Διδακτικές ιστορίες

 

Φάνυς Κουντουριανού - Μανωλοπούλου

Ξημέρωμα της 20ης Ιουλίου 2017. Ο ΄Ελληνας απόστρατος αξιωματικός Αλεξόπουλος, πριν από το διαύγασμα  της αυγής, βγήκε βιαστικά στο δρόμο με προορισμό τα νότια της Λευκωσίας, όπου το στρατόπεδο της μονάδας στην οποία υπηρετούσε στα 1974, εκείνες τις αποφράδες ημέρες της τουρκικής εισβολής, νεαρός τότε λοχαγός. Είχε έλθει την προηγούμενη ημέρα στην Κύπρο σε ένα ευλαβικό προσκύνημα στη νιότη του και στις πιο δραματικές ώρες και μέρες, που σημάδεψαν ανεξίτηλα τη ζωή του. Ελάχιστα του σφάλισε τα μάτια ο ύπνος την προηγούμενη νύκτα. Οι θύμησες σαν θυμωμένες σφήκες βομβοβολούσαν στο νου του. ΄Ηταν συνταρακτικές εκείνες οι ώρες του 1974. Για την Κύπρο, που βίωσε μίαν ανείπωτη τραγωδία, για την Ελλάδα, τη φιμωμένη και ρημαγμένη από την επτάχρονη δικτατορία, για τα νεαρά παλληκάρια, που ο μακελάρης Χάρος έκοψε το νήμα της ανθηρής τους νιότης, για τις βαρυπενθούσες και απαρηγόρητες μάνες, για τους βιαίως εκδιωχθέντες από τις πεφιλημένες εστίες τους, για τις βιασμένες προγονικές ομορφιές, που θα ξεπουλούνταν στα εμποροπάζαρα του κόσμου, και προσωπικά για τον ίδιο, οι ώρες, οι μέρες εκείνες, όπου μες στην απολέμητη σκοτεινιά, ενέδρευσε ύπουλα ο εχθρός, είχαν χαράξει τη ζωή του, τη χώρισαν στα δύο, ήταν μια χαίνουσα πληγή, που δεν έλεγε να κλείσει.

Οδηγούσε προς το σημείο όπου στάθμευε τον καιρό της εισβολή η μονάδα. Όλα ήρεμα και ειρηνικά τώρα γύρω του. Η μνήμη, ανηλεής, ξαναζωντάνεψε την εναγώνια αγρύπνια εκείνης της νύχτα, όταν ο διοικητής του στρατοπέδου, ευφυής, με κοφτερή στρατιωτική αντίληψη, πριν καν πάρει διαταγές από το Γενικό Επιτελείο Εθνικής Φρουράς, μόνο με βάση τη διάχυτη βεβαιότητα ότι οι Τούρκοι θα χτυπήσουν οσονούπω, διέταξε να εγερθούν οι άνδρες και να εφαρμοστεί το Σχέδιο Συναγερμού και Ετοιμότητος, σώζοντας κι αυτούς και τα πυρομαχικά από τους θυελλώδεις τουρκικούς βομβαρδισμούς που λίγο μετά τη δική τους αναχώρηση, ισοπέδωσαν το στρατόπεδο. O Άγγελος  ξανάζησε νοερά τη λαχανιασμένη μεταστάθμευση σ’ έναν απέραντο ελαιώνα και την πρώτη του αποστολή για την περίσχεση τουρκοκυπριακών θυλάκων. Ξανάβλεπε τον εαυτό του επικεφαλής της φάλαγγας πάνω στο ΛαντΡόβερ με τρικυμία στην καρδιά από το αίσθημα ευθύνης για τους άνδρες του και για την πατρίδα Κύπρο, πώς έπρεπε να φανεί αντάξιος των περιστάσεων, ξαναζούσε την αγωνιώδη πορεία τους  στην ανοικτωσιά του θερισμένου κάμπου της Μεσαορίας, ευτυχώς ο πυκνός μαύρος καπνός από τις πυρκαγιές οι οποίες μαίνονταν τριγύρω, ανέθρωσκε προς τον ουρανό και εμπόδιζε τους Τούρκους πιλότους που υποστήριζαν λυσσωδώς το αεροπρογεφύρωμα ανάμεσα Κανλί-Κιόνελι-Ορτάκιουγιού, να δουν την ελληνική φάλαγγα. Ξαναζούσε τώρα εκείνη την ατμόσφαιρα συντέλειας, καθώς πορεύονταν προς τα βόρεια, καταπάνω στον αγέρωχο Πενταδάκτυλο, σ’ ένα τοπίο θανάτου, ξανάβλεπε τους άνδρες  του άυπνους, άσιτους, διψασμένους, κάθιδρους, αγωνιώντες και καταπονημένους αλλά σιωπηλούς και αποφασισμένους με τα δάχτυλα ν’ ασπρίζουν στις αρθρώσεις από το γράπωμα του τουφεκιού και τον εαυτό του με τεταμένη την προσοχή, τα μάτια του περισκόπιο να εξετάζουν τον ορίζοντα για Τούρκους αλεξιπτωτιστές και να λογχίζουν τον ουρανό από τον φόβο των αεροπλάνων.

Θυμάται τη διέλευση της Κλεπίνης. Τα σπίτια κατάκλειστα ερημωμένα και οι φίλιες δυνάμεις άφαντες. Ο ασύρματος βουβός. Ακόμη νιώθει το σφίξιμο στο στομάχι, τον κόμπο στο λαιμό. Πόσο τον καταπλάκωνε το αίσθημα ευθύνης να δώσει τις σωστές διαταγές, τη σωστή ώρα, να φτάσει σε ορθά συμπεράσματα, να μη λαθέψει, να επιλέξει τις άριστες ενέργειες. Θεώρησε ότι στην Κυρήνεια υπήρξε τουρκική προσβολή και κινήθηκαν με την αδρεναλίνη στα ύψη προς τα εκεί. Ξαναζεί την πρώτη αιματηρή επαφή με τον εχθρό, έξω από την Κυρήνεια, κάτω από την ονειρική ομορφιά του κατάστερου ουρανού, αυτοί καλυμμένοι μες τα δένδρα, μόλις είχαν βυθιστεί σ’ ένα βαρύ, αποκαρωτικό ύπνο. Πως τους σφυροκοπούσαν από παντού∙ πάνωθε τους και γύρω τους σφύριζαν βλήματα, δημιουργούσαν εκρήξεις, τεράστιος κρατήρας στο χώμα, λάμψεις, κρότοι και βόμβοι, ο αέρας πλατάγιζε, κραυγές αγωνίας, φωνές, βρισιές, μουγκρητά πληγωμένων, θρήνοι, ικεσίες, προσευχές. Κι ύστερα, στο άτυπο προσκλητήριο, τα πέντε παλληκάρια άπνοα, δεν θα ξεχάσει ποτέ τα ορθάνοιχτα, βασιλεμένα τους μάτια, σαν να ρωτούσαν τον ουρανό «γιατί»;

Τόσο αίμα, τόσες θυσίες, τόσος σπαραγμός και ταπείνωση, και ακόμη τώρα οι Τούρκοι να κατέχουν σχεδόν τη μισή Κύπρο;

Ο αξιωματικός Άγγελος Αλεξόπουλος με λευκασμένο πια κεφάλι, με ρυτίδες στο πρόσωπο και πιο βαρύ κορμί, κατέβηκε από το αυτοκίνητο, κάθισε κατάχαμα, φίλησε την αιματόβρεκτη κυπριακή γη κι έκλαψε πικρά.

 

 

Subscribe to Email