Αρχιμανδρίτη Ισαάκ, Πρωτοσυγγέλου Ι. Μητροπόλεως Λεμεσού

Ἦταν οἱ μέρες πού νέοι, ἱερεῖς, στρατιῶτες, δάσκαλοι, γυναῖκες, ἄντρες καί παιδιά ἑνώθηκαν ὅλοι κάτω ἀπό ἕνα ἀστέρι, τ’ ἄστρο τῆς ἐλευθερίας.

Καί κάπου ἀνάμεσα στά πεῦκα καί στίς σκιές, ἀντηχοῦσε ἡ φωνή ἑνός μαθητῆ - ποιητῆ, τοῦ Εὐαγόρα Παλληκαρίδη, πού ἔλεγε πώς θά πάρει τόν ἀνήφορο, πώς θά περάσει τίς κακοτράχαλες στράτες, πώς «πάει νά συναντήσει τή Λευτεριά» κι ἄς ἤξερε ὅτι ὁ δρόμος αὐτός εἶναι στρωμένος μέ ἄλικο φῶς!

Ὁ Γρηγόρης Αὐξεντίου στά βουνά τοῦ Μαχαιρᾶ στεκόταν σάν ὄρθια φλόγα.

Τό κορμί του ἄντεξε στή λαίλαπα τῆς φωτιᾶς, γιατί οἱ ἰδέες του ἦταν πιό φλογερές ἀπό τή φλόγα πού τόν τύλιξε.

Ἐκεῖνος ρωτοῦσε τούς συντρόφους του «ἀντέχετε;» καἰ ἡ ἀπάντηση ξαναγύριζε αἰώνια: «Ἀντέχουμε, γιατί ἐσύ μᾶς ἔμαθες πῶς».

Στόν ἀχυρῶνα τοῦ Λιοπετρίου τέσσερις μορφές: Ἀνδρέας Κάρυος, Ἠλίας Παπακυριακοῦ, Μιχαήλ Κουτσόφτας καί Φώτης Πίττας ἔστησαν μικρό φρούριο ἀπό στάχια καί τό ἔκαναν κάστρο ἐλευθερίας. Τό αὐγινό φῶς ἔγινε μάρτυρας ἑνός τελευταίου, ἀγέρωχου «ὄχι», πού ἀκόμη κάνει τά κυπριακά χωράφια νά θροΐζουν σάν νά θυμοῦνται τά βήματά τους.

Κοντά τους καί ὁ Κυριάκος Μάτσης, ὁ μορφωμένος, ὁ πρᾶος, ὁ σταθερός, ἐκεῖνος πού ἀπάντησε «ἄν παραδοθεῖ θά προδώσει», διάλεξε τήν ἀκεραιότητα πάνω ἀπό τήν ἀνάσα κι ἀργότερα τό ὄνομά του ἔγινε σάν γεφύρι πού περνᾶ ἀπό γενιά σέ γενιά μέ τό χαμόγελό του νά φυλάει ἀκόμη τίς κιτρινισμένες φωτογραφίες.

Ἦταν κι ἄλλοι πολλοί, ἀνώνυμοι, ἐπώνυμοι, μέ τό ἴδιο φῶς στά μάτια, στρατιῶτες τοῦ ἰδανικοῦ, πού βάδιζαν ὅπως στούς στίχους τοῦ Παλληκαρίδη, μέ τήν καρδιά μπροστά καί τόν φόβο πίσω.

Μικρές σπίθες πού γίνονταν πυρκαγιά στήν ἀγκαλιά τῆς ἱστορίας.

 

Subscribe to Email