Visit Cyprus

Κείμενα Ορθόδοξης Θεολογίας


Τι συμβαίνει με τα ναρκωτικά στ' αλήθεια; Ακούμε μαρτυρίες ατόμων που έπεσαν στην παγίδα των εμπόρων λευκού θανάτου, όπως αποκαλούνται οι ναρκωτικές ουσίες. ΄Οσοι ατύχησαν να εμπλακούν στο θανατηφόρο αυτό κύκλωμα της εξάρτησης καταθέτουν τις προσωπικές οδυνηρές μαρτυρίες τους που συνοψίζονται στις παρακάτω θλιβερές διαπιστώσεις:

Ανακαλύπτοντας την κόλαση των ναρκωτικών

1. Προσωρινά ικανοποιημένοι και μόνιμα ανικανοποίητοι έμειναν όλοι οι χρήστες ναρκωτικών. Δοκίμασαν από «περιέργεια», για δήθεν επίδειξη εύκολης τόλμης ή παρασύρθηκαν από επιτήδειους εμπόρους λευκού θανάτου. Σε μια στιγμή αδυναμίας μπλέχτηκαν στον ιστό της θανατηφόρας αράχνης των παραισθησιογόνων ουσιών. ΄Ολοι τους, χωρίς καμιά απολύτως εξαίρεση, μετάνιωσαν φρικτά. Κανείς ποτέ δεν έμεινε ικανοποιημένους από τα ναρκωτικά, γιατί η ευχαρίστηση ήταν παροδική, στιγμιαία, σχεδόν ακαριαία..
 

2. Η πορεία από τα ελαφρότερα στα σκληρότερα είναι θέμα διαδικαστικό. Υπάρχουν βέβαια οι απόψεις ότι τα λεγόμενα «μαλακά» ναρκωτικά δε βλάπτουν τόσο και μπορεί κάποιος να μείνει σ' αυτά, χωρίς να περιπέσει στα σκληρά. Οι απόψεις αυτές, όμως, αμφισβητούνται έντονα, γιατί οι έρευνες που έγιναν από ειδικούς επιστήμονες δείχνουν ότι σε μεγάλο ποσοστό οι χρήστες δε μένουν μόνο στα λεγόμενα «μαλακά» αλλά πολύ εύκολα φτάνουν στα «σκληρά», που είναι και θανατηφόρα. Η εξάρτηση από τις παραισθησιογόνες ουσίες είναι η πιο οδυνηρή εμπειρία των ναρκομανών. Κανείς τοξικομανής δεν έχει την ευχέρεια της επιλογής. ΄Οταν μπει στο θανατηφόρο κύκλωμα των ναρκωτικών, παθαίνει στερητικό σύνδρομο κάθε φορά που τολμά να πει «όχι!» στη δόση του. Το στερητικό σύνδρομο είναι ένα σύνολο επώδυνων συμπτωμάτων που νιώθει ο χρήστης, όταν στερείται την ουσία του. Μόνο εάν ακολουθήσει συγκεκριμένη κι αυστηρή θεραπεία απεξάρτησης μαζί με δική του έντονη προσπάθεια έχει κάποιες ελπίδες σωτηρίας.
 

3. Οι μόνοι διαρκώς ωφελημένοι και μόνιμα κερδισμένοι είναι οι παραγωγοί και οι έμποροι του λευκού θανάτου, αδίστακτα άτομα του υποκόσμου, που μετέρχονται απίθανες μεθόδους για να παρασύρουν αθώα παιδιά στα δίχτυα τους με σκοπό να θησαυρίζει το κύκλωμα των κακοποιών. Το πιο φοβερό είναι ότι εξαναγκάζουν αθώους χρήστες ναρκωτικών να γίνονται συνεργοί τους, τα λεγόμενα «βαποράκια», που ως αδαείς, άπειροι δηλαδή, συλλαμβάνονται από τις αρχές ασφαλείας, ενώ οι μεγαλέμποροι μένουν τελικά ασύλληπτοι και δρουν ασύδοτα. Κερδισμένοι βγαίνουν οι έμποροι ναρκωτικών και ζημιωμένοι μένουν πάντα οι χρήστες.
 

4. Η υγεία όλων όσων δοκίμασαν ναρκωτικά έχει πληγεί βαριά και ανεπανόρθωτα. Ο οργανισμός εξασθενεί και γίνεται ευάλωτος σε διάφορες ασθένειες. Εδώ πρέπει να επισημάνουμε ότι μορφές εξαρτησιογόνων ουσιών, με καταστροφικά αποτελέσματα για τους εξαρτημένους, είναι και το κάπνισμα και το αλκοόλ. ΄Ισως το κάπνισμα και ο αλκοολισμός να μην οδηγούν τόσο γρήγορα σε θανατηφόρα αποτελεσμάτα, όπως οι τοξικές ουσίες, δεν παύουν όμως να αποτελούν τα πρώτα στάδια εξάρτησης του οργανισμού από «ουσίες». Είναι διαπιστωμένο ότι η εξάρτηση από τα ναρκωτικά είναι πολύ ισχυρή και γι' αυτό, ενώ το αλκοόλ και το κάπνισμα μπορεί κάποιος να τα «κόψει», από τα ναρκωτικά, ποτέ κανείς δεν καταφέρνει να σταματήσει την εξάρτηση, αν δεν υποβληθεί σε οδυνηρή και όχι πάντοτε επιτυχημένη θεραπεία αποτοξίνωσης.
 

5. Η ζωή των τοξικομανών μοιάζει με ναρκοπέδιο. ΄Οποιος παίρνει ναρκωτικά, είναι σαν να σπέρνει με νάρκες τη ζωή του. Τα ναρκωτικά είναι νάρκες: τινάζουν στον αέρα εκείνον που τις εγγίζει. Ο χρήστης ναρκωτικών ουσιών απειλείται, δυστυχώς, από πρόωρο θάνατο, γιατί, όπως επιβεβαιώνει η καθημερινή πραγματικότητα, αυτό είναι το συνηθέστερο αποτέλεσμα από τη χρήση ναρκωτικών. Το βασαντιστικό ερώτημα για τους ίδους τους ναρκομανείς είναι αν θα είναι τα επόμενα θύματα και «πότε» θα συμβεί το μοιραίο τέλος της ζωής τους, που μένει άγνωστο.
 

6. Δεν μπορεί να παραγνωριστεί και το γεγονός ότι η χρήση ναρκωτικών έχει συνέπειες τραγικές για την οικογένεια. Πολλές φορές η ανάγκη εξεύρεσης χρημάτων για την αγορά των ουσιών ωθεί το χρήστη σε πράξεις αξιόποινες. Οικογένειες διαλύονται και τα προβλήματα μοιάζουν αξεπέραστα.
 

Είναι στ' αλήθεια άξιο πολλής προσοχής, ότι ποτέ κανείς δεν υπερασπίστηκε τη διάδοση των ναρκωτικών, παρά μόνο όποιος εμπορεύτηκε τοξικές ουσίες και πλούτισε από αυτές σε βάρος των συνανθρώπων του. Οι πιο δεινοί, φοβεροί κατήγοροι των ναρκωτικών, είναι οι ίδιοι οι χρήστες: όσοι δοκίμασαν παραισθησιογόνα έγιναν οι πιο αμείλικτοι εχθροί τους. Γιατί άραγε; Μα είναι ολοφάνερο: ζητώντας τον παράδεισο του νοήματος της ζωής ανακάλυψαν την κόλαση των ναρκωτικών. Από κει κάτω υψώνουν κραυγή διαμαρτυρίας και φωνή απελπισίας. Χρέος μας είναι να τους ακούμε και να τους δείχνουμε τη συμπαράστασή μας, παραδειγματιζόμενοι από τις οδυνηρές,μαρτυρίες και τα επώδυνα μαρτύριά τους.
 

Βρίσκοντας το νόημα της ζωής
 

Η εκκλησία έχει να πει μερικά απλά κι αληθινά λόγια γύρω από το πρόβλημα των ναρκωτικών σήμερα:
 

1. Ο «Παράδεισος» δεν αγοράζεται, ούτε πουλιέται. Η ευτυχία του ανθρώπου είναι αγαθό εκτός εμπορίου, μακριά από χρηματικές συναλλαγές. Οι νέοι δεν πρέπει να εμπιστεύονται τους εμπόρους λευκού θανάτου! Να είναι έξυπνοι, δηλαδή καχύποπτοι σ' όσους πουλάνε συνταγές επιτυχίας και μάλιστα σε τόσο ακριβή τιμή!
 

2. Ο «Παράδεισος», η λύση στο πρόβλημα, δεν βρίσκεται στους άλλους, αλλά σ' εμάς, μέσα στα ίδια τα χέρια μας. Δεν πρέπει να εμπιστεύονται οι νέοι όσους τους πλησιάζουν και υπόσχονται αυτόματες λύσεις στις δυσκολίες της ζωής! Πρέπει να αντισταθούν, να κινηθούν ενεργητικά και δραστήρια οι ίδιοι με την ορμή της νιότης και να εμπιστευτούν μόνο όσους τους αγαπούν και τον εαυτό τους!
 

3. Ο «παράδεισος» δε βρίσκεται στο «εγώ», αλλά είναι στο «εμείς»! Η ευτυχία δε βρίσκεται στο «εγώ» του ατόμου, αλλά ολόγυρα. Ο νέος θα τη βρει στην αγάπη στο συνάνθρωπο, στον έρωτα με το άλλο φύλο εκεί που προσφέρεται άδολα και αφειδώλευτα, δηλαδή αγνά, πλουσιοπάροχα, και χωρίς συμφέρον ή ιδιοτέλεια, από τη φύση, την κοινωνία, την οικογένεια, απ' όσους αγαπούν αληθινά.
 

Η Εκκλησία προτείνει θετικά, συγκεκριμένα και εγγυημένα από τη μακραίωνη πείρα ζωής που διαθέτει μέσα στην ιστορία δύο χιλιάδων ετών το νόημα της ζωής τις θεμελιώδεις αρχές της.
 

(α) Ζω θα πει αγαπώ, σχετίζομαι, ερωτεύομαι, γίνομαι ένα με το «άλλο».
 

(β) Αγαπώ σημαίνει ελευθερώνομαι από τη μοναξιά, διπλασιάζω το άτομό μου, πολλαπλασιάζομαι, αποκτώ απογόνους, περνώ από το πάμπτωχο «εγώ» μου στο πάμπλουτο «εμείς»: με τον αγαπημένο σύντροφο της ζωής μου και με τα παιδιά μας.
 

(γ) Ελευθερώνομαι σημαίνει αληθεύω, δηλαδή ζω την αλήθεια, υπάρχω αυθεντικά, κι όχι ψεύτικα, προγεύομαι τον πραγματικό παράδεισο από τώρα πάνω σε τούτη τη γη ως μια πραγματικότητα, που γεμίζει τη ζωή μου με νόημα και αληθινή χαρά. ΄Ετσι αποφεύγω τους «τεχνητούς παραδείσους» ναρκωτικών ουσιών, που πλουτίζουν τους αδίστακτους εμπόρους λευκού θανάτου.
 

Ανάμεσα στον πραγματικό και στον «τεχνητό» παράδεισο ο νέος μπορεί να διαλέξει. Μόνο ένα πράγμα πρέπει να έχει υπόψη: διαλέγει ο ίδιος και δεν επιτρέπει σε κανέναν άλλο να κάνει τη δική του επιλογή.

Προσκυνητές: Ευλογείτε, Γέροντα. 
Γέροντας: Ο Κύριος, παιδιά μου. Καλωσορίσατε στην καλύβη μας. φαίνεστε πολύ κουρασμένοι από την οδοιπορία. δροσίστε το πρόσωπό σας με το νεράκι αυτής της βρύσης, πάρτε από τον Αρχοντάρη το κέρασμα και ελάτε στην απλωταρία να συζητήσουμε

Επειτα από λίγη ώρα. 

Προσκυνητές: Γέροντα, ήρθαμε, όπως μας είπες. Είναι ωραία εδώ. Από εδώ ψηλά η θέα είναι ανεμπόδιστη. Ο ήλιος δύει μέσα στο πέλαγος. Θεϊκό βράδυ. 

 Γέροντας: Χαίρομαι, που έχετε μάτια και ψυχή για να βλέπετε τα μεγαλεία του Θεού.αυτό το μεγαλείο θα υμνήσουμε σε λίγο στον Εσπερινό και στη συνέχεια κατά την Αγρυπνία. 

Προσκυνητές: Πότε θα αρχίσει και πότε θα τελειώσει η Αγρυπνία, Γέροντα; 

 Γέροντας: Θα αρχίσει σε λίγο και θα τελειώσει το πρωϊ με την ανατολή του ήλιου, οπότε και θα παρατεθεί Τράπεζα. 

 Ένας νεαρός προσκυνητής: Εγώ δε θά ΄ρθω στην Αγρυπνία. προτιμώ να κοιμηθώ. 

 Γέροντας: ΄Οπως σε αναπαύει, παιδί μου. 

 Προσκυνητές: Αυτός ο νεαρός, Γέροντα, δεν ανήκει στη συντροφιά μας. ερχόταν μόνος και μας ακολούθησε. φαίνεται σαλεμένος. 

Γέροντας: Μην κατηγορείς το παιδί. ΄Ολοι μια συντροφιά είμαστε. και ο Ιησούς μαζί μας. γιατί στο όνομα Του είμαστε συνηγμένοι εδώ πάνω σ΄ αυτή τη βίγλα του Θεού. Τώρα εγώ πηγαίνω στην εκκλησία. Χτύπησε το τάλαντο για τρίτη φορά. 
 

Πρωί στην τράπεζα 

Γέροντας: Καλή σας όρεξη. φάτε και δοξολογήστε το Θεό «πάντων ένεκεν». Νά ΄χετε την ευχή μου, γιατί ήρθατε όλοι στην εκκλησία. Σας είδα να προσεύχεσθε με πίστη. Αν και κουρασμένοι, ήρθατε όλοι. 

 Προσκυνητής: ΄Οχι όλοι. Ο νεαρός, ο μουσάτος, δεν ήρθε. είναι ιδιότροπος. Φαίνεται βαρεμένος. 

 Γέροντας: Μη μιλάς έτσι. δεν πειράζει που δεν ήρθε. Μπορεί να προσευχήθηκε με μεγαλύτερη θέρμη στο Θεό και ας μην ήρθε στην εκκλησία. Μπορεί να έχει κάποιο λόγο που δεν ήρθε. Μην τον λες βαρεμένο και ιδιότροπο. 

 Άλλος προσκυνητής: Γέροντα, ήρθε ο νεαρός. ήρθε κατά τα μεσάνυκτα. έκατσε σε μια άκρη. Εκεί κοντά καθόμουν κι εγώ. μέσα στο σκοτάδι δε διακρινόταν. Είχε πέσει στα γόνατα και έκλαιγε με αναφιλητά. ΄Οταν άκουσε από το Ευαγγέλιο τη δυστυχία του Ασώτου, τότε άρχισε να κλαίει με λυγμούς. Ποια ώρα έφυγε δεν είδα. 

 Γέροντας: Τώρα πού είναι; 


Προσκυνητές: ΄Εχει καθήσει σε μια πέτρα εκεί ψηλά και αγναντεύει τη θάλασσα… Εμείς θα φύγουμε . Ας μείνει αυτός εδώ. 


Γέροντας: Μην τον αφήσετε μόνο. Πάρτε τούτη την ευλογία γι΄ αυτόν. Είναι λίγο ψωμί, δυο ντομάτες και λίγες ελιές. Το καημένο το παιδί δεν έφαγε τίποτα. Πώς θα περπατήσει; 


Προσκυνητές: Γέροντα, νά ΄τος έρχεται. Καλύτερα να τα δώσεις εσύ. 


Γέροντας: Καλώς τον. Παιδί μου, η Τράπεζα σε περιμένει. αν δεν θέλεις να φας στην Τράπεζα, πάρε μαζί σου αυτή την ευλογία. 

 Νεαρός: Γέροντα, θέλω να σου ζητήσω μια χάρη. 

 Γέροντας: Ποιά, παιδί μου; 

 Νεαρός: Γέροντα, αρνήθηκα νά ΄ρθω στην αγρυπνία και μίλησα με απρέπεια κι εσύ με καλοσύνη μου απάντησες: «΄Οπως σε αναπαύει, παιδί μου». ΄Ετσι θα μου απαντούσε ο πατέρας μου. Αλλά εγώ δε γνώρισα πατέρα, έζησα ορφανός θα μου επιτρέψεις να λέω εσένα πατέρα; 

 Γέροντας: Αν αυτό σε αναπαύει, νά ΄ναι ευλογημένο. ΄Ομως… 

 Νεαρός: Τί όμως, Γέροντα; 

 Γέροντας: Παιδί μου, εγώ σε λίγο φεύγω για τον ουρανό. θα μείνεις πάλι ορφανός. Πάρε για πατέρα σου τον πατέρα όλων μας, «τον εν τοις ουρανοίς». 

 Νεαρός: Θα κάνω υπακοή, Γέροντα. «Πάτερ ημών, ο εν τοις ουρανοίς, μη μ΄ αφήσεις ποτέ ορφανό…» 

 Γέροντας: Αμήν… αμήν. Στην ευχή μου να πας. Τώρα δε θα είσαι ποτέ μόνος. τώρα αν κλάψεις, θα είναι δάκρυα χαράς. Καλό δρόμο. Η Παναγία μαζί σου. 
 

Διογένης Μαλτέζος

Από το Αγιορείτικο περιοδικό «Πρωτάτο»

Κάθε τόσο βλέπουμε στις εφημερίδες μια μικρή είδηση ν' αναφέρει ότι το κυπριακό βρίσκεται σε ιδιαίτερα κρίσιμη φάση, δίχως καμία όμως τελική επίλυση. Επί 28 ολόκληρα χρόνια η άδικη, παράνομη και βίαιη εισβολή στο ελεύθερο κράτος της Κύπρου, με τα επακόλουθα που άφησε παραμένει δίχως πρόοδο και λύση. Ό σκληρός και αδιάλλακτος Ντεκτάς δεν βοήθα ουδόλως στην πρόοδο των συνομιλιών. Έτσι δεν φαίνεται κανένα φως στο τούνελ και μάλλον σύγχυση επικρατεί.

Κάθε τόσο βλέπουμε στις εφημερίδες ...

Κάθε τόσο βλέπουμε στις εφημερίδες μια μικρή είδηση ν' αναφέρει ότι το κυπριακό βρίσκεται σε ιδιαίτερα κρίσιμη φάση, δίχως καμία όμως τελική επίλυση. Επί 28 ολόκληρα χρόνια η άδικη, παράνομη και βίαιη εισβολή στο ελεύθερο κράτος της Κύπρου, με τα επακόλουθα που άφησε παραμένει δίχως πρόοδο και λύση. Ό σκληρός και αδιάλλακτος Ντεκτάς δεν βοήθα ουδόλως στην πρόοδο των συνομιλιών. Έτσι δεν φαίνεται κανένα φως στο τούνελ και μάλλον σύγχυση επικρατεί.

CyprusΔεν ηρωοποιούμε κι αγιοποιούμε όλους τους Κυπρίους και δεν λησμονούμε και τα δικά τους λάθη-πάθη, ούτε είμεθα οι αρμόδιοι γι' απόλυτες κρίσεις. Όμως παρατηρούμε μια μάλλον αδιαφορία των λεγομένων μεγάλων δυνάμεων στο κυπριακό ζήτημα. Οι ειδικοί λέγουν πως εάν η Κύπρος εισέλθει στην ευρωπαϊκή κοινότητα διχοτομημένη, θα μείνει για πάντα έτσι. Δεν θέλω να ξύσω πληγές γι' αστοχίες Ελληνοκυπρίων κι Ελλήνων. Νομίζω όμως ότι είναι καιρός πια να δοθούν καίριες λύσεις. Δεν βλέπω να υπάρχει εδώ ανησυχία.
 

Εμείς θυμόμαστε ωραίες στιγμές απ' τις επισκέψεις μας στη ματωμένη μεγαλόνησο. Όχι τόσο το πλούτο, την ανάπτυξη, των τουρισμό των μεγαλουπόλεων, την εργατικότητα, μόρφωση, νευρικότητα των αστών, την ανοικοδόμηση, την οικονομική ανάπτυξη κι ευημερία, όσο τις γριές και τους γέρους των χωριών, με τις παλιές ενδυμασίες, τα ροζιασμένα χέρια, τα περιποιημένα κτήματα, τις στολισμένες εκκλησίες, την ωραία ντόπια ελληνίδα λαλιά. Τους μαθητές και τις μαθήτριες με τα ομοιόμορφα ρούχα, την ευγένεια και καλοσύνη, την εξυπνάδα κι αυθορμησία. Είναι ωραία η Κύπρος.
 

Αιώνες τώρα πολλοί πολύ την κυνηγούν κι αυτή μένει αναστημένη. Ελπίζουμε κι ευχόμαστε η τωρινή αιμορραγία της να μην την αφήσει αναιμική, αλλά να την αναζωογονήσει, όχι μόνο με την οικονομική ένταξη, αλλά και με την καλύτερη πνευματική ανάπτυξη. Ή Κύπρος έχει μία πλούσια κι ωραία ιστορία και δεν πρέπει να χαθεί. Τον πρώτο λόγο βέβαια έχουν οι ίδιοι οι Κύπριοι.

Φιλόκυπρος 

Μοναχός Μωϋσής Αγιορείτης

Ζήτησα από τον Θεό δύναμη για να φτάσω στην επιτυχία

Συλλογισμοί

Ζήτησα από τον Θεό δύναμη για να φτάσω στην επιτυχία 

Εγινα όμως αδύναμος, για να μάθω την υπακοή 

Ζήτησα υγεία για να κάμω πράγματα μεγάλα 

Μου δόθηκε αναπηρία για να κάμω καλύτερα πράγματα 

Ζήτησα πλούτη για να είμαι ευτυχής 

Μου δόθηκε ένδεια για να γίνω σοφός 

Ζήτησα εξουσία για να με δοξάζουν οι άνθρωποι 

Μου δόθηκε αδυναμία για να νιώσω την ανάγκη του Θεού 

Ζήτησα τα πάντα για να χαρώ την ζωή 

Μου δόθηκε ζωή για να χαρώ τα πάντα 

Δεν πήρα τίποτα από όσα ζήτησα 

Αλλά πήρα τα πάντα στα οποία ήλπισα 

Παρόλο που σχεδόν τίποτα δεν άξιζα οι κρυφές προσευχές μου εισακούσθηκαν 

Μεταξύ των ανθρώπων είμαι πλούσια ευλογημένος 

Ουράνιε Πατέρα σε ευχαριστώ για τα δώρα σου 

Αμήν

ΚΕΡΚ ΚΙΛΓΚΟΥΡ 

Γείτονα Θεέ μου,


αν μέσα στη νύχτα την ατέλειωτη 


σ΄ ενοχλώ καμμιά φορά με τους σκληρούς μου χτύπους 


το κάνω γιατί σπάνια σ΄ ακούω ν΄ ανασαίνεις, 


και ξέρω πως είσαι μέσ΄ στην αίθουσα ολομόναχος. 


Κι αν χρειάζεσαι κάτι, δεν υπάρχει κανένας 


για να προσφέρει στα χέρια σου ένα πιοτό. 
 


Εγώ αφουγκράζομαι αδιάκοπα. 


Δός μου ένα μικρό σημείο. Είμαι τόσο κοντά σου… 


΄Ενας λεπτός μονάχα τοίχος μας χωρίζει, 


κι αυτός από μια σύμπτωση. 


Και θάφτανε ένα κάλεσμα 


απ΄ το δικό σου ή το δικό μου στόμα, 


για να πέσει ο τοίχος 


δίχως τον παραμικρό κρότο ή ήχο. 



Απ΄ τις εικόνες Σου είναι καμωμένος, 


κι αυτές στέκουν σαν ονόματα εμπρός Σου. 


Μα αν κάποτε το φως εντός μου ανάψει 


και Σε γνωρίσει από τα βάθη ο εαυτός μου, 


ξεχύνεται τριγύρω τους σα λάμψη.
 

Ρίλκε 
(Απόδοση: Παν. Κανελλόπουλου, 

Μεταφυσικής προλεγόμενα, σελ. 275)

Αν ο Χριστός χτυπήσει την πόρτα σας, θα τον αναγνωρίσετε;.

Θα έλθει ίσως σαν άλλοτε φτωχός
Κι αποδιωγμένος.
Σαν ένας εργάτης,
Σαν ένας άεργος
Η ένας απεργός που αγωνίζεται σε δίκαιη απεργία.
Μπορεί να είναι ασφαλιστής
Κι ακόμη πωλητής ανεμιστήρων…
Θ' ανεβαίνει, αδιάκοπα σκαλοπάτια,
Θα σταματά σε κεφαλόσκαλα
Μ΄ ένα χαμόγελο γλυκό
Στο θλιμμένο του πρόσωπο…
Μα το κατώφλι σας είναι τόσο σκοτεινό…
Άλλωστε, πως να δεις το χαμόγελο αυτών που διώχνεις!
«Δεν μ' ενδιαφέρει…», θα πείτε,
πριν ακόμη τον ακούσετε.
Κι αν βγει η μικρή σας υπηρέτρια, θα επαναλάβει το μάθημά της:
«Η κυρία έχει τους φτωχούς της»
και θα βροντήξει την πόρτα
καταπρόσωπο στον Φτωχό
που είναι ο ίδιος ο Σωτήρας.
Μπορεί ακόμη να είναι πρόσφυγας,
Ένας από τα δεκαπέντε εκατομμύρια προσφύγων,
Με κάποιο διαβατήριο του Ο.Η.Ε. στο χέρι,
Ένας από αυτούς που κανείς δεν τους θέλει
Και που περιπλανιούνται σ' αυτή την έρημο,
Τον Κόσμο,
Ένας από εκείνους που πρέπει να πεθάνουν,
«γιατί κανείς δεν ξέρει από που έρχονται
άνθρωποι σαν κι αυτούς…».
Μπορεί να είναι κάποιος μαύρος,
Στην Αμερική,
Ένας νέγρος, όπως τον λεν,
Που κατάκοπος ζητιανεύει άσυλο μες στα ξενοδοχεία της Νέας Υόρκη,
Σαν άλλοτε, στην Ναζαρέτ,
Η Παναγία.
Αν ο Χριστός χτυπήσει αύριο την πόρτα σας, θα τον αναγνωρίσετε;
Θα έχει όψη κουρασμένη,
Καθώς είναι εξαντλημένος,
Συντριμμένος,
Αφού πρέπει να βαστάζει
Όλα τα βάσανα της γης…
Πρόσεξε!…Κανείς δεν δίνει δουλειά
Σ' έναν τόσο κουρασμένο…
Καθώς μάλιστα αν Τον ρωτήσεις:
«Τι ξέρεις να κάνης;»
Δεν μπορεί ν' απαντήσει: όλα.
«Από που έρχεσαι;»
Δεν μπορεί να σου πει: από παντού.
«Τι θέλεις να κερδίσεις:»
Δεν μπορεί να πει: εσάς!
Έτσι, θα ξαναφύγει,
πιο κουρασμένος και συντριμμένος,
παίρνοντας μαζί Του, μες στα γυμνά Του χέρια,
την Ειρήνη.


Ραούλ Φολλερώ

Ηρθε μια μέρα να με δει κάποιος, ένας άνθρωπος που έψαχνε να βρει τον Θεό επί χρόνια.
Μου είπε κλαίγοντας: «Πάτερ, δεν μπορώ να ζήσω χωρίς τον Θεό. Δείξε μου τον Θεό!»

Απουσία Θεού

Του απάντησα πως δεν ήμουν σε θέση να του Τον δείξω, όμως δε νομίζω πως κι ο ίδιος ήταν σε κατάσταση να Τον βρει έτσι κι αλλιώς. Απορημένος με ρώτησε γιατί. Και τότε εγώ του έθεσα ένα ερώτημα που συχνά θέτω σ΄ όσους έρχονται να με συμβουλευτούν: «Υπάρχει κάποιο χωρίο της Αγίας Γραφής που μιλάει στην καρδιά σου - το πιο πολύτιμο χωρίο που έχεις βρει;» 

«Ναι - μου απάντησε -, η ιστορία της πόρνης στο όγδοο κεφάλαιο του Ιωάννη». 

Τον ξαναρώτησα: «Πού τοποθετείς τον εαυτό σου σ΄ αυτή την ιστορία; Αισθάνεσαι σαν να είσαι η γυναίκα που έχει συνειδητοποιήσει το αμάρτημά της και βρίσκεται ενώπιον της κρίσεως των ανθρώπων, εν γνώσει της ότι η κρίση τους θα είναι ζήτημα ζωής και θανάτου γι΄ αυτήν; ΄Η ταυτίζεσαι με τον Χριστό που τα καταλαβαίνει όλα και θα τη συγχωρήσει, δίνοντάς της έτσι την ευκαιρία να ζήσει από δω και μπρος μια νέα ζωή; ΄Η σαν τους αποστόλους, περιμένεις και ελπίζεις σε κάποια απάντηση που θα είναι απαλλακτική; Μήπως είσαι ένας από το πλήθος, ένας από τους γέροντες που γνώριζαν ότι οι ίδιοι δεν ήταν αναμάρτητοι, και γι΄ αυτό αποσύρθηκαν πρώτοι από το λιθοβολισμό; ΄Η από τους νεότερους που κάποια στιγμή συνειδητοποίησαν ότι κι αυτοί δεν ήταν αναμάρτητοι και πέταξαν κατά μέρος τις πέτρες του λιθοβολισμού; Εσύ με ποιόν ταυτίζεσαι μέσα σ΄ αυτή τη δραματική σκηνή;» 

Σκέφτηκε για λίγο και μετά μου απάντησε: «Είμαι ο μόνος Ιουδαίος που δε θα έφευγα χωρίς να λιθοβολήσω τη γυναίκα». «Να, λοιπόν», του είπα, «έχεις την απάντησή σου. Δεν μπορείς να δεις τον Θεό, ο οποίος για σένα είναι ένας τέλειος άγνωστος». 

 

Από το Βιβλίο του Αντωνίου του Σουρόζ 


«Θέλει τόλμη η προσευχή» 


΄Εκδ. Ακρίτας, 1988, σελ. 38-39

Σύντομη Εισαγωγή στο Θέμα 
Ομιλία του Θεολόγου Δρ. Βενέδικτου Εγγλεζάκη στο 9ον Ιερατικό Συνέδριο της Ιεράς Μητροπόλεως Κιτίου την 26ην Μαρτίου 1979. 


Στην οριζόντια διάσταση της η Εκκλησία, σαν σύναξη ανθρώπων και πρόσκληση για τη σύναξη της ανθρωπότητας, είναι, από τον ίδιο τον ορισμό της, φαινόμενο κοινωνικό. «΄ Ενας Χριστιανός-κανένας Χριστιανός», λέει το αρχαίο Χριστιανικό ρητό.  


«Η Εκκλησία και το κοινωνικό πρόβλημα»Η κοινωνική διάσταση του κηρύγματος και του γεγονότος της Εκκλησίας οφείλει σήμερα να λάμψη, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, μπροστά στα μάτια των ανθρώπων.  Στον κυκεώνα των σύγχρονων κοινωνικών ανακατατάξεων, εκζητήσεων, αγώνων, ενθουσιασμών και απογοητεύσεων, η Εκκλησία, έχοντας απόλυτη εμπιστοσύνη στο αρχικό της μήνυμα, δεν πρέπει να φοβάται ή να αμφιβάλλη: Χάρη στο Ευαγγέλιο κατέχει την αλήθεια για τον άνθρωπο.

  Α. Ο Κύριος της Εκκλησίας και το πρόβλημα.

Μέσα στην αδικία και τη σύγχυση της Παλαιστίνης των αρχών του πρώτου αιώνα, ο Ιησούς έρχεται να θεραπεύση τον άνθρωπο ολόκληρο, σώμα και ψυχή. Το κήρυγμα του ηχεί μέσα σ΄ ένα κόσμο θρησκευτικά απορημένο, πολιτικά υπόδουλο, κοινωνικά καταπιεσμένο. Μιλά στους μιγάδες Γαλιλαίους, στους αιρετικούς Σαμαρείτες, στους ορθόδοξους Ιουδαίους.  Προσδέχεται τους σοσίλογους τελώνες και τις μιαρές πόρνες, ξενίζεται από τους υποκριτές Φαρισσαίους και διαλέγεται με τους κυνικούς σαδδουκαίους, περιλαμβάνει μεταξύ των μαθητών του ένα πεπεισμένο ζηλωτή και έναν ευσχήμονα βουλευτή, μακαρίζει τους πτωχούς, αλλά και για κανένα δεν λέγεται πως αγαπήθηκε από Αυτόν με το πρώτο βλέμμα, παρά για έναν πλούσιο νεανίσκο.  Ο Κύριος μένει πάνω και πέρα απ΄ όλους και όλα, “διά τον αυτόν γινώσκειν πάντας” (Ιωάν. β΄ 24).

Γι΄ αυτό,

(α) Απορρίπτει ενσυνείδητα τη χρήση βίας για σκοπούς επιβολής δικαιοσύνης: «πάντες γαρ οι λαβόντες μ 

άχαιραν εν μαχαίρα αποθανούνται» (Ματθ. κστ΄ 52). Η βία θα προκαλεί πάντα την αντιβία και ο κύκλος θα είναι πάντα φαύλος. Κέντρο της διδαχής του Ιησού και ειδοποιός διαφορά της από κάθε άλλη διδαχή, φιλοσοφία, ηθική είναι η αγάπη των εχθρών, θεομίμητη στάση, μόνη αξία του κατ΄ εικόνα Θεού δημιουργήματος. «Αγαπάτε τους εχθρούς υμών, καλώς ποιείτε τοις μισούσιν υμάς, ευλογείτε τους καταρωμένους υμάς, προσεύχεσθε περί των επηρεαζόντων υμάς..» (Λουκά στ΄ 27 εξ.),

(β) Αρνείται στον άνθρωπο το δικαίωμα να κρίνει, όχι διότι δεν έβλεπε το πρόβλημα της ενοχής και της λύτρωσης, αλλά διότι γνώριζε πως η ενοχή είναι γενική και η ανάγκη λύτρωσης καθολική: «ο αναμάρτητος υμών πρώτος επ΄ αυτήν βαλέτω λίθον» (Ιωάν. η΄ 7),

(γ) Αναγγέλλει ότι η τελική απόφαση θα εκδοθή από δικαστήριο μεγαλύτερο από ανθρώπινο.  Και προειδοποιεί πως εκεί το άφευκτο μέτρο και ο μόνος κανόνας θα είναι ο φτωχός αδελφός, ο εμπερίστατος πλησίον, από αυτόν θα εξαρτηθή το αιώνιο μου μέλλον. «Εφ΄ όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε» (Ματθ. κε΄ 40).

Ως προς το ζήτημα της περιουσίας και της ιδιοκτησίας ο Κύριος της Εκκλησίας,

(α) Επικρίνει τον «μαμωνά της αδικίας» (Λουκά ιστ΄ 9,11), όχι ένεκα κάποιου «κοινωνικού προγράμματος», αλλά διότι στερεί τον άνθρωπο από κάτι άπειρα πολυτιμώτερο και αιώνια άφθαρτο: την αθάνατη αγάπη και την απόλυτη εμπιστοσύνη στην καλοσύνη της καρδιάς του Ουράνιου Πατέρα.

(β) Αποφεύγει, για τον ίδιο λόγο, το έτοιμο παράδειγμα του εσσενικού «κομμουνισμού».

Ο Κύριος γνωρίζει, και διδάσκει, ότι η νίκη κατά του αισθήματος της ιδιοκτησίας και η υπέρταση του δεν μπορούν ποτέ να πραγματοποιηθούν στο οικονομικό επίπεδο, γιατί δεν πρόκειται για οικονομικές πραγματικότητες, αλλά για πνευματικές. Η νίκη και η υπέρταση αυτή είναι ηθικοί άθλοι στο πνευματικό επίπεδο του Αόρατου Πολέμου: «έσωθεν γαρ εκ της καρδίας των ανθρώπων οι διαλογισμοί οι κακοί εκπορεύονται, μοιχείαι, πορνείαι, φόνοι, κλοπαί, πλεονεξίαι, πονηρίαι, δόλος, ασέλγεια, οφθαλμός πονηρός, βλασφημία, υπερηφανία, αφροσύνη» (Μάρκ. ζ΄ 21,22).

Η δικαιοσύνη του Κυρίου για τον άνθρωπο είναι δικαιοσύνη στον αιώνα και ο λόγος Του αλήθεια, διότι «ου χρείαν είχεν ίνα τις μαρτυρήση περί του ανθρώπου, αυτός γαρ εγίνωσκε τί ήν εν τω ανθρώπω» (Ιωάν. β΄ 25).

  Β. Η πρώτη Εκκλησία και το πρόβλημα.

 Η πρώτη Εκκλησία, τόσο η ιουδαιοχριστιανική όσο και η εξ Εθνών, κράτησε έναντι των πολλών κοινωνικών προβλημάτων των συγκεκριμένων κοινοτήτων στις οποίες σαρκώθηκε την ίδια στάση όπως ο Κύριος Ιησούς:

(α) απόρριψε τη βία,

(β) συνέχισε τη ριζική κριτική του για τον πλούτο σαν έκφανση της φιλαυτίας και του θανατογενούς φόβου της ανθρώπινης καρδίας,

(γ) απόφυγε το εσσενικό “κοινόβιο” ο δήθεν “κομμουνισμός” της πρώτης Εκκλησίας είναι παρεξήγηση: δεν επρόκειτο για οικονομική θεωρία ούτε υπήρξε κοινοκτημοσύνη των «μέσων παραγωγής», αλλά της «χρήσης» και «ωφέλειας»,

(δ) έδωσε το πρωτείο στο ήθος, και όχι στα διάφορα «συστήματα».

 Γ. Το πρόβλημα σήμερα.

Η Εκκλησία του Χριστού, σήμερα δεν μπορεί παρά, όπως χθες και πάντα, να μείνη ακλόνητα υπάκουη στον Κύριο της, ό,τι και αν αυτό σημαίνη και όπου και αν Αυτός την οδηγήση. Για την Εκκλησία δεν υπάρχει «σύστημα» Χριστιανικό, ούτε «Χριστιανικός καπιταλισμός», ούτε «Χριστιανικός σοσιαλισμός». Οι οικονομικές θεωρίες οφείλουν να μείνουν οικονομικές, χωρίς να περιβάλλωνται το ράσο ή τη λεοντή της θρησκείας ή της αντι-θρησκείας.  Η θρησκεία οφείλει να μην επιτρέπει ποτέ στο μεγαλείο της να μεταβάλλεται σε κόθορνους για το θέατρο του κόσμου τούτου.

΄Εργο της πίστης είναι κάτι το πολύ μικρότερο από την οικονομία και το πολύ μεγαλύτερο: ο ορισμός και η ερμηνεία των τελικών σκοπών των διαφόρων οικονομικών συστημάτων και μάλιστα του σοσιαλισμού. Η οικονομική θεωρία δεν θα πρέπει ποτέ ν΄ αφεθή να μεταπέση σε κοσμοθεωρία και η μεθολογία δεν θα πρέπει ποτέ ν΄ αφεθή να επέση σε ιδεολογία. Η καρδιά του ανθρώπου και ο νους του ανήκουν πρώτα και έσχατα στον Θεό, και όχι στον Καίσαρα ή τον Μαμωνά.

Την ευθύνη για τη σύγχρονη υποδούλωση, αλλοτρίωση και καταπάτηση των ανθρωπίνων αξιών φέρνει ακέραιη ο άθεος ανθρωπισμός, τόσο ο δεξιός όσο και ο αριστερός, σαν πρακτικός μαμωνισμός ο πρώτος, σαν φιλοσοφικός μαμωνισμός ο δεύτερος. Η δικαίωση και απελευθέρωση του ανθρώπου δεν μπορεί να προέλθη ποτέ από τον άθεο ανθρωπισμό, γιατί αυτός βλέπει ακέραιο τον άνθρωπο: αγνοεί την πνευματική του διάσταση, δηλαδή την κυριώτερη.

Το μυστήριο του ανθρώπου δεν διαφωτίζεται στην πληρότητα του παρά μόνο μέσα στο μυστήριο του ενανθρωπίσαντος Λόγου. Η Εκκλησία σαν το Σώμα του Λόγου κατέχει την αλήθεια για τον άνθρωπο και έχει καθήκον και δικαίωμα να την διακηρύξη ελεύθερα παντού.

Ο Χριστός είναι με τους φτωχούς, τους υποδουλωμένους, τους καταπιεσμένους όχι μέσα από τη βία, τα παιγνίδια της εξουσίας, τα πολιτικά συστήματα, αλλά μέσα από την ίδια την αλήθεια του ανθρώπου: είναι  ε ι κ ό ν α  τ ο υ  Θ ε ο ύ.

Ο δρόμος προς το αληθινό μέλλον είναι αυτός και άλλος δεν υπάρχει.  Ο Χριστός μπήκε στην ιστορία για την αλήθεια αυτή, οι Χριστιανοί μαρτύρησαν γι΄ αυτή με το ίδιο τους το αίμα, η Εκκλησία οφείλει σήμερα να την διακηρύξη παντού: οι πάντες οφείλουν να σεβαστούν τον άνθρωπο, διότι ο άνθρωπος είναι εικόνα του Θεού. Εδώ βρίσκεται η μοναδική και αναντικατάστατη ελπίδα που η Εκκλησία μπορεί να ξαναδώσει στον κόσμο, και ιδιαίτερα στους απογοητευμένους από τους πολιτικούς νέους.

Χωρίς να αναμιγνύη πολιτική και πίστη, ελεύθερη από δεσμά συστημάτων και ιδεολογιών, η Εκκλησία, έχοντας κύρια αποστολή της τη θρησκεία, θα πρέπει πάντα να είναι «φως εθνών», υπερασπιζόμενη τα αναπαλλοτρίωτα δικαιώματα του ανθρώπου για γέννηση, ζωή, υπεύθυνη αναπαραγωγή, εργασία, ειρήνη, ελευθερία, δικαιοσύνη, συμμετοχή.

΄Οπως πολέμησε την εδαφική αποικιοκρατία, η Εκκλησία οφείλει ν΄ αντισταθή σήμερα στην οικονομική αποικιοκρατία και στην ιδεολογική αποικιοκρατία, να βοηθήση την αλληλοκατανόηση των πολιτισμών, να εμπνεύση την ορθή και ισόρροπη ανάπτυξη, να στηρίξη την οικογένεια, να προωθήση τη γνήσια παιδεία, να στιγματίση το φυλετισμό και το σωβινισμό, το μιλιταρισμό και την τρομοκρατία της «εθνικής ασφάλειας», να διδάξη τη φιλοξενία, να ζητήση τις καλύτερες συνθήκες εργασίας για τους εργάτες, να απαιτήση τη δίκαιη αμοιβή του ανθρώπινου κόπου, τη δίκαιη κατανομή του πλούτου. Πάνω, πέρα, πριν και στο τέλος η Εκκλησία οφείλει ν΄ αγωνιστή για το δικαίωμα του κάθε ανθρώπου να είναι ένα πρόσωπο, να είναι κάποιος και να μετέχει. 

 

Η Εκκλησία οφείλει να δώσει ελπίδα στον κόσμο, δείχνοντας ότι ο Χριστός είναι παρών μέσα στην ιστορία του. Και αυτό θα το κάνη με το ίδιο της το είναι: αυτή η ίδια είναι η παρουσία του Χριστού στην ιστορία του κόσμου.

Γι΄ αυτό, από την ενορία ως τη Σύνοδο, από τον ιερέα του χωριού ως τον Αρχιεπίσκοπο, από τον τελευταίο λαϊκό ως τον πρώτο, η Εκκλησία στην κοινωνική της φύση οφείλει να είναι ζωντανή μαρτυρία, νόμος έμψυχος και σημείο αναντίλεκτο κοινωνικής δικαιοσύνης, ελευθερίας, συμμετοχής, αγάπης, εκπλήρωσης και πραγμάτωσης του ανθρώπου και των κοινωνιών του μέσα στην οικογένεια του Θεού. Για να δώσει δηλαδή τη μαρτυρία του Χριστού και να μπορέση να βοηθήση τον άνθρωπο, η Εκκλησία δεν αρκεί να κηρύττη και να θέλη ν΄ αγωνιστή μαζί με το λαό και χάρη του λαού: οφείλει πρώτα να δώση το παράδειγμα, επιδεικνύοντας έμπρακτα επάνω στο ίδιο της το σώμα σαν κοινωνικό θεσμό το τί εννοεί.

Και κυρίως οφείλει, να προσευχηθή για τους ανθρώπους και τις κοινωνίες τους, θυσιάζοντας στην προσευχή αυτή το καλύτερο μέρος των δυνάμεων της και το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου της, αληθινή λειτουργός της μεγάλης Θυσίας «υπέρ της του κόσμου ζωής».

Αν στον αγώνα της για τους ανθρώπους δεν είναι μόνη, στο κήρυγμα της, για την απελευθέρωση του ανθρώπου στην πληρότητα του είναι σχεδόν μόνη, και στην προσευχή της για τον άνθρωπο μόνη.

Δρ. Βενέδικτος Εγγλεζάκης 


Μάρτιος 1979

Κάποιο πνευματικό τέκνο του Γέροντα Επιφανίου Θεοδωροπούλου σημειώνει:

Θυμάμαι την ακόλουθη συζήτησι με τον Γέροντα, όταν ήμουν υποψήφιος φοιτητής:

Όχι και την αδελφή μου!

- Πάτερ, ένας συνυποψήφιος στο φρoντιστήριο, στις συζητήσεις μας, από ΄δω το φέρνει, από ΄κει το πάει, όλο με παροτρύνει να βρω φιλενάδα. Βέβαια δεν με επηρεάζει, αλλά με ενοχλεί. Τί να του πω για να σταματήση; 
- Έχει αδελφή ο φίλος σου; 
- Έχει, πάτερ. 
- Να του κάνης ό,τι έκανε κάποιος σημερινός Επίσκοπος σε φίλο του για τον ίδιο λόγο. Πές του: Εντάξει! Θα μου κάνης όμως ένα χατήρι. Με ξέρεις τί καλό παιδί είμαι. Θα μου δώσης, λοιπόν, για ένα βράδυ την αδελφή σου. Πες του έτσι και βλέπουμε στη συνέχεια. 
- Την άλλη μέρα έθεσα σε άμεση εφαρμογή το σχέδιο του Γέροντα. Ο φίλος άρχισε τα συνηθισμένα του. 
- Λοιπόν, φίλε μου, του είπα, τί να ψάχνω να βρω φιλενάδα; Δεν μου δίνεις γι΄ απόψε την αδελφή σου και μετά βλέπουμε; 
 Ο φίλος τραβήχθηκε προς τα πίσω σοκαρισμένος! Κι αμέσως αντέδρασε: 
 - Όχι, ρε, και την αδελφή μου; Τι το περάσαμε; 
 - Γιατί όχι την αδελφή σου; απάντησα εγώ. Μήπως και η άλλη, την οποία θες να βρω, δεν είναι αδελφή ή κόρη κάποιου; Γιατί, βρε Χ, την αδελφή του άλλου τη θέλεις για να διασκεδάσης και τη δική σου την προστατεύεις; Βλέπεις ότι είσαι λάθος; 
 Από τότε ο Χ σφίγγα περί φιλενάδας. Χαρούμενος εγώ ανέφερα στον π. Επιφάνιο το αποτέλεσμα: 
 - Γέροντα, το σχέδιο έδρασε σαν κεραυνός! 
 Και ο Γέροντας χαμογελαστός: 
 - Εμ, τί νόμιζε ο νεαρός;