• An Image Slideshow
  • An Image Slideshow

Διάφορα

Τοποθεσία

Ἡ πόρνη τῆς παλιᾶς μας γειτονιᾶς

 

Ἡ πόρνη τῆς παλιᾶς μας γειτονιᾶς

Ντόρας Πολίτη

Αὐτή ἦταν τό μίασμα. Οὔτε ὁ σαράφης πού ἔπαιρνε τίς χρυσές βέρες τῶν μεροκαματιάρηδων γιά δυό ἐνέσεις πενικιλίνης! Οὔτε ἡ μεγαλοκυρία τοῦ ἀρχοντόσπιτου πού ξυλοφόρτωνε ἀλύπητα τήν παρακόρη της Περσεφόνη. Οὔτε, βέβαια, τ’ ἀφεντικό τοῦ ἀρχοντόσπιτου πού «σορομαδοῦσε» τήν Περσεφόνη, ὅταν κοιμόταν ἡ μεγαλοκυρία. Ὄχι αὐτοί, ἡ Βασιλεία ἦταν τό μίασμα. Γιατί, αὐτή ἔπαιρνε ἀντίτιμο, ὅταν τήν «σορομαδοῦσαν» οἱ πελάτες στήν κάμαρα τοῦ Συνοικισμοῦ στή Χρυσομαλλούσα. Ἦταν τότε, στά χρόνια τῆς λαϊκῆς γειτονιᾶς, τῶν ἀνθισμένων περιβολιῶν, ἀλλά καί τῆς χαμένης ἀθωότητας…

Πελατεία μεγάλη δέν εἶχε ἡ Βασιλεία. Ἦταν κακομούτσουνη, τήν εἶχαν πάρει καί τά χρόνια... Ἡ Βασιλεία, ποτέ δέν μάλωνε μέ τή γειτονιά, κι ἄς ἔφτυναν στό κατόπι της! Περνοῦσε μακριά ἀπό τά κατώφλια τῶν νοικοκυράδων μέ ψηλά κρατημένο τό κεφάλι. Σάν νά ’βλεπε μόνο τίς κορφές τῶν δέντρων. Πιό ψηλά δέν θά τολμοῦσε ν’ ἀτενίσει…

Δέν ἔσμιγε τά βλέμματα τῶν ἄλλων ἡ Βασιλεία. Λές κι ἄν δέν ἔβλεπε, δέν θά τήν ἔβλεπαν κιόλας. Καί μόνο σάν τύχαινε ξώφαλτσα ν’ ἀνταμώσεις τά μάτια της, σ’ ἔπιανε ἕνα σύγκρυο ἀλλιώτικο καί δέν ἤξερες ἀπό ποῦ νά φύγεις.

Θυμᾶμαι ἐκεῖνα τά μάτια μέ τούς μελανιασμένους κύκλους ὁλόγυρα. Εἶχαν κάτι σάν ἱκεσία, σάν περαστική λάμψη ἁγνότητας. Κάτι σάν ἄφωνο πόνο δαρμένου σκυλιοῦ. Κάτι σάν βουβό «κατηγορῶ», σάν γροθιά πού σ’ ἔβρισκε στό στομάχι καί πονοῦσες μέχρι βαθιά στή… συνείδηση! Ἴσως γι’ αὐτό τήν ὑπερασπίστηκε σέ δίκη μιά φορά ὁ σπουδαῖος δικηγόρος Γεώργιος Βογιατζής. Γιά τό βουβό «κατηγορῶ» ἴσως. Γιά τόν πόνο τοῦ δαρμένου σκυλιοῦ στά μάτια της... «Μέγας εἶσαι, κύριε, καί θαυμαστά τά ἔργα σου…».

Οἱ «παντοθειές» τῆς γειτονιᾶς, ἡ κυρά-Σοφία καί ἡ κυρά-Σταυρίτσα ἔλεγαν πώς ἡ Βασιλεία κάνει καί ψυχικά, πώς ἡ χήρα τοῦ μεθύστακα μέ τ’ ὀρφανό τή Βαγγελούδα ζοῦσαν, γιατί ἡ πόρνη φρόντιζε. Καί πώς σάν πῆρε φωτιά ὁ παλιόπυργος τῆς φαμελίτισσας οἰκογένειας κι ἀπομεῖναν στό δρόμο, ἡ πόρνη πάλι ἔστειλε παπλώματα καί προικιά γιά τά κορίτσια καί θέλησε νά μήν μαθευτεῖ τό χερικό. Κι ἄλλα: πώς ἄφηνε νύχτα καντήλια χρυσά στήν Παναγιά τή Χρυσομαλλούσα, πώς ξεθάβαν μέ δικά της ἔξοδα ξεχασμένους παρακατιανούς, τούς ἔκανε καί κασάκια μέ τ’ ὄνομά τους ἀπ’ ἔξω. Ἔτσι λέγαν πώς ἦταν ἡ Βασιλεία, ἐκεῖνοι πού ξέραν. Ἐγώ μόνο ξέρω –τό θυμᾶμαι σάν ὄνειρο, σάν παραμύθι τάχα– πώς πίσω ἀπό τό θολό τζάμι τῆς στενῆς της πόρτας μέ τό ξεθωριασμένο κουρτινάκι ἔβλεπα, ὅλα τά χρόνια τῆς παιδικῆς μου ζωῆς, ἕνα καντήλι πάντα ἀναμμένο. Κρεμόταν ἀπό τό χαμηλό ταβάνι, μπροστά σ’ ἕνα καί μοναδικό εἰκόνισμα κάποιας θλιμμένης Παναγιᾶς.

Ἐκείνη τή Μεγάλη Παρασκευή στίς Ὧρες, ἡ Βασιλεία τόλμησε τό παράτολμο. Ἔφερε στήν ἐκκλησιά ἕνα στεφάνι καμωμένο ἀπό ρόζ μαγιάτικα τριαντάφυλλα καί μώβ βιολέτες κι ἕνα χαρτί γεμάτο σπιτικό μοσχολίβανο. Ἦταν τά δῶρα της γιά τόν Ἐσταυρωμένο. Μισοκρύφτηκε πίσω ἀπό τ’ ἀνθισμένα φλάμπουρα τῆς ἐκκλησιᾶς κι ἔδωσε σ’ ἐμᾶς τά παιδιά τά φτωχά της δῶρα. «Γιά τόν Ἐπιτάφιο –εἶπε– δῶστε τα στόν ἐπίτροπο». Δέν χρειάστηκε, ἐκεῖνος εἶχε δεῖ. Ἀφηνιασμένος θαρρεῖς ὁ «εὐσεβής» τοῦτος, ἅρπαξε τό στεφάνι τῆς Βασιλείας, τό πέταξε στό χῶμα καί τό τσαλαπάτησε μέ λύσσα. Καί τό μοσχολίβανο τήν ἴδια τύχη εἶχε. «Μήν σέ ξαναδῶ παλιοβρώμα κοντά στήν ἐκκλησιά, θά σοῦ ξυρίσω τό κεφάλι…».

Τό ἴδιο βράδυ, ὁ Ἐπιτάφιος ἀνέβαινε τή Χρυσομαλλούσης μέ τό πιστό ποίμνιο ν’ ἀκολουθεῖ: «Αἱ γενεαί πᾶσαι» ἦταν ἐκεῖ, ἐκτός ἀπό τή Βασιλεία. Ἐκεῖ, στό ἀνηφοράκι τῆς Ἀδαίου, κρυμμένη μές τό σκοτάδι, πεσμένη στά γόνατα ἦταν ἡ πόρνη. Ἔκλαιγε, σερνόταν μές τή σκόνη, τά μαῦρα μαλλιά της δεμένα μέσα στό πένθιμο μαντήλι. Παιδί ἐγώ καί κοίταξα. Δέν μέ γελοῦσαν τά μάτια μου, εἶδα κι ἄκουσα… Μά νά ’ταν ἡ Βασιλεία, τούτη ἡ μαυροφορούσα ἤ μήν ἦταν ἡ Μαγδαληνή;

Τό βράδυ στ’ ὄνειρό μου, στό ξύπνιο μου, τί νά ’ταν ἄραγε, δέν τό ξεδιάλυνα ποτέ, σά νά μοῦ φάνηκε πώς ἀπό τό κουβούκλιο τοῦ Ἐπιταφίου σηκώθηκε ἕνας ὁλοφώτεινος Χριστός μέ τό στεφάνι τῆς Βασιλείας ὁλόγυρα στό μέτωπο. Ἐκεῖνο πού ποδοπάτησε ὁ ἐπίτροπος. Καί πώς πῆγε κοντά στή γονατισμένη πόρνη.

Μόνος Ἐκεῖνος ἀπ’ τό πλῆθος. Μήπως καί στήν ἐπίγεια ζωή του ἔτσι δέν ἔκανε; Μά πάλι παιδί ἤμουν, ποιός παίρνει στά σοβαρά τά «νείρατα» τῶν παιδιῶν; Πολλά χρόνια μετά, ἔμαθα πώς ἡ Βασιλεία πέθανε μία Μεγάλη Πέμπτη.

Τήν κηδέψανε θέλοντας καί μή Μεγάλη Παρασκευή, μαζί μ’ Ἐκεῖνον!