Ἁγίου Μαξίμου Ὁμολογητῆ

Τά λυπηρά γεγονότα μᾶς συμβαίνουν εἴτε γιά νά μᾶς παιδαγωγήσουν εἴτε γιά νά ἐξαλείψουν προηγούμενα ἁμαρτήματά μας εἴτε γιά νά διορθώσουν τωρινή μας ἀμέλεια εἴτε γιά νά ἀποτρέψουν μελλοντικά μας ἁμαρτήματα.

Ἐκεῖνος λοιπόν πού συλλογίζεται πώς ὁ πειρασμός τοῦ ἦρθε γιά ἕναν ἀπό αὐτούς τούς λόγους, δέν ἀγανακτεῖ ἐπειδή χτυπιέται ἤ ἀδικεῖται ἤ παθαίνει κάτι ἄλλο θλιβερό. Ἔχοντας μάλιστα ἐπίγνωση τῶν ἁμαρτιῶν του, δέν κατηγορεῖ οὔτε ἐκεῖνον μέσω τοῦ ὁποίου τόν βρῆκε ὁ πειρασμός – γιατί ξέρει πώς, εἴτε ἀπ’ αὐτόν εἴτε ἀπό ἄλλον, θά τό πιεῖ τό ποτήρι τῶν θείων κριμάτων -, ἀλλά ἀποβλέπει στό Θεό καί Τόν εὐχαριστεῖ πού παραχώρησε τή δοκιμασία καί κατηγορεῖ τόν ἑαυτό του μονάχα καί δέχεται πρόθυμα τήν παίδευση, ὅπως ὁ Δαβίδ μέ τόν Σεμεΐ.

Ἀπεναντίας, ὁ ἀσύνετος ἄνθρωπος ζητάει μέν συχνά τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ καί τή λύτρωσή του ἀπό τά δεινά, ὅταν ὅμως ἔρθει τό ἔλεος δέν τό δέχεται, ἐπειδή δέν εἶναι ὅπως τό ἤθελε ὁ ἴδιος, μά ὅπως τό θεώρησε συμφέρον ὁ Γιατρός τῶν ψυχῶν μας. Καί γι’ αὐτό λιποψυχεῖ καί ἀναστατώνεται καί ἄλλοτε ὀργίζεται μέ τούς ἀνθρώπους, ἄλλοτε πάλι βλαστημάει τό Θεό. Ἔτσι ὅμως καί ἀγνωμοσύνη δείχνει καί παρηγοριά δέν βρίσκει.