Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος γεννήθηκε περί το 328 μ.Χ. στην Καππαδοκία. Μορφώθηκε στην Καισάρεια και στην Αλεξάνδρεια, και ολοκλήρωσε τις σπουδές του στην Νεοπλατωνική Σχολή της Αθήνας, που ήταν η φυσική συνέχεια της Ακαδημίας του Πλάτωνα. Εκεί υπήρξε συμφοιτητής με το Μέγα Βασίλειο. Από την Αθήνα επέστρεψε στη Ναζιανζό, όπου παρέδιδε μαθήματα ρητορικής. Βαπτίστηκε χριστιανός, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και κατόπιν επίσκοπος. Μετά το θάνατο του πατέρα του κατέληξε στην αρειοκρατούμενη Κωνσταντινούπολη, μετά από παρακλήσεις και πιέσεις.
Η εξωτερική του εμφάνιση "δεν προέδιδε σοβαρόν μαχητήν", αλλά η φωνή του μεγάλου ρήτορα και Θεολόγου Ιεράρχη διαδόθηκε ταχύτατα. Όταν ο Θεοδόσιος εξεδίωξε τους αρειανούς, παρέδωσε την Αγία Σοφία στο Γρηγόριο, τον οποίο η Β' Οικουμενική Συνοδος (381 μ.χ.) ανακήρυξε Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Κατά τον Συνακτήριο λόγο του (τον λόγο που εκφώνησε κατά την ενθρόνισή του) ο Γρηγόριος ενόχλησε πολύ τους αυλικούς και των εκκλησιαστικούς, λόγω του ελέγχου που τους άσκησε. Έδωσε λοιπόν την παραίτηση του στη Σύνοδο και στον Αυτοκράτορα, κι αποσύρθηκε στην Αριανζό (τόπο γεννήσεώς του), όπου πέθανε σε ηλικία 62 χρόνων.
Ο Γρηγόριος επιζητούσε την τελειότητα, ήταν χαρακτήρας ευαίσθητος, με συναίσθηση μεγάλης ευθύνης, και καθόλου επιδεικτικός. Θεωρείται ένας από τους πιό ευαίσθητους ποιητές του Χριστιανισμού. Συνδύασε τη χριστιανική διδασκαλία με την ελληνική παιδεία και υπήρξε πράγματι ο Θεολόγος του χρυσού αιώνα της Εκκλησίας. Γι' αυτό η Εκκλησία τον τιμά ως Θεολόγο, και σαν έναν από τους Τρεις Ιεράρχες.