π. Ευέλθοντος Χαραλάμπους

Εὐχαριστῶ τό Θεό γιατί μέ ἀξίωσε  νά κάμω τά πρῶτα  βήματα τῆς ἱερατικῆς μου διακονίας  κοντά του καί νά μαθητεύσω ὡς διάκονος παρά τούς πόδας του (1973 – 1974). Οἱ λίγες γραμμές πού καταθέτω ἐδῶ, ἀποτελοῦν μικρό ἀντίδωρο στή δική του μεγάλη προσφορά. Γιατί διακονώντας πλάϊ του, αὐτό ἦταν τό πιό σημαντικό, ἐμπειρικά σέ μυοῦσε σέ ἱερατική αὐτοσυνειδησία.

Γεννημένος σέ πολύτεκνη οἰκογένεια τῆς Δερύνειας τό 1938, μεγάλωσε στήν πρωτεύουσα Λευκωσία, ἐκπαιδεύτηκε στήν ἁγιογραφία στήν Ἀθήνα. Ἀπό τήν ἀγωγή καί ἀνατροφή πού ἔλαβε, τήν ἐκπαίδευση πού τοῦ δόθηκε καί τά φυσικά χαρίσματα μέ τά ὁποῖα τόν προίκισε ὁ Θεός,  διακρινόταν πάντοτε ἀπό μιά ἀρχοντιά καί μιά εὐγένεια στούς τρόπους πού τόν ἔκανε νά ξεχωρίζει. Πιό πολύ, ὅμως, ξεχώριζε γιά τήν σεμνότητα, τήν σοβαρότητα καί τήν ἱεροπρέπειά του. Ἰδιαίτερα σέ σαγήνευε τό λειτουργικό του ὕφος.

Ὑψηλόκορμος, μέ τήν κατάμαυρη μακριά γενειάδα του, ὄρθιος σέ ὅλη τή διάρκεια τῆς θείας Λειτουργίας, ποτέ καί γιά κανένα λόγο δέν βιαζόταν, δέν συντόμευε τίς ἀκολουθίες, δέν ἱκανοποιοῦσε ἀνθρώπινες ἀδυναμίες. Ἀκόμη καί τήν ἡμέρα τῆς τούρκικης εἰσβολῆς, ὅταν οἱ Τοῦρκοι βρισκόντουσαν σέ ἀπόσταση ἀναπνοῆς ἀπό τήν ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονα ὅπου λειτουργούσαμε, κι ἐνῶ ὅλο τό ἐκκλησίασμα ἐγκατέλειψε τρομοκρατημένο τό ναό, αὐτός συνέχιζε ἀτάραχος στό γνωστό του ρυθμό νά διαβάζει τίς εὐχές, νά φτάσει μέχρι τό τέλος τῆς θείας Λειτουργίας. Κι ἐπειδή ἕνα παιδάκι τό εἴχαμε ἀβάπτιστο, προχώρησε, μετά τήν Ἀπόλυση, στή βάπτιση τοῦ μικροῦ ἐκείνου βρέφους. Καί οἱ Τοῦρκοι στρατιῶτες πάνοπλοι ἦσαν λίγα μέτρα πιό πέρα.

Ἐκεῖνο πού ξεχώριζε τόν Παπαλευτέρη ἦταν τό ἱερατικό του ἦθος. Τήν ἱερωσύνη τήν εἶχε πολύ ψηλά, ἦταν τό πᾶν γι’ αὐτόν. Παρ’ ὅλη τή φτώχεια καί τίς οἰκονομικές δυσκολίες πού γιά χρόνια ἀντιμετώπιζε, ποτέ δέν εἶδε τήν ἱερωσύνη σάν βιοποριστικό ἐπάγγελμα. Ποτέ δέν ζήτησε καί ποτέ δέν δέχτηκε «τυχερά», οὔτε καί διεκδίκησε ἀνταλλάγματα γιά τήν μοναδική προσφορά του πρός τήν Ἀρχιεπισκοπή. Ἀπό τίς 15 Νοεμβρίου τοῦ 1959 πού ἀπό τά χέρια τοῦ ἀοιδίμου Ἀρχιεπισκόπου Μακαρίου ἔλαβε τή γλωσσοπυρσόμορφη χάρη τοῦ Πνεύματος καί φόρεσε τό ράσο, τό τίμησε ὅσο λίγοι κληρικοί. Σύνθημά του ἦταν ἡ προτροπή τοῦ Ἀποστόλου Παύλου «τύπος γίνου τῶν πιστῶν». Καί ἦταν, ὁμολογουμένως τύπος, σωστό πρότυπο ἱερατικῆς παρουσίας καί προσφορᾶς.

Ἀφιλάργυρος, φιλάνθρωπος καί ἐλεήμων, πρόσφερε πάντοτε δωρεάν τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ.  Θυμᾶμαι στήν Ἀμμόχωστο, στόν Ἅγιο Λουκᾶ, τήν ἐνορία μας, ὅταν τελοῦσε Ἁγιασμούς καί Εὐχέλαια στά σπίτια πού τόν καλοῦσαν, ποτέ δέν ἔπαιρνε χρήματα. Κι ὅταν κάποτε τοῦ τό σχολίασα, ἔχοντας ὑπ’ ὄψη τά οἰκονομικά προβλήματα πού ἀντιμετώπιζε, μοῦ θύμισε τό παράγγελμα τοῦ Ἀποστόλου Παύλου «δωρεάν ἐλάβετε, δωρεάν δότε».

Ἕνα ἀπομεσήμερο τοῦ Ἰουλίου τοῦ 1973 κλήθηκε γιά ἕνα Εὐχέλαιο. Ἕνας μοναξιασμένος ἡλικιωμένος περνοῦσε στό φτωχικό μικροσκοπικό του σπιτάκι τίς τελευταῖες του ὧρες. Ὁ Παπαλευτέρης ἔτρεξε ἀμέσως. Διάβασε ὁλόκληρη τήν ἀκολουθία τοῦ Εὐχελαίου μέ τόν ἴδιο κατανυκτικό τρόπο πού τελοῦσε πάντοτε τίς ἀκολουθίες. Χωρίς βιασύνη, δίχως νά παραλείψει οὔτε κεραία, μέ καθαρή φωνή, μέ ὅλη τήν ἱεροπρέπεια πού τόν διέκρινε. Ὁ ἱδρώτας τόν ἔλουζε. Οἱ γείτονες καί κάποιοι μακρινοί συγγενεῖς πού εἶχαν μαζευτεῖ γιά τό Εὐχέλαιο, μή ἀντέχοντας τήν ἀφόρητη ζέστη τοῦ σπιτιοῦ, δέν στάθηκαν στό δωμάτιο οὔτε λεπτό. Ἀναζήτησαν λίγη δροσιά στή σκιά τοῦ σπιτιοῦ, ἔξω πού φυσοῦσε λίγο τό ἀεράκι. Μόνο σάν ἔκανε ἀπόλυση ὁ Παπαλευτέρης καί σταύρωσε μέ λαδάκι τόν ἄρρωστο πλησίασαν γιά νά τοῦ προτείνουν χρήματα. Αὐτός μέ εὐγένεια δέν πῆρε τίποτε. Τούς ὑπέδειξε μόνο τό κουτί γιά τούς φτωχούς πού ὑπῆρχε στήν ἐκκλησία.

Αὐτή ἡ ἀφιλοχρηματία του, ἡ θυσιαστική προσφορά του πρός τό ποίμνιο, ἡ χαρισματική ἱεροπρέπειά του, αὐτό τό δόσιμό του στό Θεό καί στήν Ἐκκλησία, συνέτειναν ὥστε νά κερδίσει τίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων. Ὅταν ἀνέλαβε ἐφημέριος στόν Ἅγιο Λουκᾶ τό ἐκκλησίασμα μετριόταν στά δάκτυλα τῶν χεριῶν. Σιγά – σιγά μπόρεσε νά ἑλκύσει πλῆθος πιστῶν, ὥστε ὅταν τό καλοκαίρι τοῦ 1974 ἐγκαταλείψαμε τήν Ἀμμόχωστο, ἦταν πλῆθος οἱ ἐκκλησιαζόμενοι στόν  Ἅγιο Λουκᾶ.

Ὁ π. Ἐλευθέριος ἐργαζόταν στήν Ἐκκλησία συνειδητά καί ἐξουθενωτικά. Ποτέ δέ λογάριασε κόπο καί χρόνο. Καί ὅμως, ποτέ δέν ἔχασε τόν ἐνθουσιασμό, τό ζῆλο, τό μεράκι, τήν ἱλαρότητά του.  Τό χαμόγελο κοσμοῦσε πάντοτε τό πρόσωπό του, ἀκόμη καί μετά τήν πιό κοπιαστική ἡμέρα. Ἀκόμα καί ὅταν οἱ πειρασμοί καί οἱ δοκιμασίες τόν χτύπησαν ἀνελέητα. Θλίψεις καί βάσανα καί πόνο ἀντιμετώπισε ὁ π. Ἐλευθέριος μέ ἰώβειο ὑπομονή καί χριστιανική ἐγκαρτέρηση.

Ἐγκατέλειψε στά χέρια τοῦ Ἀττίλα στέγη καί ὑπάρχοντα τό μαῦρο καλοκαίρι τοῦ 1974. Λιτάνεψε  τόν πόνο καί τά βάσανα τῆς προσφυγιᾶς. Στερήθηκε τή δική του ἐκκλησία καί ἀντιμετωπίστηκε σάν «ξένος» στό δικό του τόπο, ἀπό ἐκείνους πού δέν δοκίμασαν τό πικρό ποτήρι τοῦ ξεριζωμοῦ. Ἀπό τήν ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Λουκᾶ μετακινήθηκε στήν ἐκκλησία τοῦ Τιμίου Προδρόμου στή Λάρνακα. Ἀργότερα τόν βλέπουμε στή Λευκωσία, στή Μακεδονίτισσα, μέ τελευταῖο σταθμό τόν Ἅγιο Δομέτιο. Ἀπό αὐτή τή θέση τόν κάλεσε ὁ Θεός στό ὑπερουράνιο Θυσιαστήριο.

Τό μεγαλύτερο πόνο αἰσθάνθηκε ὁ π. Ἐλευθέριος μπροστά στό θάνατο προσφιλῶν καί ἀγαπημένων του προσώπων. Τοῦ πέθανε στή γέννα τό τέταρτο παιδί, γεγονός πού ἔπληξε πολύ τήν ὑγεία τῆς πρεσβυτέρας του Χρυσῆς. Ἔζησε μὴνες ἀγωνίας μέ τήν ἀσθένεια τοῦ πρωτότοκου του γυιοῦ, τοῦ Δημήτρη. Μέ σπαραγμό ψυχῆς νεκροφίλησε τό πρῶτο του ἀγόρι, ὅπως προηγουμένως καί τόν ἥρωα ἀδελφό του Δημητράκη Χριστοδούλου. Γιά δεκαπέντε ὁλόκληρα χρόνια πάλαιψε μέ τήν ἐπώδυνη καί ἀνίατη ἀρρώστεια. Νεκροφίλησε καί δεύτερο παιδί, πνευματικό τώρα, προπέμποντάς το κι αὐτό στούς οὐρανούς. Ἀπό αὐτό τό παιδί κρατοῦσε πάντοτε ἕνα ἐνθύμιο, ἕνα ἁγιορείτικο σταυρό. Αὐτό τό σταυρό κρατοῦσε στό χέρι, ὅπως ὁ ἴδιος τό εἶχε  ζητήσει, κατά τήν ὥρα τοῦ ἐνταφιασμοῦ του, σημάδι γνωριμίας κατά τή συνάντησή τους ἐκεῖ.

Τή Μεγάλη Τρίτη τοῦ 2006, τή μέρα πού ψάλλουμε στήν Ἐκκλησία τό «Ἰδού ὁ Νυμφίος ἔρχεται...», ὁ μακάριος δοῦλος τοῦ Θεοῦ π. Ἐλευθέριος βρέθηκε ἕτοιμος καί γρηγορών καί παραλήφθηκε γιά τούς οὐρανούς.

 

Subscribe to Email