Κείμενα π. Ανδρέα Αγαθοκλέους


ΕΧΕΙ Ο ΘΕΟΣ!...

   Μέσα από την απελπιστική κατάστασή του ο άνθρωπος θέλει κάπου να πιαστεί, για να μην απελπιστεί – με ό,τι συνεπάγεται αυτό. Είναι κακό τούτο; Εκφράζει αδυναμία που παραπέμπει – κατά το Μαρξ – σε ψευδαίσθηση του Θεού;

   Μπορεί και να συμβαίνει κι αυτό. Ποιος όμως μπορεί να αρνηθεί ότι υπάρχουν και οι φορές που συνειδητοποιούμε την αδυναμία μας «να κάνουμε κάτι», ώστε να υπερβούμε το αδιέξοδο; Ποιος μπορεί να καυχηθεί ότι όλα έρχονται όπως τα θέλει και ότι με μόνο τις δικές του δυνάμεις και τα δικά του σχέδια καταφέρνει να ξεπεράσει τα αδιέξοδά του;

   Ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος θα πει ότι «αυτός που εγνώρισε την αδυναμία του, αυτός μπόρεσε να γνωρίσει τη δύναμη του Θεού». Στη συντριβή της καρδίας, στη συνειδητοποίηση της αδυναμίας, έρχεται δυναμικά η Χάρις του Θεού, του παντοδυνάμου και αιωνίου Κυρίου μας, και μεταποιεί «τα μη όντα εις όντα», τα τίποτα σε υπαρκτά. Τότε κατανοούμε την ελπίδα αυτών των ανθρώπων, που δεν έγινε η μόρφωσή τους παραμόρφωση, που μπορούν να λεν με σιγουριά, στις δύσκολες και ασέληνες νύκτες της ζωής τους, αυτό το αληθινό «έχει ο Θεός»!

   Τότε κατανοούμε ότι η πίστη στηρίζεται σε εμπειρία, στη βεβαιότητα ότι ο Θεός κρύβεται αλλά δεν εξαφανίζεται, κι ότι η σιωπή του, αν και εύκολα εκλαμβάνεται ως αδιαφορία, ίσως και ανυπαρξία, είναι όμως η έκφραση της ευγένειάς Του, που δεν θέλει να επιβάλει την παρουσία Του κι ούτε θέλει να μας υποχρεώσει με ευεργεσίες, ώστε να μας αναγκάσει έτσι να τον υπακούσουμε.

   Μπροστά στην ανθρώπινη ελευθερία, το θεϊκό αυτό δώρο, παραιτείται η θεϊκή παντοδυναμία. Νομίζω ότι θα συνειδητοποιήσουμε την απέραντη αγάπη του Θεού, όταν κατανοήσουμε καρδιακά το πόσο σέβεται την ελευθερία μας.

   Βέβαια, εύκολα εκχωρούμε την ελευθερία μας μπροστά στην επιτυχία του όποιου στόχου μας, που εγκλωβίζεται στα όρια του θνητού τούτου κόσμου, με βασικά πάθη τη φιλαργυρία, τη φιλοδοξία και τη φιληδονία. Όμως ο Θεός αρνείται να την πάρει και να μας κάνει δούλους ανελεύθερους, ακόμα κι αν καταλήγουμε στο να Τον αρνηθούμε.

   Τελικά το «έχει ο Θεός», αν δεν κρύβει μια ψεύτικη πίστη που ο Θεός υπάρχει μόνο όταν μας κάνει τα θελήματα μας, είναι μια αλήθεια! Εκφράζει την πραγματικότητα πως «πίσω μας στέκει ο Θεός». Δείχνει τη σιγουριά της αδυναμίας μας και τη βεβαιότητα της αγάπης και του ενδιαφέροντός Του.

   Έχουμε ένα Θεό που δεν αδιαφορεί για τον κόσμο Του, που βρίσκεται ζωντανά ανάμεσά μας, που η αγάπη Του στέλλει το Μονογενή του Υιό να θυσιαστεί για μας. Όσοι μέσα από τη σιωπή Του και την «εγκατάλειψή» Του γνώρισαν πώς ενεργεί, αυτοί μπορούν με σιγουριά να λεν στον εαυτό τους και στους γύρω τους «έχει ο Θεός»!

π. Ανδρέας Αγαθοκλέους

 

«Ο Θεός που μας έπλασε μας έδωσε την χρήση του λόγου για να φανερώνουμε ο ένας στον άλλο τις σκέψεις των καρδιών και να μεταδίδουμε ο καθένας στον πλησίον, λόγω της κοινωνικότητας της φύσεως, σαν από κάποια ταμεία, προσφέροντας τις σκέψεις από τα κρυπτά της καρδιάς».

 

Ο λόγος αυτός του Μ. Βασιλείου τονίζει το χάρισμα που έχει ο άνθρωπος να μπορεί να εκφράζεται, να επικοινωνεί, να λέει το λογισμό του, τα αισθήματά του, τη χαρά και τον πόνο του.

 

Όμως, συγχρόνως παραπέμπει και στο πρόβλημα πολλών ανθρώπων σήμερα, της αδυναμίας που έχουν να ενεργοποιήσουν αυτό τους το χάρισμα. Γιατί άραγε; Πηγάζει μήπως από κληρονομικές καταβολές χαρακτήρων ή είναι αποτέλεσμα παιδείας, απογοήτευσης και φοβίας;

 

Απ’ όπου και να προέρχεται η αιτία της «σιωπής», είναι πρόβλημα! Στερείται ο άνθρωπος τη σχέση με τους άλλους, απομονώνεται και αρρωσταίνει. Ενώ κάνοντας «χρήση του λόγου» κοινωνούμε με τον άλλο, ενωνόμαστε και χαιρόμαστε.

 

Ας θυμηθούμε την πρακτική της Εκκλησίας με την εξομολόγηση. Με το να «τα βγάζουμε» και να «τα λέμε προς τα έξω» (έξω - λέγω = εξομολόγηση), σε άλλο άνθρωπο που βρίσκεται «εις τόπον και τύπον Χριστού», δημιουργείται μια θεραπευτική διαδικασία που μας ελευθερώνει από τη μοναξιά – εγωκεντρισμό. Γι’ αυτό και μετά βιώνουμε την ελευθερία και τη χαρά. Ενώ «η εξομολόγηση στην εικόνα» είναι επιστροφή στον εαυτό μας «δι’ άλλης οδού».

 

Είναι αλήθεια ωστόσο ότι για άλλους πιο εύκολη είναι η εξομολόγηση στον πνευματικό τους παρά η έκφραση των βαθύτερων αισθημάτων τους σε άλλο πρόσωπο, κυρίως μετά την πρώτη εξομολόγηση. Σε άλλους το αντίθετο. Νομίζω η σύγκριση είναι λάθος. Απλά, λέγοντας τα πιο πάνω, θέλω να τονίσω την ανάγκη για επικοινωνία μεταξύ μας.

 

Βλέπουμε το Χριστό να έχει φίλο. Οι άγιοι να έχουν φίλο. Οι φυσιολογικοί άνθρωποι να έχουν φίλο. Γιατί ο φίλος δέχεται τα βαθύτερα βιώματά μας που δεν μπορούν να λεχθούν σε πολλούς, είτε αυτά είναι λύπη, απογοήτευση, ψυχικός πόνος ή είναι χαρά, ελπίδα, ενθουσιασμός.

 

Όμως και με άλλους γύρω μας μπορούμε να «φανερώνουμε τις σκέψεις των καρδιών», ώστε αυτή η κίνηση να μας δώσει τη δυνατότητα μιας βαθύτερης σχέσης, με αποτέλεσμα να διευρύνεται η ύπαρξή μας, να υπερβαίνουμε τη μοναξιά και να χαιρόμαστε την κοινωνία των προσώπων.

 

Κανείς βέβαια δεν μπορεί να μην διακρίνει και τη διστακτικότητα μιας τέτοιας κίνησης, όταν γευτήκαμε την πίκρα της απογοήτευσης ή της απόρριψης. Όμως όλοι οι άνθρωποι δεν είναι το ίδιο κι ούτε όλοι ενεργούν πάντα το ίδιο. Χρειάζεται προσοχή και διάκριση, κυρίως όταν εκτίθεται η καρδία. Ούτε σε οποιονδήποτε λες τα βάθη του είναι σου ούτε σε κανένα δεν λες τίποτε.

 

Στον κόσμο του ατομισμού και του συμφέροντος, η Εκκλησία μάς δίνει τα κριτήρια της σχέσης, της κοινωνίας, της βίωσης της Βασιλείας από τώρα. Ευλογημένοι όσοι τη ζήσουν!

 

π. Ανδρέας Αγαθοκλέους

 

 

«Όλοι όσοι πίστεψαν είχαν μία καρδιά και μία ψυχή. Κανείς δεν θεωρούσε ότι κάτα από τα υπάρχοντά του ήταν δικό του, αλλά όλα τα είχαν κοινά. Οι απόστολοι κήρυτταν και βεβαίωναν με μεγάλη πειστικότητα ότι ο Κύριος Ιησούς αναστήθηκε. Κι ο Θεός έδινε σε όλους πλούσια τη χάρη του. Δεν υπήρχει κανείς ανάμεσά τους που να στερείται τα απαραίτητα. Γιατί όσοι είχαν χωράφια ή σπίτια τα πουλούσαν, κι έφερναν το αντίτιμο αυτών που πουλούσαν, και το έθεταν στη διάθεση των αποστόλων. Απ’ αυτό δινόταν στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του. ΄Ετσι έκανε κι ο Ιωσής, ένας λευίτης από την Κύπρο, που οι απόστολοι τον ονόμασαν Βαρνάβα, όνομα που μεταφράζεται «ο άνθρωπος της παρηγοριάς». Αυτός είχε ένα χωράφι, που το πούλησε κι έφερε τα χρήματα και τα έθεσε στη διάθεση των αποστόλων».

 

 

Το πιο πάνω κείμενο από τις Πράξεις των Αποστόλων (4,32-37) φανερώνει τη ζωντανή ύπαρξη της Εκκλησίας στον κόσμο της διάσπασης, του εγωκεντρισμού και της αθλιότητας.

 

Πάντοτε και σήμερα η πλειοψηφία των ανθρώπων κινείται με κριτήρια ατομισμού και συμφέροντος, με αποτέλεσμα την αδικία, την εκμετάλλευση, την κοινωνική ανισότητα.

 

Μέσα σ’ ένα τέτοιο κόσμο παρουσιάζεται η Εκκλησία ως γεγονός ζωής που αντιτίθεται στον τρόπο ζωής του κόσμου. Εδώ στόχος ζωής δεν είναι το ατομικό αλλά το κοινό. Ο πλησίον δεν είναι η κόλαση μας αλλά ο Παράδεισός μας.

 

Με κέντρο το Χριστό ενωνόμαστε αληθινά, έχοντας «μια καρδιά και μια ψυχή». Η κοινή πίστη στον κοινό Κύριο και Θεό μας, μας οδηγεί στην κοινή ζωή: μοιραζόμαστε τη χαρά, τον πόνο, τα υλικά, την αποτυχία, την αγιότητα. Γινόμαστε ένα σώμα, το σώμα της Εκκλησίας, που είναι το σώμα του Θεανθρώπου Κυρίου μας.

 

Όμως διαπιστώνουμε πως ένας τέτοιος τρόπος ζωής δεν υπάρχει στους σημερινούς Χριστιανούς. Ο καθένας ζει τον πόνο του, τις δυσκολίες του, τον αγώνα του, τη ζωή του. Μπορεί να ενωνόμαστε στη σύναξη της Κυριακής στη Θεία Λειτουργία, αλλά όλη τη βδομάδα καμιά επικοινωνία δεν έχουμε μεταξύ μας και πολύ περισσότερο τίποτα από τη ζωή μας δεν μοιραζόμαστε.

 

Μόνος του ο καθένας πορεύεται, με κάποιους που τυχόν θα συναντήσει στη ζωή του, που τις περισσότερες φορές «δεν είναι της Εκκλησίας».

 

Η Εκκλησιαστική κοινότητα έγινε ενορία για εξυπηρέτηση των θρησκευτικών αναγκών. Η ενότητα με τους αδελφούς, έγινε τυπική επικοινωνία συνανθρώπων. Η Θεία Κοινωνία έγινε ατομική υπόθεση για αυτοδικαίωση.


Η διαπίστωση αυτή προκαλεί πόνο ψυχής, για όσους αναζητούν την όντως Ζωή και θέλουν αληθινά να σωθούν. Όμως μπορεί να γίνει και γόνιμος προβληματισμός που θα οδηγήσει στη γεύση της Εκκλησιαστικής ζωής, όπως την παρέδωσε σε μας ο Χριστός και οι απόστολοι και την έζησαν οι Χριστιανοί δια μέσου των αιώνων.

 

Είναι αναγκαίο να γνωρίζουμε πως Εκκλησία σημαίνει ενότητα (από το εκ και καλώ, δηλαδή προσκαλώ, ενώνω). Ενότητα όμως χωρίς αγάπη, υπέρβαση του εγωϊσμού, δεν νοείται. Κι ακόμα, σωτηρία σημαίνει ολοκλήρωση (από το σώος δηλαδή ολόκληρος).

Έτσι γίνεται αυτονόητο, πως μέσα στην εκκλησία ως κοινότητα ομοπίστων ανθρώπων, που ενώνονται αληθινά έχοντας «μια καρδιά και μια ψυχή», ο Χριστιανός μπορεί να ολοκληρωθεί ως πρόσωπο, αποβάλλοντας όλα εκείνα τα πάθη και τα ψυχικά νοσήματα που τον καθιστούν ανήμπορο να αγαπήσει και να μπορεί στη συνέχεια να χαρεί τον εαυτό του, τον πλησίον, τον κόσμο, το Θεό. Αυτό δηλαδή που έζησαν και ζουν οι Άγιοι.

 

Εδώ ασφαλώς βρίσκεται η ευθύνη των κληρικών αλλά και των λαϊκών. Γιατί η Εκκλησία ως γεγονός ζωής, δεν είναι αυτό που ετοιμάζουν οι άλλοι να ζήσω, αλλά αυτό που και εγώ συμβάλλω να ζήσουμε όλοι, ώστε να σωθούμε όλοι.

 

π. Ανδρέας Αγαθοκλέους

 

Περί ουρανίων και επιγείων

Αναφέρεται στο Γεροντικο ότι «πήγε κάποιος, σπουδαίος για τον τόπο του άνθρωπος, να επισκεφθεί τον Αββά Ποιμένα κι άρχισε να ρωτά για πνευματικά και ουράνια πράγματα. Τότε ο αββάς έστρεψε το πρόσωπο του και δεν απάντησε. Εκείνος, όταν είδε ότι δεν μιλά μαζί του, βγήκε λυπημένος και παραπονέθηκε στον υποτακτικό ότι ο γέροντας δεν θέλει να συνομιλήσει μαζί του.

 

Μπήκε τότε ο αδελφός προς τον Αββά Ποιμένα και του λέγει:Αββά, για σένα ήλθε ο μεγάλος αυτός άνθρωπος, που έχει τόση φήμη στη χώρα του, γιατί δεν μίλησες μαζί του;

 

Κι απαντά ο γέροντας: Αυτός ανήκει στα άνω και συζητά για επουράνια, εγώ ανήκω στα κάτω και συζητώ για επίγεια. Αν μου ανέφερε για πάθη ψυχής, εγώ θα του αποκρινόμουν, αφού μου ανέφερε για θεωρητικά, εγώ αυτά δεν τα γνωρίζω.

 

Όταν ο υποτακτικός βγαίνοντας είπε σ’ εκείνον πως ο γέροντας δεν συζητεί εύκολα σε αγιογραφικά θέματα, αλλ’ αν κανείς του μιλά για πάθη ψυχής τού αποκρίνεται, μπήκε προς το γέροντα εντυπωσιασμένος και το ρωτά: Τι να κάνω αββά, που με κυριεύουν τα πάθη της ψυχής;

 

Κι ο γέροντας τον κοίταξε με χαρά και είπε: Καλώς ώρισες λοιπόν, και τώρα ρώτησέ με ότι θέλεις γι’ αυτά και θα σε γεμίσω αγαθά.

 

Εκείνος ωφελημένος πολύ, έλεγε: Πραγματικά αυτή είναι η αληθινή οδός. Κι επέστρεψε στη χώρα του ευχαριστώντας το Θεό που καταξιώθηκε να συναντήσει τέτοιον άγιο».

 

Η ενασχόληση στις μέρες μας ευκαίρως-ακαίρως «περί υψηλών και επουρανίων», μπορεί να δίνει την εντύπωση της πνευματικής αναζήτησης. Όμως πολλές φορές κρύβει την επιθυμία να καλύψουμε τη δική μας πνευματική οκνηρία να ασχοληθούμε ουσιαστικά με τον εαυτό μας και τις μεταξύ μας ανθρώπινες σχέσεις.

 

Κι ακόμα, η συνεχής προσπάθεια να ακούσουμε «ομιλίες θρησκευτικές» και να ρωτήσουμε «θέματα πνευματικά», χωρίς να προσπαθούμε να εφαρμόσουμε τα ακουόμενα, δεν οδηγεί παρά στην κρίση. Γιατί «ο γνούς και μη ποιήσας, δαρήσεται πολλά».

 

Το πιο πάνω περιστατικό από τη ζωή του αββά Ποιμένα, δείχνει πως οι αληθινοί άγιοι δεν ασχολούνται περί Θεού αλλά ζουν το Θεό. Γι’ αυτό και αναπαύονται και αναπαύουν.

 

Αυτό που χρειαζόμαστε είναι να ζήσουμε απλά το Ευαγγέλιο στην καθημερινότητα μας, αρχίζοντας από την υπέρβαση τού εγωκεντρισμού μας, που θανατώνει την κοινωνία των προσώπων και κατ’ επέκταση την κοινωνία μας με το Θεό.

 

Μπορεί να έχουμε ακούσει σπουδαίους ιεροκήρυκες και αγίους ανθρώπους, μπορεί να έχουμε διαβάσει μεγάλες θεολογίες και περισπούδαστα πνευματικά συγγράμματα. Αλλά αν δεν αρχίσουμε από τα απλά και καθημερινά, αν δεν περάσουμε μέσα από τη θέα τού εαυτού μας που προκαλεί πόνο, αν δεν ασχοληθούμε με τα «κάτω και τα επίγεια», δεν θα μπορέσουμε να γνωρίσουμε τα ουράνια.

 

Γιατί ο παράδεισος και η θέα του Θεού περνούν μέσα από την καρδιά μας, μέσα από τον πλησίον, μέσα από τον «κόσμον τούτο της βασάνου».

 

π. Ανδρέας Αγαθοκλέους

 

 

Το θέλημα του Θεού 

Ποιο να είναι άραγε το θέλημα του θεού για την πορεία μας, για το α ή το β θέμα; Ερώτημα που απασχολεί όποιον θέλει να πορευτεί στη ζωή του την οδό του Κυρίου.

Και είναι φορές που το ερώτημα είναι βασανιστικό και η αναμονή της απάντησης επιτακτική.

Ωστόσο, νομίζω πως το πρόβλημα δεν είναι τόσο η ανακάλυψη του θελήματος του Θεού, όσο η γνώση του δικού μας αληθινού θελήματος. Αυτού, δηλαδή, που θέλει το «άλλο είναι» μας, το ουσιαστικό, το βαθύτερο.

Όσο και αν θέλουμε να καλύψουμε την φωνή της συνείδησής μας, του «άλλου είναι», αυτή κάπου υποχωρεί μεν αλλά δεν υπάρχει ανάπαυση.

Μέσα στην όντως ησυχία, την περισυλλογή και τη σιωπή, ο άνθρωπος μπορεί ν’ αφουγκραστεί το μέσα του κόσμο, τον αληθινό, το δικό του. Εκεί τότε θ’ ακούσει και τη φωνή του Θεού. Γιατί «η Βασιλεία του Θεού εντός ημών εστίν».

Και ανακαλύπτει, με πολλή χαρά, ότι ο Θεός θέλει αυτό που ο άνθρωπος θέλει! Γι’ αυτό και το θέλημα του Θεού, για το συγκεκριμένο άνθρωπο, είναι αυτό που του ταιριάζει, που μπορεί, που θέλει στο βάθος. Τότε συνειδητοποιεί ότι το θέλημα του Θεού τον αναπαύει! Ακολουθώντας το, μέσα από τη δυσκολία θ’ αναπαυτεί και μέσα στον πόνο θα χαρεί! Ήδη βαδίζει την οδό του Κυρίου του.

 

π. Ανδρέας Αγαθοκλέους