• An Image Slideshow
  • An Image Slideshow

Κείμενα Ορθόδοξης Θεολογίας

Τοποθεσία

Η άλλη αναμονή

 

Η άλλη αναμονή

(Στοχασμοί του Ψυχοσάββατου)

π. Κωνσταντίνου Καλλιανού

Άλλη μιά κορυφαία ἡμέρα ξεπροβάλλει σιωπηλά, ταπεινά καί μέ γνήσια βεβαιότητα τή χαρμολύπη της, γιά ν᾽ἀνταμώσει μέ τή δικιά μας τή συγκίνηση. Γιατί ἡ σημερινή ἡ μέρα, ἡ μέρα τοῦ Ψυχοσάββατου, ἔχει, γιά ὅσους συνειδητά προσέχουν τά ὅσα ξετυλίγονται ἀπό τό κουβάρι τοῦ πανίερου Τριωδίου, ὅλη ἐκείνη τή δυνατότητα, ὥστε νά μπορέσει ὁ κάθε πιστός νά ὑπερβεῖ τό Μυστήριο τοῦ θανάτου, καθώς γεύεται, πιστοποιεῖ καί κατανοεῖ τό ἄλλο Μυστήριο: τῆς Ἐκκλησίας, πού ὡς ἄλλη, μεγάλη συντροφιά καί κοινωνία ἐπειχειρεῖ ν᾽ἀναστρέψει τά πράγματα καί νά δώσει στή σημερινή ἡμέρα χαρακτήρα χαρμολύπης, παραμυθίας καί ἀναμονῆς. Γιατί τί ἄλλο περιμένει ὁ πιστός νά γευτεῖ τήν ὥρα ἐκείνη τῆς προσευχῆς, πού ἀποκαλεῖται Τρισάγιο ἤ Μνημόσυνο γιά τούς Κεκοιμημένους, παρά μονάχα τήν παρουσία τῶν πρόσωπων, ὡς ἱκανή, ζωντανή παρουσία μεταξύ μας, ὅλων ἐκείνων πού πέρασαν τό μεγάλο τό χαντάκι πού μᾶς χωρίζει μέ τήν αἰωνιότητα. Γιατί τί ἄλλο σημαίνει τό κάθε ὄνομα πού διαβάζεται, πού μνημονεύεται, πού δέχεται τή μερίδα του στό Ἅγιο Δισκάριο τήν ὥρα τῆς Προσκομιδῆς/Εὐχαριστίας, παρά μονάχα τήν σιωπηλή, ἀνομολόγητη, ὡστόσο διαβεβαιωμένη μαρτυρία τῆς θείας παρουσίας;

Σιωπηλοί, συγκινημένοι, ἐνεοί καί πάντα προσεκτικοί ἀναμένουν οἱ πιστοί στό ν᾽ἀφουγκραστοῦν τά ὀνόματα τῶν γονιῶν, τῶν ἀδελφῶν, τῶν συγγενῶν, τῶν φίλων, τῶν γειτόνων - ἴσως κάποιοι καί τά ὀνόματα ἐκείνων πού τούς πίκραναν ἡ πικράθηκαν ἀπό ἐκείνους, ὅσο ζοῦσαν... Γιά νά γίνει αὐτή ἡ ἀναμονή τό ἐφαλτήριο μέ τό ὁποῖο ἡ ψυχή, ὁ νοῦς, τό εἶναι ὁλάκερο νά μεταφερθεῖ σέ ἄλλες ὧρες βίου, σέ στιγμές ὅπου ἐκεῖνοι, οἱ κεκοιμημένοι δηλαδή, πύκνωναν τίς μέρες καί φυσικά τό χρόνο μας. Γιατί, καθώς μνημονεύονται τά ὀνόματα, κι ἀκούγεται αὐτό τό ἱερό καί φωτεινό, μέσα στήν πλημμύρα τῆς κεροδοσιᾶς, προσκλητήριο, αὐτόματα στό νοῦ εἰκονίζονται σκηνές μέ Μορφές Κεκοιμημένων πού στέκουν ἀπέναντί σου καί κοιτοῦν κι οἱ ἴδιοι, μέ μιά ἀναμονή περίεργη, ὡστόσο οἰκεία καί κατανυκτική, ν᾽αφουγκραστοῦν τό ὄνομά τους, νά δηλώσουν τήν παρουσία τους: ἔστω κι ἄν αὐτή εἶναι ἀνάμεσα στούς ἴσκιους τοῦ γκρίζου πρωϊνοῦ πού σαλεύουν σέ γωνιές μισοσκότεινες. Κι αὐτή τους ἡ ἀναμονή τίποτε ἄλλο δέ δείχνει, παρά μονάχα πώς περιμένουν κι ἐκεῖνοι τήν τιμή καί τό χρέος πού ἔχουμε ἀπέναντί τους, γιατί μέ αὐτό τό μνημόσυνο ἀναπαύονται. Ἐπειδή ξέρουν πώς δέν τούς λησμονοῦμε. Ἀκόμα κι ἄν ἔχουν περάσει χρόνια πολλά ἤ καί αἰῶνες... Πάντα θυμόμαστε: τούς ἀπό ἀρχῆς μέχρι σήμερον «πατέρας καί ἀδελφούς, συγγενεῖς καί φίλους, πάντας τούς τά τοῦ βίου λειτουργήσαντας πιστῶς», ἔστω κι ἄν τά ὀνόματά τους δέν πρόφτασαν νά φτάσουν ἴσαμε τίς μέρες μας. Ἀρκεῖ πού τά θυμᾶται, καί μάλιστα δίχως λάθη, ὁ Θεός.