π. Ευέλθοντος Χαραλάμπους
Πράος, γλυκύς καί μειλίχιος, ταπεινός λευΐτης, θά μποροῦσες νά τόν χαραχτηρίσεις «ὁ ἐξομολόγος τοῦ Βαρωσιοῦ». Ἀμέτρητο πλῆθος ἦσαν οἱ πιστοί, μικροί καί μεγάλοι, πού εὕρισκαν ἀνάπαυση κάτω ἀπό τό πετραχήλι καί τόν παρηγορητικό λόγο τοῦ ταπεινοῦ αὐτοῦ κληρικοῦ. Ἀπ’ ὅλες τίς ἐνορίες τῆς Ἀμμοχώστου, ἀκόμα κι ἀπό τά γύρω χωριά, πολλοί ἦσαν ἐκεῖνοι πού ἀπέθεταν τόν κόπο καί τόν μόχθο καί τόν καύσωνα τῶν ἡμερῶν, γιά νά δροσιστοῦν ἀπό τόν μοναδικό αὐτό πνευματικό πατέρα.
Εξαιρετικός πνευματικός, ἀνθρώπινος, ἔνοιωθε τόν πόνο τοῦ κάθε ἀνθρώπου καί συνέπασχε μαζί του. Ζοῦσε σέ ὅλη της τήν ἔκταση τοῦ Ἀποστόλου Παύλου τήν ὁμολογία «τίς ἀσθενεῖ καί οὐκ ἀσθενῶ;». Γνώριζε ἕνα - ἕνα ὅλα του τά λογικά πρόβατα, τούς καημούς καί τά βάσανά τους. Γι’ αὐτό καί διακριτικά, παρ’ ὅλη τή φτώχεια καί τίς δυσκολίες τῆς πολύτεκνης οἰκογένειάς του, εὕρισκε πάντοτε τόν τρόπο νά ἐπισκέπτεται ὅλους ὅσους εἶχαν ἀνάγκη καί νά τούς προσφέρει, ἀκόμα κι ἀπό τό ὑστέρημά του. Πραγματικά βίωσε ὁ Παπαναστάσης τή φτώχεια στήν οἰκογένειά του, ἀφοῦ τότε ὁ γλίσχρος μισθός τῶν κληρικῶν μονάχα δυό φορές τόν χρόνο ἐπέτρεπε τήν πολυτέλεια νά βλέπουν κρέας στό ἱερατικό τραπέζι. Ὅμως, παρά τήν φτώχεια καί τίς στερήσεις, ποτέ δέν ἔλειψε ἀπό τό εὐλογημένο σπίτι τοῦ Παπαναστάση τό γέλιο καί ἠ χαρά, ἡ ψαλμωδία καί τό τραγούδι.
Γνώριζε τοῦ κάθε παιδιοῦ του τό πρόβλημα καί ἔκανε τό πᾶν γιά νά τό ἀνακουφίσει. Ἦταν ὁ πρῶτος πού θά ἐπισκεπτόταν τούς ἀρρώστους στόν Ἅγιο Μέμνονα, γιά νά τούς στηρίξει, νά τούς συντροφεύσει καί νά τούς παρηγορήσει. Τόν ἤξεραν ὅλα τά σπίτια τῶν φτωχῶν καί τῶν ἀπόρων νά φτάνει ταπεινά καί ἀθόρυβα πάντοτε μέ λίγα τρόφιμα, ψωμί, λάδι, γάλα γιά τά παιδιά, πού μπορεῖ, γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, νά τά στεροῦσε ἀπό τή δική του οἰκογένεια. Ἕνα περιστατικό εἶναι πολύ χαραχτηριστικό. Συνέβη ὅταν ἡλικιωμένος καί πρόσφυγας ὑπηρετοῦσε στόν Ἅγιο Ἀντώνιο στή Λευκωσία. Τόν πλησίασε μιά φτωχή γυναίκα, ζητώντας τή βοήθεια του. Ὁ Παπαναστάσης ἔψαξε τίς τζέπες του, ἔψαξε τό πορτοφόλι του, καί βρῆκε τό τελευταῖο δεκάλιρο. Μέ τά χρήματα αὐτά ἔπρεπε νά κάμει τά ψώνια τοῦ σπιτιοῦ. Χωρίς δεύτερη σκέψη τό χάρισε στήν φτωχή γυναίκα. Ὅμως, δέν ἄργησε νά μιλήσει κι ὁ Θεός. Πρίν ἀκόμη νυχτώσει, προτοῦ περάσει ἡ ἡμέρα ἐκείνη, προσφέρθηκαν ἑκατό λίρες στόν φιλάνθρωπο ἱερέα.
Τά παιδιά ἦταν πάντοτε ἡ ἀδυναμία του. Τά ὑπεραγαποῦσε. Ὄχι μόνο τά δικά του, τά κατά σάρκα, ἀλλά καί τά ξένα. Γιά τόν Παπαναστάση δέν ἴσχυσε ποτέ ὁ διαχωρισμός ξένοι καί δικοί. Ὅλοι ἦταν δικοί του, ὅλοι ἦταν παιδιά του. Ὅλα τά παιδιά τῆς ἐνορίας, ἀξεχώριστα, τά ἀγκάλιαζε μέ στοργή, τά συμβούλευε, τά καθοδηγοῦσε, τά προσέλκυε κοντά του. Κι ἐκεῖνα, μέ τήν ἄδολη καρδιά τους, διαισθάνονταν τήν πατρική ἀγάπη, ἐπικοινωνοῦσαν μαζί του καί τοῦ ἄνοιγαν διάπλατα τήν καρδιά τους. Λίγοι κληρικοί ἐξομολογοῦν τόσα παιδιά, ὅσα ὁ Παπαναστάσης. Ἐπειδή ὁ ἴδιος πέρασε δύσκολα παιδικά χρόνια στό χωριό του τό Λιμνάτι τῆς Λεμεσοῦ, ἀφοῦ πέθανε ἡ μητέρα του προτοῦ αὐτός κλείσει τό πρῶτο ἔτος τῆς ζωῆς του, δέν ἤθελε νά βλέπει κανένα παιδί θλιμμένο, νά πονᾶ καί νά ὑποφέρει.
Στό θέμα τῆς ἐξομολόγησης ἦταν πράγματι ἐξαίρετος παιδαγωγός ὁ γέροντας. Τήν πρώτη φορά, ἔλεγε, καί τή δεύτερη καί τήν τρίτη ἐφαρμόζω τήν ἐπιείκεια. Ὅταν ὅμως δῶ ὅτι δέν ἀποδίδει, τήν τέταρτη φορά ἐφαρμόζω τήν αὐστηρότητα.
Οἱ σπουδές του ἦταν μέχρι τήν Ἱερατική Σχολή. Καί παρόλο πού φοίτησε σ’ αὐτήν σέ μεγάλη ἡλικία, βγῆκε στά σαράντα του ἀριστοῦχος. Καί συνέχιζε μέ τήν μελέτη σέ ὅλη του τήν ζωή τήν αὐτομόρφωση. Ἦταν βαθύς ἀνατόμος τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς. Γι’ αὐτό καί μποροῦσε ὅλους νά τούς βοηθήσει, γι’ αὐτό καί ὅλοι τόν ἀγαποῦσαν. Δέν πιστεύω νά ὑπάρχει ἄνθρωπος πού νά τόν γνώρισε καί νά μήν τόν ἀγάπησε. Τοῦτο ὀφείλεται καί στό γεγονός ὅτι ἦταν μιά καρδιά ἀγαπῶσα, πού πάντα εὕρισκε χρόνο γιά ὅλους. Ἀεικίνητος καί δραστήριος νά διακονήσει τούς ἄλλους, μονάχα γιά τή δική του ἀνάπαυση καί καλοπέραση δέν φρόντιζε. Ἦταν πράγματι ὁ καλός ποιμένας ὁ ὁποῖος «τήν ψυχήν αὐτοῦ τίθησιν ὑπέρ τῶν προβάτων».
Τό κατεξοχήν ἔργο ἑνός κληρικοῦ τελεσιουργεῖται ἐνώπιον τοῦ ἱεροῦ Θυσιαστηρίου. Ἐδῶ, χωρίς ὑπερβολή, ὁ Παπαναστάσης ἦταν ἕνας ἄριστος λειτουργός, ἕνας πιστός οἰκονόμος τῶν μυστηρίων τῶν πνευματικῶν. Μέ τήν ἁπαλή γλυκειά φωνή του, μέ τά μισόκλειστα σχεδόν μάτια του, μέ τήν φυσική καί ἀφτειασίδωτη εὐλάβειά του, μεταφερόταν ὁ ἴδιος καί μετέφερε τό ἐκκλησίασμά του σέ οὐράνιους κόσμους. Μύστης καί μυσταγωγός μετέδιδε στό ἐκκλησίασμα τά προσωπικά ὑψηλά του βιώματα.
Λιτάνευσε κι αὐτός, ὅπως καί οἱ ἄλλοι κληρικοί τῆς Ἀμμοχώστου, τόν πόνο τοῦ ξεριζωμοῦ καί τῆς προσφυγιᾶς. Πρῶτα στή Λεμεσό, στήν ἐκκλησία τῶν Ἁγίων Ἀνδρονίκου καί Ἀθανασίας καί πνευματικός στό Λανίτειο Γυμνάσιο. Τό 1977 μετακινεῖται στήν Χρυσελεοῦσα τοῦ Στροβόλου, ἐνῶ παράλληλα ἐξυπηρετεῖ τίς ἐκκλησιαστικές ἀνάγκες τῶν ἀσθενῶν τοῦ Γενικοῦ Νοσοκομείου Λευκωσίας. Τέλος, τό 1980 καλεῖται στόν Ἅγιο Ἀντώνιο στή Λευκωσία. Ἀπ’ ὅπου πέρασε, οἱ ἄνθρωποι ἔχουν νά λένε γιά τήν σεμνότητα, τήν πραότητα, τήν ἁγιότητά του.
Ἀναπαύτηκε ἀπό τούς πόνους τῆς προσωρινότητας στίς 29 Αὐγούστου 1993.