• An Image Slideshow
  • An Image Slideshow

Διδακτικές ιστορίες

Τοποθεσία

Οὐκ ἦν τόπος

 

 

Οὐκ ἦν τόπος

Χριστουγεννιάτικο Διήγημα

Αρχιμανδρίτη Σωφρόνιου Γκουτζίνη

Πρωτοσύγκελλου Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ξάνθης και Περιθεωρίου

Ξημέρωμα Χριστούγεννα και ο μπαρμπα Νάκος  ο Σαρκιτζής  μετά τη Λειτουργία, μέ τη γυναίκα του, πού όλοι την φώναζαν Σαρκιτζού και όχι  με το βαφτιστικό της Παναγιώτα,  καθόταν ήδη γύρω από το σοφρά. Μαζί η μεγαλύτερη κόρη τους Ελένη, χήρα ήδη, με τα δυο βυζανιάρικα κορίτσια της,  η μικρή τους κόρη Αγγελική και ο Θανασάκης, το στερνοπαίδι, που τον φώναζαν  Σάκη. Η μεσαία κόρη, η  Βάσω, ήταν παντρεμένη στα ξένα, στα μέρη της Νιγρίτας. Παρότι ο εμφύλιος που προηγήθηκε είχε ερημώσει τη χώρα,  ο σοφράς ήταν γεμάτος με τα παραδοσιακά στο Σέμαλτον  εδέσματα των χριστουγέννων: κοτόσουπα, χοιρινό μέ λάχανο, λουκάνικο ψητό στο τζάκι, τουρσί και το απαραίτητο   τσίπουρο. Ήταν νοικοκύρης ο μπαρμπα Νάκος, είχε, βλέπεις, τόσα στόματα να θρέψει.

Αλλά και μερακλής στο ποτό! Η γυναίκα του, νοικοκυρά μα και γκρινιάρα (όπως άλλωστε οι περισσότερες νοικοκυρές), δεν συγκατένευε στ΄αλμυρόψαρα και τις ρέγγες, πού είναι τέλειος μεζές για τσίπουρο, μέσα στο κρύο του Παγγαίου .

῾῾Βρέ Σάκη, παιδάκι μου, ἠ μάνα σου πάλι δεν ἔβγαλε ρέγγα, τρέξε στου μπακάλη να σου ανοίξει  και να σου δώσει μερικές᾽. Ὁ Σάκης ,ἀκούγοντας την επιθυμία του πατέρα, ἔσπευσε πρόθυμα να την κάνει πράξη.

῾῾Ἀργεῖ, γιατί ἀργεῖ ; Ἐπρεπε να ἦταν ἐδώ ῾῾ ἀνησυχοῦσε ὁ πατέρας, καθῶς ο μικρός καθυστεροῦσε να φανεῖ. Μετά ἀπό λίγο, ἠ λεπτή σιλουέτα του  πρόβαλλε στο κατώφλι.

‘Τί ἔγινε, παιδάκι μου; γιατί ἄργησες;᾽᾽.

‘Νά πατέρα, ἦταν στό μπακάλικο οἱ ἐργάτες που φτίαχνουν το δρόμο και ἀγόραζαν κονσέρβες για να φάνε στο τσαρδάκι τους, χρονιάρα μέρα σήμερα!’.

῾Ο μπαρμπά Νάκος σηκώθηκε ἀπότομα ἀπό το σοφρά, σκούπισε με την ανάστροφη της παλάμης του το στόμα του και βγῆκε ἀπό το σπίτι, χωρίς να πεῖ λέξη. ‘Η Σαρκιτζοῦ δεν πρόλαβε να τον σταματήσει. Γρήγορα η φωνή του ήχησε στα αυτιά της: ‘’Περάστε, κοπιάστε στο σπιτικό μας, νά φάμε και να πιοῦμε παρέα. Μονάχοι σας Χριστουγεννιάτικα, ποῦ ἀκούστηκε; ῾῾. Και πέρασαν στη σάλα και κάθησαν στο σοφρά. Κι έλαμψε φώς στο σπίτι από τα χαρούμενα μάτια  τῶν πέντε ξενομεριτῶν ἐργατῶν, που τελικά βρῆκαν τόπο ἐν τω καταλύμματι…

          Αυτά ἦταν τα τελευταία Χριστούγεννα  του Σάκη με τον πατέρα του, πού «ἔφυγε» ἀνήμερα τῶν Ταξιαρχῶν τῆς ἄλλης χρονιᾶς. Αργότερα, πατέρας πιά ο Σάκης, δεν μπορούσε να αποφύγει μια συγκίνηση στη φωνή και κάποια δάκρυα στα μάτια, γνέφοντας στα δικά του παιδιά : «Νά, έτσι, με την ανάστροφη της παλάμης του σκουπίστηκε», για να δείξει την βιάση με την οποία ο πατέρας του σηκώθηκε για να φέρει τους ξένους, δηλαδή τον Χριστό, στο Χριστουγεννιάτικο τραπέζι.… Έγώ δε σας μεταφέρω τη διήγηση στη μνήμη του μπάρμπα Νάκου, του παπποῦ μου, και τοῦ Σάκη, τοῦ πατέρα μου, με την ελπίδα πως θα προσεύχεσθε για τις ψυχές τους.