Χριστούγεννα,  καὶ κάθε χρόνο τὸ ἴδιο μάθημα:

τῆς θείας Πτωχείας[1]

                  «Δεῦτε λάβετε τὰ τοῦ Παραδείσου ἔνδον Σπηλαίου»

                «Μάγους κατέπληττεν, οὐ σκῆπτρα καὶ θρόνοι, ἀλλ᾿ ἐσχάτη πτωχεία».

π. Κωνσταντίνου Καλλιανού

Ἄν δὲν καταλάβουμε πὼς ὁ  πλουτισμὸς θεολογίας  ξεκινᾶ ἀπὸ τὸ φτωχικό, ἀπέριττο καὶ ἁπλὸ μοναχικὸ κελλί, τότε δὲν θὰ μπορέσουμε ποτὲ νὰ βιώσουμε καὶ νὰ αἰσθανθοῦμε τὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ στὸν κόσμο. Γιατὶ τὸ καλογερικὸ  κελλί, ποὺ εἶναι ἀναμφισβήτητα χῶρος προσευχῆς, ἀσκήσεως καὶ ἁγιασμοῦ, βρίσκεται σὲ πλήρη συντονισμό, ἀλλὰ ἔχει καὶ τόση μεγαλη συγγένεια μὲ τὸ Σπήλαιο τῆς Βηθλεέμ, ὥστε νὰ ἀλληλοπεριχωρεῖται τὸ ἕνα στὸ ἄλλο. Μὲ λίγα λόγια, καὶ τὰ δύο ἔχουν ἕνα κοινό, συγγενικὸ στοιχεῖο: τὴν πτωχεία. Αὐτὴ ποὺ κατέπληξε τοὺς Μάγους, αὐτὴ ποὺ χαρίζει θάμβος στὸν κάθε μεγαλόφρονα, ὁ ὁποῖος διακρίνει   στὸ φτωχικὸ κελλὶ  καὶ στὸ  τσαλακωμένο ἔνδυμα τοῦ κάθε μοναχοῦ,  τὴν εἰρήνη τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν εὐλογία Του. Καί, γιὰ νὰ ἐξηγούμαστε,  ἀναφερόμαστε στὸν ἀληθινὸ καὶ γνήσιο  μοναχό, ὁ  ὁποῖος «τὸν τόπον φυλάττει», ἀλλὰ παράλληλα καθίσταται καθημερινὰ  καὶ πάντα   «κοινωνὸς θείας χάριτος». Γιατὶ εὑρισκόμενος «ἐνώπιος ἐνωπίῳ», αὐτὸς δηλαδή, κι ὁ Θεός,  καταννοεῖ πλήρως  πώς «ὅλον τὸ καθ᾿ ἡμᾶς  πτωχεύσας, καὶ χοϊκόν ἐξ αὐτῆς ἑνώσεως, καὶ κοινωνίας ἐθεούργησας».

Εἶναι, πιστεύω, ἀδύνατο νὰ συλλάβει ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος, ὁ συγκυλιδούμενος ταῖς ἡδοναῖς καὶ μερίμναις  τοῦ βίου αὐτὸ  τὸ μέγα μυστήριο τῆς πτωχείας, ποὺ δὲν ξεκινᾶ τόσο ἀπὸ τὴν ἀπουσία ὑλικῶν καὶ ἄλλων ἀγαθῶν, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν πτωχεία τῆς φύσεώς μας, ἡ ὁποία, δυστυχῶς,  δὲ νοιώθει τὴν ἐπιθυμία, ὥστε νὰ πλουτίσει μὲ τὴν πρόσληψη τῆς παρουσίας Του.  Καὶ τοῦτο, γιατὶ ἐπιμένει στὴν ἀποθήκευση πολλῶν  περιττῶν καὶ ἐφήμερων ἀγαθῶν, ὅπως π.χ. εἶναι οἱ γνώσεις, τὰ ἀξιώματα καὶ οἱ ἀκαδημαϊκοὶ τίτλοι, ποὺ ἐξασφαλίζουν μὲν μιὰ κοινωνικὴ θέση καὶ δικαίωση, ὅμως  ἀπομακρύνουν τὴν ψυχὴ στὸ νὰ ἐννοήσει τὴν  πτωχεία της  σὲ  ἀληθινὴ γνώση,  ἀνόθευτη ἁγιοπνευματικὴ ζωή, καὶ πάνω ἀπ᾿ ὅλα τῆς   βιώσεως τοῦ μεγαλου γεγονότος τῆς «κενώσεως» Ἐκείνου, ὁ ὁποῖος «μορφὴν δούλου ἔλαβε».  Ἄν, μὲ λίγα λόγια, δὲν καταννοήσουμε πὼς πρέπει νὰ  καταστεῖ ἡ ψυχὴ μας Σπήλαιο ἀπέριττο καὶ  πενιχρό, τότε δὲν θὰ βιώσουμε πὼς εἶναι δυνατὴ ἡ ἐπισκεψη τοῦ Σωτήρα, ὥστε νὰ γίνει ὁ λόγος τοῦ ἱ. ὑμνογραφου πραγματικότητα: ὅτι ὄντως, «Ἐπεσκέψατο ἡμᾶς, ἐξ ὕψους ὁ Σωτὴρ ἡμῶν, [ἡ]ἀνατολὴ ἀνατολῶν δηλ., [ὥστε] οἱ ἐν σκότει καὶ σκιᾷ, [νὰ] εὕρωμεν τὴν ἀλήθειαν...».

Ἄν, λοιπόν, τοὺς σοφοὺς Μάγους, αὐτοὺς τοὺς γνήσιους παναπεῖ ἐρυνητές,  ποὺ μὲ ὑπομονή, ἐπιμονή, ἴσως καὶ μὲ  κινδύνους, ἀπογοητεύσεις καὶ κοπους πολλοὺς ἀναζητοῦσαν «τίς ὁ τεχθείς Βασιλεύς» κι ἄν ἐπίσης  αὐτὸ ποὺ τοὺς κατέπληξε δὲν ἦταν τίποτε τὸ ἐπιφανειακό, ἐφήμερο καὶ τετριμμένο, ἀλλὰ ἡ πτωχεία Του, τότε ὁ κάθε πιστὸς  ποὺ ἑτοιμαζεται νὰ εὐπρεπίσει τὸ προσωπικό του Σπήλαιό, ὀφείλει πρωτίστως αὐτὴν τὴν πτωχεία νὰ βιώσει,  νὰ τὴν καταθέσει στὸ Νέον Παιδίον, νὰ τὴ διαμηνύσει στὸν Κόσμο. Κατὰ τὸ ψαλμικό, «ἐγὼ δὲ πτωχός εἰμι καὶ πένης· ὁ Θεός, βοήθησόν μοι. βοηθός μου καὶ ρύστης μου εἶ σύ· Κύριε, μὴ χρονίσῃς». ( βλ. Ψαλμ.  69,6) Αμήν.


[1][1]«Χριστὸν σαρκὶ νηπιάσαντα, Χριστὸν ἐθελουσίως πτωχεύσαντα,, Χριστὸν ὁρατὸν γενόμενον, ἔρχεται ἡ Παρθένος ἐν Βηθλεέμ, νῦν ἀποκυῆσαι...» Ὅρθρος Κυριακῆς πρὸ Χριστοῦ Γεννήσεως βλ. καί, . «Τὸν οὐρανοῖς μὴ χωρούμενον, ἐν σοὶ ἐχώρησας, ὃν ἐν τῷ Σπηλαίω, τέξῃ ὑπὲρ ἔννοιαν, πτωχεύσαντα καὶ σάρκα γενόμενον, ἵνα θεώσῃ με, καὶ πλουτίσῃ τὸν πτωχεύσαντα, ἀκρασίᾳ, πικροτάτης βρώσεως.  Ἑσπερινός Κυριακῆς πρὸ Χριστοῦ Γεννήσεως.