Χρήστου Γκότση
Εκείνα, που αφηγείται ο Ευαγγελιστής Λουκάς και με την ωραίαν γλώσσαν της ποιήσεως διαλαλούν οι ύμνοι της Εκκλησίας, η βυζαντινή εικών του Ευαγγελισμού το εκφράζει με την στάσιν των προσώπων, την έκφρασιν και τας χειρονομίας των, καθώς και με τα χρώματα και τις λεπτομέρειες της παραστάσεως. Τα πρόσωπα της εικόνος είναι δύο: ο Αρχάγγελος Γαβριήλ και η Θεοτόκος.
Περιγραφή της εικόνος
α) Ο Αρχάγγελος Γαβριήλ. Είναι ο «πρωτοστάτης άγγελος», ο αγγελιαφόρος του Θεού, που έφερεν εις την αγνήν κόρην της Ναζαρέτ το χαρμόσυνον μήνυμα. Η στάσις του σώματος του εκφράζει την χαράν, που έφερε το άγγελμά του. Παρ’ όλον ότι ο Αρχάγγελος ευρίσκεται επί του εδάφους, παρουσιάζεται εν κινήσει, όπως άλλωστε μαρτυρεί το άνοιγμα των ποδών του. Εις τον Ευαγγελισμόν της Μονής του Δαφνίου η στάσις του αγγέλου δίδει κατά τρόπον αριστουργηματικόν την εντύπωσιν, ότι η πτήσις του δεν έχει τελειώσει καθ’ ον χρόνον ομιλεί προς την Θεοτόκον. Ο Γαβριήλ με την αριστεράν του χείρα κρατεί ράβδον, που είναι το σύμβολον του αγγελιαφόρου και όχι κρίνον, όπως μας έχει συνηθίσει η δυτική ζωγραφική. Η δεξιά του χείρ εκτείνεται με βιαίαν κίνησιν προς την Θεοτόκον. Βοά προς αυτήν, κατά το γνωστόν τροπάριον: «Ποιόν σοι εγκώμιον προσαγάγω επάξιον; τι δε ονομάσω σε; απορώ και εξίσταμαι. Διό, ως προσετάγην (=διετάχθην), βοώ σοι· Χαίρε, η Κεχαριτωμένη».
β) Η Θεοτόκος. Η Μητέρα του Θεού είναι η «κεχαριτωμένη», η ευλογημένη μεταξύ των γυναικών. Η βυζαντινή εικών του Ευαγγελισμού την παρουσιάζει άλλοτε καθημένην εις τον θρόνον της και άλλοτε όρθιαν.
Εις την περίπτωσιν που η Θεοτόκος εικονίζεται καθήμενη, η εικών υπογραμμίζει την υπεροχήν της έναντι του Αρχαγγέλου. Εις την Εκκλησίαν μας υμνούμεν, ως γνωστόν, την Θεοτόκον, ως «την τιμιωτέραν των Χερουβίμ και ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφίμ» (των αγγελικών δηλαδή ταγμάτων). Εις άλλας εικόνας η Θεοτόκος είναι όρθια, διά να ακούση τρόπον τινά καλλίτερα το θείον μήνυμα.
Εις την περίπτωσιν της Θεοτόκου άξια μελέτης είναι κυρίως τα αισθήματά της και αι σκέψεις της, ο ψυχικός της γενικώς κόσμος κατά την ώραν του Ευαγγελισμού.
Εν πρώτοις η εμφάνισις του Αρχαγγέλου και ο χαιρετισμός του έφεραν εις την Θεοτόκον ταραχήν. Το αδράκτι, που κατά την παράδοσιν (Πρωτευαγγέλιον του Ιακώβου) εκράτει εις την χείραν της, έπεσεν από τον φόβον της. Εβυθίσθη εις σκέψεις. Εσκέπτετο την σημασίαν του αγγελικού χαιρετισμού. Την διαβεβαίωσιν του Αρχαγγέλου ότι θα γίνη Μητέρα του Θεού, δέχεται όχι με αμφιβολίαν και απιστίαν, αλλά με φρόνησιν: «Πως έσται μοι τούτο, επεί άνδρα ου γινώσκω;». Εδώ η Θεοτόκος διαφέρει από την Εύαν. Εκείνη άφησε τον εγωισμόν να την παρασύρη και εδέχθη ανεξετάστως όσα ο Σατανάς της επρότεινεν. Η Θεοτόκος, αντιθέτως, στολισμένη με ταπεινοφροσύνην και υπακοήν εις το θέλημα του Θεού, ζητεί να μάθη με ποίον τρόπον θα πραγματοποιηθούν οι λόγοι του αγγελιαφόρου του Θεού. Όταν όμως ο Αρχάγγελος την διεβεβαίωσεν, ότι όλα θα εγίνοντο με την χάριν του Αγίου Πνεύματος και την δύναμιν του Θεού (το μαρτυρούν το τμήμα του κύκλου και αι εκπεμπόμεναι εξ αυτού ακτίνες εις το άνω μέρος της εικόνος), εκείνη ολοψύχως και ανεπιφυλάκτως συγκατετέθη: «Ιδού η δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου».
Άλλαι εικόνες του Ευαγγελισμού μας τονίζουν την συγκατάθεσιν της Θεοτόκου εις τους λόγους του Αρχαγγέλου. Η Μητέρα του Θεού εικονίζεται με κεκλιμένην την κεφαλήν, έχουσα την παλάμην της δεξιάς χειρός επί του στήθους της. Μας υπενθυμίζει, το «ιδού η δούλη Κυρίου…». Εις την εικόνα μας ο αγιογράφος συνδυάζει εις την στάσιν της Θεοτόκου την αμηχανίαν με την συγκατάθεσιν. Παρουσιάζει την Θεοτόκον με την κεφαλήν κεκλιμένην και την παλάμην ανοικτήν εις σχήμα παρακλητικόν.
Ο πιστός, καθώς ενατενίζει και μελετά και προσκυνεί την εικόνα του Ευαγγελισμού, γεμάτος από χαράν και ευγνωμοσύνην πρέπει να λέγη προς αυτήν: «Άξιόν έστιν, ως αληθώς, μακαρίζειν σε την Θεοτόκον, την αειμακάριριστον και παναμώμητον και μητέρα του Θεού ημών».
Από το βιβλίο: «Ο Μυστικός κόσμος των βυζαντινών εικόνων», εκδ. Αποστολικής Διακονίας.