶναι “εἰς τόπον” Χριστοῦ, ἀλλὰ καὶ “εἰς τύπον” Χριστοῦ. Τὸ ἐπισκοπικὸ ἀξίωμα εἶναι τόσο ἀναγκαῖο στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, “ὥστε χωρὶς αὐτοῦ μὴ δύνασθαι μήτε Ἐκκλησίαν μήτε χριστιανόν τινα ἢ εἶναι ἢ ὅλως λέγεσθαι” (Ὁμολογία Πίστεως Δοσιθέου Ἱεροσολύμων). Ὁ ἐπίσκοπος εἶναι ὁ κατ’ ἐξοχὴν πνευματικὸς πατέρας καὶ ποιμένας τῆς ἐπισκοπῆς του κατὰ τὸ πρότυπο τοῦ καλοῦ ποιμένος Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ καὶ ὁ κατ’ ἐξοχὴν διδάσκαλος τοῦ ποιμνίου του, ὁ ὁποῖος ὀφείλει νὰ ὀρθοτομεῖ “τὸν λόγον τῆς ἀληθείας”. Ὅλοι οἱ πιστοί, κλῆρος καὶ λαός, ἔχουν ἢ πρέπει νὰ ἔχουν τὴν ἀναφορά τους στὸν ἐπίσκοπό τους. Ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος Ἀντιοχείας, κατὰ ταῦτα, προτρέπει τοὺς Χριστιανοὺς νὰ μὴν πράττουν τίποτε χωρὶς τὴν εὐλογία τοῦ ἐπισκόπου τους· “ἀναγκαῖον οὖν ἐστίν, … ἄνευ τοῦ ἐπισκόπου μηδὲν πράσσειν ὑμᾶς” (Τραλλ. 2,2). Ὁ Ἅγιος Κυπριανὸς Καρχηδόνος, ἐξάλλου, διατυπώνει τὸ ἀξίωμα: “ὅπου ὁ ἐπίσκοπος ἐκεῖ καὶ ἡ ἐκκλησία”, καὶ προσθέτει ὅτι ἐὰν κάποιος δὲν τελεῖ ἐν κοινωνίᾳ μὲ τὸν ἐπίσκοπό του, αὐτὸς δὲν εὑρίσκεται ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ.

Παράλληλα μὲ τὸν τόσο σημαντικὸ θεσμὸ τοῦ ἐπισκόπου, ὑπάρχουν στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἄλλοι δύο βαθμοὶ ἱερωσύνης: ὁ τοῦ πρεσβυτέρου καὶ ὁ τοῦ διακόνου. Ὁ πρεσβύτερος, ὁ ἱερέας δηλαδή, ἐπιτελεῖ κατ’ ἐντολὴν τοῦ ἐπισκόπου του καὶ ἐξ ὀνόματός του ὅλα τὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, ἐκτὸς τῆς χειροτονίας. Χειροτονία μπορεῖ νὰ κάνει μόνο ὁ ἐπίσκοπος. Ὁ ἱερέας ἐπίσης δὲν μπορεῖ νὰ κάνει ἐγκαίνια ναοῦ καὶ νὰ καθαγιάσει ἅγιο μύρο. Εἶναι παράλληλα ὁ πνευματικὸς πατέρας καὶ ποιμένας τῆς ἐνορίας του. Νὰ σημειώσουμε, ὡστόσο, ἐν προκειμένῳ ὅτι τὸ μυστήριο τῆς μετανοίας καὶ ἐξομολογήσεως δὲν μπορεῖ νὰ γίνει ἀπὸ ὅλους τοὺς ἱερεῖς, παρὰ μόνο ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἔχουν εἰδικὴ ἄδεια καὶ εἰδικὴ εὐλογία ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπό τους. Ὁ διάκονος εἶναι βοηθὸς τοῦ ἐπισκόπου ἢ τοῦ πρεσβυτέρου κατὰ τὴν τέλεση τῶν ἐκκλησιαστικῶν μυστηρίων καὶ τῶν λοιπῶν ἐκκλησιαστικῶν ἀκολουθιῶν, καθὼς ἐπίσης καὶ βοηθὸς στὸ κοινωνικὸ ἔργο τῆς Ἐκκλησίας.

          Ἡ ἱερωσύνη εἶναι ἕνα μέγα καὶ φοβερὸ μυστήριο. ερέας, ὅπως τονίζει γιος ωάννης Χρυσόστομος, ναλαμβάνει διακονία μεγαλύτερη πκείνη τν ἁγίων γγέλων, λαμβάνει ξουσία, “ν οτε γγέλοις, οτε ρχαγγέλοις δωκεν Θεός”. Ἡ ἱερωσύνη, κατὰ τὸν ἴδιο ἐκκλησιαστικὸ Πατέρα, “τελεται μν π τς γς, τάξιν δπουρανίων χει ταγμάτων”. Κι ὅλ’ αὐτὰ ὀφείλονται ὄχι στὴν προσωπικὴ ἀξία τοῦ ἱερέα, ἀλλὰ στὴ θεία χάρη, ἡ ὁποία, σύμφωνα μὲ τοὺς λόγους τῆς εὐχῆς τῆς χειροτονίας, θεραπεύει τσθεν καναπληρο τλλείποντα. Ὁ ἱερέας ἀξιώνεται νπικαλεται τ χάρη το Παναγίου κα Τελεταρχικο Πνεύματος, γι νὰ τελεῖ τερ μυστήρια τς κκλησίας μας. Ἀξιώνεται νὰ ἀναγεννᾶ τοὺς ἀνθρώπους στὴ νέα ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας διὰ τοῦ μυστηρίου τοῦ βαπτίσματος. Ἀξιώνεται νὰ ἐπιτελεῖ τὸ φοβερὸ μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας, τὴν ἀναίμακτη θυσία, δίνοντας στοὺς πιστοὺς τὴ δυνατότητα νὰ γίνονται σύσσωμοι καὶ σύναιμοι Χριστοῦ καὶ νὰ παραμένουν ζωντανὰ μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ. Ἀξιώνεται ἀκόμη ν κηρύσσει τ Εαγγέλιο τς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, νὰ διαποιμαίνει τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ, νὰ γίνεται πνευματικὸς ὁδηγὸς καὶ θεραπευτὴς ψυχῶν διὰ τοῦ μυστηρίου τῆς μετανοίας καὶ τῆς ἐξομολογήσεως καὶ νὰ προετοιμάζει πολίτες γιὰ τὴν αἰώνια Βασιλεία τῶν οὐρανῶν.

          Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μας εἶναι κοινωνία δυνάμει ἁγίων, γιατὶ ὅλοι μας ἀγωνιζόμαστε νὰ καταστοῦμε ἅγιοι μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Ποτὲ ὅμως δὲν κινήθηκε ἡ Ἐκκλησία μας στὴ λογικὴ ὅτι ἀποτελεῖ ἕναν σύλλογο δεδικαιωμένων ἢ σεσωσμένων ἀνθρώπων. Ἀντιθέτως, πάντοτε εἶχε σαφὴ συνείδηση ὅτι ἀποτελεῖται ἀπὸ ἀνθρώπους ἁμαρτωλοὺς ποὺ ἀγωνίζονται ἐν μετανοίᾳ γιὰ τὴ σωτηρία τους. Ἐξάλλου, κατὰ τὴ διδασκαλία τῶν Ἁγίων Πατέρων, ἡ Ἐκκλησία εἶναι κατ’ οὐσίαν ἕνα θεραπευτήριο ψυχῶν, ἕνα πνευματικὸ νοσοκομεῖο, στὸ ὁποῖο εἰσέρχεται ὁ τετραυματισμένος ἀπὸ τὴν ἁμαρτία ἄνθρωπος γιὰ νὰ θεραπευθεῖ. Ὅπως ὅλα τὰ  μέλη τῆς Ἐκκλησίας, ἔτσι ἀκριβῶς καὶ οἱ κληρικοὶ (ἐπίσκοποι, πρεσβύτεροι, διάκονοι) εἶναι ἄνθρωποι ἁμαρτωλοὶ ποὺ ἀγωνίζονται ἐν μετανοίᾳ γιὰ τὴ σωτηρία τους. Ἀσφαλῶς καὶ ὀφείλουν οἱ κληρικοὶ ν’ ἀποτελοῦν, κατὰ τὸ μέτρο τοῦ δυνατοῦ, πρότυπο γιὰ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, ἀσφαλῶς καὶ ἀπαιτεῖται οἱ κληρικοὶ νὰ εἶναι καθαροὶ ἀπὸ σοβαρὲς θανάσιμες ἁμαρτίες, δὲν παύουν ὅμως νὰ εἶναι ἄνθρωποι ἀδύναμοι καὶ ἁμαρτωλοί, ποὺ ἀγωνίζονται γιὰ τὴ σωτηρία τους. Σ’ αὐτούς, ὡστόσο, ὁ Πανάγαθος Θεὸς ἐνεπιστεύθη τὸ φοβερὸ ἔργο τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων.

          Δὲν πρέπει λοιπὸν οἱ πιστοὶ νὰ σκανδαλίζονται ὅταν διαπιστώνουν ὅτι καὶ οἱ ἱερεῖς καὶ οἱ ἐπίσκοποι ἔχουν τὶς ἀδυναμίες τους καὶ τὰ ἐλαττώματά τους, οὔτε ἀκόμη καὶ ὅταν λόγῳ σοβαρῶν παρεκτροπῶν κάποιοι κληρικοὶ καθαιροῦνται. Ἀντιθέτως, πρέπει νὰ διακρίνουν τὴν Ἐκκλησία ὡς τὸ Σῶμα τοῦ ζῶντος Χριστοῦ ἀπὸ τὰ πρόσωπα ποὺ διακονοῦν στὸ ἔργο της. Ἐκκλησία δὲν εἶναι μόνο οἱ ἐπίσκοποι καὶ οἱ ἱερεῖς, ἀλλὰ ὁ Κύριός μας Ἰησοὺς Χριστὸς καὶ ὅλος ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ στὴν κοινωνία του μὲ τὸν Θεάνθρωπο Ἰησοῦ Χριστό. Γιὰ νὰ μὴ δημιουργοῦνται δὲ ἀμφιβολίες στοὺς πιστοὺς λόγῳ αὐτῆς τῆς πραγματικότητας, ἡ Ἐκκλησία μας μὲ πολλὴ σοφία κατέστησε σαφές, ὅτι τὰ ἱερὰ μυστήρια ἐνεργοῦνται βάσει τοῦ χαρίσματος τῆς ἱερωσύνης μὲ τὴ θεία χάρη καὶ ὄχι ἀνάλογα μὲ τὸν βαθμὸ καθαρότητος ἢ ἁγιότητος τοῦ κάθε λειτουργοῦ. Ὅταν λοιπὸν κοινωνοῦμε ἀπὸ τὰ χέρια ἑνὸς ἱερέα, κοινωνοῦμε τὸν ἴδιο Χριστό, εἴτε ὁ ἱερέας εἶναι σὲ μέτρα ἁγιότητος εἴτε εἶναι ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς καὶ ἀδύναμος. Τὸ ἴδιο δὲ συμβαίνει μὲ ὅλα τὰ ἐκκλησιαστικὰ μυστήρια καὶ ὅλες τὶς ἁγιαστικὲς πράξεις τῆς Ἐκκλησίας.

          Δημοσιεύθηκε στὸ περιοδικὸ “Παράκληση. Διμηνιαία Ἔκδοσιςερς Μητροπόλεως Λεμεσο, τεῦχος 75.

 

π. Κωνσταντίνου Καλλιανού

Εἶναι ἀλήθεια πὼς ὁ κάθε ἐφημέριος γίνεται δέκτης πολλῶν καὶ ποικίλων βιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἀναδύονται σὲ στιγμὲς ποὺ δὲν τὶς περιμένει. Εἶναι, θὰ μποροῦσε νὰ πεῖ κανείς,  φιλέματα θείας εὐλογίας, ποὺ τὰ στέλνει ὁ Θεὸς νὰ καταρτίσουν,  παραμυθήσουν καὶ χάρίσουν στὴν ψυχὴ ἐμπειρίες μοναδικές κι ἀλανθαστες. Ἐμπειρίες, ποὺ στὴ συνέχεια γίνονται πυξίδες   πορείας πρὸς τὸν Οὐρανό. Καὶ εἶναι τέτοια ἡ συγκίνηση ποὺ καταλαμβάνει τὸν κάθε ἱερέα-δέκτη αὐτῶν τῶν ἁγιασμένων δωρεῶν, ποὺ πραγματικὰ συνταράσσουν τὸ εἶναι. Γιατὶ ὄντως εἶναι συγκλονιστικό, ὅταν στὸ πίσω μέρος τῆς Πρόθεσης βρεθοῦν παλιὰ ὀνόματα ζωντων καὶ κεκοιμημένων, τὰ ὁποῖα ξεχάστηκαν ἐκεῖ, ἀφοῦ προηγουμένως μνημονεύτηκαν-ἀλήθεια, πρὶν ἀπὸ πόσο καιρό;- καὶ βγῆκε γιὰ τὸ καθένα ἡ μερίδα του στὸ Ἱ. Δισκάριο.

Ὅμως τὸ μέγα μάθημα καὶ ἡ ἔκπληξη ποὺ παρέχουν στὸν ἐφημέριο αὐτὰ τὰ λησμονημένα ὀνόματα εἶναι ἡ ἐμβίωση ἀπὸ μέρους του τοῦ προσκαίρου τῆς παρούσης ζωῆς. Γιατί, καθὼς τὰ παρατηρεῖ παρατηρεῖ πὼς κάποια ὀνόματα ποὺ εἶναι γραμμένα στὰ ζῶντα, τώρα πιά, καὶ μετὰ τὴν ἀναχώρησή τους γιὰ τὸν κόσμο τὸν ἀληθινό, τὸν κόσμο τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν Ἁγίων, τώρα πρέπει νὰ σβυστοῦν ἀπὸ ἐκεῖ καὶ νὰ γραφοῦν στὰ κεκοιμημένα. Αὐτὴ ἡ «μετάθεση» ἴσως νὰ φαίνεται κάτι τὸ ἁπλὸ καὶ σύνηθες, ὅμως μέσα της κρύβει ἕνα ἐκρηκτικὸ περιεχόμενο, ἐπειδὴ ἐμφανίζει τὶς  δύο ὄψεις  τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως: τὴν πεπερασμένη καὶ αἰώνιο.

Γιατὶ ἡ πεπερασμένη ἀντιστοιχεῖ μὲ τὴν ἐπίγειο διαδρομὴ καὶ θητεία τοῦ καθενὸς μας κι ἡ αἰώνια μὲ τὸν θεῖο του προορισμό, ὥστε «μετὰ τῶν ἁγίων» νὰ συγκαταλεγεῖ.  Καὶ τὸ κυριώτερο, οἱ δύο αὐτὲς διαδρομὲς ἐμφανίζουν καὶ τὸ σταυρώσιμο χαρακτήρα  τοῦ ἀνθρώπινου βίου. Βίου,  ποὺ ἔχει δύο διαστάσεις: Τὴ φυσική, ποὺ εἶναι ἡ κίνηση τοῦ ἀνθρώπου μέσα στὸν χρόνο, ἀπὸ τὴ γέννησή του δηλαδή, ἴσαμε τὸ τέλος του, τὴν κοίμησή του καὶ τὴ μεταφυσική, αὐτὴ δηλαδή, ποὺ φανερώνεται ὡς τομὴ μέσα στὸ χρόνο καὶ τὴν ἱστορία,  μὲ τὴ συνάντηση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸ Θεό.

Μιὰ δὲ  ἀπὸ τὶς κορυφαῖες στιγμὲς αὐτῆς τῆς συνάντησης εἶναι κι ἐκείνη τῆς μνημόνευσης τοῦ ὀνόματος τοῦ κάθε πιστοῦ κατὰ τὴν ὥρα τῆς ἱ. Προσκομιδῆς. Γιατὶ ἐκεῖνο τὸ ταπεινὸ ψιχίο ποὺ κατατίθεται πάνω στὸ ἱ. Δισκάριο καὶ ἀντιπροσωπεύει ἕνα ὄνομα, θὰ ἐμβαπτιστεῖ στὴ συνέχεια στὸ Ἅγιο Ποτήριο, ὅπου ὑπάρχει τὸ ζωηρὸ καὶ πανακήρατο Αἷμα τοῦ Κυρίου, τὸ Αἷμα δηλαδή, μὲ τὸ ὁποῖο «περιποιήσατο τὴν Ἐκκλησίαν» Του ( Πρξ. 20, 28). Τὴν Ἐκκλησία τῆς ὁποίας ἀναπόσπαστο μέλλος εἶναι ὁ κάθε πιστός, ἀφοῦ Σῶμα Χριστοῦ τυγχάνει. (βλ. Α΄ Κορ. 12,27 ἑξ. ).

Πολλὰ καὶ ποικίλα, λοιπόν, τὰ ὅσα διδάσκουν τὰ ξεχασμένα ὀνόματα, τὰ ὁποῖα ἡ Χάρη Του  ξαφνικὰ παρουσιάζει «πρὸς καταρτισμόν»( Ἐφ. 4, 12) , ἀλλὰ καὶ νουθεσίαν. Γιατὶ καὶ ἀπὸ  κάτι τέτοιες μικρές, ἀσήμαντες καὶ ταπεινὲς λεπτομέρειες πολλὰ ὠφελεῖται ὁ κάθένας μας, πόσο μᾶλλον ὁ κάθε ποιμένας.

 

π. Ἠλία Κουτραφούρη

Γιὰ τὴ θεραπεία τῆς ἐκκοσμικευμένης κατάστασής μας εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναζητήσουμε νὰ θεμελιώσουμε τὴν ζωή μας στο ὀρθόδοξο δόγμα. Σε μια χριστιανικὴ κατασκήνωση ἕνας ἔφηβος κάποτε εἶπε στὸν ὁμαδάρχη του τὸ ἑξῆς ἀξιοπρόσεκτο: «Μᾶς λέτε νὰ ἐφαρμόζουμε τις ἐντολές τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ εἶμαστε καλοὶ χριστιανοί ἀλλὰ δὲν μᾶς μιλᾶτε γιὰ τὸ ποιός εἶναι ὁ Χριστός! Βοηθεῖστε με νά μάθω τί εἶναι ὁ Χριστός!» Κι ὅμως αὐτὴ ἡ τραγικὴ διαπιστωση τοῦ νεαροῦ κατασκηνωτή ἀπηχεῖ τὴ βαθειά ἔλλειψη ἀληθινῆς δογματικῆς κατήχησης.

Κάποτε μιλοῦμε καὶ ζοῦμε σὰν να μπορεῖ νὰ ὑπάρξει Χριστιανισμός χωρὶς τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, γάμος χωρὶς Νυμφίο καὶ Βασιλεία χωρὶς Βασιλέα… Τὰ θεμελιώδη δόγματα τοῦ Εὐαγγελίου ἀπὸ τὰ ὁποῖα πηγάζει ἡ ἐκκλησιαστική ζωή, ὅπως γιὰ παράδειγμα τὸ ὅτι ὁ Χριστός εἶναι  ἀληθινός Θεός καὶ ἀληθινός ἄνθρωπος, ἤ ὅτι ο Χριστός ἀναστήθηκε ἀπὸ τοὺς νεκρούς καὶ ὅτι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι θὰ ἀναστηθοῦμε, ἢ ὅτι ἡ θεία κοινωνία εἶναι ἀληθινὰ τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ  ἄραγε σέ τί βαθμό εἶναι ξεκάθαρα στὸ κυριακάτικο ἐκκλησίασμα μιᾶς ἐνορίας καὶ πολύ περισσότερο σὲ τὶ βαθμό εἶναι σημαντικά γιὰ τὴν προσωπική μας ζωή;

 

π. Κωνσταντίνου Καλλιανού

Ἑσπερίζουμε, μὲ ἑόρτιο διάθεση. Γιὰ νὰ φτάσει καὶ ἡ ἐπιβεβλημένη προετοιμασία...Κατὰ τὸ κέλευσμα τῶν Τυπικῶν «..πρὸ τῆς ἐναρξεως τοῦ ἑσπερινοῦ τίθεται ὑπὸ τὴν ἐν τῷ τέμπλῳ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ ἐπὶ ηὐτρεπισμένου σκίμποδος τὸ λειτουργικὸν βιβλίον τοῦ Τριῳδίου, ἔνθα μεταβαίνει ὁ Πρωτοψάλτης (ἐκπροσωπῶν τοὺς ἐν τοῖς ἀναλογίοις ὑπηρετοῦντας), βάλλει πρὸ τῆς εἰκόνος μετανοίας 3, ἀσπάζεται αὐτήν, λαμβάνει μετὰ χεῖρας τὸ Τριῳδιον καὶ ἀπάζεται αὐτό, ποιεῖ πάλιν μετανοίας μικρὰς 3 καὶ ἀπέρχεται μετὰ τοῦ Τριῳδίου είς τὴν οἰκείαν θέσιν αὐτοῦ».

Ἔχω τὴν πεποίθηση, πὼς γιὰ κανένα ἄλλο λειτουργικὸ βιβλίο δὲν γίνεται αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἡ κατανυκτικὴ τελέτὴ τῆς παραδόσεώς του. Ἴσως γίνεται αὐτό,   ἐπειδὴ εἰσοδεύουμε ἀπόψε στὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων καὶ ἐφετεινοῦ χρόνου, ποὺ τὰ σκέπει, ἐνισχύει καὶ προβάλλει αὐτὸ τὸ ἱερὸ βιβλιο: «Τὸ Τρδιον, τὸ Κατανυκτικόν».

Ἀλήθεια, γιατὶ  συμβαίνει αὐτό;

Ἤδη παρῆλθεν ὁ καιρὸς τῶν ἑορτῶν τοῦ Ἁγίου Δωδεκαήμέρου, μὲ τὴν Μητρόπολιν τῶν ἑορτῶν, τὰ Χριστούγεννα νὰ ἐπισημαίνουν τό, «Θεὸς ἐφανερώθη ἐν σαρκί» ( πρβλ.Α΄ Τιμ. 3, 6) Τὸ βασικό, λοιπόν, ἐρώτημα εἶναι: Πῶς προσεγγίζουμε, συναντοῦμε καὶ βιώνουμε τὴν παρουσία Του; Μά, μὲ τὴν ἄσκηση, ποὺ γεννᾶται μέσα ἀπὸ τὴν ἔγκοπο πορεία στὴν ἔρημο τοῦ κόσμου γιὰ συνάντηση μὲ τὸν Ἰησοῦ Χριστό, καὶ δή τὸν Ἀναστάντα. Γιατὶ αὐτὸ εἶναι ἡ προσδοκία τοῦ καθενὸς καὶ τὸ πανάρχαιο διερώτημά του, ποὺ συμπυκνώνεται στὴν Ὁμολόγία τῆς Πίστεως μὲ κεῖνο τό, «Προσδοκῶ ἀναστασιν νεκρῶν...».

Αὐτό, λοιπόν, τὸ νόημα μᾶς κομίζει καὶ ἐφέτος τὸ ἱερὸ
Τριῴδιο, ποὺ ἀνοίγει τὴν Ὡραία Του Πύλη ἀπόψε μέσα σὲ κλίμα κατανύξεως, ἄφατης συγκινήσεως καὶ ἐγνωσμένης χαρμολύπης. Εἰσοδεύουμε,  οἱ ὅσοι πιστοί,  μὲ σκοπὸ τὴ συνάντηση αὐτή, ποὺ προϋποθέτει, ὡστόσο, ἀδιάλειπτο πνευματικὸ ἀγώνα, πορεία μὲ στημένες πολλὲς παγίδες τοῦ μισοκάλου καὶ ἀταλάντευτη πίστη, ποὺ τὴ θεμελιώνει ἡ βασικὴ ἀρετὴ τῆς ταπεινοφροσύνης. Τῆς ταπεινοφροσύνης ποὺ ἀνοίγει τὸ Τριῴδιο ἀλλὰ καὶ τὸ δρόμο τῆς ἀσκήσεως, τέλος τοῦ ὁποίου εἶναι ἡ ἀνεκλάλητος χαρὰ τῆς Ἀναστάσεως.

Προετοιαζόμαστε, λοιπόν, γιὰ τὴν πορεία αὐτή...Ἀπὸ ἀπόψε, δίχως ἀναβολή, μὲ μόνη ἔγνοια, «Πρὸς ζῆλον ἔλθωμεν..., κατορθοῦντες τὸ πρᾷον, ταπεινώσει συζῶντες, ἐκ καρδίας στεναγμῷ, κλαυθμῷ τε καὶ προσευχῇ, ὅπως σχῶμεν ἐκ Θεοῦ συγχώρησιν». Ἀμήν, εὐλογημένο Τριώδιο, λοιπόν, μὲ σταυροαναστάσιμο προοπτική .

Καθὼς ξημερώνει ἡ Κυριακὴ τοῦ Τελώνου καὶ Φαρισαίου ( 4/5-2-2017)

 

π. Θεμιστοκλή Μουρτζανού

 

 

Οι άνθρωποι φοβόμαστε την θλίψη, τη δοκιμασία, τον πόνο, το κακό. Μας θυμίζουν την ήττα και τον θάνατο. Έτσι, όταν νιώθουμε ότι μας περιμένει μία δυσάρεστη αλλαγή στη ζωή μας είτε καταφεύγουμε στον Θεό είτε αισθανόμαστε ότι υπάρχει μπροστά μας η οδός της απελπισίας.
Η πίστη όμως δε βλέπει έτσι την πραγματικότητα. Όπως χαρακτηριστικά γράφει ο απόστολος Παύλος στους Ρωμαίους: «Ξέρουμε καλά πως οι δοκιμασίες οδηγούν στην υπομονή, η υπομονή στο δοκιμασμένο χαρακτήρα, κι ο δοκιμασμένος χαρακτήρας στην ελπίδα. Κι η ελπίδα τελικά δεν απογοητεύει. Μαρτυρεί γι’ αυτό η αγάπη του Θεού, με την οποία το Άγιο Πνεύμα που μας δόθηκε, γέμισε και ξεχείλισε τις καρδιές μας».
Πρόκειται για μία εντελώς διαφορετική θέαση της ζωής. Αντί να μιλά για την υπομονή ως φάρμακο στις δοκιμασίες, μιλά για τις δοκιμασίες που οδηγούν στην υπομονή. Δε θεωρεί τις δοκιμασίες απορριπτέες στη ζωή, αλλά ως την οδό που οδηγεί στην υπομονή. Η υπομονή χτίζεται με τις δοκιμασίες, δεν είναι έτοιμη κατάσταση. Και χρειάζεται η υπομονή στη ζωή μας, διότι γεννά χαρακτήρα δοκιμασμένο, δηλαδή χαλυβδωμένο και δυνατό, όχι ηττημένο, αλλά ανθεκτικό στην ήττα και τον πόνο και τον θάνατο. Αυτό βεβαίως δε συνεπάγεται αποδοχή τους, δηλαδή μοιρολατρία, αλλά επίγνωση των ορίων μας. Ότι δεν είμαστε αυτοί που ελέγχουμε τον κόσμο και τη ζωή, αλλά ο Θεός, ο οποίος επιτρέπει, για λόγους που Εκείνος γνωρίζει, συνήθως για τις αμαρτίες μας, να περνάμε δυσκολίες, να χάνουμε, να αισθανόμαστε ότι δεν είμαστε εμείς που ελέγχουμε και κυβερνάμε την οδό μας, αλλά όλα ανήκουν αλλού. Ακόμη και εκείνοι που ζούνε με την ψευδαίσθηση ότι είναι πανίσχυροι, συνειδητοποιούν το εφήμερο της δυναστείας τους. Και μόνο έτσι ο δοκιμασμένος χαρακτήρας μπορεί να σταθεί στα πόδια του. Να βρει την ελπίδα, δηλαδή την επίγνωση ότι τα πάντα είναι στον Θεό και Εκείνος θα βάλει το τελικό όριο τόσο στη δοκιμασία όσο και στην ήττα μας. Γιατί ακόμη και αυτά δείχνουν την αγάπη του Θεού, η οποία πλούσια έχει δοθεί στον καθέναν μας, δια του Αγίου Πνεύματος, και γεμίζει και ξεχειλίζει με περίσσεια ζωής τις καρδιές μας.
Οι άνθρωποι σκεπτόμαστε διαφορετικά. Παρασυρμένοι από τον πονηρό και από το κοσμικό πνεύμα θεωρούμε ότι δικαιούμαστε μία αμέριμνη ζωή ή μία ζωή στην οποία τα πάντα θα έρχονται όπως μας αξίζουν. Το αντίθετο είναι αδικία. Και αυτό το μεταφέρουμε και στη σχέση μας με τον Θεό. Ζητούμε από Εκείνον την εκπλήρωση των ονείρων μας για ευτυχία. Θεωρούμε ότι είναι Δίκαιος όταν μας δίνει αυτό που μας αρέσει. Και αναρωτιόμαστε συνεχώς γιατί να συμβαίνει το αντίθετο. Δε θέλουμε έναν Θεό που δε μας ευχαριστεί, που δεν επιτρέπει στη ζωή να πορεύεται σύμφωνα με τις επιθυμίες μας. Δε θέλουμε έναν Θεό που αφήνει να φαίνεται ένας τρόπος προβληματισμού για το εφήμερο και υπέρβασής του. Θέλουμε έναν Θεό που να καταφάσκει στο εδώ και τώρα μας, ώστε να μπορούμε να βλέπουμε τα πάντα στην προοπτική της στιγμής, της ευχάριστης στιγμής. Και γι’ αυτό είτε λησμονούμε τον Θεό, είτε Τον απορρίπτουμε, είτε Τον θυμόμαστε στις δοκιμασίες μας, όχι για να μας βοηθήσει να αντέξουμε, αλλά για να τις πάρει από μας.
Δεν είναι όμως αυτό το νόημα της χριστιανικής πίστης και γι’ αυτό οι πολλοί στέκουν αδιάφοροι έναντί της. Η πίστη που γεννιέται στην καρδιά αυτού που θέλει να αγαπήσει αληθινά τον Θεό δεν κοιτά το αποτέλεσμα, την ωφέλεια, το ευχάριστο, αλλά τη σχέση καθαυτή με Αυτόν που μας αγαπά. Η πίστη πηγάζει από την εμπιστοσύνη και είναι εμπιστοσύνη. Εμπιστεύομαι σημαίνει ότι αφήνω κατά μέρος κάθε προσανατολισμό προς τα έξω ή προς τον εαυτό μου και εργάζομαι σε ό,τι έχω κληθεί να παλέψω, υλικό, πνευματικό, κοινωνικό, με κριτήριο και έκβαση το θέλημα του Θεού.
«Χαρά και λύπη ένα, ένα κι εγώ μαζί Σου» (Σταμάτης Σπανουδάκης), λέμε στον Θεό. Αν οι ανθρώπινες σχέσεις, υπό την προϋπόθεση ότι τις παίρνουμε στα σοβαρά, γίνονται αφορμή περάσματος από την δοκιμασία στην υπομονή, από την υπομονή στον δυνατό χαρακτήρα, από τον δυνατό χαρακτήρα στην ελπίδα ότι η σχέση και η αγάπη θα κρατήσουν για πάντα ή για όσο περισσότερο γίνεται, πόσο μάλλον η σχέση του ανθρώπου με τον Θεό περνά από αυτόν τον δρόμο. Αν μέσα από την πείρα των ανθρώπινων σχέσεων, βρίσκουμε νόημα και αξία στη ζωή μας, διότι υπερβαίνουμε την μοναξιά μας, πόσο μάλλον μέσα από την πείρα της σχέσης με τον Θεό βρίσκουμε νόημα και αξία αιωνιότητας, καθώς υπερβαίνουμε ακόμη και τις ήττες μας και τους φόβους μας και αγκαλιάζουμε Αυτόν που δε θα μας αφήσει ποτέ.
Η πίστη χτίζεται. Ο δρόμος που περιγράφει ο Παύλος είναι ο τρόπος της. Οι πολλοί δεν τη θέλουν. Τη φοβούνται ή τη θεωρούν ξεπερασμένη. Υποταγμένοι στο εφήμερο βλέπουν στο υλικό, στις επιθυμίες, στα μέσα της ζωής τις απαντήσεις στους φόβους και τις δοκιμασίες ή υποτάσσονται στα μεγάλα και αναπάντητα γιατί. Η Εκκλησία δια του Αγίου Πνεύματος και της εμπειρίας της μάς δείχνει την οδό της αποδοχής του θελήματος του Θεού, της αποδοχής των ορίων μας, της αποδοχής της αγάπης του Θεού που χτίζει επιπλέον πίστη, μας κάνει να νικούμε τα άγχη μας ή να τα διαχειριζόμαστε και τελικά να μην νικιόμαστε, καθώς έχουμε αιωνιότητα εντός μας και μπορούμε να χαρούμε ό,τι ωραίο μας δίδεται στη ζωή, χωρίς να το υποτάσσουμε στη δύναμη της αμαρτίας, του κακού, της εφήμερης απόλαυσης. Κι εδώ τελικά βρίσκεται η αληθινή δύναμη!

 

 

Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος πρακτικά μας δείχνει πέντε δρόμους της μετανοίας. Μας λέγει:

Πρώτος δρόμος μετανοίας είναι ν' αυτοκαταδικάζεσαι για τις αμαρτίες σου. Ο Κύριος εκτιμά ιδιαίτερα αυτή σου την πράξη. Αυτός που μόνος του καταδίκασε τ' αμαρτήματά του πολύ δύσκολα θα τα επαναλάβει. Η έγκαιρη εξέγερση της συνειδήσεως σου διά της αυτοκατηγορίας δεν θα έχει κατήγορο στο ουράνιο κριτήριο.

Δεύτερος αξιόλογος δρόμος μετανοίας είναι να μη βαστάς κακία για κανένα, ακόμα και γι' αυτούς τους εχθρούς σου. Να συγκρατείς πάντοτε την οργή σου, να συγχωρείς τ' αμαρτήματα των άλλων, γιατί έτσι θα εξαλείψει και τα δικά σου ο Κύριος. Είναι αυτό ένα αποτελεσματικό καθαρτικό, αφού μας το υπέδειξε ο ίδιος ο Κύριος λέγοντας: Αν συγχωρέσετε τους χρεώστες σας, τότε θα σας συγχωρήσει σίγουρα και ο ουράνιος πατέρας μας (Ματθ. 6. I).

Τρίτος ασφαλής δρόμος μετανοίας είναι η ορθή, θερμή και εκ βαθέων καρδιακή προσευχή. Μη λησμονάμε την ευαγγελική χήρα που επέμενε στο αίτημα της στον δύστροπο δικαστή και τελικά έλαβε το ποθούμενο (Λουκ. 18, 1-8). Αν εκείνη έλαβε για την επιμονή της από τον αδιάντροπο δικαστή, πόσο μάλλον εμείς που έχουμε ουράνιο πατέρα ήμερο, φιλικό και φιλάνθρωπο και οπωσδήποτε θα μας δωρίσει τα προς τη σωτηρία μας αιτήματα.

Τέταρτος σίγουρος δρόμος μετανοίας είναι της ελεημοσύνης, που η δύναμή της είναι ανέκφραστα μεγάλη. Ο προφήτης Δανιήλ είπε στον βασιλέα Ναβουχοδονόσορα να ξεπλύνει τις πολλές αμαρτίες του μ' ελεημοσύνη και τ' ανομήματά του με το να ευσπλαγχνισθεί τους φτωχούς. Η αγάπη είναι ικανή να εξαλείψει αμαρτήματα. Ο μετανοημένος παραβάτης με τη φιλανθρωπία επανορθώνει τα πάντα με τον αγώνα του και τη χάρη του Θεού.

Πέμπτος δρόμος σταθερός ο συνδυασμός πηγαίας μετριοφροσύνης κι εγκάρδιας ταπεινοφροσύνης. Μάρτυρας προς τούτο ο τελώνης της ευαγγελικής παραβολής. Η γνήσια ταπεινοφροσύνη του αποτίναξε όλο το βαρύ φορτίο των αμαρτημάτων του.

Καταλήγει λοιπόν, αγαπητοί μου αδελφοί, ο ιερός Χρυσόστομος: Να καταδικάζουμε τις αμαρτίες μας, να συγχωρούμε τις αμαρτίες των αδελφών μας, να 'χουμε κερδοφόρα προσευχή, καρπούς ελεημοσύνης και ταπεινοφροσύνης, δίχως να καθυστερούμε, δίχως να χάνουμε ούτε μία μέρα και ώρα βαδίζοντας τους πέντε αυτούς σωτήριους δρόμους καθημερινά.

 

Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ιεροθέου

 

Μπορείτε να δείτε, το τι δημιουργεί η θρησκεία στη σημερινή εποχή. Για παράδειγμα στην Ανατολή, στη Μέση Ανατολή, αλλά όπου υπάρχει και λειτουργεί ο Μουσουλμανισμός, ο Ισλαμισμός, βλέπουμε εκεί καθαρά την αρρώστια της θρησκείας. Εν ονόματι της θρησκείας δημιουργούνται μάχες, αντιπαραθέσεις, αποκεφαλισμοί, βιασμοί, βιαιότητες, και είναι χαρακτηριστικό ότι ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, σε μια συνάντηση που είχε κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας του με κάποιον ο οποίος ήταν υπεύθυνος για τον ενταφιασμό των Μουσουλμάνων, έναν τασιμάνη, μεταξύ των άλλων του είπε ότι ο Μουσουλμανισμός διαδόθηκε σε όλο τον κόσμο με την βία και την ηδονή. Προσέφερε ο Μωάμεθ τη βία και την ηδονή στους ανθρώπους και δημιουργούνται τέτοιες καταστάσεις αρρωστημένες με τρομοκρατικές εκδηλώσεις, με αποκεφαλισμούς, με βιαιότητες και νοοτροπίες πολεμικές.
Αυτή είναι η αρρώστια της θρησκείας εναντίον της οποίας πάλεψαν και αγωνίστηκαν οι προφήτες, και μας απάλλαξε ο Χριστός και δημιούργησε την Εκκλησία Του. Αλλά προφήτες δεν υπήρχαν μόνο στην Παλαιά Διαθήκη, προφήτες υπάρχουν και στην Καινή Διαθήκη. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς θα κάνει αυτή την επισήμανση και τη διάκριση: Οι προφήτες στην Παλαιά Διαθήκη έβλεπαν τον άσαρκο Λόγο και συγχρόνως προέβλεπαν και προεφήτευαν την ενανθρώπιση και έβλεπαν τον σεσαρκωμένο Λόγο που θα γεννιόταν στον κατάλληλο καιρό. Οι προφήτες της Καινής Διαθήκης είναι εκείνοι που έχουν κοινωνία με τον σεσαρκωμένο Λόγο, τον ενανθρωπίσαντα Χριστό και ομιλούν και ζουν για την δευτέρα έλευση του σεσαρκωμένου Λόγου, οπότε θα γίνει και η ανάσταση των νεκρών και θα έλθει η Βασιλεία του Θεού.
Το προφητικό χάρισμα δεν εξέλειπε από την Εκκλησία, παραμένει και σήμερα. Ο επίσκοπος δεν είναι μόνον ο προεστός της ευχαριστιακής συνάξεως είναι και ο προφήτης ο οποίος κηρύττει το Λόγο του Θεού. Είναι ο προφήτης ο οποίος στρέφεται εναντίον κάθε λατρείας ψεύτικης, κάθε θρησκευτικής πίστης η οποία είναι ξένη από τον ζωντανό Θεό, και ομιλεί για το πώς ο άνθρωπος θα αποκτήσει κοινωνία με τον ζώντα Θεό. Κι έτσι δεν είναι μόνο προεστός ευχαριστιακής συνάξεως, αλλά είναι και προφήτης που διδάσκει και καθοδηγεί τον λαό. Είναι το προφητικό χάρισμα που έχει ο επίσκοπος, όπως έχει και το βασιλικό χάρισμα και το αρχιερατικό χάρισμα και την ευλογία του Θεού.

 

Πρωτ. Μιχαὴλ Βοσκοῦ

Ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστιανοῦ εἶναι πρῶτ᾿ ἀπ᾿ ὅλα μίμηση τῆς ἄπειρης ἀγάπης τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ καὶ μίμηση τῆς ἀγάπης τοῦ σαρκωθέντος Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀγάπη χωρὶς πέρας, χωρὶς ὅρια. Κι ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστιανοῦ, γιὰ νὰ εἶναι πραγματικὴ χριστιανικὴ ἀγάπη, πρέπει ἐπίσης νὰ καταστεῖ ἄπειρη καὶ ἀπεριόριστη. Δὲν μπορεῖ νά ᾿ναι ἀληθινὴ ἀγάπη μιὰ ἀγάπη ποὺ ἀπευθύνεται μόνο πρὸς ἐκείνους ποὺ μᾶς ἀγαποῦν ἢ πρὸς ἐκείνους, ἀπὸ τοὺς ὁποίους περιμένουμε ἀνταπόδοση. Δὲν μπορεῖ νά ᾿ναι ἀληθινὴ ἀγάπη μιὰ ἀγάπη ποὺ περιορίζεται στὴ δική μας οἰκογένεια, στοὺς δικούς μας φίλους καὶ γνωστούς, στὴ δική μας κοινωνικὴ ὁμάδα, στὸ δικό μας ἔθνος. Ἡ γνήσια χριστιανικὴ ἀγάπη ἀπευθύνεται πρὸς ὅλους χωρὶς καμιὰ διάκριση, πρὸς φίλους καὶ ἐχθρούς, πρὸς φτωχοὺς καὶ πλουσίους, πρὸς ἰσχυροὺς καὶ ἀδυνάτους. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Κύριος νομοθετεῖ στὴν Ἐπὶ τοῦ ὄρους ὁμιλία Του: “Ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ἡμῶν, εὐλογεῖτε τοὺς καταρωμένους ὑμᾶς, καλῶς ποιεῖτε τοῖς μισοῦσιν ὑμᾶς ... ὅπως γένησθαι υἱοὶ τοῦ πατρὸς ὑμῶν τοῦ ἐν οὐρανοῖς” (Ματθ. ε’ 44-45). Ὡς “καῦσις καρδίας ὑπὲρ πάσης τῆς κτίσεως”, κατὰ τὸν Ἅγιο Ἰσαὰκ τὸν Σύρο, ἡ χριστιανικὴ ἀγάπη ἀπευθύνεται ἀκόμη καὶ πρὸς τοὺς δαίμονες. Εἶναι ἀρκετὰ τὰ παραδείγματα τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας, ποὺ προσεύχονταν στὸν Πανάγαθο Θεὸ ἀκόμη καὶ γιὰ τὸν ἀρχέκακο διάβολο, ἔστω κι ἂν γνώριζαν ὅτι αὐτὸς δὲν εἶναι δεκτικὸς σωτηρίας.

          Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ Χριστοῦ εἶναι ἀγάπη κενωτικὴ καὶ θυσιαστική. Κι ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστιανοῦ, γιὰ νὰ εἶναι πραγματικὴ χριστιανικὴ ἀγάπη, πρέπει νὰ συνοδεύεται ἀπὸ τὴν κένωσή μας ἀπὸ κάθε πάθος καὶ κάθε ἁμαρτία, ὥστε νὰ μείνει χῶρος μέσα μας γιὰ τὴν ἀπόκτηση τῆς θείας χάριτος. Πρέπει νὰ συνοδεύεται ἀπὸ τὴν κένωσή μας ἀπὸ τὸ ἴδιον θέλημα, ὥστε νὰ μπορέσουμε νὰ κάνουμε πράξη στὴν ζωή  μας τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἡ γνήσια χριστιανικὴ ἀγάπη σημαίνει πραγματικὴ κένωση, ἀλλὰ σημαίνει καὶ ἑτοιμότητα γιὰ θυσία. Θυσία τῆς καλοπέρασης καὶ τοῦ βολέματός μας, θυσία τῶν ποικίλων ἐπιθυμιῶν μας, θυσία τῶν ἐγωϊσμοῦ μας καὶ τοῦ δικοῦ μας θελήματος, θυσία ἀκόμη καὶ τῆς ἰδίας μας τῆς ζωῆς, ἂν τοῦτο κάποια στιγμὴ μᾶς ζητηθεῖ. Χωρὶς αὐτὴν τὴν ἑτοιμότητα γιὰ θυσία, οὔτε τὸν συνάνθρωπό μας μποροῦμε ν᾿ἀγαπήσουμε ἀληθινά, οὔτε φυσικὰ καὶ τὸν Θεό. Γιατὶ ἡ ἀγάπη τότε “ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς”, εἶναι ἀγάπη ὄχι χριστιανική, ἀλλὰ ἀγάπη τοῦ κόσμου τούτου.

          Σίγουρα γιὰ ἕναν ἄνθρωπο, ποὺ ἐπιθυμεῖ νὰ ζήσει κοσμικά, αὐτὴ ἡ ἀγάπη εἶναι ἀσύμφορη, γιατὶ ἀνατρέπει ὅλα τὰ δεδομένα μιᾶς βολεμένης καὶ εὐχάριστης ζωῆς. Γιὰ ἕναν ἄνθρωπο ὅμως, γιὰ τὸν ὁποῖο ἡ ζωὴ δὲν τελειώνει μὲ τὸ βιολογικὸ θάνατο, γιὰ ἕναν ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος “προσδοκεῖ ἀνάστασιν νεκρῶν καὶ ζωὴν τοῦ μέλλοντος αἰώνος”, αὐτὴ ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ μοναδικὴ ὁδός, ποὺ ὁδηγεῖ μὲ βεβαιότητα στὴν αἰώνια ζωή.

 

π. Ιωάννου Ρωμανίδη

Τώρα το ερώτημα που ακολουθεί είναι: Που σταματάει η δεισιδαιμονία και που αρχίζει η αληθινή πίστις;

Σ’ αυτά τα θέματα οι Πατέρες έχουν σαφείς θέσεις και διδασκαλία. Ένας άνθρωπος, ο οποίος ακολουθεί ή μάλλον νομίζει ότι ακολουθεί την διδασκαλία του Χριστού και απλώς πηγαίνει στην Εκκλησία κάθε Κυριακή, που κοινωνεί κατά τακτά διαστήματα, που χρησιμοποιεί τους παπάδες για να του κάνουν αγιασμούς , ευχέλαια κλπ, χωρίς να εμβαθύνη σ’ αυτά, παραμένοντας στο γράμμα του νόμου και όχι στο πνεύμα του νόμου, αυτός ωφελείται ιδιαίτερα από την Ορθοδοξία; Μετά ένας άλλος, ο οποίος προσεύχεται αποκλειστικά για την μέλλουσα ζωή για τον εαυτό του και για τους άλλους και αδιαφορεί τελείως γι’ αυτήν την ζωή, αυτός πάλι ωφελείται ιδιαίτερα από την Ορθοδοξία; Η μία τάσις εκπροσωπείται από τον παπά της ενορίας και όσους μαζεύονται γύρω του με το παραπάνω πνεύμα και η άλλη εκπροσωπείται από έναν Γέροντα σε μοναστήρι, συνήθως κάποιον αρχιμανδρίτη, που βρίσκεται σε σύνταξι και περιμένει να πεθάνη, με μερικούς μοναχούς γύρω του.

Εφ’ όσον οι δύο αυτές τάσεις δεν είναι επικεντρωμένες γύρω από την κάθαρσι και τον φωτισμό, από πατερικής απόψεως, είναι λανθασμένες ως προς εκείνο που επιδιώκουν. Όσο όμως είναι επικεντρωμένες γύρω από την κάθαρσι και τον φωτισμό και εφαρμόζουν την Ορθόδοξη Πατερική ασκητική αγωγή για την απόκτησι της νοεράς προσευχής, τότε μόνον τα πράγματα τίθενται πάνω σε ορθή βάσι. Αυτές οι δύο τάσεις είναι υπερβολές προς τα δύο άκρα. Δεν έχουν αυτές οι τάσεις κοινόν άξονα. Ο κοινός άξονας που διακρατεί την Ορθοδοξία και διατηρεί την συνοχή της, ο ένας και μοναδικός της άξονας επάνω σε όλα τα θέματα που την απασχολούν και ο οποίος τοποθετεί τα πράγματα πάνω σε ορθή βάσι, όταν λαμβάνεται υπ’ όψιν, είναι ο άξονας: Κάθαρσις – φωτισμός – θέωσις.

Οι Πατέρες δεν ενδιαφέρονται για το τι θα συμβή στον άνθρωπο μετά θάνατον αποκλειστικά, αλλά εκείνο κυρίως που τους ενδιαφέρει είναι το τι θα γίνη ο άνθρωπος σ’ αυτήν τη ζωή. Μετά θάνατον δεν υπάρχει θεραπεία του νοός, οπότε πρέπει σ’ αυτήν τη ζωή να αρχίση η θεραπεία, διότι «εν τω Άδη ουκ εστι μετάνοια». Γι’ αυτό η Ορθόδοξη Θεολογία δεν είναι υπερκοσμική ούτε μελλοντολογική ούτε εσχατολογική, αλλ’ είναι καθαρά ενδοκοσμική. Διότι το ενδιαφέρον της Ορθοδοξίας είναι για τον άνθρωπο σ’ αυτόν τον κόσμο, σ’ αυτήν την ζωή, όχι μετά θάνατον.

Τώρα η κάθαρσις και ο φωτισμός για ποιον λόγο χρειάζονται; Για να πάη ο άνθρωπος στον Παράδεισο και να αποφύγη την Κόλασι; Γι’ αυτό χρειάζονται; Εις τι συνίσταται η κάθαρσις και ο φωτισμός και για ποιον λόγο επιδιώκονται από τους Ορθοδόξους; Για να βρη κανείς τον λόγο και να δώση απάντησι στην ερώτησι αυτή, πρέπει να κατέχη το βασικό κλειδί, το οποίο είναι τούτο: Όλοι οι άνθρωποι επάνω στην γη έχουν το ίδιο τέλος από Ορθόδοξη θεολογική άποψη. Είτε είναι κανείς Ορθόδοξος είτε είναι Βουδδιστής είτε Ινδουϊστής είτε αγνωστικιστής είτε άθεος, ο,τιδήποτε και αν είναι, δηλαδή κάθε άνθρωπος επάνω στην γη, είναι προωρισμένος να δη την δόξα του Θεού. Θα δη την δόξα του Θεού κατά το κοινό τέλος της ανθρωπότητος κατά την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού. Όλοι οι άνθρωποι θα δουν την δόξα του Θεού, και από αυτής της απόψεως έχουν το ίδιο τέλος. Όλοι βέβαια θα δουν τη δόξα του Θεού, αλλά με μία διαφορά: Οι μεν σεσωσμένοι θα δουν την δόξα του Θεού ως Φως γλυκύτατον και ανέσπερον, οι δε κολασμένοι, θα δουν την ίδια δόξα του Θεού ως πυρ καταναλίσκον, σαν φωτιά που θα τους καίη. Αυτό, το ότι όλοι θα δούμε την δόξα του Θεού, είναι ένα αληθινό και αναμενόμενο γεγονός. Το να δη κανείς τον Θεό, δηλαδή την δόξα Του, το Φως Του, αυτό είναι κάτι που θα γίνη είτε το θέλομε είτε όχι. Η βίωσις όμως αυτού του Φωτός θα είναι διαφορετική στους μεν από τους δε.

Οπότε το έργο της Εκκλησίας και των παπάδων δεν είναι να μας βοηθήσουν να δούμε αυτήν την δόξα, διότι αυτό θα γίνη οπωσδήποτε. Το έργο της Εκκλησίας εστιάζεται στο πώς θα δη ο κάθε άνθρωπος τον Θεόν. Όχι στο αν θα δη τον Θεόν. Δηλαδή το έργο της Εκκλησίας είναι να κηρύττη στους ανθρώπους ότι υπάρχει Θεός αληθινός, ότι ο Θεός αποκαλύπτεται είτε ως Φως είτε ως πυρ καταναλίσκον, ότι όλοι οι άνθρωποι κατά την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού θα δούμε τον Θεόν, και να προετοιμάζη τα μέλη της, ώστε να δουν τον Θεόν όχι σαν φωτιά, αλλά σαν Φως.

Αυτή η προετοιμασία των μελών της Εκκλησίας, καθώς και όλων των ανθρώπων, που θέλουν να δουν τον Θεόν ως Φως, είναι στην ουσία της μία θεραπευτική αγωγή, η οποία πρέπει να αρχίση και να τελειώση σ’ αυτήν τη ζωή. Πρέπει σ’ αυτήν τη ζωή να γίνη η θεραπεία και να περατωθή. Διότι μετά θάνατον ουκ εστι μετάνοια. Αυτή η θεραπευτική αγωγή είναι η ουσία και το κύριο περιεχόμενο της Ορθοδόξου Παραδόσεως ως και η κύρια μέριμνα της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Συνίσταται δε και αποτελείται από τα ακόλουθα τρία στάδια πνευματικής αναβάσεως: Την κάθαρσι από τα πάθη, τον φωτισμό από την Χάρι του Αγίου Πνεύματος, και την θέωσι, πάλι από την Χάρι του Αγίου Πνεύματος. Συμβαίνει δε και τούτο: Αν δεν φθάση κανείς τουλάχιστον σε κατάστασι μερικού φωτισμού, σ’ αυτήν την ζωή, δεν μπορεί να δη τον Θεόν σαν Φως ούτε σ’ αυτήν την ζωή, αλλά ούτε και στην άλλη ζωή.

Έτσι είναι φανερό ότι οι Πατέρες της Εκκλησίας ενδιαφέρονται για τον άνθρωπο όπως είναι σήμερα, αυτήν την στιγμή. Και εκείνος, που χρειάζεται θεραπεία, είναι ο κάθε άνθρωπος, ο οποίος έχει και την ευθύνη ενώπιον του Θεού να αρχίση αυτό το έργο σήμερα, σ’ αυτήν την ζωή, διότι σ’ αυτήν την ζωή μπορεί. Όχι μετά θάνατον. Και αυτός ο ίδιος ο άνθρωπος είναι εκείνος, που θα αποφασίση για το αν θα ακολουθήση αυτόν τον δρόμο της θεραπείας ή όχι.

Ο Χριστός είπε: «Εγώ ειμί η οδός». Η οδός προς τι; Όχι μόνον προς την άλλη ζωή. Ο Χριστός είναι πρώτα η οδός σ’ αυτήν την ζωή. Ο Χριστός είναι η οδός προς τον Πατέρα Του και Πατέρα μας. Ο Χριστός αποκαλύπτεται στον άνθρωπο πρώτα σ’ αυτήν την ζωή και του δείχνει τον δρόμο προς τον Πατέρα. Αυτός ο δρόμος είναι ο ίδιος ο Χριστός. Αν ο άνθρωπος δεν δη τον Χριστόν σ’ αυτήν την ζωή τουλάχιστον με την νοερά αίσθηση, δεν θα δη τον Πατέρα, δηλαδή το Φως του Θεού ούτε στην άλλη ζωή.

 

(ἤ, Πῶς βιώνει ἕνας ἱερέας τὴν ἱστορικὴ διαδρομὴ τῆς ἐνορίας του)

Μνημόσυνο Ἀρχιμ. Παγκρατίου Μπρούσαλη, τοῦ ἀγαθοῦ πνευματικοῦ.

π. Κωνσταντίνου Ν. Καλλιανού

Ἔχω τὴν ταπεινὴ γνώμη, ὅτι αὐτὸ ποὺ θὰ πρέπει νὰ συγκινεῖ  ἕνα ἐφημέριο εἶναι, σὺν τοὶς ἄλλοις,  καὶ ἡ ἱστορία τὴν ὁποία ἀποδέχεται, μόλις ἀναλάβει τὰ καθήκοντά του σὲ μιὰ ἐνοριακὴ κοινότητα. Καὶ δὲν εἶναι σχῆμα λόγου αὐτὰ ποὺ ἀναφέρονται, ἀλλὰ μιὰ πραγματικότητα,  τὴν ὁποία ὀφείλει νὰ ἐπεξεργαστεῖ ὁ κάθε νέος ἐφημέριος, γιατὶ ἕνα εἶναι σίγουρο νὰ γευτεῖ ἀπ᾿  αὐτὴ τὴ συνάντηση: τὸ βάρος μιᾶς πραγματικότητας ποὺ πέρασε μέν, ὡστόσο ἔχει ἀφήσει τὴ σφραγίδα της ἀνεξαλειπτη.

Ὅμως ἄς δοῦμε τὰ πράγματα ἀπὸ τὴν ἀρχή.  

Τί εἶ­ναι, ἄ­ρα­γε, ἡ ἱ­στο­ρί­α; Τό ἐ­ρώ­τη­μα πλη­γώ­νει ὅ­ταν θε­λή­σου­με νά τό ἀ­παν­τή­σου­με κυ­ρι­ο­λε­κτι­κά. Για­τί ἡ λέ­ξη ἱ­στο­ρί­α, "ἡ ὁ­πο­ί­α πα­ρά­γε­ται ἀ­πό τό ρῆ­μα οἶ­δα ση­μα­ί­νει τήν γνῶ­σιν τῶν πά­σης φύ­σε­ως συμ­βάν­των καί φυ­σι­κά τήν ἔκ­θε­σιν αὐ­τῶν πρός το­ύς με­τα­γε­νε­στέ­ρους" (Τάσος Ἀ.Γρι­τσό­που­λος). Κι ἐδῶ εἶναι ποὺ χρειάζεται νὰ σταθεῖ κι ὁ κάθε ἐφημέριος ποὺ καλεῖται νὰ διακονήσει μιὰ ἐνορικαὴ κοινότητα μὲ ἱστορία αἰώνων ἤ ἔστω καὶ μὲ πρόσφατο, ὀλιγόχρονο παρελθόν. Γιατὶ ἡ κάθε περίπτωση ἔχει τὴ γοητεία της, ἐπειδὴ καὶ στὶς δύο συνυπάρχει τὸ ρίγος τῆς μνήμης: Μιᾶς μνήμης μὲ ἀρκετὴ ἤ κι ἐλάχιστη πατίνα τοῦ χρόνου. Μιὰ χρονικὴ διάρκεια μὲ πολλὰ ἤ καὶ λιγοστὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα καὶ συνθέτουν τὴν ἱστορικὴ μαρτυρία τῆς κοινότητας αὐτῆς.

Ὡστόσο, αὐτὸ ποὺ ἀπαιτεῖται νὰ συνειδητοποιήσει ὁ κάθε ἐφημέριος,  εἶναι τὰ τεκμήρια ποὺ ἔχει στὴ διαθεσή του. Τεκμήρια ποὺ πιστοποιοῦν αὐτὴ τὴν ἱστορία καὶ συνάμα ἀποτελοῦν τοὺς κρίκους μιᾶς ἁλυσίδας, ποὺ ἀρχίζει ἀπὸ τὸ χθὲς καὶ φθάνει ἴσαμε  σήμερα καὶ συνεχίζει...Γιατὶ τὰ ἔσχατα κάθε ἐνοριακῆς κοινότητας εἶναι θέλημα Ἄλλου, ὁ ὁποῖος ἄλλωστε καὶ ρυθμίζει τὰ ὅσα συντελοῦνται καὶ συμβάινουν. Κι αὐτὰ ποὺ συμβαίνουν εἶναι ποὺ κληρονομοῦνται στοὺς μεταγενέστρους, ὡς πολυτιμα περιουσιακὰ στοιχεῖα.

Στ᾿ ἀλήθεια τὶ εἴδους μπορεῖ νὰ εἶναι αὐτὰ τὰ κληροδοτήματα;

Ἀναμφίβολα τὰ ὅσα κληρονομεῖ κάποιος  εἶναι καὶ ἀποτελοῦν τὰ πιστοποιητικὰ παρουσίας ἀνθρώπων καὶ γεγονότων. Ἔτσι καὶ μέσα στὴν ἐνοριακὴ κοινότητα αὐτὰ ποὺ κληρονομεῖ ὁ κάθε ἐφημέριος εἶναι τὰ τεκμήρια ὅσων κατὰ καιροὺς ἔχουν συναχθεῖ καὶ ἀρχειοθετηθεῖ. Μπορεῖ δηλαδή, νὰ εἶναι αὐτά, φωτογραφίες, ἐπιστολὲς, ἐνδύματα, ἱερὰ σκεύη καὶ βιβλία καὶ διάφορα σημειώματα, ποὺ ἀνήκανε σὲ παλιότερους ἐφημερίους, ἀλλὰ καὶ ἐνορίτες ποὺ τὰ ἀφιέρωσαν.

Ὡστόσο, ἐκεῖ ποὺ πληγώνεται περισσότερο ἡ ψυχὴ καὶ δακρύζει, εἶναι  γι᾿ αὐτὰ ποὺ ἀπόμειναν στὶς ἀρχαῖες τὶς ἐνορίες, κάποιες ἀπὸ τὶς ὁποῖες μπορεῖ σήμερα νὰ ψυχορραγοῦν ἤ ἄλλες νὰ εἶναι ἔρημες καὶ σιωπηλές ( βλ. ἐνορία τοῦ Χριστοῦ στὸ Κάστρο τῆς Σκιάθου).  Ὡστόσο, θὰ πρέπει νὰ γνωρίζουμε, πὼς σὲ ὅλες αὐτὲς ὑπάρχει ἀκόμα ἡ παλαιὰ αἴγλη καὶ ἡ νοσταλγία ποὺ ἀνεβαίνει ἀπό τὸ βάθος τοῦ  χρόνου μέσα σὲ μιὰ ὀμίχλη, σ᾿ ἕνα σύθαμπο-λές κι εἶναι βαρὺ χειμωνιάτικο πρωϊνό-μέσα στὸ ὁποῖο δυσδιάκριτα ἀναδύονται πρόσωπα καὶ γεγονότα. Πρόσωπα ποὺ τὰ φωτίζουν ἰσχνὰ ἁγιοκέρια καὶ γεγονότα μὲ τὴ σφραγίδα τῆς χαρμολύπης πάνω τους. Κι ὅλ᾿ αὐτὰ μπορεῖ νὰ μὴν ἔχουν ἀποτυπωθεῖ σὲ φωτογραφίες, ἀκόμα καὶ σὲ σκίτσα. Ὅμως ἔχουν σημαδευτεῖ ἀπὸ μιὰ παρουσία ὁλόφωτη καὶ  περίεργα ζωντανή. Παρουσία, ποὺ τὴ συναντᾶς σὲ κηροσταγμένα παλαίτυπα Εὐαγγέλια ἤ Εὐχολόγια, σὲ παλιωμένα ἄμφια, σὲ Ἀντιμήνσια μὲ τὸ ἐκτύπωμα τῶν χεριῶν πάνω τους σὲ ἱδρωμένες ἄκρες, ἀλλὰ καὶ σὲ κεῖνα τὰ πολύχρονα σφραγισμένα σεντούκια, ποὺ ὅταν τὰ ἀνοίγεις αἰσθάνεσαι νὰ ὁσμίζεσαι κλεισμένες ἀνάσες, οἱ ὁποῖες ἀσφαλῶς  συγκινοῦν, ἀλλὰ καὶ διδάσκουν. Μάλιστα, ἄν κοιτάξεις μὲ προσοχὴ καὶ φαντασία πίσω ἀπὸ τὰ σκουριασμένα κηροστάγματα καὶ τὰ μαυρισμένα ἄμφια, θὰ δεῖς λαμπροφωτισμένους Χριστουγεννιάτικους Ὄρθρους καὶ μυρωμένες Πασχαλιές. Συνάμα θὰ καταλάβεις,  γιατὶ σὲ κάποιες εὐαγγελικὲς περικοπὲς ἔχουν πυκνώσει οἱ κηλίδες ἀπὸ  κηροστάγματα. Καὶ τότε θὰ προσέξεις πὼς ἀπὸ αὐτὲς τὶς σελίδες ἀνασταίνονται χαρὲς περίσιες, ἀλλὰ καὶ φαρμακωμένα περιστατικά, καθὼς στὶς σελίδες αὐτὲς  ἀφοροῦν  εὐαγγελικὲς περικοπὲς ποὺ λέγονται  στὸ Γάμο, στὴ Βάπτιση ἤ  στὴν Κηδεία, ἀλλὰ καὶ στὸ Μνημόσυνο  Γιατὶ ὅλ᾿ αὐτὰ  φανερώνουν καὶ θυμίζουν ἕναν ἄλλο κόσμο, ταπεινὸ καὶ  συνάμα εὐαίσθητο κόσμο, ἀνθρώπινο, μὲ τὸ μεγαλο προνόμιο τῆς πτωχείας ὡς οἰκόσημο. Γι᾿ αὐτὸ καὶ τὰ ἔργα τους  εἶναι ὅλα ἔργα στολισμένα μὲ ἀπεριττη ὁμορφιά, δίχως ἔπαρση καὶ ξιπασμό, χωρὶς ἐντυπωσιασμὸ καὶ αὐτοπροβολή. Ἔγνοια τους, βλέπεις, δὲν ἦταν νὰ διασώσει ὁ καθένας τὴν ὅποια του στιγμὴ διακονίας-πρὸς τί, ἄλλωστε;-ἀλλὰ νὰ παραδώσει στοὺς μεταγενέστερους μαθήματα  νοικοκυροσύνης καὶ ἁγνῆς ἀρχοντιᾶς. Ἔστω καὶ μέσα στοὺς μισοφωτισμένους,  ὑγροὺς  καὶ ταπεινοὺς ἐκείνους ναούς, πού, ὡστόσο,  εὐωδίαζαν ἁγιοσύνη καὶ ἱεροπρέπεια, ἀλλὰ καὶ στὰ μικροκαμωμένα ἐκεῖνα σπιτια,  ποὺ ἐπίσης εὐωδίαζαν ἀπὸ τὰ φυλαγμένα γιὰ τὸ χειμώνα κυδώνια καὶ τὰ μῆλα, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὰ καμμένα τὰ ξύλα τῆς παραστιᾶς.

Μ᾿ αὐτὲς τὶς ἀρχὲς καὶ τὶς ἀποδείξεις γράφεται, λοιπόν, ἡ ἱστορία. Προπάντων ἡ ἱστορία τῶν ἐνοριῶν, ποὺ καλεῖται, ὄχι μονάχα νὰ σεβαστεῖ,  ἀλλὰ καὶ νὰ βιώσει ὁ κάθε ἐφημέριος. Κυρίως νὰ βιώσει, γιατὶ μέσα ἀπὸ αὐτὴν τὴν λειτουργία τῆς ψυχῆς εἶναι δυνατὸ νὰ καταλάβει τοὺς κόπους  καὶ τὶς θυσίες τῶν προκατόχων του καὶ νὰ διδαχτεῖ ἀπ᾿αὐτές. Διαφορετικὰ θὰ περάσει ὁ καιρὸς καὶ μαζὶ μὲ αὐτὸν κάθε τί,  ποὺ μποροῦσε νὰ εἶναι γιὰ τὶς ἑπόμενες γενιὲς ἕνα ἐφαλτήριο προόδου καὶ πνευματικῆς ἀνάτασης. Γιατὶ πάνω ἀπ᾿ὅλα,  ἡ ἱστορία εἶναι μάθημα, τὸ πρῶτο, μάλιστα, μάθημα ποὺ καλεῖται ὁ κάθε ἐφημέριος νὰ διδαχτεῖ, ἀφοῦ μέσα του εἶναι ταμιευμένη ἡ Πίστη τῶν πατέρων του, ἀλλὰ καὶ δικιά του πίστη, ποὺ καλεῖται νὰ διακονήσει καὶ νὰ προβάλλει μὲ εὐθύνη καὶ ἀψευδῆ παρρησία.

Ξημερώνοντας τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Ἐπισκόπου Νύσσης.

 

Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου κ. Ἱεροθέου

Τό πρόσωπο πού ἔπαιξε σπουδαῖο ρόλο στή Βάπτιση τοῦ Χριστοῦ εἶναι ὁ Τίμιος Πρόδρομος, ὁ Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής. Πρόκειται γιά μιά μεγάλη φυσιογνωμία, ἕνα μεγάλο προφήτη, πού βρίσκεται στό μεταίχμιο μεταξύ τῆς Παλαιᾶς καί τῆς Καινῆς Διαθήκης, πού εἶναι ὁ τελευταῖος τῶν προφητῶν τῆς Παλαιᾶς καί ὁ πρῶτος τῶν προφητῶν τῆς Καινῆς Διαθήκης. 

Ὁ τρόπος τῆς συλλήψεώς του ἦταν θαυματουργικός, δηλαδή ἔγινε μέ τήν παρέμβαση τοῦ Θεοῦ, διά τοῦ σπέρματος τοῦ πατέρα του Ζαχαρία, καί ὄχι ἐκ Πνεύματος ἁγίου. Ἡ γέννησή του συνδέεται μέ θαυματουργικά γεγονότα. Ἡ διαμονή του ἀπό τριῶν ἐτῶν στήν ἔρημο δείχνει τήν ἀγγελική του πολιτεία. Τό κήρυγμα τῆς μετανοίας ἦταν προετοιμασία τοῦ λαοῦ γιά τήν ὑποδοχή τοῦ Μεσσίου. Ἡ ταπείνωσή του μεγαλειώδης. Ἀλλά καί ὁ τρόπος τῆς τελειώσεώς του δείχνει ὅτι ἔφθασε σέ μεγάλα ὕψη χάριτος. 

Ὁ Τίμιος Πρόδρομος ἦταν συγγενής τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ ἡ Μητέρα Του (Παναγία) ἦταν συγγενής μέ τή μητέρα τοῦ Προδρόμου, Ἐλισάβετ. Ὅταν ὁ Τίμιος Πρόδρομος ἦταν ἔμβρυο ἕξι μηνῶν στήν κοιλία τῆς μητέρας του, τότε ἔγινε ὁ Εὐαγγελισμός τῆς Θεοτόκου, ὁπότε καταλαβαίνουμε ὅτι ὁ Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής ἦταν ἕξι μῆνες μεγαλύτερος ἀπό τόν Χριστό. 

Ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος ἔλαβε τό ἅγιο Πνεῦμα, τό ὁποῖο τόν ἀνέδειξε προφήτη, ἐνῶ βρισκόταν στήν κοιλία τῆς μητέρας του, ἕξι μηνῶν ἔμβρυο. Γιατί, ὅταν ἡ Παναγία, πού μόλις εἶχε συλλάβει μέ τή δύναμη τοῦ ἁγίου Πνεύματος, χαιρέτισε τή μητέρα του Ἐλισάβετ, τότε «ἐσκίρτησε τὸ βρέφος ἐν τῇ κοιλίᾳ αὐτῆς» (Λκ. α', 41). Ἔτσι, ἔγινε προφήτης καί μετέδωσε τό προφητικό του χάρισμα στή μητέρα του, ἀφοῦ καί ἐκείνη δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου ἀνεγνώρισε τή μητέρα τοῦ Κυρίου (ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς). 

Πολλοί εἶναι οἱ χαρακτηρισμοί πού δόθηκαν στόν Ἰωάννη τόν Πρόδρομο. Ἡ λέξη Ἰωάννης θά πῆ δῶρο Θεοῦ. Πρόδρομος σημαίνει αὐτόν πού προηγεῖται τοῦ δρόμου, δηλαδή τόν προάγγελο τοῦ Μεσσίου. Λέγεται Βαπτιστής, γιατί βάπτισε τόν Χριστό. Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ ποιητής, ἐπίσκοπος Μαϊουμᾶ, στόν κανόνα τῶν Θεοφανείων τόν χαρακτηρίζει μέ τρεῖς ἐκφράσεις, ἤτοι, «φωνή τοῦ Λόγου, λύχνο τοῦ Φωτός, ἑωσφόρο τοῦ Ἡλίου». Ἀφοῦ ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ ἐνυπόστατος Λόγος τοῦ Πατρός, ὁ Ἰωάννης εἶναι ἡ φωνή τοῦ Λόγου· ἀφοῦ ὁ Χριστός ὡς Θεός εἶναι τό ἀΐδιο καί ἄκτιστο φῶς, ὁ Πρόδρομος εἶναι τό λυχνάρι, καί ἀφοῦ ὁ Χριστός εἶναι ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, ὁ λαμπρός ἥλιος τῆς θεότητος, ὁ Ἰωάννης εἶναι ὁ ἑωσφόρος, δηλαδή ὁ αὐγερινός, πού προμηνύει τόν ἐρχομό τοῦ ἡλίου. Ἔτσι, ὅλα τά ὀνόματα, τά ἐπίθετα καί οἱ φράσεις συνδέονται μέ τό βασικό του ἔργο, πού εἶναι νά προαναγγείλη τόν ἐρχομό τοῦ Μεσσίου.

 

Ἀπό το περιοδικό τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Λεμεσοῦ ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ

 

 

Γέροντος Ἰωσήφ Βατοπαιδινοῦ

Δέν πέρασαν πολλές μέρες ἀπό τότε πού ἀκούσαμε πλῆθος στρατιᾶς οὐρανίου ν’ἀνυμνεῖ τόν Θεό καί νά ψάλλει: «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία», καί νά, νεώτερη κοσμοχαρμόσυνη ἀγγελία ἀκούεται πάλι, στόν Ἰορδάνη αὐτή τή φορά: «Ἐπεφάνη ὁ Σωτήρ, ἡ χάρις, ἡ ἀλήθεια». Χθές, τόν ἐκ Θεοῦ Πατρός Λόγο ὑποδεχθήκαμε σάν νήπιο καί διδαχθήκαμε ἀπόρρητα καί ἀπόκρυφα. Ἄς μελετήσουμε τώρα τή σημασία τῆς παρούσης ἑορτῆς τῶν Θεοφανείων, ὥστε κι ἐδῶ, ἔκπληκτοι γιά τό βάθος τῆς ἀνέκφραστης τοῦ Θεοῦ Λόγου κενώσεως, νά φωνάξουμε μέ θαυμασμό· «τίς Θεὸς μέγας, ὡς ὁ Θεὸς ἡμῶν! Σὺ εἶ ὁ Θεὸς ὁ ποιῶν θαυμάσια μόνος». Γράφει ὁ εὐαγγελιστής σχετικά: «Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις παραγίνεται Ἰωάννης ὁ Βαπτιστὴς κηρύσσων ἐν τῇ ἐρήμῳ τῆς Ἰουδαίας καὶ λέγων· μετανοεῖτε· ἤγγικε γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Προσδοκῶντος δὲ τοῦ λαοῦ καὶ διαλογιζομένων πάντων ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν περὶ τοῦ Ἰωάννου, μήποτε αὐτὸς εἴη ὁ Χριστός, ἀπεκρίνατο ὁ Ἰωάννης ἅπασι λέγων· (οὔκ εἰμι ἐγώ· ἐγὼ ἀπεσταλμένος εἰμὶ ἔμπροσθεν ἐκείνου)· ἐγὼ μὲν ὕδατι βαπτίζω ὑμᾶς... Αὐτὸς δὲ ὑμᾶς βαπτίσει ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ καὶ πυρί» (Μτ. γ', 1-2, Λκ. γ', 15-16). Κάτω ἀπό τίς συνθῆκες αὐτές, «παραγίνεται» ὁ Κύριός μας ἐπί τόν Ἰορδάνη πρός τόν Ἰωάννη, γιά νά βαπτισθεῖ. Αὐτός, πού ἄφησε τά 99 πρόβατα καί ἐπορεύθη ἀναζητώντας τό «ἀπολωλός» παρίσταται πρός τόν κήρυκα τῆς μετανοίας· Αὐτός, πού δέν περιφρόνησε τήν «ἀπολλυμένην δραχμήν» περιέρχεται καί μέ ἐπιμέλεια τήν ἀναζητᾶ· Αὐτός, πού βεβαίωσε μέ ὅρκο ὅτι «οὐ θέλω τὸν θάνατον τοῦ ἁμαρτωλοῦ, ὡς τὸ ἐπιστρέψαι αὐτὸν καὶ ζῆσαι», παρευρίσκεται ἀνάμεσά μας καί κατεργάζεται τή σωτηρία ὅλων μας· Αὐτός, πού ἑτοίμασε τό μέγα δεῖπνο ἐξέρχεται «εἰς τὰς πλατείας καὶ τὰς ρύμας», γιά νά καλέσει τούς πάντες, γιά νά μή μείνει κανένας ἔξω. Ὁ καλός Ποιμήν παρί­σταται προσωπικῶς γιά νά ἀνεύρει καί νά βα­στάσει στούς ὤμους του τό πλανηθέν· ὁ πιστός φίλος ἔρχεται, γιά νά θυσιάσει τή ζωή του ὑπέρ τῶν φίλων αὐτοῦ. Ὁ οἰκοδεσπότης ἐπισκέπτε­ται τούς οἰκείους του, ὁ ἰατρός τούς ἀσθενεῖς, ὁ Κτίστης καί Δημιουργός τό καταπεσμένο καί συντριμμένο κτίσμα του, γιά νά τό ἀναπλάσει. Ὁ Κύριος καί Δεσπότης κατέρχεται σ’ αὐτούς πού βρίσκονται στά δεσμά καί τή φυλακή τοῦ Ἅδη, γιά νά ἐξοφλήσει τήν ὀφειλή τους καί νά «ἐξαλείψει» τό χειρόγραφο τῶν ἁμαρτιῶν τους· ὁ Ζωοδότης γιά νά χαρίσει ζωή καί ἐλευθε­ρία στούς πάντες.

Βλέποντάς τον ὁ θεῖος Πρόδρομος νά ἔρχεται πρός αὐτόν ἔλεγε στόν ἐκεῖ λαό, «Ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου... κἀγὼ ἑώρακα καὶ μεμαρτήρηκα ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ». Σήμερα ὑποδεχόμαστε στόν Ἰορδάνη τόν Λυ­τρωτή ὄχι σάν νήπιο, ἀλλά σάν τέλειο ἄνδρα. Σήμερα τόν βλέπουμε νά παρίσταται στόν Ἰορδάνη σάν τέλειος ἄνθρωπος, μαρτυρού­μενος ἀπό τόν Πατέρα καί βεβαιούμενος ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα. Σήμερα ὁ ἀληθινός Θεός ἀποκαλύπτεται κατά τρόπο αἰσθητό. Ὁ Πα­τήρ μαρτυρεῖ ἀπό τόν οὐρανό: «Οὗτός ἐστι ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα». Ὁ Υἱός κάτω δακτυλοδεικτεῖται ἀπό τόν Πρόδρομο: «Ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου». Τό Πανάγιο Πνεῦμα «σωματικῷ εἴδει ὡσεὶ περιστερά» ἐπικάθεται καί μένει πάνω σ᾽ Αὐτόν, γιά νά μή νομίσει κανείς ὅτι ἡ φωνή ἄλλον ἀφοροῦσε. Πραγματικά «Τριά­δος ἡ φανέρωσις ἐν Ἰορδάνῃ γέγονε» κατά τόν θεῖο ὑμνωδό. «Ὁ λαὸς ὁ καθήμενος ἐν σκότει εἶδε φῶς μέγα, καὶ τοῖς καθημένοις ἐν χώρᾳ καὶ σκιᾷ θανάτου φῶς ἀνέτειλεν αὐτοῖς». Σή­μερα καταργεῖται τό σκιῶδες τοῦ νόμου καί ἀρχίζει ἡ περίοδος τῆς χάριτος καί συμβολίζε­ται ἡ Ἐκκλησία. Ὁ Πρόδρομος, κατά τή μαρ­τυρία τοῦ Κυρίου μας, ἀφοῦ συμπλήρωσε τήν προφητική του ἀπο­στολή μέ τό νά δείξει τόν προφητευόμενο καί ἀναμενόμενο ἀπό τῶν αἰώνων Σωτήρα καί Λυτρωτή, ἀρχίζει ἀμέσως σάν πρωτα­πόστολος τή νέα πε­ρίοδο τῆς χάριτος καί ὁδηγεῖ στό πρῶτο ἀπό τά μυστήρια, τό Βά­πτισμα. Θέλοντας ὁ Κύριός μας «νά πλη­ρώσῃ πᾶσαν δικαιο­σύνην» προσέρχεται ὁ ἴδιος στόν κήρυκα τῆς μετανοίας καί δέ­χεται τό βάπτισμα, «καίπερ καθαρσίων μὴ δεόμενος», γιά νά συνθάψει μέσα στά νερά τήν παγκόσμια ἁμαρτία.

Μέ τή φανέρωσή του αὐτή στόν Ἰορ­δάνη, ὁ Κύριός μας, μαρτυροῦσε τήν ἔλευ­ση τοῦ πληρώματος τῶν καιρῶν, ὅπου σάν νέος Νῶε, θά ἔσωζε τή νοητή κιβωτό (τήν Ἐκκλησία) καί τήν ἀνθρώπινη φύση ἀπό τόν παγκόσμιο τῆς ἁμαρτίας κατακλυσμό. Φανερώνεται ἡ μέγιστη ἀλήθεια τῆς πίστεως διά τῆς ἀποκαλύψεως τῆς ἁγίας Τριάδος· πα­ραδίδει τό πρῶτο καί βασικό τῆς νέας χάρι­τος μυστήριο, τό Βάπτισμα, καί ἀνεβαίνοντας ἀπό τά νερά, συνανυψώνει καί ἐμᾶς, ὥστε τὰ ἄνω πλέον νὰ φρονῶμεν καὶ μὴ τὰ ἐπὶ τῆς γῆς».

Τό ζωντανό δόγμα τῆς ἀληθείας, πού εἰδικά ἡ σημερινή ἑορτή τῶν Θεοφανείων μᾶς διδάσκει, εἶναι τό δόγμα τῆς ἁγίας Τριάδος. Τό δέ πρακτικό βίωμα τό ὁποῖο μᾶς παρα­δόθηκε στή συνέχεια ἀπό τόν Κύριό μας Ἰη­σοῦ Χριστό, εἶναι τά ἁγιαστικά καί σωστικά μέσα, τά ὁποῖα μᾶς ἀνεβάζουν καί μᾶς τελειο­ποιοῦν στήν «καινή» ζωή τῆς χάριτος. Ὁ θεάνθρωπος Κύριός μας, μέ τήν ἀσύγχυ­τη στό πρόσωπό Του ἕνωση τῆς θείας καί τῆς ἀνθρώπινης φύ­σης, ἔγινε καί τέλειος ἄνθρωπος, καί σάν τέτοιος πολέμησε καί νίκησε χάριν τοῦ ἀνθρώπου κάθε τι τό ἀντίθετο, τό ἄθεο, τήν ἀπάτη τῆς ἁμαρ­τίας καί τόν διάβο­λο καί ἀνύψωσε τόν ἄνθρωπο ὑπεράνω τῶν οὐρανῶν μέχρι καί αὐτῆς τῆς Τρια­δικῆς Θεότητος.

Μετά ἀπό τό δικό Του παράδειγ­μα ἀκολουθοῦν τά παραδείγματα καί οἱ βίοι τῶν ἁγίων μας, πού ἀποτελοῦν ἐπα­νάληψη τοῦ βίου τοῦ Χριστοῦ, τή συνεχι­ζόμενη ἁγία παράδο­ση, ἡ ὁποία καθορί­ζει καί σταθεροποιεῖ τήν κατεύθυνσή μας πρός τόν ἕνα καί ἀπόλυτο σκοπό, τόν ἁγιασμό καί τή θέω­ση. Ὁ βίος τῶν ἁγίων ἀποτελεῖ τήν ἀκριβῆ ἀντιγραφή τῶν ὅσων ὁ γλυκύς μας Ἰησοῦς «ἤρξατο ποιεῖν τε καὶ διδάσκειν», ἀλλά καί τήν ἀπόδειξη τῆς ἐκχύσεως τῆς παναγίας Του χάριτος στόν καθένα καί σ’ ὅλους μαζί, καί ἡ ὁποία χάρις ἐπεσκίαζεν αὐτούς, καθ’ ὅν χρόνον ἀγωνίζονταν, τούς ἐνδυνάμωνε, τούς φώτιζε καί τούς ὁδηγοῦσε.

 

π. Κωνσταντίνου Καλλιανοῦ

Πρωτοχρονιὰ τῆς μοναξιᾶς, ἀλλὰ καὶ τοῦ στοχασμοῦ ή ἐφετεινή. Μὲ τὴ σιωπὴ νὰ συμμαζεύει γύρω μας σκιὲς καὶ ἤχους ξεχασμένους: ἀπ᾿ τὸ χθὲς ἔρχονται ὅλα᾿ αὐτὰ τὴν περιούσια αὐτὴ νύχτα νὰ σταθοῦν σιμά μας νὰ μᾶς παρηγορήσουν, νὰ μᾶς κρατήσουν συντροφιά. Γιατὶ ἄν ἔξω ὀ κόσμος ξιπάζεται, ἄν ἀκούγονται μουσικὲς καὶ κροτίδες ἑορταστικὲς, αὐτὰ συμβαίνουν γιατὶ ὅλοι αὐτοὶ ἐπιμένουν στὸ νὰ ξυπνήσουν τὸ διαφορετικό μέσα τους, τὴν ἐλπίδα δηλαδή,  ποὺ δὲν ἔχει χαντακωθεῖ. Τὸ φῶς ποὺ δὲν ἔσβυσε καὶ τὴ φωτιὰ ποὺ ζεῖ ἀκόμα μέσα στὶς  στάχτεςποὺ σωρεύουν στὴ ζωή μας τὰ γεγονότα τῆς σκληρῆς καθημερινότητας. Ὡστόσο, κάποια στιγμή, περιούσια κι εὐλογημένη στιγμή, ἔρχεται ἡ εὐλογία τῆς γιορτῆς καὶ σκορπάει γύρω μας καὶ μέσα μας τὰ εὔοσμα τὰ ἄνθη τῆς παραμυθίας καὶ τῆς εἰρήνης. Γιὰ νὰ ὐψωθεῖ λίγο ἡ ψυχή, νὰ μὴν ἀποκάμει δηλαδή, ἀπὸ τὸν φριχτὸ καὶ ἀπαίσιο βασανισμό τῆς καθημερινότητας. Βασανισμό, τὸν ὁποῖο ὐφίσταται μὲ τὴν ὐπομονή θεμελιο, ἀλλὰ καὶ τὴν καρτερία: καρτερία νὰ ἔλθουν οἱ Γιορτάδες, ὄπως λέει κι ὁ ποιητής, νὰ συμμαζευτεῖ τὸ εἶναι, νὰ χαρεῖ κι  αὐτὸ τὸ διάλειμμα ποὺ τοῦ δόθηκε.

Ἀπομένουμε, λοιπόν,  μόνος τούτη τὴν περιούσια Νύχτα κι ἀφουγραζόμαστε εὐεγερτικοὺς  ἤχους,  παλιοὺς ἤχους καὶ φωνές, μαζὶ καὶ  βηματισμοὺς ἀπό τὸ χθὲς κι ὕστερα ἀναγαλλιάζουμε. Γιατὶ γνωριζουμε πολύ καλὰ ὅτι μᾶς συμπονοῦν, σκέφτονται κι ἔχουν τὴν ἔγνοια μας οἱ δικοί μας ἄνθρωποι. Ἐστω κι ἄν σήμερα εἶναι μέσα στὸ χῶμα καὶ ὑπνοῦν περιμένοντας τὴ σάλπιγγα τὴν Ἀρχαγγελικὴ γιὰ νὰ ἐγερθοῦν Ὅπως δηλαδή, ἐμεῖς περιμένουμε τὸ χτύπημα τοῦ ρολογιοῦ νὰ ἐγερθοῦμε ἀπὸ τὸν ὕπνο καὶ νὰ πορευθοῦμε γιὰ τὸ ἔργο μας.  

Πρωτοχρονιὰ τοῦ στοχασμοῦ καὶ τῆς ἰκεσίας ἡ ἐφετεινή, λοιπόν. Ἄς εἶναι δοξασμένο τὸ Ὄνομά Του, ποὺ μᾶς βοήθησε ν᾿ ἀνεβοῦμε κι αὐτὸ τὸ σκαλοπάτι τοῦ Χρόνου, ἐλπίζοντας πὼς θὰ κατορθώσουμε νὰ σιμώσουμε τὸν Οὐρανὸ, μὴ λησμονώντας, ὡστοσο, ὅτι τοῦ Κυρίου ἡ γῆ, ἀλλὰ καὶ δικιά μας

Σκόπελος, Πρωτοχρονιὰ 2017

 

Μοναχού Μωυσή Αγιορείτη

Είναι αλήθεια πως στα χείλη του κάθε πο­νεμένου συχνά ανεβαίνει εκείνο το γνωστό και βαθύ «γιατί σ’ εμένα Θεέ μου»; Στο ανθρώπινο αυτό «γιατί» δεν νομίζουμε ότι υπάρχει μία εύκολη και γρήγορη α­πάντηση. Η απάντηση θάλθει πιο αργά από τον ίδιο τον Εσταυρωμένο Θεάνθρωπο. Ο άνθρωπος αξιώνε­ται να συμμετέχει στον σταυρό του Κυρίου. Μη νομί­ζετε ότι είναι κάτι μικρό αυτό.

Μέσα από τον πόνο οι προσευχές είναι σίγουρα πιο κατανυκτικές, πιο θερμές, πιο ευπρόσδεκτες. Δί­νουν κατ’ αρχάς τη γαλήνη της υπομονής στη δοκιμα­σία, λιγοστεύουν την απαιτητικότητα, ταπεινώνουν α­ληθινά, χαρίζουν τη χαρά της ελπίδος και την υγεία της ψυχής. Μέσα μας θα βρούμε τον Θεό. Όσο πιο γρήγορα τον συναντήσουμε τόσο πιο γρήγορα θ’ απελευθερωθούμε και θα χαρούμε αληθινά.

Είπαν ωραία πως πριν μας στείλει ο Θεός τον σταυρό που σηκώνουμε, τον ζύγισε, τον είδε καλά, τον εξέτασε προσεκτικά με την πανσοφία, την αγάπη και τη δικαιοσύνη Του. Το αγαθό βλέμμα Του τον πα­ρακολούθησε και η μεγάλη Του καρδιά τον θέρμανε, αφού τον ξαναζύγισε με την άπειρη στοργή Του. Νο­μίζεις πως είναι πιο βαρύς απ’ ότι μπορείς να σηκώ­σεις, ενώ έχεις άγνωστες και ανακάλυπτες δυνάμεις μέσα σου. Μη χάνεις το θάρρος σου, μη τα βάζεις με τον Θεό, γνωρίζει πολύ καλά τι κάνει. Τον ευλόγησε πριν τον θέσει τον σταυρό στους ώμους σου. Σίγουρα μπορείς να τον σηκώσεις. Μη λησμονάς πως πάντα πριν το Κενό Μνημείο είναι ο Γολγοθάς. Η Ανάστα­ση έπεται της Σταύρωσης.

Είναι γεγονός πως η ζωή μας είναι ζυμωμένη με δάκρυα που προέρχονται από τον πόνο της ασθένειας, των θλίψεων, των βασάνων, της εγκατάλειψης και της μοναξιάς. Έχουν γίνει αχώριστοι σύντροφοι. Ο λό­γος του Θεού, η Αγία Γραφή, μας πληροφορεί πειστι­κά πως η ασθένεια, ο πόνος, η θλίψη, ο θάνατος δεν υπήρχαν από την αρχή της δημιουργίας. Πρόκειται για μεταπτωτικά φαινόμενα. Η φθαρτότητα, η ασθέ­νεια, ο πόνος είναι αποτέλεσμα της παρακοής των πρωτοπλάστων στον Δημιουργό τους και η υπακοή τους στον δαίμονα. Ο αποχωρισμός του ανθρώπου α­πό τον Θεό έχει οικτρές συνέπειες. Η απελευθέρωση του πιστού από τα δαιμονικά δεσμά μπορεί να τον κά­νει να βρει το πνευματικό περιεχόμενο της δοκιμα­σίας του και τότε η δοκιμασία να γίνει σημαντική ευ­καιρία, όπως είπαμε, βαθύτερης γνώσης του Θεού και συναντήσεώς του με Αυτόν.

 

Προσκυνοῦμεν Σου τὴν Γένναν, Χριστέ...

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, [25-12) Μνήμη τῶν θεασαμένων Ποιμένων τὸν Κύριον.
Στίχοι
Ποίμνην ἀφέντες τὴν ἑαυτῶν Ποιμένες,
Ἰδεῖν καλὸν σπεύδουσι Χριστὸν ποιμένα

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Ἡ προσκύνησις τῶν Μάγων.
Στίχοι
Σὲ προσκυνοῦσα τάξις ἐθνική, Λόγε,
Τὸ πρὸς σὲ δηλοῖ τῶν Ἐθνῶν μέλλον σέβας.

π. Κωνσταντίνου καλλιανού

 Δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ βίωση τοῦ Μυστηρίου τῆς θείας Οἰκονομίας δίχως τὴν παραίτησή μας ἀπὸ τὴν καθημερινότητα, τὴν ἀναζήτηση ἑνὸς προφίλ ποὺ θὰ μᾶς προβάλλει, τὴν ἀγχωτικὴ πορεία γιὰ κατάληψη ἀξιωμάτων μέσα στὸν κόσμο, ὥστε νὰ ὑπολογιζόμαστε ὡς κυριάρχοι ἑνὸς παιχνιδιοῦ ποὺ ἀρχίσαμε, μὲ σκοπὸ νὰ πετύχουμε, νὰ φαννοῦμε τοῖς ἀνθρώποις. ( πρβλ. Μτθ. 6, 11) Γιατὶ ἡ εἴσοδός μας στὴ Γιορτή, ἄρα καὶ στὸ Σπήλαιο τῆς Βηθλεέμ, προϋποθέτει νὰ σκύψουμε πολύ, νὰ ταπεινώσουμε τὸν ἑαυτό μας, ἀφήνοντας πίσω τὸν Κόσμο καὶ τὰ τοῦ κόσμου: ἀξιώματα, προβολή, διαφήμιση, περιττά ὑλικὰ ἀγαθά, ἀναζήτηση τρυφηλότητας καὶ  συμπεριφορὲς ἀπανθρωπίας. Ἐδῶ πρέπει νὰ ἔχεις τὴν ἀθωότητα καὶ τὸν ἔνθεο ἐνθουσιασμὸ τῶν ἁπλῶν ποιμένων, ποὺ ἦταν οἱ πρῶτοι ποὺ ἄφησαν τὰ πάντα ( βλ.τὴν παράλληλη καὶ πιὸ μεταγενέστερη περίπτωση τῶν μαθητῶν, οἱ ὁποῖοι « ἀφέντες πάντα ἠκολούθησαν αὐτῷ» (Λκ. 5, 11 ) καὶ σπεύδουν νὰ προσκυνήσουν τὸν πραγματικὸ Ποιμένα.

Τὰ Χριστούγεννα ἔφτασαν καὶ φέτος. Μὲ πολύχρωμα φῶτα, δῶρα καὶ ἕνα ψεύτικο ( διά) κοσμο νὰ τὰ κυκλώνει. Καὶ εἶναι ἀλήθεια, πὼς ἐντυπωσιαζεται ὁ σύγχρονος  ἄνθρωπος -ἰδίως τὰ παιδιὰ ἀπὸ αὐτὸν τὸ σκηνικό, γιατὶ ἀκτινοβολεῖ μιὰ λάμψη περίεργη, ὅπως λάμψη ἀκτινοβολεῖ καὶ τὸ ἐπιχρυσωμένο μέταλλο. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἡ διάθεση τῶν περισσότερων φαίνεται ὅτι εἶναι γιορταστική ( πόσο θαυμάσια ἀναλύει τὸ σύμπτωμα αὐτὸ ὁ π. Σταυρος Κοφινᾶς στὸ βιβλιο του,  Χριστουγεννιάτικη θλίψη, Ἁρμός, Ἀθ. 2010) ἐνῶ στὴν οὐσία συμβαίνει τὸ ὅλως ἀντίθετο. Γιατί, τάχα;

Ἡ ἀπάντηση εἶναι εὔκολη νὰ εἰπωθεῖ καὶ πάρα πολὺ δύσκολη νὰ βιωθεῖ. Κι ἀκόμα, ἡ ἀπαντηση βρίσκεται στὴν ἀντίθετη ὄψη τῶν ἐνεργειῶν τοῦ σύγχρονου (καταναλωτικοῦ) ἀνθρώπου. Μὲ λιγα λόγια, τὸ γεγονὸς τῆς Γιορτῆς βιώνεται περίφημα ἄν ὁ καθένας τιμήσει τὴ Γέννα τοῦ Χριστοῦ προσκυνώντας Την, δηλαδή, παραιτηθεῖ, ὅπως οἱ ποιμένες ἀπὸ τὰ βιοτικά, ἔστω  γιὰ λίγο, κι ὕστερα  προσέλθει, ὅπως ἐκεῖνοι νὰ ἀναγνωρίσει «Χριστὸν Ποιμένα». Μόνο ποὺ ἀπαιτεῖται ἀπόφαση νὰ κοιτάξει κανεὶς τὴν ἄλλη ὄψη, γιατὶ οἱ πειρασμοὶ τὸν κυκλώνουν. Μήπως τυχαῖα κάνει λογο ὁ λαὸς γιὰ τοὺς Καλλικάτζαρους, ποὺ προσπαθοῦν νὰ «χαλάσουν» τὴ Γιορτή, ὅπως ἐπίσης ἄστοχη εἶναι ἡ παρουσία στὴν εἰκόνα τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ τοῦ πειρασμοῦ ποὺ πασχίζει νὰ δημιουργήσει σύγχυση στὸ νοῦ τοῦ Ἰωσήφ, ὅ ὁποῖος ἄν καὶ «σώφρων ἐταράχθη»;

Κάθε χρόνο τέτοιες μέρες ἡ Ἐκκλησία παραγγέλει: «Σπήλαιον εὐπρεπίζου..Βηθλεἐμ ἑτοιμάζου...». Ἀλήθεια, γιατί, θὰ ρωτήσει ὁ κάθε σώφρων καὶ μὲ πνεῦμα ἐρεύνης καὶ μαθητείας ἐμφορούμενος: Μά, γιὰ νὰ προσκυνήσουμε τὴ θεία Γέννα τοῦ Χριστοῦ, παναπεῖ γιὰ νὰ κάνουμε Χριστούγεννα, δηλαδή νὰ τὰ νοιώσουμε, νὰ τὰ χαροῦμε. ἄν ὄχι ὁπως οἱ ποιμένες, τοὐλαχιστον ὅπως οἱ Μάγοι ποὺ ἀναζήτησαν καί, μετὰ ἀπὸ ἔγκοπο πορεία ἰκανῶν ἡμερῶν ἤ καὶ μηνῶν,«Χριστὸν Βασιλέα ἐτεκμήραντο». Ἀλήθεια, δὲν εἶναι καιρὸς νὰ τὸ καταλάβουμε; 

 

            Χριστούγεννα,  καὶ κάθε χρόνο τὸ ἴδιο μάθημα: τῆς θείας Πτωχείας

                  «Δεῦτε λάβετε τὰ τοῦ Παραδείσου ἔνδον Σπηλαίου»

                «Μάγους κατέπληττεν, οὐ σκῆπτρα καὶ θρόνοι, ἀλλ᾿ ἐσχάτη πτωχεία».

π. Κωνσταντίνου Καλλιανού

Ἄν δὲν καταλάβουμε, πὼς ὁ  πλουτισμὸς θεολογίας  ξεκινᾶ ἀπὸ τὸ φτωχικό, ἀπέριττο καὶ ἁπλὸ μοναχικὸ κελλί, τότε δὲν θὰ μπορέσουμε ποτὲ νὰ βιώσουμε καὶ νὰ αἰσθανθοῦμε τὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ στὸν κόσμο. Γιατὶ τὸ καλογερικὸ  κελλί, ποὺ εἶναι ἀναμφισβήτητα χῶρος προσευχῆς, ἀσκήσεως καὶ ἁγιασμοῦ, βρίσκεται σὲ πλήρη συντονισμό, ἀλλὰ ἔχει καὶ τόση μεγαλη συγγένεια μὲ τὸ Σπήλαιο τῆς Βηθλεέμ, ὥστε νὰ ἀλληλοπεριχωρεῖται τὸ ἕνα στὸ ἄλλο. Μὲ λίγα λόγια, καὶ τὰ δύο ἔχουν ἕνα κοινό, συγγενικὸ στοιχεῖο: τὴν πτωχεία. Αὐτὴ ποὺ κατέπληξε τοὺς Μάγους, αὐτὴ ποὺ καταπλήσσει τὸν κάθε μεγαλόφρονα, ὁ ὁποῖος διακρίνει   στὸ φτωχικὸ κελλὶ  καὶ στὸ  τσαλακωμένο ἔνδυμα τοῦ κάθε μοναχοῦ,  τὴν εἰρήνη τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν εὐλογία Του. Καὶ ἀναφερόμαστε στὸν ἀληθινὸ μοναχό, ὁ  ὁποῖος «τὸν τόπον φυλάττει», ἀλλὰ παράλληλα καθίσταται καθημερινὰ  καὶ   «κοινωνὸς θείας χάριτος». Γιατὶ εὑρισκόμενος «ἐνώπιος ἐνωπίῳ», αὐτὸς, δηλαδή, κι ὁ Θεός,  καταννοεῖ πλήρως  πώς «ὅλον τὸ καθ᾿ ἡμᾶς  πτωχεύσας, καὶ χοϊκόν ἐξ αὐτῆς ἑνώσεως, καὶ κοινωνίας ἐθεούργησας».

Εἶναι, πιστεύω, ἀδύνατο νὰ συλλάβει ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος, ὁ συγκυλιδούμενος ταῖς ἡδοναῖς καὶ μερίμναις  τοῦ βίου αὐτὸ  τὸ μέγα μυστήριο τῆς πτωχείας, ποὺ δὲν ξεκινᾶ τόσο ἀπὸ τὴν ἀπουσία ὑλικῶν κ. λ.π ἄλλων ἀγαθῶν, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν πτωχεία τῆς φύσεώς μας, ἡ ὁποία δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ πλουτίσει μὲ τὴν πρόσληψη τῆς παρουσίας Του.  Καὶ τοῦτο, γιατὶ ἐπιμένει στὴν ἀποθήκευση πολλῶν καὶ περιττῶν ἀγαθῶν, ὅπως γνώσεις, θέσεις καὶ ἀκαδημαϊκοὺς τίτλους, ποὺ ἐξασφαλίζουν μὲν μιὰ κοινωνικὴ θέση καὶ δικαίωση, ὅμως  ἀπομακρύνουν τὴν ψυχὴ στὸ νὰ ἐννοήσει τὴν  πτωχεία της  σὲ  ἀληθινὴ γνώση,  ἀνόθευτηη ἁγιοπνευματικὴ ζωή, καὶ πάνω ἀπ᾿ ὅλα τῆς   βιώσεως τοῦ μεγαλου γεγονότος τῆς «κενώσεως Ἐκείνου, ὁ ὁποῖος μορφὴν δούλου ἔλαβε».  Ἄν, μὲ λίγα λόγια, δὲν καταστεῖ ἡ ψυχὴ Σπήλαιο ἀπέριττο, πενιχρό, δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ ἐπισκεψη τοῦ Σωτήρα, ὥστε νὰ γίνει ὁ λόγος τοῦ ἱ. ὑμνογραφου πραγματικότητα: «Ἐπεσκέψατο ἡμᾶς, ἐξ ὕψους ὁ Σωτὴρ ἡμῶν, ἀνατολὴ ἀνατολῶν, καὶ οἱ ἐν σκότει καὶ σκιᾷ, εὕρομεν τὴν ἀλήθειαν...».

Ἄν, λοιπόν, τοὺς σοφοὺς Μάγους, αὐτοὺς τοὺς γνήσιους ἐρευνητές,  ποὺ μὲ ὑπομονή, ἐπιμονή, ἴσως καὶ μὲ  κινδύνους, ἀπογοητεύσεις καὶ κοπους πολλοὺς ἀναζητοῦσαν «τίς ὁ τεχθείς Βασιλεύς» κι ἄν ἐπίσης  αὐτὸ ποὺ τοὺς κατέπληξε δὲν ἦταν τίποτε τὸ ἐπιφανειακό, ἐφήμερο καὶ τετριμμένο, ἀλλὰ ἡ πτωχεία Του, τότε ὁ κάθε πιστὸς  ποὺ ἑτοιμαζεται νὰ εὐπρεπίσει τὸ Σπήλαιό του, ὀφείλει πρωτίστως αὐτὴν τὴν πτωχεία νὰ προβάλλει, νὰ καταθέσει, νὰ διαμηνύσει. Κατὰ τὸ ψαλμικό, «ἐγὼ δὲ πτωχός εἰμι καὶ πένης· ὁ Θεός, βοήθησόν μοι. βοηθός μου καὶ ρύστης μου εἶ σύ· Κύριε, μὴ χρονίσῃς.» ( βλ. Ψαλμ.  69,6). Αμήν.

Ἀρχιμ.Παύλου Ἐγγλεζάκη

Ἄν ἡ πρώτη ἐντολή τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ ἀγάπη πρός τόν Θεό, ἡ κεφαλαία ὅμως ἀποκάλυψή Του εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιά τόν ἄνθρωπο. Φαίνεται πτωχό καί λίγο ἴσως. Ἀλλά ὁ ἄνθρωπος ἀρχίζει πάντα ἕτοιμος ν’ ἀγαπήσει καί αὐτό πού τόν κάνει κάποτε, ἴσως συνήθως, ἀνίκανο ν’ ἀγαπήσει εἶναι τό αἴσθημα, ἤ ἡ πλάνη, ὅτι κανείς δέν τόν ἀγαπᾶ αὐτόν. «Ἀγαπᾶσαι, ὁ Θεός σου σέ ἀγαπᾶ, σέ ἀγαπᾶ πάντα, ἀδιάλειπτα, ἀκόρεστα παρά τήν ἁμαρτία σου, μέσα στό λάθος σου, ἕνεκα τῆς πτωχείας σου» - αὐτή εἶναι ἡ εὐφρόσυνη ἀγγελία, τό εὐαγγέλιον, τοῦ Ἰησοῦ. Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιά τόν ἁμαρτωλό καί ἀπολωλότα, τόν πτωχό καί τό νήπιο, τήν πόρνη καί τόν τελώνη. Μία ἀγάπη ἀπρόσμενη, ἀνέλπιδη, παράλογη, ἕνας «ἔρως μανικός» (κατά τήν ἔκφραση τοῦ μεγάλου βυζαντινοῦ Νικολάου Καβάσιλα) πού δέν ἔπαψε ποτέ νά σκανδαλίζει τούς δικαιωμένους καί αὐτό-ἱκανοποιημένους φαρισαίους. Γιατί γι’ αὐτούς ὁ Θεός μποροῦσε, καί μπορεῖ, νά ἀγαπᾶ τόν μετανοημένο ἁμαρτωλό, μά γιά κανένα λόγο καί ποτέ τόν ἁμαρτωλό ἔτσι ἁπλῶς.

Στή φάτνη, ἐκεῖ ὅπου θρησκευτικό δόγμα καί ποιητική ἀλήθεια ἀγκαλιάζονται, αὐτό εἶναι τό νόημα καί τό μήνυμα, τό μέγα καί αἰώνιο εὐαγγέλιον: ὅτι ὁ Θεός τόσο ἀγαπᾶ τόν κόσμο, ὥστε ἔρχεται νά πεθάνει γι’ αὐτόν· καί ὅτι τίποτα δέν χωρίζει τόσο τελειωτικά τόν ἄνθρωπο ἀπό τόν Θεό ὅσο ἡ αὐτοεγγυημένη θρησκευτικότης. Τά «Δόξα» τῶν οὐρανῶν δέν εἶναι παρά ἡ σωτηριολογική χαρά τοῦ Θεοῦ γιά τήν ἀνατολή τοῦ καιροῦ τῆς ἀφέσεως, τῆς καταλλαγῆς καί τῆς εἰρήνης. Ἡ ταραχή τοῦ Ἡρώδη, τίποτα παρά ὁ τρόμος τῆς ἐγκόσμιας βασιλείας μπρός στήν ἐρχομένη βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἡ ὑποψία τῶν ἀρχιερέων καί γραμματέων τοῦ λαοῦ, τίποτα παρά ἡ δικαία ἀνησυχία τῶν δικαίων καί συνετῶν γιά τήν ἄδικη ὑπερβολή καί σπατάλη τοῦ Δεσπότου.

Τό φῶς τή φάτνης εἶναι ἔτσι τό φῶς τῆς λυκαυγῆς. Τό νόημα τῶν Χριστουγέννων τό ἐννοοῦμε ἀρχίζοντας ἀπό τόν Γολγοθά καί πηγαίνοντας πρός τά πίσω. Γιατί τό ἄφωνο βρέφος πού γεννιέται σήμερα γεννιέται γιά νά πεθάνει γιά μένα, μαζί μέ μένα, ἀπό ἀγάπη σέ μένα, ἀντί γιά μένα. Γι’ αὐτό σαρκώνεται ὁ Θεός, γιά νά πεθάνει γιά τόν ἄνθρωπο, ἄνθρωπος αὐτός τέλειος, καί νά λυτρώσει τόν ἄνθρωπο ἀπό τόν θάνατο, τή φθορά, καί τόν διάβολο. Γι’ αὐτό σήμερα ὁ Λόγος ἄφωνο βρέφος καί νήπιο ἀδύναμο ὁ Δυνατός, γιά νά χαρίσει σ’ ὅσους ἀδύνατους (πού ξέρουν ὅτι εἶναι ἀδύναμοι καί ἀνήμποροι) τό θαῦμα τῆς ἐκ νεκρῶν Ἀναστάσεως. Γιά τοῦτο, οἱ ὕψιστοι οὐρανοί δοξάζουν καί οἱ ὅσοι ταπεινοί γήϊνοι ἀγαλλιάζονται σήμερα. «Ὅτι ἐτέχθη ἡμῖν σήμερον Σωτήρ».

 

Ο άνθρωπος, το εξαίρετο όν,

ως «κατ’εικόναν» και «καθ’ὁμοίωσιν» Θεού

Αρχιμανδρίτη Εμμανουήλ

Ομοιώνεται ο Θεός Λόγος με τον άνθρωπο, προσλαμβάνει ανθρώπινη φύση, παρεκτός αμαρτίας, και έτσι τον θεραπεύει και τον ανυψώνει από την πτώση. Ανεβάζει ο Θεός τον άνθρωπο από το παρά φύση στο κατά φύση και τον κάνει όμοιό Του· «ὁμοίῳ γάρ τό ὅμοιον καλέσας ὡς Θεός» (Άκάθιστος Ὕμνος, εκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας, Ἀθήνα³ 2001, σ.100) . Ο ομοούσιος, κατά τον Πατέρα, «ἀμήτωρ ἐκ Πατρός», γίνεται και ομοούσιος κατά τη μητέρα, «ἀπάτωρ ἐκ μητρός», ενώνει «τάς διεστώσας φύσεις», για να γίνει ο άνθρωπος όμοιος με τον Θεό. Η ένωση του κτιστού με το άκτιστο, του θνητού με το αθάνατο, του φθαρτού με το άφθαρτο, του ανθρώπου με τον Θεό, είναι και ο σκοπός της δημιουργίας αλλά και ο σκοπός της ενανθρώπησης του Χριστού. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς λέει για το αρχέτυπο του ανθρώπου, τον Χριστό, ότι «…το φως της θεότητας δεν ευρισκόταν στο σώμα του Χριστού σαν σκεύος, το φως Του είναι προάναρχο της ενσαρκώσεως, η πρόσληψη της ανθρωπότητος από τον Θεό Λόγο, τον Χριστό, έγινε για χάρη του ανθρώπου ύστερα, και οπότε πήρε μέσα του το πλήρωμα της θεότητος»(Γρηγορίου Παλαμά, 35η Ομιλία, Εἰς τήν αὐτήν τοῦ Κυρίου Μεταμόρφωσιν, PG 151, 440Α.), και αυτός που έχει κοινωνία με τον Χριστό καταξιώνεται στο φως Του και γίνεται όμοιός Του.

Ο Χριστός είναι μιμητής του Πατρός, αλλά και «εἰκών [αυτού] τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀοράτου, πρωτότοκος πάσης κτίσεως»( Κολασσαείς 1,15). Ο άνθρωπος καλείται να γίνει μιμητής του Χριστού, για να γίνει όμοιος και στο θείο επίπεδο («… ὅστις ἐξομοιοῦται πρός τόν Χριστόν κατά τάς ἐπιγείους ἐκδηλώσεις, αὐτοῦ, οὗτος φυσικῷ τῷ τρόπῳ ἐξομοιοῦται πρός Αὐτόν καί ἐπί τοῦ θείου ἐπιπέδου» Σωφρονίου Ζαχάρωφ, Ὀψόμεθα τόν Θεόν καθώς ἐστί, Ιερά Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας 1992, σ.138.)

Η δυναμική αποστολή του ανθρώπου να γίνει «ζῶον θεούμενον» υποδηλώνει ότι ο άνθρωπος υπάρχει σε σχέση με τον Τριαδικό Θεό, τον οποίο εικονίζει και στον οποίο αναφέρεται(Γεωργίου Μαντζαρίδη, Χριστιανική Ἠθική ΙΙ, σ.23.) και σ’ Αυτόν κινείται και πράττει, κατά το θέλημά Του.

Ο άνθρωπος, πράττοντας το θέλημα του Θεού, αγαθοποιείται. Μετέχει στη θεία αγαθότητα και μπορεί να μετέχει στις ενέργειες του Θεού. Για να μπορέσει ο άνθρωπος να είναι «θείας φύσεως κοινωνός» ( Β Πέτρου. 1,4.), ζει τον Χριστό, βιώνει το πάθος, ομολογεί την Ανάσταση, αφού «σταυρώσει» την σάρκα του και τις επιθυμίες του, ζει τη μεταμόρφωσή του ( Ιουστίνου Πόποβιτς, Άνθρωπος και Θεάνθρωπος, εκδ. «ΑΣΤΗΡ», Αθήνα 2001, σ.164.), διά του Αγίου Πνεύματος (Ό.π. σ.165.), και αναλαμβάνεται στη δόξα της δεξιάς του Θεού Πατέρα. Γίνεται ο άνθρωπος κατά χάρη, ό,τι είναι ο Θεός κατά φύση, και κατ’ εξοχή σκοπός της ενανθρωπήσεως του Χριστού αυτός είναι, η θεανθρωποποίηση -θέωση του ανθρώπου μέσα από τη συνέργεια του Θεού και του ανθρώπου (Ό.π. «Είς τήν καθολικήν αύτήν θεανθρωποποίησιν τοῦ ἀνθρώπου ἔγκειται ἀκριβῶς ἡ σωτηρία καί ὁ ἀγιασμός του»).

Η κίνηση του Θεού να πλάσει τον άνθρωπο και να τον τάξει διαχειριστή στο σφαιρικό πλαίσιο της γης, αλλά και στην εξουσία της γειτνιάζουσας περιοχής της γης είναι ένα ενδεικτικό σημείο του προορισμού του ανθρώπου στη ζωή. Το εξαίρετο της δημιουργίας του ανθρώπου κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση, όπως δηλώνει ο Άγιος Γρηγόριος, έκανε και τους Αγγέλους, που έβλεπαν την κατασκευή του, να εκπλήσσονται, αφού επλάθετο «κατά Θεοῦ χάριν μεταμορφούμενος ἄνθρωπος» και «θεόν ἄλλον, ἑώρων»( Γρηγορίου του Παλαμά, Περί της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος, Β΄, 9,Π.Κ.Χρήστου, τομ.Α΄σ.85.).

Η δημιουργία του ανθρώπου κατ’ εικόνα Θεού και καθ’ ομοίωση με όλα τα συνοδευτικά της θέωσης, καθιστά τον άνθρωπο εξαίρετο σε σχέση με τα υπόλοιπα όντα, γιατί είναι αυτός ο οποίος κέκτηται την εικόνα του Θεού και δύναται να κινείται προς τον Θεό και να υποστασιάζει τις θείες ενέργειες μέσα του (Γρηγορίου Παλαμά, Ὑπέρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων, 3,1,29 Π.Κ.Χρήστου, τομ.Α΄σ.640.).

 

π. Επιφανίου Θεοδωρόπουλου

 Όλοι οι μεγάλοι άπιστοι της ιστορίας εκεί σκάλωσαν. Το ψαροκόκκαλο που τους κάθησε στο λαιμό και δεν μπορούσαν να το καταπιούν, αυτό ακριβώς ήταν. Το ότι ο Χριστός είναι και Θεός. Πολλοί απ’ αυτούς ήσαν διατεθειμένοι να πουν στον Κύριο: Μη λες ότι είσαι Θεός ενανθρωπήσας. Πες ότι είσαι απλός άνθρωπος και ’μεις είμαστε έτοιμοι να σε θεοποιήσουμε. Γιατί θέλεις να είσαι Θεός ενανθρωπήσας και όχι άνθρωπος αποθεωθείς; Εμείς δεχόμαστε να σε αποθεώσουμε, να σε ανακηρύξουμε τον μέγιστο των ανθρώπων, τον αγιώτατο, τον ηθικώτατο, τον ευγενέστατο, τον ανυπέρβλητο, τον μοναδικό, τον ανεπανάληπτο. Δεν σου αρκούν όλα αυτά;

Ο κορυφαίος του χορού των αρνητών, ο Ερνέστος Ρενάν, βροντοφωνεί περί του Χριστού: «Για δεκάδες χιλιάδες χρόνια ο κόσμος θα ανυψώνεται δια σου», είσαι ο ακρογωνιαίος λίθος της ανθρωπότητος ώστε το να αποσπάση κάποιος το όνομά σου από τον κόσμο τούτο θα ήταν ίσο με τον εκ θεμελίων κλονισμό του. Οι αιώνες θα διακηρύσσουν ότι μεταξύ των υιών των ανθρώπων δεν γεννήθηκε κανένας υπέρτερός σου». Εδώ, όμως, σταματούν και αυτός και οι όμοιοί του. Η επόμενη φράση τους; «Θεός, όμως, δεν είσαι!».

Και δεν αντιλαμβάνονται οι ταλαίπωροι ότι όλα αυτά συνιστούν για την ψυχή τους μια ανέκφραστη τραγωδία! Το δίλημμα αναπόφευκτα είναι αμείλικτο: Ή είναι Θεός ενανθρωπήσας ο Χριστός, οπότε πράγματι, και μόνο τότε, αποτελεί την ηθικωτέρα, την αγιωτέρα και την ευγενεστέρα μορφή της ανθρωπότητος, ή δεν είναι Θεός ενανθρωπήσας, οπότε, όμως, δεν είναι δυνατόν να είναι τίποτε από όλα αυτά. Αντιθέτως, αν ο Χριστός δεν είναι Θεός, τότε πρόκειται για την απαισιωτέρα, τη φρικτοτέρα και την απεχθεστέρα ύπαρξι της ανθρωπίνης ιστορίας.

-Τι είπατε;

- Αυτό που άκουσες! Βαρύς ο λόγος, απολύτως, όμως, αληθής. Και ιδού γιατί: Τι είπαν για τον εαυτό τους, ή ποια ιδέα είχαν για τον εαυτό τους όλοι οι πράγματι μεγάλοι άνδρες της ανθρωπότητος; Ο ανδρών απάντων σοφώτατος Σωκράτης διεκήρυσσε το: Εν οίδα, ότι ουδέν οίδα.

Όλοι οι σπουδαίοι άνδρες της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, από τον Αβραάμ και τον Μωυσή μέχρι τον Ιωάννη τον Πρόδρομο και τον Παύλο, αυτοχαρακτηρίζονται «γη και σποδός», «ταλαίπωροι», «εκτρώματα» κ. τ. τ.

Η συμπεριφορά, αντιθέτως, του Ιησού είναι παραδόξως διαφορετική! Και λέω παραδόξως διαφορετική, διότι το φυσικό και το λογικό θα ήταν να είναι παρόμοια η συμπεριφορά Του. Αυτός μάλιστα, ως ανώτερος και υπέρτερος από όλους τους άλλους, θα έπρεπε να έχη ακόμα κατώτερη και ταπεινότερη ιδέα για τον εαυτό Του. Ηθικώς τελειότερος από κάθε άλλον έπρεπε να υπερακοντίζη σε αυτομεμψία και ταπεινό φρόνημα όλους τους παραπάνω και οποιονδήποτε άλλον, από τη δημιουργία του κόσμου μέχρι τη συντέλεια των αιώνων. Συμβαίνει, όμως, το ακριβώς αντίθετο!

Πρώτα-πρώτα διακηρύσσει ότι είναι αναμάρτητος: «Τις εξ υμών ελέγχει με περί αμαρτίας;». «Έρχεται ο του κόσμου τούτου άρχων και εν εμοί ουκ έχει ουδέν». Εκφράζει επίσης πολύ υψηλές ιδέες περί Εαυτού: «Εγώ ειμί το φως του κόσμου», «Εγώ ειμί η οδός και η αλήθεια και η ζωή».

Εκτός, όμως, αυτών προβάλλει και αξιώσεις απολύτου αφιερώσεως στο πρόσωπό Του. Εισχωρεί ακόμα και στις ιερώτερες σχέσεις των ανθρώπων και λέει: «Ο φιλών πατέρα ή μητέρα υπέρ εμέ ουκ έστι μου άξιος, και ο φιλών υιόν ή θυγατέρα υπέρ εμέ ουκ έστι μου άξιος». «Ήλθον διχάσαι άνθρωπον κατά του πατρός αυτού και θυγατέρα κατά της μητρός αυτής και νύμφην κατά της πενθεράς αυτής». Απαιτεί ακόμα και μαρτυρική ζωή και θάνατο από τους μαθητές Του: «Παραδώσουσιν υμάς εις συνέδρια και εν ταις συναγωγαίς αυτών μαστιγώσουσιν υμάς και επί ηγεμόνας δε και βασιλείς αχθήσεσθε ένεκεν εμού. . . Παραδώσει δε αδελφός αδελφόν εις θάνατον και πατήρ τέκνον, και επαναστήσονται τέκνα επί γονείς και θανατώσουσιν αυτούς• και έσεσθε μισούμενοι υπό πάντων δια το όνομα μου, ο δε υπομείνας εις τέλος ούτος σωθήσεται. . . Μη φοβηθήτε από των αποκτεννόντων το σώμα. . . Όστις αν αρνήσηταί με έμπροσθεν των ανθρώπων, αρνήσομαι αυτόν καγώ. . . Ο απολέσας την ψυχήν αυτού ένεκεν εμού ευρήσει αυτήν».

»Και τώρα σε ρωτώ: Τόλμησε ποτέ κανείς να διεκδικήση υπέρ αυτού την αγάπη των ανθρώπων πάνω κι απ’ την ίδια τους τη ζωή; Τόλμησε ποτέ κανείς να διακηρύξη την απόλυτη αναμαρτησία του; Τόλμησε ποτέ κανείς να εκστομίσει το: «Εγώ ειμί η αλήθεια»; Κανείς και πουθενά! Μόνο ένας Θεός θα μπορούσε να τα κάνη αυτά. . . (Οποιονδήποτε άλλον) θα τον περνούσαν για τρελλό και δεν θα βρισκόταν κανείς να τον ακολουθήση.

Για σκέψου τώρα πόσα εκατομμύρια άνθρωποι θυσίασαν τα πάντα για χάρι του Χριστού, ακόμα και αυτή τη ζωή τους, πιστεύοντας στην περί εαυτού αλήθεια των λόγων Του! Εάν οι περί εαυτού διακηρύξεις Του ήσαν ψευδείς, ο Ιησούς θα ήταν η απαισιοτέρα μορφή της ιστορίας οδηγώντας τόσους πολλούς σε τόσο βαρεία θυσία. Ποιος άνθρωπος, όσο μεγάλος, όσο σπουδαίος, όσο σοφός κι αν είναι, θα άξιζε αυτή τη μεγάλη προσφορά και θυσία; Ποιος; Κανένας! Μόνο εάν ήταν Θεός.

Μ’ άλλα λόγια: Όποιος άνθρωπος απαιτούσε αυτή τη θυσία από τους οπαδούς του, θα ήταν η απαισιοτέρα μορφή της ιστορίας. Ο Χριστός, όμως, και την απαίτησε και την πέτυχε. Παρά ταύτα από τους αρνητές της θεότητάς Του αναγορεύθηκε η ευγενεστέρα και αγιωτέρα μορφή της ιστορίας. Οπότε: Ή παραλογίζονται οι αρνητές ονομάζοντας αγιώτερο τον απαισιώτερο, ή, για να μην υπάρχει παραλογισμός, αλλά να έχη λογική η συνύπαρξι απαιτήσεων του Χριστού και αγιότητός Του, θα πρέπει αναγκαστικά να δεχθούν ότι ο Χριστός εξακολουθεί να παραμένη η ευγενεστέρα και αγιωτέρα μορφή της ανθρωπότητος μόνο, όμως, υπό την προϋπόθεσι ότι είναι και Θεός! Αλλιώς είναι, όπως είπαμε, όχι η αγιωτέρα, αλλά η φρικτοτέρα μορφή της ιστορίας, ως αιτία της μεγαλύτερος θυσίας των αιώνων, εν ονόματι ενός ψεύδους! Έτσι η θεότητα του Χριστού αποδεικνύεται με βάσι αυτούς τους ίδιους τους περί Αυτού χαρακτηρισμούς των αρνητών Του!

Από το βιβλίο “Υποθήκες Ζωής” 

Κυριακὴ τῶν Προπατόρων

            ἤ

       Τοῦ Οἰκοδεσπότη ἡ προσβολή  

π. Κωνσταντίνου Καλλιανού

Κάθε χρόνο αὐτὴ τὴν Κυριακή, τὴν Κυριακὴ τῶν Προπατόρων τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅπως τὴν ὀνομαζει  ἡ Ἐκκλησία, ἡ Εὐαγγελικὴ περικοπὴ ποὺ διαβάζεται στὴ Θεία Λειτουργία  μᾶς θυμίζει, γι᾿ ἄλλη μιὰ φορά,  τὴν προσβολὴ ποὺ κάνουμε στὸν ἴδιο τὸν φιλότιμο οἰκοδεσπότη, ὁ ὁποῖος μᾶς καλεῖ στὸ Μεγάλο Δεῖπνο ὡς ἐπίσημους συνδαιτημόνες. Γιατὶ τὸ νὰ σέ καλέσουν σὲ ἐπίσημο τραπέζι δὲν εἶναι καὶ μικρὴ ὑπόθεση. Προαπαιτεῖ τὴν ἐκτίμηση ποὺ ἔχει ὁ οἰκοδεσπότης στὸ πρόσωπό σου μαζὶ καὶ τὴν τιμή: λιθάρια ἀκρογωνιαῖα ὁπωσδήποτε, μὲ τὰ ὁποῖα κτίζεται τὸ οἰκοδόμημα τῆς σχέσης, τῆς ἐπικοινωνίας, τῆς συνάντησης. Κι αὐτό,  ἐπειδὴ στὴν Ἀνατολή, ἀλλὰ καὶ σ᾿ ὁλόκληρο τὸν κόσμο,  τὸ τραπέζι εἶναι ἀναμφίβολα ὁ χῶρος ποὺ συνάζει τοὺς συνανθρώπους καὶ τοὺς συμφιλιώνει. Ἐπειδὴ εἶναι ἀδύνατο νὰ παρευρεθεῖς κάπου, ἄν προηγουμένως δὲν  εἶσαι πλήρως συντονισμένος μὲ τὸν ψυχισμὸ τῶν συνδαιτημόνων σου, γιατὶ διαφορετικὰ ἡ σύναξη γύρω ἀπὸ  τὸ τραπέζι αὐτὸ καθίσταται ἐνοχλητικὴ καὶ συναμα βαρετή.

Μέσα στὸ ἱερό, λοιπόν, κλίμα τοῦ φωτεινοῦ Σαρανταημέρου καὶ λίγες μέρες πρὶν ἀπὸ τὴ μεγαλη τῶν Χριστουγέννων Πανήγυρι, ξαναδιαβαζουνε αὐτὴ τὴν κορυφαία Κυριακὴ παραβολὴ, προσέχοντας ἕνα-ἕνα τὰ νοήματα ποὺ στεκονται πίσω ἀπὸ τὶς λέξεις, πίσω ἀπὸ τὶς φράσεις καὶ σ᾿ ὁλόκληρο τὸν κορμὸ τῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς. Τὰ ὁποῖα καὶ  ἐπισκεπτόμαστε,   πασχίζοντας νὰ ἐρευνήσουμε ὁλόκληρο τὸ πεδίο μέσα στὸ ὁποῖο ἐκτείνεται ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, μὲ σκοπὸ νὰ βροῦμε τὸν «πολύτιμο μαργαρίτη»( πρβλ. Μτθ 13, 45-46 ) ποὺ περιέχει, ὥστε νὰ ὤφεληθοῦμε καὶ συνάμα νὰ καταννοήσουμε ποιὰ θὰ πρέπει νὰ εἶναι ἡ συμπεριφορά μας στὸ γεγονὸς τῆς Γιορτῆς ποὺ ἀνοίγεται μπροστά μας. Γιατὶ ἀποκρυπτογραφώντας τὴ συμπεριφορὰ τῶν ὁμάδων τῶν ὅσων κάλεσε ὁ οἰκοδεσπότης, ὁδηγούμαστε στὸ συμπέρασμα ὅτι ἐμεῖς τουλάχιστον δὲν θὰ πρέπει νὰ τὴν ἐπαναλάβουμε. Ὄχι ἀπὸ ἀγένεια ἤ τὸ λεγόμενο «τάκτ», ἀλλὰ ἀπὸ εὐγνωμοσύνη καὶ βαθειὰ συναίσθηση τῆς τιμῆς ποὺ μᾶς γίνεται. Γιατὶ ἄν στὸν κόσμο τὸ θεωροῦμε πάρα πολὺ μεγαλη τιμὴ νὰ μᾶς καλέσουν σ᾿ ἕνα τραπέζι, πόσο μᾶλλον ὅταν ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς μᾶς προσκαλεῖ νὰ κυκλώσουμε τὸ Τραπέζι Του κὰι νὰ καταστοῦμε, τὶς μέρες αὐτὲς τὶς ἱερές, ἀλλὰ καὶ πάντοτε,  φιλότιμοι συνδαιτημόνες ;

Ἀλήθεια, οἱ δικαιολογίες γιὰ τὴν ὅποια ἀπουσία μας τί χρειάζονται; Καὶ γιατὶ προβάλλονται, ὅταν πρῶτοι ἐμεῖς γνωρίζουμε  ὅτι τὰ ἐπιχειρήματά μας  καὶ ἕωλα εἶναι, ἀλλὰ καὶ φαιδρά;

 
Subscribe to Email