Μια φορά κι έναν καιρό υπήρχε σ’ ένα χωριό ένας μυαλωμένος κόκορας. Λαλούσε νωρίς κάθε πρωί για να ξυπνήσουν οι άνθρωποι για τις καθημερινές τους ασχολίες.

Μια μέρα ο κόκορας πήρε «ρεπό» και ανέβηκε στην κορυφή ενός δέντρου για να ξαποστάσει. Μια αλεπού πέρασε από ’κει.Σήκωσε το βλέμμα της και αντίκρισε τον πλουμιστό κόκορα σκαρφαλωμένο πάνω στο δέντρο. Της γεννήθηκε η επιθυμία να τον φάει. Έτσι του είπε όσο πιο γλυκά μπορούσε.

"Γεια σου, φίλε μου. Σου φέρνω καλά νέα. Ανοίγει μια νέα εποχή. Από τώρα και στο εξής τα πουλιά και τα ζώα θα γίνουμε φίλοι και θα ζούμε όλοι μαζί με ειρήνη".

Ο κόκορας ρώτησε έκπληκτος: "Είναι αλήθεια;"

Εκείνη του απάντησε: "Και βέβαια. Γιατί δεν κατεβαίνεις να κάνουμεμια δοκιμή;"

Ο κόκορας σκέφτηκε για λίγο και της είπε: "Δεν περιμένουμε λίγο; Βλέπω να έρχονται μερικοί από τους φίλους μας".

Ήταν η σειρά της αλεπούς να εκπλαγεί. "Φίλοι μας, ποιοι έρχονται; Τι εννοείς;"

Ο κόκορας απάντησε: "Διακρίνω μερικούς κυνηγούς που πλησιάζουν. Κάμε λίγη υπομονή, ας τους περιμένουμε για να ολοκληρωθεί η χαρά μας."

Ακούγοντας τη λέξη «κυνηγοί», η αλεπού αναστατώθηκε και το ’βαλε στα πόδια. «Ε, πού πας; γιατί τρέχεις;» της φώναξε δυνατά ο κόκορας. «Τι έγινε με τη φιλία μας;" "Ξέχασέ το", πρόλαβε να του πει κι ακόμα τρέχει…

Κι ο κόκορας θυμήθηκε τον Ιώβ και μονολόγησε:

«Ο Κύριος τα σχέδια των πανούργων ματαιώνει και στην αποτυχία οδηγεί τα έργα τους» (Ιώβ 5,12).

Διασκευή: Αθ. Αστ. Γκάτζιος