Αρχιμ. Ισαάκ – Πρωτοσυγγέλου Ι. Μητρόπολης Λεμεσού
Ζούμε μέσα σε πόλεις που δεν σταματούν ποτέ. Η πόλη ξυπνά πριν από εμάς και κοιμάται μετά από εμάς. Οι δρόμοι γεμίζουν βιαστικά βήματα, οι φωνές μπλέκονται μεταξύ τους, τα φώτα ανάβουν παντού. Όλα κινούνται γρήγορα. Όλα τρέχουν.
Και μέσα σε αυτή τη συνεχή κίνηση, μέσα σε αυτή τη βοή, η ανθρώπινη καρδιά συχνά κουράζεται. Κουράζεται από τον αγώνα, από τις έγνοιες, από την μοναξιά που μπορεί να νιώσει ακόμη κι όταν βρίσκεται ανάμεσα σε πλήθη ανθρώπων.
Και τότε… μέσα σε αυτόν τον θόρυβο, ακούγεται μια άλλη φωνή.
Μια φωνή πιο ήσυχη, πιο βαθιά.
Η φωνή της ψυχής που αναζητά τον Θεό.
Αυτή η φωνή είναι η προσευχή.
Η προσευχή δεν είναι απλώς λόγια. Δεν είναι μια συνήθεια. Δεν είναι ένα καθήκον που πρέπει να ολοκληρώσουμε. Η προσευχή είναι η κραυγή της καρδιάς προς τον ουρανό. Είναι η στιγμή που ο άνθρωπος σηκώνει το βλέμμα του από τη γη και ψάχνει το φως του Θεού.
Μέσα στην πόλη, η προσευχή γίνεται πολλές φορές πιο δύσκολη. Γιατί η πόλη γεμίζει τα αυτιά μας με θόρυβο και το μυαλό μας με σκέψεις. Αλλά ίσως γι’ αυτό ακριβώς γίνεται και πιο πολύτιμη.
Γιατί όταν μέσα σε έναν κόσμο γεμάτο φωνές ο άνθρωπος βρίσκει μια στιγμή για τον Θεό, τότε εκείνη η στιγμή γίνεται ιερή.
Σκεφτείτε το.
Ένας άνθρωπος περπατά μέσα στον δρόμο. Τα αυτοκίνητα περνούν, οι άνθρωποι βιάζονται, τα τηλέφωνα χτυπούν. Κι όμως, μέσα στην καρδιά του γεννιέται μια μικρή προσευχή:
«Κύριε, ελέησέ με.»
Κανείς γύρω του δεν την ακούει. Αλλά ο ουρανός την ακούει.
Μια μητέρα κουρασμένη στο σπίτι, αργά τη νύχτα, ψιθυρίζει μια προσευχή για τα παιδιά της. Ένας άνθρωπος σε μια δύσκολη στιγμή σηκώνει τα μάτια του και λέει: «Θεέ μου, βοήθησέ με».
Και εκείνη τη στιγμή, μέσα σε ένα μικρό δωμάτιο μιας μεγάλης πόλης, ανοίγει ένας δρόμος προς την αιωνιότητα.
Η προσευχή είναι ένα μυστήριο. Είναι η στιγμή που η ανθρώπινη αδυναμία συναντά την άπειρη δύναμη του Θεού. Είναι η στιγμή που η καρδιά, πληγωμένη πολλές φορές από τη ζωή, βρίσκει παρηγοριά.
Και τότε συμβαίνει κάτι θαυμαστό.
Η πόλη δεν αλλάζει εξωτερικά. Τα κτίρια μένουν τα ίδια. Οι δρόμοι οι ίδιοι. Ο θόρυβος ο ίδιος. Αλλά κάτι αλλάζει μέσα στον άνθρωπο.
Η καρδιά του μαλακώνει.
Η ελπίδα ξαναγεννιέται.
Το σκοτάδι αρχίζει να υποχωρεί.
Γιατί η προσευχή είναι φως.
Είναι σαν ένα μικρό κερί που ανάβει μέσα στο σκοτάδι της καθημερινότητας. Και όσο μικρό κι αν φαίνεται, το φως του μπορεί να φωτίσει ολόκληρη την ψυχή.
Αν μέσα στην πόλη υπάρχουν άνθρωποι που προσεύχονται, τότε η πόλη δεν είναι μόνο τσιμέντο και δρόμοι. Γίνεται ένας τόπος όπου ο Θεός περπατά ανάμεσα στους ανθρώπους.
Γίνεται ένας τόπος όπου, μέσα στη βιασύνη του κόσμου, κάποιοι άνθρωποι θυμούνται τον ουρανό.
Ας μην αφήσουμε την πόλη να κλέψει τη σιωπή της καρδιάς μας. Ας μην αφήσουμε τον θόρυβο της καθημερινότητας να σβήσει την προσευχή από τη ζωή μας.
Ας κρατήσουμε μέσα μας μια μικρή φλόγα προσευχής.
Ίσως να είναι μια προσευχή το πρωί πριν αρχίσει η ημέρα.
Ίσως μια προσευχή το βράδυ πριν κλείσουμε τα μάτια.
Ίσως μια σύντομη επίκληση μέσα στον δρόμο.
Αλλά αυτή η μικρή προσευχή μπορεί να αλλάξει ολόκληρη τη ζωή.
Γιατί τελικά, ακόμη και μέσα στην πιο θορυβώδη πόλη, ο άνθρωπος που προσεύχεται βρίσκει έναν μυστικό τόπο ειρήνης.
Έναν τόπο όπου η καρδιά συναντά τον Θεό.
Και τότε, ακόμη και ανάμεσα σε δρόμους γεμάτους κόσμο, ακόμη και μέσα σε πόλεις γεμάτες φώτα, η ψυχή βρίσκει τον δρόμο προς τον ουρανό.