Ἀρχιμανδρίτη Παύλου Ἐγγλεζάκη
Ἡ πρώτη βαθύτατη ἀγωνία καί ὀδύνη τοῦ Χριστιανοῦ πού διαλέγεται εἶναι τό πόσο λίγο ἀληθινά εἶναι ὁ ἴδιος χριστιανός – αἴσθημα πού τό ἔχει ὁ πιστός κάθε φορά πού διαλέγεται μέ ἕναν μή-χριστιανό. Τοῦτο εἶναι φυσικό καί ἀφύσικο μαζί. Φυσικό, γιατί ὁ χριστιανός ἐδῶ ποτέ δέν φτάνει τά μέτρα τοῦ Εὐαγγελίου (ἤ μιά φορά στίς χίλιες) καί τό νά βρίσκεται «καθ’ ὁδόν» πρός τό Χριστό στήν πνευματική του ζωή εἶναι ἡ φυσική του κατάσταση.
Ἀφύσικο, γιατί ὁ χριστιανός ἀναρωτιέται «ἀφοῦ τέλειος δέν εἶμαι, πῶς νά μιλήσω γιά κάτι πού δέν τό κάνω ὁ ἴδιος;». «Ὑποκριτής ἐστιν», ἀκούει τούς Πατέρες, «ὁ διδάσκων τόν πλησίον αὐτοῦ πρᾶγμα εἰς ὅ αὐτός οὐκ ἔφτασεν». Ὁ χριστιανός προσερχόμενος γιά νά δώσει λόγο «περί τῆς ἐν αὐτῷ ἐλπίδος» προσέρχεται μέ συντριβή, γνωρίζοντας ὅτι ὁ Χριστός δέν τοῦ ἀνήκει, ἀλλά αὐτός ἀνήκει στό Χριστό. Τήν Ἀλήθεια δέν τήν κατέχει, ἀλλά αὐτός κατέχεται ἀπό Ἐκείνη.