Γιώργου Κυπριανοῦ

Ὁ τόπος πλέον δέν δηλώνει τήν ἐθνότητα, οὔτε ὁ τρόπος τήν καταγωγή. Τά πάντα βρίσκονται σέ ἕνα ἀτέρμονο καί ἀσταμάτητο συνονθύλευμα φυλῶν, θρησκειῶν, ἐθνοτήτων, πολιτισμῶν καί χρωματοσωμάτων. Πῶς στέκεται ἕνας Χριστιανός ἀπέναντι σέ αὐτό τό γεγονός, ἀπέναντι σέ αὐτή τήν ὅλο καί αὐξανόμενη πολιτιστική καί ἐθνοτική ἀλληλοπεριχώρηση;

Ἀναπόδραστη κρίνεται ἡ ἀναφορά τοῦ γνωστοῦ χωρίου ἀπό τό βιβλίο τοῦ Γεροντικοῦ: «Εἶδες ἀδελφόν σου, εἶδες Κύριον τόν Θεόν σου». Χωρίς νά διευκρινίζονται τά ὅποια χαρακτηριστικά τοῦ ἄλλου. Ὁ ὁποιοσδήποτε ἄλλος, ὅποιος κι ἄν εἶναι. Ὁ ἄλλος εἶναι ἀδελφός, ὁ ἄλλος εἶναι ὁ Θεός ὁ ἴδιος. Ὁ λόγος δέ τοῦ Χριστοῦ, ἀκόμα πιό προκλητικός: «Ἠκούσατε ὅτι ἐρρέθη, ἀγαπήσεις τόν πλησίον σου καί μισήσεις τόν ἐχθρόν σου. Ἐγώ δέ λέγω ὑμῖν, ἀγαπᾶτε τούς ἐχθρούς ὑμῶν, εὐλογεῖτε τούς καταρωμένους ὑμᾶς, καλῶς ποιεῖτε τοῖς μισοῦσιν ὑμᾶς καί προσεύχεσθε ὑπέρ τῶν ἐπηρεαζόντων ὑμᾶς καί διωκόντων ὑμᾶς» (Ματ. Ε΄, 43-44). Ἄν εἶναι δυνατόν, σήμερα, ἐν μέσῳ πολεμικῶν ἀναταράξεων καί ἐχθροπραξιῶν νά προβάλλεται αὐτός ὁ λόγος; Ἄν εἶναι δυνατόν, σέ χῶρες ὅπως ἡ Κύπρος καί ἡ Ἑλλάδα, μέ ἱστορικές πληγές καί σύγχρονες ἀπειλές;

Κι ὅμως. Ἡ ἀγαπῶσα χριστοειδώς καρδία δέν μπορεῖ νά πράξει διαφορετικά. Κατανοεῖ τά προβλήματα, κατανοεῖ τίς δυσκολίες, κατανοεῖ ἀκόμα καί τίς προκλήσεις καί τίς ἀνάγκες, ἀλλά δέν μπορεῖ νά κινηθεῖ διαφορετικά. Αὐτό δέν σημαίνει ὅτι ἀπεμπολεῖται ὁ ἑαυτός, ἡ ταυτότητα, ἡ καταγωγή, ἡ πίστη, ἡ μοναδικότητα. Ἀπεναντίας, ἡ ἐσωτερική βεβαιότητα περί τῆς ἀξίας τοῦ προσώπου εἶναι ἡ δύναμη πού κινεῖ γιά συνδιαλλαγή, διάλογο, κατανόηση, συγκατάβαση, πού κινεῖ τήν ἀποφυγή τοῦ μίσους, τῆς ἐπιθετικότητας, τοῦ φανατισμοῦ, καί ταυτόχρονα τῆς μή ἀφομοίωσης, τῆς ἀλλαξοπιστίας καί τῆς ἀλλοίωσης.

Ἐπειδή εἶμαι Χριστιανός, εἶναι χρέος μου νά πεθάνω γιά τόν ἄλλο, τόν ὁποιονδήποτε ἄλλο. Εἶναι χρέος μου νά ἀγαπήσω καί νά ὑπερβῶ τίς διαφορές γιά νά συναντήσω τόν ἄλλο, νά τόν χωρέσω μέσα μου, νά τόν κάνω μέρος καί μέλος τοῦ ἑαυτοῦ μου. Ὅπως χρέος μου εἶναι, νά μήν προδώσω τήν πίστη καί τήν ταυτότητά μου, ὅσο κι ἄν αὐτό ἀκούγεται ὀξύμωρο. Ὡστόσο, ἐξηγεῖται καί φωτίζεται ὑπό τό φῶς τοῦ ἀλληλοσεβασμοῦ καί τῆς ἀξιοπρέπειας. Στέκεται καί ρυθμίζεται ἀπό τήν ἀρχή καί τήν ἀρετή τῆς διάκρισης. Αὐτό εἶναι τό μεγαλεῖο τῆς χριστιανικῆς καρδίας, ἡ ἀρχοντιά τοῦ ἀληθινοῦ ρωμηοῦ. Νά ἀγαπᾶ χωρίς διακρίσεις καί ἀπαρασάλευτος νά μένει στό δρόμο τοῦ Χριστοῦ.

Subscribe to Email