• An Image Slideshow
  • An Image Slideshow

Κείμενα π. Ανδρέα Αγαθοκλέους

Αγιολογία

Τοποθεσία

Oι άνθρωποι της αλήθειας και του ψεύδους

 

άνθρωποι της αλήθειας και του ψεύδους

π. Ανδρέα Αγαθοκλέους 

   Ο Χριστός είπε για τον εαυτό Του ότι είναι η αλήθεια και ότι πρέπει να προσκυνούμε το Θεό «εν πνεύματι και αληθεία». Μπροστά στον Πιλάτο ομολόγησε ότι γεννήθηκε και ήλθε στον κόσμο για να φανερώσει την αλήθεια και ότι «πάς ο ων εκ της αληθείας ακούει μου της φωνής», δηλαδή «όποιος αγαπά την αλήθεια καταλαβαίνει τα λόγια μου (Ιω. 18,37).

   Η αλήθεια αντιδιαστέλλεται με το ψέμα ως αντίθετό της, ως μη έχοντας υπόσταση. Ό,τι δεν είναι αλήθεια είναι ψέμα. Όπως το σκοτάδι διαλύεται στο φως, γιατί δεν έχει υπόσταση. Είναι δηλαδή το αντίθετο. Το ίδιο μπορούμε να πούμε για το κρύο με τη ζέστη, την αμαρτία με την αγιότητα, το κακό με το καλό.

   Ο Θεός μας είναι Θεός της αλήθειας, Θεός αληθινός και όχι κατά φαντασία. Όσοι πιστεύουν σ’Αυτόν καλούνται να πολιτεύονται μέσα στην αλήθεια και με την αλήθεια. Να ζουν δηλαδή χωρίς υποκρισία και με αλλοιωμένο το ήθος. Να είναι δηλαδή ο εαυτός τους, όποιος και να είναι, χωρίς προσπάθεια να δείξουν κάτι που δεν είναι, όπως π.χ άνθρωποι αγάπης, που ενδιαφέρονται για τον συνάνθρωπό τους, άνθρωποι αρετής και ηθικής, άνθρωποι πιστοί ως αφοσιωμένοι στο Θεό.

   Ο Χριστός μίλησε αυστηρά για την υποκρισία των Φαρισαίων που εξωτερικά παρουσιάζονταν ως τέλειοι τηρητές του Μωσαϊκού νόμου, στην πραγματικότητα όμως ζούσαν τη βρωμιά της αυτάρκειας και της αυτοδικαίωσης.

   Ο ψυχίατρος συγγραφέας Σκότ Πεκ στο βιβλίο του «άνθρωποι του ψεύδους» σημειώνει: «Από τη στιγμή που το βασικό μοτίβο του κακού είναι η μεταμφίεση, ένα από τα πιθανότερα μέρη για να βρει κανείς κακούς ανθρώπους είναι μέσα στην Εκκλησία». Όχι βέβαια γιατί φταίει η Εκκλησία ως θεϊκό δημιούργημα, αλλά γιατί εμείς οι άνθρωποι που την αποτελούμε είμαστε ατελείς και αμαρτωλοί.

   Το να είναι κανείς αληθινός με τους άλλους, προϋποθέτει την ειλικρίνεια με τον εαυτό του. Όταν τον συντρίβει, ενώπιος ενωπίω με το Θεό, αναγνωρίζοντας την αμαρτωλότητα του μέχρις «άδου κατωτάτου», χωρίς δικαιολογίες, τότε καθαρίζεται από τη ψεύτικη ιδέα για τον εαυτό του. Όταν κλάψει γι’αυτό που είναι και δεν έπρεπε ή γι αυτό που δεν είναι και θα έπρεπε, τότε φωτίζεται ο νους και η καρδία του και δεν υποκρίνεται.

   Κανένας δεν απορρίπτει όποιον είναι ο εαυτός του, κανένας όμως δεν θέλει αυτόν που δεν είναι ο εαυτός του. Όλοι μας, λίγο ή πολύ, έχουμε τη διαίσθηση, που μας δίνει τη δυνατότητα να καταλαβαίνουμε μέσα μας το αληθινό από το μη αληθινό, τη γνησιότητα από το ψέμα.

   Ο Χριστός ξεκαθάρισε πως κανείς δεν θα μπει στη Βασιλεία Του, αν δεν γίνουμε «ως τα παιδία». Γιατί αυτά δεν έχουν δύο πρόσωπα, δεν ξέρουν την υποκρισία και την ψευτιά στις σχέσεις.

   Η ομορφιά του προσώπου αντικατοπτρίζει την ομορφιά τού μέσα μας κόσμου, ως αποκάλυψη του κόσμου του Θεού. Ο Θεός μας, ως Θεός της αλήθειας, είναι Θεός της ομορφιάς. Αν «η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο», κατά τον Ντοστογιέφσκυ, τότε οι χριστιανοί καλούνται να είναι και να ζουν αληθινά, ώστε ο κόσμος να δει στο πρόσωπο τους την ομορφιά του Θεού.